ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Κ., Υπόθεση αρ. 2309 / 2020, 14/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Κ., Υπόθεση αρ. 2309 / 2020, 14/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 2309 / 2020

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

S. N. A.

 

___________

 

Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή

Μ. Παρασκευά, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν διαπίστωσης ενοχής, μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

1η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος, σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άγνωστα πρόσωπα για τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή πλαστογραφίας εγγράφου [συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρα 371, 331, 333, 335, 20 ΠΚ.]

 

2η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος, σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το ιταλικό δελτίο ταυτότητας με τα στοιχεία που αναφέρονται [πλαστογραφία, άρθρα 331, 333(α), 337 ΠΚ.]

 

3η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος, σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το δανέζικο διαβατήριο με τα στοιχεία που αναφέρονται [πλαστογραφία, άρθρα 331, 333(α), 337 ΠΚ.]

 

8η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος, μεταξύ της 8.6.2011 και 31.1.2020, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Ιρανός υπήκοος και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτών πολιτικό άσυλο μέχρι την 7.6.2011, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του, παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, άρθρο 19(1)(λ) περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105.]

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Για το αδίκημα της πλαστογραφίας επίσημου εγγράφου, κατά το άρθρο 337 ΠΚ, η προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 10 έτη. Για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος που ισχύει για τη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 371 ΠΚ, η προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 7 έτη. Για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η προβλεπόμενη στο Κεφ.105 ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τους 12 μήνες ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000 που αντιστοιχεί σε €1.708,60. Σημειώνεται περαιτέρω ότι, δυνάμει του άρθρου 29 ΠΚ, όταν ένα αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, το Δικαστήριο δύναται, αντί αυτής, να επιβάλει χρηματική ποινή, εντός των ορίων της σχετικής εξουσίας του.

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές επιμέτρησης των ποινών, όπως συντίθενται μέσα από τη νομολογία. Ο νόμος προβλέπει τις ανώτατες ποινές. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα είναι όπως διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο: Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από το Ιράν. Εισήλθε στη Δημοκρατία μέσω της Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων περιοχών, με τη χρήση πλαστού εγγράφου. Υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Η αίτησή του απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή την 7.6.2011 και από 29.9.2011 τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στη stop-list ως αναζητούμενου προσώπου. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε την απόρριψη της αίτησής του και ότι του είχε δοθεί προθεσμία να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Την 21.12.2012, κατά τη διαδικασία ελέγχου φορτίων ταχυμεταφορών της UPS στο αεροδρόμιο Λάρνακας, εντοπίστηκε φάκελος με αποστολέα πρόσωπο με το όνομα «Hasan Modavresi» και παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Στον φάκελο, αναγραφόταν διεύθυνση παραλαβής στη Λεμεσό και ο αριθμός τηλεφώνου του Κατηγορουμένου. Στη διεύθυνση παραλαβής, διέμενε ο Κατηγορούμενος με συγκάτοικο τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Κατηγορούμενος ήταν απών. Ο φάκελος περιείχε ένα ιταλικό δελτίο ταυτότητας στο όνομα «Mario Rossi» και ένα δανέζικο διαβατήριο στο όνομα «Michael Petersson». Στα δύο έγγραφα, απεικονιζόταν φωτογραφία του Κατηγορουμένου. Ανέφεραν, επιπλέον, περιγραφικά και βιομετρικά στοιχεία του Κατηγορουμένου, όπως η ημερομηνία γέννησης και το ύψος του. Το πακέτο κατακρατήθηκε από το Τελωνείο προτού παραδοθεί στον αναγραφόμενο παραλήπτη. Παραδόθηκε στην Αστυνομία και ακολούθως έγιναν ενέργειες μέσω υπαλλήλου της UPS, για επικοινωνία με τον παραλήπτη και παράδοση του φακέλου, με τη συνοδεία της Αστυνομίας. Ο αναγραφόμενος παραλήπτης δεν απάντησε στις τηλεφωνικές κλήσεις. Την ίδια ημέρα, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο. Την πόρτα άνοιξε το τρίτο πρόσωπο, που ανέφερε ότι ήταν ο συγκάτοικος του Κατηγορουμένου και ότι ο τελευταίος απουσίαζε. Τα έγγραφα στάλθηκαν για επιστημονική εξέταση. Η πραγματογνώμονας εξέτασης εγγράφων κατέληξε ότι η ταυτότητα ήταν γνήσιο ως κενό έντυπο, το οποίο, όμως, είχε συμπληρωθεί από μη αρμόδια Αρχή και ανήκε σε παρτίδα κενών ιταλικών δελτίων ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία. Ως προς το διαβατήριο, διαπίστωσε ότι ήταν γνήσιο ως προς τον βασικό φορέα, αλλά η σελίδα βιογραφικών είχε αντικατασταθεί με εξ ολοκλήρου πλαστή σελίδα. Διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων, απουσία υδατογραφήματος, διαφορετική εκτύπωση τύπου inkjet, ορθογραφικά λάθη και σφραγίδες προγενέστερες της φερόμενης ημερομηνίας έκδοσης. Τα έγγραφα ήταν πλαστά έγγραφα, υπό την έννοια ότι εμφανίζονταν ως αυθεντικά ταξιδιωτικά έγγραφα και έγγραφα ταυτοποίησης, εκδοθέντα από αρμόδιες αλλοδαπές Αρχές, ενώ, στην πραγματικότητα, δεν είχαν εκδοθεί ή συμπληρωθεί νόμιμα από τέτοιες Αρχές.

 

Εκ των γεγονότων που διαπιστώθηκαν, σημειώνεται πως η υπόθεση δεν αφορά ένα μόνο πλαστό έγγραφο, αλλά δύο πλαστά έγγραφα ταυτότητας και ταξιδίου, δηλαδή ένα ιταλικό δελτίο ταυτότητας και ένα δανέζικο διαβατήριο. Η ύπαρξη δύο εγγράφων αυξάνει αντικειμενικά τη σοβαρότητα της υπόθεσης, καθώς παρείχε περισσότερες από μία δυνατότητες πλαστής ταυτοποίησης. Τα έγγραφα ήταν ευρωπαϊκά έγγραφα ταυτότητας και ταξιδίου, φερόμενα ως εκδοθέντα από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρήση ή η δυνατότητα χρήσης τέτοιων εγγράφων θα μπορούσε να παραπλανήσει, όχι μόνον ιδιώτες, αλλά και δημόσιες Αρχές, υπηρεσίες ελέγχου ταυτότητας, μετανάστευσης ή μετακίνησης. Η κατάρτιση των εγγράφων προϋπέθετε κάποιο βαθμό οργάνωσης και συντονισμού με άλλο πρόσωπο. Υπήρξε εξασφάλιση ή διαμόρφωση των εγγράφων, τοποθέτησή τους σε φάκελο ταχυμεταφορών και αποστολή τους από το εξωτερικό προς συγκεκριμένο παραλήπτη, με αναγραφή στοιχείων παραλήπτη, τηλεφώνου και διεύθυνσης. Ο τρόπος δράσης είχε διασυνοριακό χαρακτήρα. Τα πλαστά έγγραφα αποστάλθηκαν από την Τουρκία στη Δημοκρατία, μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών. Το στοιχείο αυτό προσδίδει μεγαλύτερη αντικειμενική σοβαρότητα, καθώς η διάπραξη δεν περιορίστηκε σε τοπική ή στιγμιαία ενέργεια, αλλά περιλάμβανε αποστολή από το εξωτερικό. Τα έγγραφα, εάν παραλαμβάνονταν, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, για παραπλάνηση ως προς την ταυτότητα, την υπηκοότητα και το καθεστώς του κατόχου τους. Ο αντικειμενικός κίνδυνος ήταν, επομένως, σοβαρός, ιδίως λόγω της φύσης των εγγράφων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Κατηγορούμενος δεν είχε νόμιμη βάση παραμονής στη Δημοκρατία. Το στοιχείο αυτό, στο μέτρο που συνδέεται με τον τρόπο δράσης και τη δυνατότητα χρήσης των εγγράφων, προσδίδει πρακτική σημασία στον κίνδυνο που δημιουργούσε η ύπαρξή τους. Από την άλλη, τα έγγραφα εντοπίστηκαν και κατακρατήθηκαν από το Τελωνείο πριν να παραδοθούν στον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, δεν περιήλθαν στην κατοχή του και δεν κατέστη δυνατό να χρησιμοποιηθούν. Δεν υπήρξε πραγματική χρήση των πλαστών εγγράφων έναντι οποιασδήποτε Αρχής, υπηρεσίας, ιδιώτη ή τρίτου προσώπου. Δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη πραγματική βλάβη σε δημόσια Αρχή, ιδιώτη ή τρίτο πρόσωπο. Η βλάβη παρέμεινε στο επίπεδο σοβαρού κινδύνου για την ασφάλεια και την αξιοπιστία των εγγράφων και όχι πραγματικής παραπλάνησης. Η πλαστότητα, ιδίως ως προς το δανέζικο διαβατήριο, δεν ήταν ιδιαίτερα επαγγελματική, αφού εντοπίστηκαν εμφανή τεχνικά χαρακτηριστικά πλαστότητας, όπως η απουσία υδατογραφήματος, inkjet εκτύπωση, ορθογραφικά λάθη και η ασυμβατότητα των σφραγίδων. Αυτό δεν μειώνει μεν τη σοβαρότητα της πρόθεσης ή του σχεδίου, αλλά περιορίζει αντικειμενικά την ποιότητα και ενδεχομένως την αποτελεσματικότητα των πλαστών εγγράφων. Δεν αποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο κατασκευαστής των εγγράφων ή ότι ο ίδιος διέθετε εξοπλισμό, εργαστήριο ή οργανωμένη υποδομή πλαστογράφησης. Η συμμετοχή του συνδέθηκε με την κατάρτιση και την αποστολή των προσωποποιημένων εγγράφων προς αυτόν, όχι, όμως, με λειτουργία του μηχανισμού παραγωγής τους. Δεν αποδείχθηκε ευρύτερη διάθεση, διακίνηση ή εμπορία πλαστών εγγράφων προς τρίτους. Η υπόθεση αφορά δύο έγγραφα που προορίζονταν για χρήση από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, και όχι δραστηριότητα οργανωμένης προμήθειας πλαστών εγγράφων σε άλλα πρόσωπα. Ως προς την 8η Κατηγορία, η παράνομη παραμονή είναι διαρκής και εκτεταμένη χρονικά, πλην, όμως, δεν συνδέθηκε με πρόσθετη πραγματική βλάβη ή με αποδεδειγμένη διάπραξη άλλων αδικημάτων κατά την περίοδο παραμονής, πέραν των υπό κρίση περιστατικών. Έχουν μετέπειτα λάβει χώρα ενέργειες για τη νομιμοποίηση της παραμονής του Κατηγορούμενου στην Κύπρο.

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τα περιστατικά του 2012 μέχρι σήμερα, συνεκτιμωμένων των αιτίων της καθυστέρησης και του βαθμού στον οποίον αυτή μπορεί να αποδοθεί στον Κατηγορούμενο. Η παρέλευση περίπου δεκατριάμισι ετών, σε συνδυασμό με την απουσία προηγούμενων ή μεταγενέστερων καταδικών, μειώνει, πλέον, την ανάγκη ειδικής αποτροπής και αυτό αποτελεί ουσιώδη παράγοντα εξατομίκευσης της ποινής. Δεν αναιρεί βεβαίως τη σοβαρότητα της συνωμοσίας και της κατάρτισης δύο πλαστών ευρωπαϊκών εγγράφων ταυτότητας και ταξιδίου ούτε την ανάγκη γενικής αποτροπής τέτοιων πράξεων. Η βαρύτητά της συγκρατείται, ωστόσο, από το ότι τα έγγραφα κατακρατήθηκαν πριν να παραδοθούν, δεν χρησιμοποιήθηκαν και δεν προκλήθηκε πραγματική παραπλάνηση ή συγκεκριμένη βλάβη. Ως προς την 8η Κατηγορία, η πάροδος του χρόνου έχει περιορισμένη συγκριτικά βαρύτητα, δεδομένου ότι η παράνομη παραμονή αποτελούσε διαρκές αδίκημα και συνεχίστηκε μέχρι τον Ιανουάριο του 2020. Ωστόσο, συνυπολογίζονται οι μετέπειτα ενέργειες που έγιναν για τη νομιμοποίηση της παραμονής του Κατηγορούμενου, στη βάση του ότι ο ίδιος δεν είναι εφικτό να επιστρέψει στο Ιράν και αιτήθηκε πολιτικό άσυλο.

 

Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν ήδη εκτεθεί σε αυτό το πλαίσιο. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας περίπου 45 ετών σήμερα, όπως προαναφέρθηκε με καταγωγή από το Ιράν. Ο ίδιος έθεσε πως εγκατέλειψε το Ιράν λόγω κινδύνων που, κατά τη θέση του, αντιμετώπιζε. Δεν έχει, πάντως, αμφισβητηθεί πως η χώρα του διανύει ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο, όπως ούτε και το γεγονός ότι εκκρεμεί επί του παρόντος αίτησή του για εξέταση (Τεκμήριο Β). Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνονται υπόψη και τα ιατρικά προβλήματα που αναφέρθηκαν (Τεκμήριο Α).

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ένα πρόσωπο με ιστορικό επαναλαμβανόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς και αυτό το στοιχείο μειώνει, σε κάποιο βαθμό, την ανάγκη ειδικής αποτροπής, ιδίως ενόψει και του ιδιαίτερα μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τα περιστατικά του 2012, χωρίς να προκύπτουν άλλες καταδίκες ή έστω οποιαδήποτε εμπλοκή του με τη δικαιοσύνη. Δεν αναιρεί, εντούτοις, την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε την ανάγκη γενικής αποτροπής. Συνεκτιμάται κατά την εξατομίκευση και την επιλογή της αναλογούσας ποινής.

 

Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα ως προς το κατά πόσον, παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, εξακολουθεί σήμερα να είναι απολύτως αναγκαία η επιβολή ποινής φυλάκισης. Από τα περιστατικά του Δεκεμβρίου 2012, έχει παρέλθει πραγματικά μεγάλο χρονικό διάστημα, πέραν των 13 και σχεδόν 14 ετών. Η πάροδος αυτή δεν εξαλείφει ούτε υποβαθμίζει την απαξία της συνωμοσίας και της κατάρτισης δύο πλαστών ευρωπαϊκών εγγράφων ταυτότητας και ταξιδίου. Επενεργεί, όμως, ουσιωδώς στην αξιολόγηση της ποινής, που είναι αναγκαία, σήμερα, για την επίτευξη των σκοπών της. Συνεκτιμάται, συναφώς, και ότι τα έγγραφα κατακρατήθηκαν πριν να παραδοθούν στον Κατηγορούμενο, δεν χρησιμοποιήθηκαν και δεν προκλήθηκε πραγματική παραπλάνηση ή συγκεκριμένη βλάβη. Δεν αποδείχθηκε ευρύτερη δραστηριότητα παραγωγής ή εμπορίας πλαστών εγγράφων, ενώ ο Κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο και δεν προκύπτουν μεταγενέστερες καταδίκες κατά το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ανάγκη ειδικής αποτροπής έχει ουσιωδώς εξασθενήσει, ενώ δεν διαπιστώνεται παρούσα ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου μέσω του εγκλεισμού του Κατηγορουμένου. Νοείται πως, η ποινή φυλάκισης δεν επιβάλλεται με εκ των προτέρων υφιστάμενο προσανατολισμό να ανασταλεί η εκτέλεσή της. Η γενική αποτροπή και η αναλογική αποδοκιμασία των πράξεων μπορούν, στις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης, να εξυπηρετηθούν επαρκώς με την επιβολή ουσιαστικής χρηματικής ποινής. Το Δικαστήριο κρίνει, επομένως, ότι η ποινή φυλάκισης, έστω και με αναστολή, δεν είναι πλέον απολύτως αναγκαία και ότι η χρηματική ποινή αποτελεί την αρμόζουσα και αναλογική κατ’ είδος ποινή, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί.

 

Η 1η Κατηγορία, η 2η Κατηγορία και η 3η Κατηγορία συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και αποτελούν εκφάνσεις ενιαίου σχεδίου. Για σκοπούς συνολικότητας, και προς αποφυγή πολλαπλής τιμωρίας ουσιωδώς της ίδιας εγκληματικής συμπεριφοράς, θα επιβληθεί ποινή μόνο στη 2η Κατηγορία. Κατά τον καθορισμό της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συνολική απαξία της συμπεριφοράς, περιλαμβανομένης της συνωμοσίας της 1ης Κατηγορίας και της κατάρτισης του δεύτερου πλαστού εγγράφου της 3ης Κατηγορίας. Η 8η Κατηγορία αφορά διαφορετική και αυτοτελή εγκληματική συμπεριφορά, η οποία εκτείνεται σε ιδιαίτερα μεγάλη χρονική περίοδο και δεν απορροφάται από τις κατηγορίες της πλαστογραφίας. Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, χωριστή χρηματική ποινή. Για τον καθορισμό της έκτασης της χρηματικής ποινής, λαμβάνονται υπόψη όλα τα προαναφερόμενα, καθώς και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην εύρεση πόρων.

 

Επιβάλλονται:

 

1η Κατηγορία: καμία χωριστή ποινή.

 

2η Κατηγορία: χρηματική ποινή €4.000.

 

3η Κατηγορία: καμία χωριστή ποινή.

 

8η Κατηγορία: χρηματική ποινή €1.000.

 

Το συνολικό χρηματικό βάρος ανέρχεται σε €5.000 πλέον τα έξοδα, που επίσης λήφθηκαν υπόψη.

 

Έξοδα €700 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.

Η συνολική χρηματική ποινή και τα έξοδα να πληρωθούν εντός 12 μηνών.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας, μετά την τελεσιδικία, να επιστραφούν στην Αστυνομία, μέσω της κατηγορούσας Αρχής, για να τύχουν διαχείρισης. Τα πλαστά έγγραφα να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο