ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 14107 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
1. A. M. M.
2. M. C. M.
___________________
Ημερομηνία: 17 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Νικολάου (κα) και Ν. Παναγιώτου (κα) για τους Κατηγορούμενους 1 και 2
Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη ληστείας, ληστείας και επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη με θύμα αλλοδαπό πρόσωπο, διανομέα φαγητού. Επίσης, αντιμετωπίζουν αδικήματα σχετικά με την παράνομη κατοχή και την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενης ουσίας τάξης Β, συνολικού βάρους 772 γραμμαρίων. Όλα τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν την 8.9.2026, στη Λεμεσό.
Έχοντας διαπιστώσει ότι τα αδικήματα που περιέχονται στο κατηγορητήριο δεν εκδικάζονται, με βάση τον νόμο, συνοπτικά, και ότι δεν υφίσταται η έγκριση του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα για τη συνοπτική τους εκδίκαση, η υπόθεση ήδη παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο, που συνεδριάζει την 27.10.2026. Ακολούθως, υποβλήθηκε από την κατηγορούσα Αρχή αίτημα για την κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας, αλλά και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Προς υποστήριξη του αιτήματός της, η πλευρά της κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό (Τεκμήριο Α). Κατατέθηκε, επίσης, μία εκκρεμής ποινική υπόθεση εναντίων των Κατηγορουμένων 1 και 2 (Τεκμήριο Β). Υπήρξε ένστασης στο αίτημα για κράτηση. Δόθηκε χρόνος, στην πλευρά της Υπεράσπισης, μέχρι σήμερα, για να οργανώσει και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, με πληρότητα, τη δική της επιχειρηματολογία, προς υποστήριξη της ένστασής της. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Κίνδυνος φυγοδικίας
Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Η σχετική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του Κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του Κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) πρέπει να συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].
Προχωρώντας στην εξέταση του αιτήματος, σε αυτή τη βάση, σημειώνονται τα ακόλουθα: Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, από κοινού, έχουν σοβαρότητα, με γνώμονα τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συνήθης ποινική μεταχείριση περιλαμβάνει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή στερητική της ελευθερίας. Αυτή η προοπτική υφίσταται, λαμβανομένης υπόψη και της νεαρής ηλικίας των Κατηγορουμένων 1 και 2, χωρίς ασφαλώς να αποκλείεται οποιαδήποτε άλλη ποινική μεταχείριση από το δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου η νομολογία που αναφέρθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, αλλά και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ποινικής αντιμετώπισης νεαρών παραβατών, σε συνάρτηση με τους σκοπούς της ποινής και τις προοπτικές αναμόρφωσης. Δεν εξετάζεται κάποια ποινική μεταχείριση, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ωστόσο είναι κατανοητή η αντανάκλαση που δίδεται και στο παρόν στάδιο. Είναι σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο προσεγγίζεται την κράτηση οποιουδήποτε ατόμου ως έσχατη λύση, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για νεαρά άτομα, των οποίων η επαφή με έναν χώρο κράτησης θα μπορούσε, δυνητικά, να δημιουργήσει ή να επαυξήσει τυχόν κινδύνους.
Μέσα από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο Α), στην όψη του, διαφαίνονται τα εξής: Στις 8.9.2025, ώρα 14:25, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στην αναφερόμενη οδό, στην Ερήμη, προς αναζήτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2, εναντίον των οποίων εκκρεμούσαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης, για μη παρουσίασή τους σε αστυνομικό σταθμό, ως όροι απόλυσης που είχαν επιβληθεί σε άλλην υπόθεση. Με την άφιξη των μελών της Αστυνομίας, θεάθηκε να εξέρχεται από την πίσω πόρτα της οικίας ο ένας εκ των δύο Κατηγορουμένων, ο οποίος, στη θέα των μελών της Αστυνομίας, έριξε άγνωστο αντικείμενο, που, εκ των υστέρων, διαπιστώθηκε πως ήταν ζυγαριά ακριβείας με ίχνη κάνναβης, ενώ, στη συνέχεια, εντός της οικίας, εντοπίστηκε και ο άλλος Κατηγορούμενος. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθηκαν δυνάμει και των εκκρεμών δικαστικών ενταλμάτων. Διαπιστώθηκε ότι, στο σημείο όπου βρισκόταν η ζυγαριά ακριβείας, υπήρχαν, επίσης, συσκευασίες με την ουσία, που φέρεται ως κάνναβη, καθώς και τα λοιπά αντικείμενα, που αναφέρθηκαν. Ακολούθησε η σύλληψη και το ανακριτικό έργο, που έτυχε περιγραφής. Μετά τη μεταφορά τους στον Αστυνομικό Σταθμό, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αναγνωρίστηκαν από τον εκεί ευρισκόμενο παραπονούμενο, U.F., διανομέα φαγητού από το Πακιστάν, ως τα άτομα που νωρίτερα του είχαν επιτεθεί και τον είχαν ληστέψει. Αναγνωρίστηκαν και σχετικά τεκμήρια, που βρέθηκαν στην κατοχή των Κατηγορούμενων 1 και 2, ως αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από την κατοχή του παραπονούμενου, και είχαν προηγουμένως αναφερθεί από τον ίδιο στην Αστυνομία, ήτοι τα κλειδιά της μοτοσικλέτας του και το τσαντάκι μέσης. Υπάρχει το σχετικό μαρτυρικό υλικό, που αποτελείται, μεταξύ άλλων, από σειρά μαρτυρικών καταθέσεων από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα στις διάφορες χρονικές φάσεις των προαναφερόμενων γεγονότων. Στην κατάθεσή του, ο παραπονούμενος περιγράφει επεισόδιο έντονης βίας. Σημειώνεται πως, καθ’ υπόδειξη του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος φέρεται να διατηρούσε σχετική γνώση, εντοπίστηκε περαιτέρω ποσότητα ελεγχόμενης ουσίας, που φέρεται ως κάνναβη, δίδοντας ορισμένους ισχυρισμούς αναφορικά με τη σχέση του Κατηγορούμενου 2 με αυτήν. Η Υπεράσπιση έδωσε έμφαση στο στοιχείο αυτό, ως στοιχείο που δείχνει την παρορμητικότητα των νεαρών Κατηγορουμένων 1 και 2. Στις ανακριτικές καταθέσεις τους, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν έδωσαν περαιτέρω απαντήσεις, που να οδηγούν προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση, που να αναιρεί όσα προκύπτουν από την όψη του λοιπού μαρτυρικού υλικού. Στο σύνολό του, το μαρτυρικό υλικό, δείχνει πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων 1 και 2, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Η διατύπωση αυτή δεν αναιρεί το τεκμήριο της αθωότητας των Κατηγορουμένων 1 και 2.
Ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 22 ετών, αλλοδαπής καταγωγής, με καταγωγή από τη Ρουμανία, και ο Κατηγορούμενος 2, αδελφός του, είναι ηλικίας περίπου 19 ετών. Αμφότεροι ζουν με τη μητέρα τους, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο για περίπου 20 χρόνια και είναι εργαζόμενη. Δεν έχουν φοιτήσει σε σχολείο. Είναι μέλη πολυμελούς οικογένειας, με σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Είναι άνεργοι, παρόλο που έχουν προσπαθήσει, κατά καιρούς, να εργαστούν και να συνεισφέρουν οικονομικά στην οικογένειά τους. Έλκουν καταγωγή και έμμεση διασύνδεση με τον τόπο καταγωγής του πατέρα τους, τον Λίβανο. Αμφότεροι αντιμετωπίζουν και περαιτέρω ποινική υπόθεση, μαζί με τρίτο πρόσωπο, για διαρρήξεις τριών διαφορετικών οικιών στο Πισσούρι, ιδιοκτησίας του ιδίου προσώπου, και κλοπή περιουσίας μέσα από αυτές, στην οποία είχαν επιβληθεί όροι απόλυσης.
Εκκινώντας από το τελευταίο, κατά τον χρόνο εντοπισμού και σύλληψης των Κατηγορουμένων 1 και 2, εκκρεμούσαν ήδη εναντίον τους δικαστικά εντάλματα σύλληψης, τα οποία είχαν εκδοθεί λόγω μη συμμόρφωσής τους με όρο προηγούμενης απόλυσής τους, συγκεκριμένα με την υποχρέωση εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό. Υπάρχει προηγούμενο πραγματικό περιστατικό μη συμμόρφωσης με μέτρο που είχε, ακριβώς, ως σκοπό να διασφαλίσει τη διαθεσιμότητά τους έναντι των Αρχών και την τήρηση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η υπό όρους απόλυση. Σε σχέση με την προηγούμενη υπόθεση, η συνολική ποινική έκθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2 έχει πλέον αυξηθεί, καθότι αντιμετωπίζουν πρόσθετες και σοβαρές κατηγορίες, ενώ εκκρεμεί εναντίον τους και άλλη ποινική διαδικασία. Ως εκ τούτου, το κίνητρο για αποφυγή της δικαστικής διαδικασίας είναι, αντικειμενικά, ισχυρότερο από εκείνο που υφίστατο κατά τον χρόνο επιβολής των προηγούμενων όρων. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα στοιχεία που λειτουργούν προς την κατεύθυνση της απόλυσης των Κατηγορουμένων 1 και 2. Δηλαδή, ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι νεαρής ηλικίας και διαμένουν με τη μητέρα τους στην Κύπρο, γεγονός που καταδεικνύει υφιστάμενο οικογενειακό δεσμό με τη Δημοκρατία. Οι δεσμοί αυτοί, όμως, αν και δεν παραγνωρίζονται, δεν εξετάζονται αφηρημένα, όπως ούτε και τα ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά των Κατηγορουμένων 1 και 2. Σταθμίζονται έναντι της προηγούμενης αποδεδειγμένης μη συμμόρφωσης με όρους απόλυσης, της ύπαρξης εκκρεμών ενταλμάτων κατά τον χρόνο εντοπισμού τους, της αυξημένης πλέον ποινικής έκθεσης και της σοβαρότητας των νέων κατηγοριών. Υπό το σύνολο αυτό των περιστάσεων, ο κίνδυνος μη εμφάνισης στη δίκη είναι ορατός, και προκύπτει από συγκεκριμένα στοιχεία προηγούμενης συμπεριφοράς, τα οποία, σε συνδυασμό με την παρούσα ποινική έκθεση των Κατηγορουμένων, προσδίδουν στον κίνδυνο πραγματικό και ουσιώδη χαρακτήρα.
Παραμένει, επομένως, να εξεταστεί κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς με ηπιότερα μέτρα. Στο σημείο αυτό, η προηγούμενη μη συμμόρφωση αποκτά βαρύτητα, με την έννοια ότι η επιβολή υποχρέωσης τακτικής εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό έχει ήδη δοκιμαστεί και δεν τηρήθηκε. Συνεπώς, η εκ νέου επιβολή όρου της ίδιας ή παρεμφερούς φύσης δεν παρέχει, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, επαρκή διασφάλιση εμφάνισης. Ομοίως, οικονομική εγγύηση, χωρίς πρόσθετο στοιχείο ικανό να διαφοροποιήσει ουσιωδώς την προηγούμενη κατάσταση, δεν θεραπεύει τον κίνδυνο που καταδεικνύεται από την ήδη εκδηλωθείσα μη συμμόρφωση. Το Δικαστήριο κρίνει, συνεπώς, ότι ο συνδυασμός των διαθέσιμων ηπιότερων μέτρων δεν παρέχει, στην παρούσα περίπτωση, επαρκή και αποτελεσματική εγγύηση ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 θα παρουσιαστούν ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Υπό αυτήν τη στενή έννοια, και όχι ως συνέπεια της σοβαρότητας των κατηγοριών καθαυτήν, η προσωρινή κράτηση κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση της παρουσίας των Κατηγορούμενων 1 και 2 στη δίκη. Διασφάλιση που αποσκοπτεί στο δημόσιο συμφέρον της απρόσκοπτης διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας.
Κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
Ασχέτως της επιτυχίας του αιτήματος στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, εξετάζεται το αίτημα και στην εναλλακτική βάση στην οποία υποβλήθηκε. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας της κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].
Σύμφωνα με το Τεκμήριο Β, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού, μαζί με τρίτο πρόσωπο, την ποινική υπόθεση αρ. 10177/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και διαρρήξεις κατοικιών, που φέρονται να τελέστηκαν τον Ιούλιο του 2026. Στο πλαίσιο εκείνης της υπόθεσης, αφέθηκαν ελεύθεροι υπό όρους, στους οποίους περιλαμβάνονταν η απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία, χρηματική εγγύηση και η υποχρέωση τακτικής εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό. Η τελευταία υποχρέωση δεν τηρήθηκε, γεγονός που οδήγησε στην έκδοση δικαστικών ενταλμάτων σύλληψής τους. Το δεδομένο αυτό δεν προσεγγίζεται απλώς ως παράβαση ενός διαδικαστικού όρου, αλλά, στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης, θεωρείται σε συνδυασμό με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων. Τα αδικήματα της εκκρεμούς υπόθεσης τοποθετούνται τον Ιούλιο του 2026. Τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης φέρονται να τελέστηκαν στις 8.9.2026, δηλαδή σε ιδιαίτερα μικρή χρονική απόσταση, και ενώ οι Κατηγορούμενοι τελούσαν ήδη υπό το καθεστώς των προαναφερόμενων όρων. Δεν υπάρχει απλώς μία ακόμη εκκρεμής ποινική διαδικασία, αποσυνδεδεμένη χρονικά ή πραγματικά από την παρούσα. Υπάρχει φερόμενη νέα παραβατική συμπεριφορά, αμέσως μετά από προηγούμενη εμπλοκή με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, και ενόσω βρίσκονταν ήδη υπό ενεργούς δικαστικούς περιορισμούς. Υπάρχει, περαιτέρω, ουσιώδης συνάφεια ως προς μέρος της φερόμενης συμπεριφοράς. Η προηγούμενη υπόθεση αφορά διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές. Η παρούσα περιλαμβάνει ληστεία και αφαίρεση περιουσίας, δηλαδή εκ νέου αδίκημα κατά της περιουσίας, αυτή τη φορά και με το πρόσθετο στοιχείο της βίας κατά προσώπου. Δεν εξομοιώνονται, ασφαλώς, τα δύο είδη αδικημάτων ούτε προκαταλαμβάνεται η απόδειξη οποιασδήποτε από τις δύο υποθέσεις. Η χρονική, όμως, εγγύτητα και η επανεμφάνιση σοβαρής περιουσιακής παραβατικότητας αποτελούν συγκεκριμένο δεδομένο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, κατά την προληπτική εκτίμηση του κινδύνου. Τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ελεγχόμενες ουσίες κινούνται μεν σε διαφορετικό πεδίο και δεν χρησιμοποιούνται για να κατασκευαστεί τεχνητά εικόνα επανάληψης αδικημάτων ίδιας φύσης, έχουν σημασία, όμως, διαφορετική. Ειδικότερα, στην όψη του μαρτυρικού υλικού, η παρούσα υπόθεση δεν εμφανίζει ένα και μοναδικό, στενά προσδιορισμένο επεισόδιο, ο κίνδυνος επανάληψης του οποίου θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, για παράδειγμα, με την απαγόρευση προσέγγισης συγκεκριμένου προσώπου ή τόπου. Οι κατηγορίες αφορούν περισσότερες της μιας μορφές σοβαρής αξιόποινης συμπεριφοράς. Το στοιχείο αυτό, δηλαδή το εύρος της αξιόποινης δράσης που καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους 1 και 2, συνεκτιμώμενο και όχι αυτοτελώς θεωρούμενο, καθιστά δυσχερέστερη την αποτελεσματική αντιμετώπιση του κινδύνου, με έναν ειδικά στοχευμένο περιοριστικό όρο. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το ότι η φερόμενη νέα εμπλοκή δεν τοποθετείται σε χρόνο κατά τον οποίον οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν ακόμη έρθει αντιμέτωποι με ποινική διαδικασία ή με περιοριστικά μέτρα, ώστε να υποτεθεί ότι η εκκρεμοδικία μπορεί να έχει τέτοια επίδραση, προς αναχαίτιση κάποιου κινδύνου εμπλοκής με παραβατική δράση. Απεναντίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν ήδη ότι εναντίον τους εκκρεμούσε ποινική υπόθεση και ότι η ελευθερία τους είχε εξαρτηθεί από την τήρηση συγκεκριμένων όρων. Παρά ταύτα, όχι μόνο φέρεται να ακολούθησε νέα σοβαρή παραβατική συμπεριφορά, σε σύντομο χρόνο, αλλά είχε προηγηθεί και μη συμμόρφωση με την υποχρέωση εμφάνισης σε αστυνομικό σταθμό. Το στοιχείο αυτό μειώνει ουσιωδώς την αποτρεπτική αξία που θα μπορούσε, διαφορετικά, να αποδοθεί στην εκ νέου επιβολή συνήθων όρων. Η περίπτωση διαφοροποιείται, συναφώς, από εκείνην όπου υπάρχει απλώς μία παλαιότερη ή εκκρεμής υπόθεση, χωρίς χρονική συνέχεια, χωρίς παραβίαση προηγούμενων όρων και χωρίς φερόμενη νέα παραβατικότητα κατά το διάστημα της υπό όρους απόλυσης. Εν προκειμένω, τα δεδομένα συνδέονται μεταξύ τους χρονικά και λειτουργικά, προηγείται η εκκρεμής υπόθεση του Ιουλίου 2026, ακολουθεί η υπό όρους απόλυση, διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με έναν από τους όρους και, εντός ολίγων εβδομάδων, τοποθετούνται τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η αλληλουχία αυτή προσδίδει στον εξεταζόμενο κίνδυνο συγκεκριμένο και ενεργό, παρόντα χαρακτήρα.
Απομένει η εξέταση της δυνατότητας τυχόν αποτελεσματικού ελέγχου του κινδύνου με ηπιότερα μέτρα. Η απαγόρευση εξόδου και η χρηματική εγγύηση εξυπηρετούν, πρωτίστως, τη διασφάλιση της παρουσίας στη δικαστική διαδικασία και δεν αντιμετωπίζουν ευθέως τον κίνδυνο τέλεσης νέων αδικημάτων. Η τακτική εμφάνιση σε αστυνομικό σταθμό θα μπορούσε να έχει και εποπτική λειτουργία, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που τέτοια εποπτική λειτουργία μπορεί να έχει κάποια επίδραση. Πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι η φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν οδηγεί στη λογική τέτοιας εποπτικής επίδρασης, ο εν λόγω όρος είναι, ακριβώς, ο όρος που είχε ήδη επιβληθεί και δεν τηρήθηκε. Όροι αποχής από συγκεκριμένο πρόσωπο ή τόπο, επίσης, δεν εμφανίζονται ικανοί να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο, εφόσον η φερόμενη παραβατικότητα δεν συνδέεται αποκλειστικά με συγκεκριμένο θύμα, σχέση ή χώρο. Η απλή προθυμία παρακολούθησης θεραπευτικού προγράμματος, που έχει αναφερθεί από την Υπεράσπιση, δεν αρκεί, αλλά ούτε και τυχόν κράτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 εμποδίζει κατ’ ανάγκη μία τέτοια προοπτική.
Υπό αυτά τα δεδομένα, η κρίση του Δικαστηρίου δεν θεμελιώνεται στον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων ούτε σε αφηρημένη απόδοση εγκληματικής ροπής στους Κατηγορουμένους 1 και 2, αλλά στη στενή χρονική ακολουθία δύο σοβαρών ποινικών υποθέσεων, στη συνάφεια μέρους της φερόμενης συμπεριφοράς, στο ότι τα νεότερα αδικήματα φέρονται να τελέστηκαν ενώ ήδη ίσχυαν δικαστικοί όροι, και στο ότι ένας από τους όρους αυτούς είχε ήδη παραβιαστεί. Η συνδρομή των στοιχείων αυτών, εξεταζόμενων σωρευτικά, δημιουργεί την απαιτούμενη ισχυρή εντύπωση ότι, εάν αφεθούν εκ νέου ελεύθεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος διάπραξης περαιτέρω αδικημάτων μέχρι τη δίκη, και δεν διαφαίνεται συνδυασμός διαθέσιμων, συνήθων περιοριστικών όρων, ικανός να τον ελέγξει αποτελεσματικά. Για τον αυτοτελή αυτό λόγο, το αίτημα κράτησης δικαιολογείται και στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.
Χρόνος κράτησης
Ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την εμφάνιση των Κατηγορουμένων 1 και 2 ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στις 27.10.2026, συνεκτιμάται στο πλαίσιο της συνολικής στάθμισης, σε συνάρτηση με τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, η διάρκεια της κράτησης μέχρι την ημερομηνία εκείνη δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο ούτε προσδίδει στην κράτηση δυσανάλογο χαρακτήρα.
Κατάληξη
Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα εγκρίνεται σε αμφότερες τις βάσεις του και αναφορικά με αμφότερους τους Κατηγορούμενους. Εκδίδεται διάταγμα για την κράτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι την 27.10.2026 και διάταγμα για την προσαγωγή τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου την 27.10.2026.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.
[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.
[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.
[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.
[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.
[7] Memic v. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.
[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[11] Clooth v. Belgium (1991).
[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο