ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Ν., Υπόθεση αρ. 5498 / 2025, 16/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Ν., Υπόθεση αρ. 5498 / 2025, 16/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 5498 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

Χ. Ν.

 

_________________

 

Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Αυτοπροσώπως, ο Κατηγορούμενος

Κατηγορούμενο: παρών

 

 

 

Π Ο Ι Ν Η

(ex tempore)

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακρόασης, στις ακόλουθες κατηγορίες, στις οποίες το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές:

 

1η Κατηγορία: ότι την 16.10.2024, στο χωριό Αρακαπάς, στην Επαρχία Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε στον Μ.Μ.G.F.E. από την Αίγυπτο, δηλαδή τον άρπαξε με το δεξί του χέρι από τον λαιμό και στη συνέχεια τον κτύπησε με το χέρι στο στήθος [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]

 

2η Κατηγορία: ότι την 18.10.2024, στο χωριό Αρακαπάς, στην Επαρχία Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε στον Μ.Μ.G.F.E. από την Αίγυπτο, δηλαδή τον χαστούκισε στο πρόσωπο [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]

 

Για το αδίκημα της επίθεσης, η ποινή που προβλέπεται στον νόμο είναι η ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή και η χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.000, που αντιστοιχεί σε €1.708,60.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατούν την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί, δηλαδή να λειτουργούν ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων είναι όπως διαπιστώθηκαν από το Δικαστήριο. Ο παραπονούμενος, με καταγωγή από την Αίγυπτο, εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε χωράφι του Κατηγορουμένου στον Αρακαπά και μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί έντονη σύγκρουση. Στις 16.10.2024, περί ώρα 09:00, ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο χωράφι, προέκυψε διαφωνία μεταξύ αυτού και του Κατηγορουμένου σε σχέση με τρόφιμα που ο παραπονούμενος είχε ζητήσει. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, ο Κατηγορούμενος άρπαξε τον παραπονούμενος με το δεξί του χέρι από τον λαιμό. Ο παραπονούμενος απομακρύνθηκε και τηλεφώνησε στον υιό του Κατηγορουμένου. Όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος επικοινωνούσε μαζί του, κτύπησε τον παραπονούμενος με το χέρι στο στήθος. Ο παραπονούμενος ακολούθως απομακρύνθηκε στο χωράφι. Στις 18.10.2024, περί ώρα 09:00, ο Κατηγορούμενος μετέβη στο χωράφι. Μεταξύ αυτού και του παραπονούμενου προέκυψε νέα ένταση αναφορικά με τη χρήση αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος κάλεσε τον παραπονούμενος να τον πλησιάσει και, όταν εκείνος πλησίασε, τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Την επόμενη ημέρα, 19.10.2024, περί ώρα 11:40, ο παραπονούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού και ανέφερε στην Αστυνομία ότι είχε κτυπηθεί από τον εργοδότη του και ότι φοβόταν ότι θα δεχόταν νέο κτύπημα, ζητώντας βοήθεια. Μέλος της Αστυνομίας μετέβη ακολούθως στο περιβόλι του Κατηγορουμένου στον Αρακαπά. Κατά την άφιξή του στο μέρος, εκεί βρίσκονταν τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο Κατηγορούμενος. Ο παραπονούμενος ανέφερε στο μέλος της Αστυνομίας ότι φοβόταν ότι θα δεχόταν επίθεση από τον εργοδότη του και ότι είχε κτυπηθεί από αυτόν την προηγούμενη ημέρα. Ενώ ο παραπονούμενος εξέφραζε το παράπονό του, το μέλος της Αστυνομίας αντιλήφθηκε συμπεριφορά ή κίνηση του Κατηγορουμένου προς τον παραπονούμενο την οποία εξέλαβε ως επιθετική. Η συμπεριφορά αυτή ήταν τέτοια ώστε το μέλος της Αστυνομίας έκρινε αναγκαίο να παρέμβει. Υπέδειξε στη συνέχεια στον παραπονούμενο να παραλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα από τον χώρο όπου διέμενε. Ο παραπονούμενος τα παρέλαβε στην παρουσία του μέλους της Αστυνομίας και του Κατηγορουμένου. Το μέλος της Αστυνομίας τον βοήθησε στη μεταφορά των αποσκευών και συνέδραμε στην απομάκρυνσή του από τον χώρο.

 

Στην αποτίμηση των περιστάσεων διάπραξης δεν μπορεί να αγνοηθεί η ιδιόμορφη σχέση εξάρτησης που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των δύο. Ο παραπονούμενος ήταν αλλοδαπός εργαζόμενος, ο οποίος εργαζόταν στο χωράφι του Κατηγορουμένου και διέμενε σε χώρο συνδεδεμένο με την εργασία του. Η θέση αυτή, στον βαθμό που συνεπαγόταν πραγματική εξάρτηση από τον Κατηγορούμενο ως προς την εργασία, τη διαμονή και την καθημερινή του διαβίωση, τον καθιστούσε περισσότερο ευάλωτο κατά τον χρόνο των επεισοδίων και περιόριζε, σε πρακτικό επίπεδο, τη δυνατότητά του να απομακρυνθεί αμέσως από το συγκρουσιακό περιβάλλον. Η ευαλωτότητα αυτή ήταν, ωστόσο, διαφορετικής φύσης από τη σωματική ισορροπία μεταξύ των δύο. Ο Κατηγορούμενος ήταν άνθρωπος ιδιαίτερα προχωρημένης ηλικίας, ενώ ο παραπονούμενος ήταν νεότερος και απασχολείτο σε χειρωνακτικές εργασίες στο χωράφι. Η διαφορά αυτή στη σωματική ρώμη δεν αναιρεί την εργασιακή και πρακτική εξάρτηση του παραπονούμενου ούτε μειώνει την απαξία της άσκησης βίας· αποτελεί, όμως, στοιχείο του πραγματικού πλαισίου μέσα στο οποίο πρέπει να αποτιμηθεί η αντικειμενική επικινδυνότητα των συγκεκριμένων πράξεων. Η σχέση, εξάλλου, δεν ήταν απολύτως μονοσήμαντη. Ο Κατηγορούμενος, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, είχε και ο ίδιος ανάγκη τη συνδρομή του παραπονούμενου στις εργασίες και στην καθημερινή λειτουργία του κτήματος. Υπήρχε, συνεπώς, στοιχείο αμοιβαίας εξάρτησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ισότητα θέσης ή ισοδυναμία ευαλωτότητας. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί την αντικειμενικά ευάλωτη θέση του παραπονούμενου ως αλλοδαπού εργαζομένου, αλλά αποδίδει πληρέστερα το πραγματικό και λειτουργικό πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης, εντός του οποίου εκδηλώθηκαν οι επίδικες εντάσεις.

 

Ως προς την αντικειμενική σοβαρότητα των ίδιων των πράξεων, επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί ότι η επιθετική συμπεριφορά δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά επαναλήφθηκε δύο ημέρες αργότερα. Στην πρώτη περίπτωση η βία εκδηλώθηκε σε δύο διαδοχικές πράξεις, αρχικά με άρπαγμα του παραπονούμενου από τον λαιμό και ακολούθως με κτύπημα στο στήθος. Ιδίως το άρπαγμα από τον λαιμό προσδίδει αυξημένη απαξία στον τρόπο τέλεσης, λόγω της φύσης και της ευαισθησίας του συγκεκριμένου σημείου του σώματος, χωρίς, ωστόσο, να έχει διαπιστωθεί περαιτέρω άσκηση πίεσης ή πρόκληση κάκωσης. Στη δεύτερη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος κάλεσε τον παραπονούμενο να τον πλησιάσει και, όταν εκείνος το έπραξε, τον χαστούκισε στο πρόσωπο, στοιχείο που καταδεικνύει σαφώς διακριτή επιθετική ενέργεια. Στην έκταση της πραγματικής βλάβης, συνεκτιμάται ότι ο παραπονούμενος, την επόμενη ημέρα, απευθύνθηκε στην Αστυνομία, εκφράζοντας φόβο ότι θα δεχόταν νέα επίθεση και ζήτησε βοήθεια, ενώ κρίθηκε αναγκαία η παρουσία και συνδρομή μέλους της Αστυνομίας για την παραλαβή των προσωπικών του αντικειμένων και την απομάκρυνσή του από τον χώρο. Το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματική συνέπεια των περιστατικών ως προς το αίσθημα ασφάλειας του παραπονούμενου. Από την άλλη, η αντικειμενική σοβαρότητα περιορίζεται ουσιωδώς από το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο ή άλλο μέσο, δεν ασκήθηκε παρατεταμένη ή ιδιαίτερα έντονη βία, δεν υπήρξαν πολλαπλά ή συνεχή πλήγματα στο ίδιο επεισόδιο και, κυρίως, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε σωματική κάκωση, ανάγκη ιατρικής περίθαλψης ή μόνιμη ή παρατεταμένη βλάβη. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αδικήματα δεν εντάσσονται στις βαρύτερες μορφές κοινής επίθεσης. Η αντικειμενική τους σοβαρότητα κινείται σε χαμηλή προς μέση κλίμακα, με την πρώτη κατηγορία να εμφανίζει αυξημένη βαρύτητα έναντι της δεύτερης, λόγω του αρπάγματος από τον λαιμό και της επακόλουθης δεύτερης πράξης σωματικής βίας.

 

Η πιο πάνω στάθμιση γίνεται αποκλειστικά για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας των συγκεκριμένων αδικημάτων και, συνακόλουθα, της ανάλογης ποινικής μεταχείρισης. Κάθε επιμέρους αναφορά θεωρείται μόνο μέσα στο σύνολο των περιστάσεων και σε συνάρτηση με τα λοιπά δεδομένα που συνεκτιμήθηκαν. Κανένα από τα στοιχεία αυτά μπορεί να αποκοπεί από το συγκεκριμένο πραγματικό και δικανικό του πλαίσιο και να προσλάβει διαφορετική σημασία για άλλο σκοπό και δεν συνιστά υποβάθμιση, κανονικοποίηση ή δικαιολόγηση της επιθετικής συμπεριφοράς. Κάθε μορφή βίας, περιλαμβανομένης της απειλής βίας μέσω επιθετικής συμπεριφοράς, είναι έντονα καταδικαστέα.

 

Λαμβάνεται επίσης υπόψη, σε επίπεδο εξατομίκευσης της ποινής, η συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία τελούσε ο Κατηγορούμενος, όπως αυτή προέκυπτε από τον φόβο του ότι ο παραπονούμενος ενδεχομένως θα τον εγκατέλειπε για να αναζητήσει εργασία αλλού, καθώς και από την πεποίθησή του ότι ο παραπονούμενος επιχειρούσε να επωφεληθεί από την κατάσταση ή να τον παραπλανήσει. Οι αντιλήψεις αυτές δεν δικαιολογούν ούτε μειώνουν την απαξία της άσκησης βίας. Συνεκτιμώνται, όμως, ως μέρος του ψυχολογικού πλαισίου μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και, στον βαθμό που πράγματι επηρέασαν τη συναισθηματική του κατάσταση, λειτουργούν περιορισμένα υπέρ του κατά την εξατομίκευση της ποινής.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, το οποίο δεν εξετάζεται αποσπασματικά αλλά σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες και, ιδίως, με το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ήδη υπερβεί το 77ό έτος της ηλικίας του. Η απουσία οποιασδήποτε προηγούμενης ποινικής εμπλοκής σε τόσο προχωρημένο στάδιο της ζωής του καταδεικνύει μακρά περίοδο σύννομης διαβίωσης και προσδίδει στο στοιχείο αυτό αυξημένη ελαφρυντική βαρύτητα κατά την εξατομίκευση της ποινής.

 

Στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου συνεκτιμάται και η προχωρημένη ηλικία του, καθώς και η πρόσφατη απώλεια του μονάκριβου υιού του, γεγονός που, όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, τον επιβάρυνε σημαντικά σε ψυχολογικό επίπεδο. Η επιβάρυνση αυτή κατέστη εντονότερη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεδομένης της εμπλοκής του αποβιώσαντος υιού του σε ζητήματα που αφορούσαν τον παραπονούμενο, με αποτέλεσμα η αναβίωση των σχετικών περιστατικών να επαναφέρει δυσάρεστες μνήμες και να αποτελεί πηγή έντασης για τον Κατηγορούμενο καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Συνεκτιμάται, περαιτέρω, η συνολική μέχρι σήμερα διαδρομή του. Πρόκειται για άνθρωπο ο οποίος, στη διάρκεια ενός μακρού βίου, εργάστηκε επί σειρά ετών και, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε θετική παρουσία και προσφορά στην κοινωνία. Οι επιβραβεύσεις και οι έπαινοι που έλαβε κατά καιρούς αποτελούν πρόσθετες ενδείξεις της μέχρι πρότινος κοινωνικής του πορείας και της εικόνας του ως νομοταγούς και κοινωνικά ενεργού πολίτη. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, έχουν όμως θέση στην εξατομίκευση της ποινής και συνεκτιμώνται προς όφελός του.

 

Απομένει η επιλογή του είδους και του ύψους της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερόμενους παράγοντες, καταλληλότερη είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης, η ποινή της εγγύησης για τήρηση της τάξης και καλή διαγωγή. Η υποχρέωση καλής διαγωγής για ουσιαστικό χρονικό διάστημα απαντά περισσότερο στον συγκεκριμένο κίνδυνο απώλειας της ψυχραιμίας και επιθετικότητας, από ό,τι μια σύντομη φυλάκιση, η οποία, για άνθρωπο αυτής της προχωρημένης ηλικίας, και με αυτά τα χαρακτηριστικά, θα είχε δυσανάλογα βαρύτερη πραγματική επίπτωση, χωρίς εμφανές πρόσθετο προληπτικό όφελος. Το ύψος και η διάρκεια της εγγύησης αντανακλούν και το γεγονός ότι πρόκειται για δύο περιστατικά. Μία αμιγώς ονομαστική εγγύηση ή μία πολύ σύντομη περίοδος δεν θα απέδιδε επαρκώς την επανάληψη της επιθετικής συμπεριφοράς. Από την άλλη, ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσό θα προσέδιδε στην εγγύηση χαρακτήρα δυσανάλογης οικονομικής κύρωσης, ασύμβατο με την περιορισμένη έκταση της βίας, την απουσία σωματικής κάκωσης και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θεωρεί πρόσφορη και ανάλογη την ανάληψη από τον Κατηγορούμενο προσωπικής υποχρέωσης ύψους €1.000, χωρίς εγγυητή, για περίοδο δύο ετών, ώστε να τηρεί την τάξη και να είναι καλής διαγωγής. Το ποσό των €1.000 προσδίδει ουσιαστικό περιεχόμενο στην υποχρέωση που αναλαμβάνει ο Κατηγορούμενος και αποτυπώνει την απαξία δύο διακριτών περιστατικών σωματικής βίας. Παράλληλα, δεν είναι τέτοιου ύψους ώστε, λαμβανομένων υπόψη της αντικειμενικής βαρύτητας των αδικημάτων, της απουσίας σωματικής βλάβης, της ηλικίας και του μέχρι σήμερα λευκού ποινικού μητρώου του, να καθίσταται δυσανάλογο. Η δε περίοδος των δύο ετών κρίνεται επαρκής για να προσδώσει στην ποινή ουσιαστικό προληπτικό περιεχόμενο, χωρίς να δεσμεύει τον Κατηγορούμενο για χρόνο μεγαλύτερο από εκείνον που δικαιολογούν οι περιστάσεις. Με τον τρόπο αυτό, αναγνωρίζεται πλήρως ότι ο παραπονούμενος υπέστη δύο παράνομες επιθέσεις και ότι οι πράξεις αυτές συνεπάγονται συγκεκριμένη ποινική συνέπεια. Συγχρόνως, δεν αποδίδεται στα περιστατικά βαρύτητα μεγαλύτερη από εκείνη που προκύπτει από τα πραγματικά δεδομένα τους. Αυτή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι η αναλογική ποινική μεταχείριση στη συγκεκριμένη περίπτωση.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Η υπογραφή εγγύησης ύψους €1.000 για την τήρηση της τάξης και για καλή διαγωγή για περίοδο δύο ετών από σήμερα.

 

2η Κατηγορία: ενόψει της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία, στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκε υπόψη και η 2η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.

 

Έξοδα: €100 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο, εντός ενός μηνός από σήμερα.

 

Διαχείριση τεκμηρίων: Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, μετά την τελεσιδικία, να επιστραφούν στην Αστυνομία, μέσω της κατηγορούσας Αρχής, και να τύχουν διαχείρισης σύμφωνα με τον νόμο.

 

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο