ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 5498 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Χ. Ν.
_________________
Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Αυτοπροσώπως, ο Κατηγορούμενος
Κατηγορούμενο: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 16.10.2024, στο χωριό Αρακαπάς, στην Επαρχία Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε στον Μ.Μ.G.F.E. από την Αίγυπτο, δηλαδή τον άρπαξε με το δεξί του χέρι από τον λαιμό και στη συνέχεια τον κτύπησε με το χέρι στο στήθος [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 18.10.2024, στο χωριό Αρακαπάς, στην Επαρχία Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε στον Μ.Μ.G.F.E. από την Αίγυπτο, δηλαδή τον χαστούκισε στο πρόσωπο [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]
Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων. Επέλεξε να χειριστεί μόνος του την υπεράσπισή του.
Για την απόδειξη της υπόθεσης, η κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία από τον Naser Saleh (ΜΚ1), τον παραπονούμενο M.M.G.F.E. (ΜΚ2) και τον Αστ.167 Ευριπίδη Ευθυμίου (ΜΚ3).
Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του. Δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία ούτε προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία.
Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές εξέθεσαν τα επιχειρήματά τους, υποστηρίζοντας τις θέσεις τους.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας[1]. Συνοπτικά, η μαρτυρία αξιολογείται βάσει του περιεχομένου, της ποιότητας και της πειστικότητάς της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα αντικειμενικά δεδομένα. Λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η αμεσότητα, η συνοχή και η λογική των απαντήσεων, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, καθώς και το ενδεχόμενο επηρεασμού από γνώση των γεγονότων, προσωπικό συμφέρον, επιθυμία ή αδυναμία μνήμης. Το Δικαστήριο συνεκτιμά και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο. Η μαρτυρία δεν εξετάζεται αποσπασματικά ή λεκτικά, αλλά συνολικά, μέσα στο πλαίσιο της προφορικής δίκης, όπου ο λόγος δεν είναι πάντοτε άρτια διατυπωμένος ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο, εφόσον αυτό δικαιολογείται, χωρίς επιλεκτική ή κατακερματισμένη χρήση της προς στήριξη προκαθορισμένου αποτελέσματος. Η αναφορά σε αξιοπιστία αφορά τη συγκεκριμένη μαρτυρία στο πλαίσιο της υπόθεσης και όχι γενικά την εντιμότητα ή ειλικρίνεια του μάρτυρα.
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται αποσπασματικά ή απομονωμένα ανά μάρτυρα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και των αντικειμενικών δεδομένων της υπόθεσης, έστω και αν, για σκοπούς διάρθρωσης και ευχέρειας της κείμενης αναφοράς, η ανάλυση εκτίθεται ξεχωριστά ως προς τον κάθε μάρτυρα.
ΜΚ1: Naser Saleh
Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 19.10.2024 (Τ1), στην οποία ανέφερε ότι διενήργησε ως διερμηνέας, βοηθώντας στη λήψη της κατάθεσης από τον παραπονούμενο στην αραβική γλώσσα (Τ2) και εκθέτοντας τα προσόντα του. Δεν αμφισβητήθηκε, στο πλαίσιο αντεξέτασης, η διερμηνεία που διενήργησε ο ΜΚ1ˑ ούτε υπάρχουν ενδείξεις αναλήθειας των όσων ανέφερε σχετικά με τα προσόντα του ως διερμηνέα. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ως αξιόπιστη.
ΜΚ2: M.M.G.F.E. (παραπονούμενος)
Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του στην Αστυνομία (Τ2), στην οποία ανέφερε τα εξής ως προς τα γεγονότα: Κατάγεται από την Αίγυπτο. Την 6.8.2024 ήρθε στην Κύπρο με άδεια εργασίας για να εργαστεί ως εργάτης σε χωράφια. Εργοδότης του ήταν ο Κατηγορούμενος και το χωράφι που εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στον Αρακαπά. Τις πρώτες ημέρες, πήγε στη δουλειά, γνώρισε τον υιό του Κατηγορούμενου, ο οποίος του είχε δείξει τις δουλειές που έπρεπε να κάνει, όπως να ποτίζει το περιβόλι, να καθαρίζει τα χόρτα, να καλλιεργεί με το τρακτέρ, να μαζεύει λαχανικά και χόρτα. Του συμπεριφερόταν πολύ καλά, τον φρόντιζε και του έπαιρνε φαγητό. Πριν από περίπου ένα μήνα, είχε πάει στο χωράφι ο Κατηγορούμενος και συμφώνησαν για το ποσό που θα τον πλήρωνε, στην παρουσία και του υιού του. Το ποσό ήταν €600 τον μήνα για 8 ώρες την ημέρα, εκτός από την Κυριακή, κατά την οποία δεν θα εργαζόταν. Πριν από περίπου 15 ημέρες, η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε αλλάξει πολύ, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τον λόγο. Άρχισε να του φωνάζει και τον υβρίζει χωρίς λόγο, με τις λέξεις «γ*** τη μάνα σου», «γ*** τον σ***** σου», «είσαι μ******» και άλλα. Όταν τον ρωτούσε γιατί τον υβρίζει, του έλεγε «εγώ πληρώνω, και άμα θέλεις να φύεις να φύγεις ύστερα από έξι μήνες». Το μέρος που έμενε, ανέφερε, ήταν μία «κάμαρη» μέσα στο χωράφι. Θυμάται ότι ζητούσε από τον Κατηγορούμενο να τον αφήσει να πάει την Κυριακή στην εκκλησία, στη Λεμεσό, και δεν τον άφηνε. Πριν από λίγες ημέρες (με αναφορά στον χρόνο της καταγγελίας), πρόσεξε πως δεν είχε φαγητό στο σπίτι και ζήτησε να του πάρει γάλα, κοτόπουλο, αλάτι, ψωμί, σαλάμι, υγρό πιάτων. Εκείνος του είπε «εγώ θα δω τι θα σου φέρω». Την επόμενη ημέρα, του πήρε μόνο μερικά από όσα ζήτησε, αλλά όχι γάλα και κοτόπουλο. Όταν τον ρώτησε γιατί, εκείνος θύμωσε και του είπε πως ο ίδιος είναι που αποφασίζει τι θα φέρει και τον άρπαξε με το δεξί χέρι από τον λαιμό. Ο ΜΚ2 κατάφερε να φύγει και απομακρύνθηκεˑ φοβήθηκε, άρχισε να κλαίει και ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε γιατί κλαίει «σαν γυναίκα». Ο ΜΚ2 πήρε τηλέφωνο τον υιό του Κατηγορούμενου και του ανέφερε τι έκανε ο πατέρας του. Όταν ο Κατηγορούμενος κατάλαβε ότι ο ΜΚ2 μιλά με τον υιό του, του επιτέθηκε και τον κτύπησε με το χέρι στο στήθος. Τότε, έφυγε μακριά, στο χωράφι. Αυτά έγιναν την 16.10.2024 ώρα 09:00. Την 18.10.2024, περίπου ώρα 09:00, πήγε ο Κατηγορούμενος στο χωράφι και μόλις είδε τον ΜΚ2 άρχισε να φωνάζει δυνατά, ζητώντας του τον λόγο που πήρε το αυτοκίνητο. Ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι πήγε να κόψει τα χόρτα. Του ζήτησε να πάει κοντά του. Μόλις τον πλησίασε, ο Κατηγορούμενος τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Τον ρώτησε γιατί τον κτύπησε και ο Κατηγορούμενος του είπε πως αν θέλει να φύγει, να πάει πίσω στην Αίγυπτο, δεν θα του δώσει «release» και θα τον βάλει στη «στοπ λιστ» να μην μπορεί να εισέλθει ξανά στην Κύπρο. Την ίδια ημέρα, ο ΜΚ2 πήγε στο Τμήμα Μετανάστευσης και ανέφερε πως έχει προβλήματα στην εργασία του και επιθυμεί να αποδεσμευτεί, του έδωσαν ένα έντυπο, για το υπογράψει ο εργοδότης. Ο ΜΚ2 πήρε τηλέφωνο τον υιό του Κατηγορούμενου, λέγοντάς του ότι είχε εξασφαλίσει σχετικό έγγραφο, για να το υπογράψει ο πατέρας του, και έλαβε την απάντηση ότι δεν θα υπογραφόταν τέτοιο έγγραφο από τον πατέρα του. Πήγε στο σπίτι και κλειδώθηκε στην κάμαρη, επειδή φοβόταν τον Κατηγορούμενο. Την 19.10.2024 το πρωί, περίπου ώρα 07:00, πήγε και ο Κατηγορούμενος στο χωράφι και άρχισε να του κτυπά δυνατά την πόρτα, φωνάζοντάς του «άνοιξε μ*****». Ο ίδιος φοβήθηκε, έμεινε σιωπηλός και πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία, ζητώντας βοήθεια. Μετά από λίγο, πήγε στο μέρος η Αστυνομία, όπου ο Κατηγορούμενος άρχισε και πάλι να του φωνάζει. Ο Αστυνομικός είπε στον ΜΚ2 να πάρει όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, στην παρουσία του Κατηγορούμενου, πράγμα που έπραξε, τον παρέλαβε και τον μετέφερε στον σταθμό. Εκεί, εξέφρασε παράπονο για τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου απέναντί του. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο, ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή του.
Κατά την αντεξέτασή του από τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ2 ανέφερε πως στην Κύπρο βρισκόταν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, έχοντας εργαστεί και αλλού, αλλά στον Κατηγορούμενο εργάστηκε για περίπου δυόμισι μήνες, και πληρωνόταν κανονικά (πρακτικά ημερ.12.6.2026, σελ.10, γραμμή 22). Ο ίδιος ήθελε να πάρει «release», είπε, επειδή του χρωστούσαν χρήματα (πρακτικά ημερ.12.6.2026, σελ. 9, γραμμή 14). Του υποβλήθηκε πως χρησιμοποίησε ουσιαστικά τον εργοδότη του για να έρθει στην Κύπρο, για άλλο σκοπό, υποβολή που ο ΜΚ2 δεν δέχθηκε. Του υποβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο, εφόσον ο ίδιος ο ΜΚ2 δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, πώς είναι δυνατόν να άκουσε και να αναγνώρισε εκφράσεις που υποτίθεται ξεστομίστηκαν στα ελληνικά από τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι, για τα χρόνια που είναι στην Κύπρο, ξέρει αρκετά ελληνικά, χωρίς όμως να γνωρίζει τα πάντα. Ο ΜΚ2 δεν δέχθηκε ούτε την υποβολή από τον Κατηγορούμενο πως ο ΜΚ2 δεν διέμενε σε «κάμαρη» ή σε «δωμάτιο» ή σε «αποθήκη», αλλά σε έναν χώρο πλήρως εξοπλισμένο, που ήταν ενταγμένος στο εργοστάσιο παραγωγής οίνου. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως επρόκειτο για ευρύτερο χώρο, αλλά ο ίδιος διέμενε μέσα σε ένα δωμάτιο, προσθέτοντας και ότι στον χώρο όπου διέμενε υπήρχαν και ποντίκια και ζώα και άλλα πράγματα μέσα. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως ο ίδιος, δηλαδή ο Κατηγορούμενος, λόγω των προβλημάτων της υγείας του, ήταν μετά από ένα μήνα από την εργοδότηση του ΜΚ2 που πήγε στο κτήμα, μέχρι τότε δεν υπήρχαν προβλήματα με τις συνθήκες διαμονής, και το πραγματικό πρόβλημα ήταν πως ήθελε ο ίδιος ο ΜΚ2 να προκαλέσει ένταση και διαφωνία, για να φύγει από τον Αρακαπά και να πάει στη Λεμεσό. Ο ΜΚ2 διαφώνησε πως ήθελε να πάει στη Λεμεσό, αναφέροντας πως δούλεψε για χρόνια στην Κύπρο, σε χωριό. Ερωτώμενος, ο μάρτυρας, δέχθηκε πως ο Κατηγορούμενος ήταν εκείνος που τον πήρε στον ιατρό, όταν ο ΜΚ2 έθεσε πως παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα υγείας, κατηγορώντας ταυτόχρονα τον Κατηγορούμενο ότι του είχε πάρει χαλασμένο φαγητό. Ερωτήθηκε από τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ2, γιατί, εφόσον δεν ήθελε να φύγει από τον Αρακαπά είχε φύγει δύο φορές από την εργασία του, χωρίς να πει οτιδήποτε, και ζητώντας αλλού δουλειά. Ο Κατηγορούμενος δεν δέχθηκε πως έφυγε από την εργασία του, λέγοντας πως ο τόπος που ζούσε ήταν μακριά από τη στάση λεωφορείου, σχεδόν τρία χιλιόμετρα, ήταν σε ένα βουνό μόνος του, δεν πήγε να φύγει, να πάει οπουδήποτε, δεν γνώριζε την περιοχή. Για τη συγκεκριμένη ημέρα, που του υποδείχθηκε, απλώς είχε περπατήσει λίγο μέχρι το τέλος του δρόμου, για να μιλήσει στο τηλέφωνο, εκδηλώνοντας παράπονο πως ακόμα και την ημέρα που τον είχε πάει στον γιατρό, επιστρέφοντας, τον έβαλε να δουλέψει, αντί να τον αφήσει να ξεκουραστεί. Ο ΜΚ2 πρόβαλε πως είχε ζητήσει και από τον υιό του Κατηγορούμενο δεύτερη φορά να τον πάρει στο νοσοκομείο, μία νύχτα, καθότι δεν αισθανόταν καλά από τα νεύρα, λόγω της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου.
Ο ΜΚ2 είναι ο μόνος μάρτυρας με άμεση αντίληψη των δύο επίδικων περιστατικών. Ως προς αυτά, η εκδοχή του ήταν εξ αρχής συγκεκριμένη. Για την 16.10.2024, περιέγραψε ότι, στο πλαίσιο διαφωνίας σχετικής με τρόφιμα, ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε από τον λαιμό και ότι, αργότερα, όταν αντιλήφθηκε πως επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον υιό του, τον κτύπησε στο στήθος. Για την 18.10.2024, περιέγραψε διαφορετικό επεισόδιο, με διαφορετική αφορμή, κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τον κάλεσε να τον πλησιάσει και, όταν εκείνος το έπραξε, τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Ο ΜΚ2 διέκρινε τα δύο περιστατικά χρονικά και πραγματικά, απέδωσε διαφορετική αφορμή στο καθένα και περιέγραψε συγκεκριμένη σωματική ενέργεια του Κατηγορουμένου. Το γεγονός ότι η ευρύτερη αφήγησή του περιλάμβανε παράπονα για τις συνθήκες εργασίας, τη συμπεριφορά και τη μεταχείρισή του από τον Κατηγορούμενο δεν αλλοιώνει αυτή τη διαπίστωση. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η ουσία των δύο συγκεκριμένων περιστατικών παρέμεινε αναγνωρίσιμη και σταθερή καθ’ όλη τη μαρτυρία του. Κατά την αντεξέταση, αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η συνολική εκδοχή του ΜΚ2 και, κυρίως, το κίνητρό του. Η θέση που του υποβλήθηκε ήταν ότι επιθυμούσε να εγκαταλείψει την εργασία του, αναζητούσε άλλον εργοδότη και χρησιμοποίησε την καταγγελία περί κακοποίησης για να επιτύχει την αποδέσμευσή του. Η γραμμή αυτή ήταν σαφής. Δεν προέκυψε, όμως, μέσα από την αντεξέταση, διαφορετική εκδοχή του ίδιου του ΜΚ2 ως προς το τι συνέβη στις 16 Οκτωβρίου και στις 18 Οκτωβρίου. Δεν ανακάλεσε ούτε διαφοροποίησε τον ισχυρισμό ότι στις 16.10.2024 αρπάχθηκε από τον λαιμό και κτυπήθηκε στο στήθος, ούτε ότι στις 18.10.2024 δέχθηκε χαστούκι στο πρόσωπο.
Η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί σε ανεπιφύλακτη αποδοχή ολόκληρης της μαρτυρίας του. Υπάρχουν και ορισμένες πτυχές της που προκαλούν προβληματισμό. Καταρχάς, υπάρχει ουσιώδης ασυνέπεια ως προς το ιστορικό της παραμονής του στην Κύπρο. Στην αστυνομική του κατάθεση, ανέφερε ότι ήλθε στην Κύπρο στις 6.8.2024 με άδεια εργασίας. Κατά την αντεξέταση, δήλωσε ότι βρισκόταν στην Κύπρο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ότι είχε εργαστεί και αλλού και έκανε μάλιστα αναφορά στα «χρόνια» κατά τα οποία βρίσκεται στην Κύπρο. Δεν δόθηκε εξήγηση ικανή να συμφιλιώσει τις δύο αναφορές. Ως προς το σημείο αυτό, η μαρτυρία του δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβής. Ο ΜΚ2 επικαλέστηκε ακριβώς τη μακρόχρονη παραμονή του στην Κύπρο για να εξηγήσει τη δυνατότητά του να κατανοεί τις ελληνικές εκφράσεις που απέδωσε στον Κατηγορούμενο. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν είναι ασφαλής η αποδοχή ότι είναι ακριβής η κατά λέξη αναπαραγωγή των συγκεκριμένων ελληνικών ύβρεωνˑ όμως διατυπώθηκαν και μέσω διερμηνείας. Η επιφύλαξη αφορά τη γλωσσική ακρίβεια και δεν επεκτείνεται στην ικανότητά του να αντιληφθεί και να περιγράψει απλές και άμεσα αισθητές σωματικές ενέργειες, όπως το άρπαγμα από τον λαιμό, το κτύπημα στο στήθος ή το χαστούκι στο πρόσωπο.
Προβληματισμό προκαλούν επίσης οι αναφορές του σχετικά με την αμοιβή και την επιθυμία αποδέσμευσής του. Από τη μια, ανέφερε ότι πληρωνόταν κανονικά και από την άλλη ότι επιθυμούσε να λάβει «release» επειδή του οφείλονταν χρήματα. Οι δύο αναφορές δεν είναι κατ’ ανάγκην ασυμβίβαστες, αφού η τακτική καταβολή μισθού δεν αποκλείει την ύπαρξη κάποιας συγκεκριμένης οικονομικής εκκρεμότητας. Εντούτοις, ο ΜΚ2 δεν έδωσε περαιτέρω διευκρίνιση και η σχετική ασάφεια παραμένει. Μεγαλύτερη σημασία έχει το ότι η επιθυμία του να αποδεσμευθεί από τον συγκεκριμένο εργοδότη αποτελεί πραγματικό δεδομένο. Ο ίδιος κατέθεσε ότι στις 18.10.2024 μετέβη στο Τμήμα Μετανάστευσης, ζήτησε αποδέσμευση και εξασφάλισε σχετικό έντυπο. Πρόκειται για προσωπικό συμφέρον που εξετάζεται σοβαρά, ιδίως υπό το φως της θέσης του Κατηγορουμένου ότι ο ΜΚ2 επιδίωκε να φύγει από τον Αρακαπά και να εξασφαλίσει άλλη εργασία. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός. Δεν αρκεί, χωρίς περαιτέρω στήριξη, για να μετατρέψει και την εκδοχή περί κατασκευασμένης καταγγελίας σε πειστικότερη εξήγηση των γεγονότων. Η χρονική ακολουθία δεν λειτουργεί μονοσήμαντα υπέρ αυτής της εκδοχής. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2, η σχέση του με τον Κατηγορούμενο ήταν αρχικά ομαλή και η επιθυμία αποδέσμευσης εκδηλώθηκε αφού η μεταξύ τους σχέση είχε επιδεινωθεί. Το πρώτο περιστατικό που περιέγραψε τοποθετείται στις 16.10.2024, ενώ στο Τμήμα Μετανάστευσης μετέβη στις 18.10.2024, δηλαδή μετά το πρώτο και την ίδια ημέρα με το δεύτερο περιστατικό. Με τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ότι η επιθυμία του ΜΚ2 για εξασφάλιση «release» προϋπήρξε των επίδικων περιστατικών και αποτέλεσε το κίνητρο για την επινόησή τους. Η εκδοχή αυτή εξετάστηκε, αλλά δεν προκύπτει από συγκεκριμένο αποδεικτικό δεδομένο ότι, πριν από τις 16.10.2024, ο ΜΚ2 είχε ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψει τον συγκεκριμένο εργοδότη και ότι προς επίτευξη αυτού του σκοπού κατασκεύασε τις καταγγελίες περί επίθεσης.
Περαιτέρω, η θέση περί κατασκευής των καταγγελιών παρουσιάζει μία εγγενή δυσχέρεια, όταν εξετάζεται σε συνάρτηση με την ίδια τη μαρτυρία του ΜΚ2. Ο τελευταίος ανέφερε ήδη οικονομική εκκρεμότητα στη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, την οποία συνέδεσε με την επιθυμία του να αποδεσμευθεί. Εάν πράγματι η αποκλειστική επιδίωξή του ήταν να εξασφαλίσει αποδέσμευση από τον Κατηγορούμενο, η μαρτυρία δεν εξηγεί για ποιο λόγο θα ήταν αναγκαίο να επινοήσει δύο συγκεκριμένα περιστατικά σωματικής επίθεσης, αντί να στηριχθεί στην ήδη υφιστάμενη εργασιακή και μισθολογική διαφορά που ο ίδιος επικαλείτο. Ούτε προέκυψε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο ότι η καταγγελία περί επίθεσης αποτελούσε αναγκαίο ή προσφορότερο μέσο για την επίτευξη του «release». Το ίδιο ισχύει και ως προς τη χρονική ακολουθία. Δεν προέκυψε ότι ο ΜΚ2 είχε, πριν από το πρώτο περιστατικό, προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια για αποδέσμευση ή ότι είχε υποβάλει σχετικό αίτημα το οποίο απορρίφθηκε και ακολούθως κατέφυγε σε καταγγελία περί επίθεσης. Αντίθετα, από τη δική του εκδοχή, η μετάβαση στο Τμήμα Μετανάστευσης και η εξασφάλιση του σχετικού εντύπου τοποθετούνται στις 18.10.2024, δηλαδή μετά το πρώτο περιστατικό που περιέγραψε και την ίδια ημέρα με το δεύτερο.
Αυτά δεν χρησιμοποιούνται για να συναχθεί ότι, επειδή ο ΜΚ2 θα μπορούσε ενδεχομένως να επιδιώξει την αποδέσμευσή του με διαφορετικό τρόπο, οι καταγγελίες του είναι κατ’ ανάγκην αληθείς. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποθέσει ποια θα ήταν η αναμενόμενη ή περισσότερο ορθολογική συμπεριφορά ενός εργαζομένου στις συγκεκριμένες περιστάσεις. Έχουν όμως σημασία κατά την εξέταση της συγκεκριμένης εκδοχής που προβλήθηκε εναντίον του, ότι δηλαδή επινόησε τις επιθέσεις ακριβώς και μόνο για να εξασφαλίσει «release». Η εκδοχή αυτή, μολονότι δεν είναι εκ φύσεως αδύνατη και συνεκτιμήθηκε σοβαρά λόγω του υπαρκτού προσωπικού συμφέροντος του ΜΚ2, δεν βρίσκει επαρκή στήριξη στη χρονική ακολουθία ή σε άλλο συγκεκριμένο στοιχείο της μαρτυρίας ώστε να εξηγεί πειστικά την κατασκευή δύο διακριτών και συγκεκριμένων περιστατικών επίθεσης.
Το Δικαστήριο δεν βρίσκει πειστική την προσπάθεια του ΜΚ2 να αντικρούσει την υποβολή ότι είχε προηγουμένως επιχειρήσει να απομακρυνθεί από την εργασία του, επικαλούμενος την απομόνωση του χώρου, την απόσταση από τη στάση λεωφορείου και την άγνοια της περιοχής, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι η δυνατότητα μετακίνησής του ήταν περιορισμένη. Η εξήγηση αυτή δεν συμβιβάζεται ευχερώς με άλλες δικές του αναφορές. Ο ίδιος είχε αναφέρει ότι επιθυμούσε να μεταβαίνει στη Λεμεσό τις Κυριακές και, κυρίως, ότι στις 18.10.2024 μετέβη πράγματι στο Τμήμα Μετανάστευσης, όπου εξασφάλισε έντυπο αποδέσμευσης. Περαιτέρω, δεν αμφισβήτησε ότι κατά την ίδια ημέρα είχε χρησιμοποιήσει όχημα, κατά τη δική του εκδοχή για σκοπούς της εργασίας του, γεγονός που αποτέλεσε και την αφορμή της διαφωνίας που προηγήθηκε του δεύτερου περιστατικού. Η απόρριψη της εξήγησής του αυτής ως μη πειστικής έχει συγκεκριμένη και περιορισμένη εμβέλεια. Καταδεικνύει ότι ο ΜΚ2 δεν απέδωσε με ακρίβεια ή δεν εξήγησε πειστικά τη δυνατότητά του να μετακινείται από τον χώρο εργασίας και, συνακόλουθα, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είχε ήδη διερευνήσει τρόπους απομάκρυνσης από τη συγκεκριμένη εργασία. Θα μπορούσε να το πράξει για οποιονδήποτε λόγο. Σε κάθε περίπωση, δεν δικαιολογεί, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, το διαφορετικό και ευρύτερο συμπέρασμα ότι οι καταγγελίες του περί των δύο συγκεκριμένων επιθέσεων ήταν κατασκευασμένες. Αντίθετα, από τη συνολική εικόνα, προκύπτει ότι δύο δεδομένα μπορούσαν να συνυπάρχουν. Αφενός, ο ΜΚ2 να επιθυμούσε σε κάποιο στάδιο να αποδεσμευθεί από τη συγκεκριμένη εργασιακή σχέση και, αφετέρου, η σχέση του με τον Κατηγορούμενο να είχε ήδη καταστεί έντονα συγκρουσιακή.
Ουσιώδης είναι και η χρονική ασυμφωνία αναφορικά με τα γεγονότα της 19.10.2024. Ο ΜΚ2 τοποθέτησε την έλευση του Κατηγορουμένου στον χώρο διαμονής του περί τις 07:00 και συνέδεσε χρονικά με εκείνο το περιστατικό το τηλεφώνημά του προς την Αστυνομία, αναφέροντας ότι αυτή έφθασε «μετά από λίγο». Ο ΜΚ3, αντιθέτως, τοποθέτησε το τηλεφώνημα του ΜΚ2 προς τον Αστυνομικό Σταθμό στις 11:40 και τη μετάβασή του στο χωράφι ακολούθως. Η απόκλιση είναι αρκετών ωρών. Επηρεάζει την εμπιστοσύνη που μπορεί να αποδοθεί στην ακρίβεια με την οποία ο ΜΚ2 ανακάλεσε τη χρονική ακολουθία της συγκεκριμένης ημέρας. Η ασυμφωνία, όμως, περιορίζεται στο πραγματικό αντικείμενό της. Δεν αφορά τα περιστατικά της 16.10.2024 και 18.10.2024 ούτε εντοπίζεται αντίστοιχη χρονική ή πραγματική αστάθεια στην περιγραφή των συγκεκριμένων σωματικών ενεργειών που ο ΜΚ2 απέδωσε στον Κατηγορούμενο κατά τις δύο εκείνες ημερομηνίες. Για τον λόγο αυτό, δεν εντοπίζεται επαρκής βάση ώστε η ανακρίβεια ως προς την ώρα του τηλεφωνήματος της 19.10.2024 να μεταφερθεί συλλήβδην και στην αξιολόγηση των δύο προηγούμενων, διακριτών περιστατικών. Περαιτέρω, διαχωρίζεται η ανακρίβεια ως προς τον χρόνο από το κατά πόσον αμφισβητήθηκε η ουσία των όσων ο ΜΚ2 περιέγραψε ότι προηγήθηκαν της άφιξης της Αστυνομίας. Δεν του υποβλήθηκε με σαφήνεια ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε μεταβεί εκείνο το πρωί έξω από τον χώρο διαμονής του, ότι δεν είχε κτυπήσει την πόρτα ή ότι δεν του είχε φωνάξει. Ούτε του υποβλήθηκε συγκεκριμένη διαφορετική εκδοχή ως προς το πού βρισκόταν και τι συνέβη κατά τις ώρες που μεσολάβησαν μέχρι την άφιξη του ΜΚ3. Η αμφισβήτηση επικεντρώθηκε ουσιαστικά στη γενικότερη θέση ότι ο ΜΚ2 επιδίωκε να εγκαταλείψει την εργασία του και χρησιμοποίησε την καταγγελία για να επιτύχει την αποδέσμευσή του. Η απουσία ειδικής αμφισβήτησης των επιμέρους αυτών γεγονότων δεν αρκεί, για να καταστήσει αληθή τη σχετική αφήγηση του ΜΚ2, αποτελεί όμως παράγοντα που συνεκτιμάται κατά την εξέταση του τρόπου με τον οποίον η συγκεκριμένη εκδοχή δοκιμάστηκε στην αντεξέταση.
Συνεκτιμάται επίσης ο τρόπος με τον οποίον ο ΜΚ2 αντιμετώπισε γεγονότα που δεν εξυπηρετούσαν τη θέση του, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Παρά την εμφανή πικρία του για τη μεταχείριση που θεωρούσε ότι είχε υποστεί, δεν αρνήθηκε ότι πληρωνόταν κανονικά ούτε ότι ο Κατηγορούμενος τον είχε μεταφέρει σε ιατρό όταν αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας. Δεν επιχείρησε δηλαδή να μετατρέψει κάθε πτυχή της εργασιακής τους σχέσης σε αρνητικό γεγονός. Απαντούσε με φυσικότητα και ηρεμία, ακόμη και όταν οι ερωτήσεις του Κατηγορουμένου διατυπώνονταν με ένταση, αγένεια ή υποτιμητικό τρόποˑ κατανοητά, σε ανθρώπινο επίπεδοˑ ο Κατηγορούμενος συνδέει την υπόθεση αυτή με την απώλεια του μονάκριβου υιού τουˑ η επίκληση, από τον ΜΚ2, συνομιλιών με τον υιό του, που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, για να μπορέσει να αντικρούσει σχετικές αναφορές, δημιουργούσε ένταση στον Κατηγορούμενο, που την εξέφραζε προς τον ΜΚ2, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η κατάθεση του ΜΚ2 στην Αστυνομία, ωστόσο, και οι σχετικές αναφορές είχαν προηγηθεί χρονικά του μοιραίου συμβάντος, ενώ ο ΜΚ2 δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε αρνητικό για τον υιό του Κατηγορούμενου. Απεναντίας, μέσα από τη μαρτυρία του, τον παρουσίασε ως το άτομο που τον φρόντιζε και τον προστάτευε, και που θα προτιμούσε να ήταν εκείνος ο εργοδότης του, αφού όταν εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος ήταν που άρχισαν να δημιουργούνται και τα διάφορα προβλήματα στο χωράφι, που περιέγραψε ο ΜΚ2. Δεν παρατηρήθηκε προσπάθεια του ΜΚ2 να προσαρμόσει τις απαντήσεις του ανάλογα με το τι θα ήταν περισσότερο επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο, έναντι στον οποίον, ο ΜΚ2, με όλη τη στάση του, έδειξε ανθρώπινη κατανόηση και σεβασμό. Όπου υπήρχαν γεγονότα ευνοϊκά για εκείνον, τα παραδεχόταν, ενώ ήταν με αυτοσυγκράτηση και ταπεινότητα που αποκάλυπτε γεγονότα ως προς τον τρόπο με τον οποίον τον αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος. Η συμπεριφορά αυτή δεν αποτελεί, ασφαλώς, αυτοτελή απόδειξη αλήθειας. Συνεκτιμώμενη όμως με το περιεχόμενο των απαντήσεών του, και με την όλη μαρτυρία, ενισχύει την εικόνα ότι ο ΜΚ2 δεν επιχειρούσε συστηματικά να κατασκευάσει μία εξ ολοκλήρου αρνητική εκδοχή για τον Κατηγορούμενο.
Στην ίδια κατεύθυνση, συνεξετάζεται και η μαρτυρία του ΜΚ3, χωρίς να της αποδίδεται έκταση που δεν έχει. Ο ΜΚ3 δεν ήταν παρών ούτε στις 16.10.2024 ούτε στις 18.10.2024 και, συνεπώς, δεν επιβεβαιώνει ως αυτόπτης μάρτυρας καμία από τις δύο επιθέσεις. Επιβεβαιώνει όμως δύο μεταγενέστερα δεδομένα, ότι στις 19.10.2024 ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι είχε κτυπηθεί την προηγούμενη ημέρα και ότι του εξέφραζε φόβο για νέα επίθεση. Επιπλέον, ο ίδιος ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε, στην παρουσία του, συμπεριφορά του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ2 την οποία εξέλαβε ως επιθετική και θεώρησε αρκετά σοβαρή ώστε να παρέμβει. Αυτά που ανέφερε και ο ΜΚ3 δεν βρίσκονται σε αντίθεση με το πραγματικό πλαίσιο που περιέγραψε ο ΜΚ2, επιβεβαιώνουν ότι, κατά τον χρόνο αμέσως μετά το δεύτερο περιστατικό, υπήρχε πράγματι έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο και ότι ο ΜΚ2 εξέφραζε φόβο έναντι του Κατηγορουμένου. Υπό αυτή την περιορισμένη έννοια, αποτελούν στοιχεία συμβατά με την εκδοχή του.
Η συνολική εικόνα είναι ότι ο ΜΚ2 υπήρξε ανακριβής ή ανεπαρκώς σαφής σε συγκεκριμένα μόνο ζητήματα, που προαναφέρθηκαν. Οι αδυναμίες αυτές είναι μεν πραγματικές και δεν χαρακτηρίζονται συλλήβδην ως επουσιώδεις, η σημασία τους όμως κρίνεται σε σχέση με το αντικείμενο στο οποίο αναφέρονται και δεν επεκτείνονται στα κρίσιμα γεγονότα των δύο ημερών. Δεν εντοπίστηκε αντίστοιχη ανακρίβεια, μεταβολή ή αντίφαση στην περιγραφή των δύο συγκεκριμένων περιστατικών σωματικής επαφής. Η μαρτυρία του ΜΚ2 είναι αξιόπιστη και αποδεκτή ως προς την ουσία των δύο περιστατικών της 16.10.2024 και 18.10.2024. Ειδικότερα, είναι αποδεκτό ότι στις 16.10.2024 ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε από τον λαιμό και στη συνέχεια τον κτύπησε στο στήθος και ότι στις 18.10.2024 τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε έντονη σύγκρουση μεταξύ τους.
ΜΚ3
Ο ΜΚ3, μέλος της Αστυνομίας, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τ3, στην οποία αναφέρει τα εξής γεγονότα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό σταθμό Καλό Χωριό. Την 19.10.2024, περί ώρα 06:45, ανέλαβε καθήκον. Την ίδια ημέρα, περί ώρα 11:40, έλαβε τηλεφώνημα στον σταθμό από τον παραπονούμενο, ο οποίος του ανέφερε πως κτυπήθηκε από τον εργοδότη του και φοβάται πως θα τον ξανακτυπήσει, ζητώντας βοήθεια. Αμέσως, ο ΜΚ3 μετέβη στο χωριό Αρακαπάς, σε περιβόλι δυτικά του χωριού, ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου. Εκεί τον πλησίασε ο παραπονούμενος και του είπε πως φοβάται πως θα δεχθεί επίθεση από τον εργοδότη του και ότι κτυπήθηκε από εκείνον την προηγούμενη ημέρα, 18.10.2024. Στο μέρος βρισκόταν και ο ίδιος ο εργοδότης του, ο οποίος, την ίδια στιγμή που υπέβαλλε το παράπονό του ο παραπονούμενος, κινήθηκε με επιθετικές διαθέσεις προς το μέρος του για να του επιτεθεί, στην παρουσία του ΜΚ3. Υπήρξε άμεση παρέμβαση του ΜΚ3 και πληροφόρηση για τα πιθανά αδικήματα που προτίθεται να διαπράξει. Κρίνοντας πως ο παραπονούμενος δεν μπορεί να παραμείνει πλέον στο μέρος, του υπέδειξε να παραλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα από το μέρος του διαμένει, πράγμα που έπραξε στην παρουσία του ΜΚ3 και του Κατηγορούμενου. Την ίδια ημέρα, έλαβε την κατάθεση από τον παραπονούμενο. Την 23.10.2024, μεταξύ των ωρών 08:35-09:27, στον Αστυνομικό Σταθμό στο Καλό Χωριό, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει, χωρίς να αναφέρει τον λόγο. Στην κατάθεση, αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις, ενώ μεταξύ άλλων ανέφερε ότι θα μιλήσει στο Δικαστήριο. Την ίδια ημέρα, κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο, αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, και εκείνος απάντησε πως διαφωνεί σε όλα (Τ4, Τ5). Ο ΜΚ3 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3, απάντησε πως δεν θυμάται να ισχύει ό,τι του υποβλήθηκε, πως είχε μεταβεί στο χωράφι για υπόθεση του «immigration», αλλά ανέλαβε παρεμπιπτόντως και εκείνην. Υπέδειξε στον αλλοδαπό να παραλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα και υπήρξε επιβεβαίωση, μετά από έλεγχο και του Κατηγορούμενου, ότι ήταν εκείνα που παρέλαβε, ο ίδιος ο ΜΚ3 δεν μπορεί να θυμάται τι ακριβώς είχαν μέσα οι βαλίτσες, πέρα από προσωπικά ρούχα. Όντως, ο ΜΚ3 βοήθησε στη μεταφορά των βαλιτσών στο αυτοκίνητο. Όταν είχε μεταβεί ο ΜΚ3 στο χωράφι, ο παραπονούμενος ήταν στο χωράφι, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει εάν προηγουμένως ήταν στην κάμαρη και βγήκε έξω μετά τη δική του έλευση. Ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στον μάρτυρα πως ο αλλοδαπός εργαζόταν ήδη στο χωράφι για περίπου δύο μήνες, ανάλωσε πολύ χρόνο από αυτόν ψάχνοντας να βρει άλλον εργοδότη και βασικά χρησιμοποίησε ως επιχείρημα το ότι κτυπήθηκε, για να έχει λόγο να φύγει, και δη με τη βοήθεια της Αστυνομίας. Ο ΜΚ3 επανέλαβε την εκδοχή του, ως στην κατάθεσή του, δίνοντας έμφαση, ευγενικά, και στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να επιτεθεί στον παραπονούμενο ακόμα και στην παρουσία του ιδίου του ΜΚ3, εκδοχή που ο Κατηγορούμενος αμφισβήτησε, ζητώντας από τον ΜΚ3 να υποδείξει ποιες ακριβώς ήταν οι κινήσεις του, που εκλήφθηκαν από τον ίδιο ως προσπάθεια επίθεσης, αλλά και το βάρος που έδωσε η Αστυνομία στην κατάθεση του παραπονούμενου, χωρίς εκείνη η κατάθεση να συνοδεύεται από απτά στοιχεία. Ο ΜΚ3 ανέφερε πως τα λεγόμενα του Κατηγορούμενου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πως οι ενέργειες της Αστυνομίας ήταν νόμιμες.
Ως προς τη χρονική και πραγματική ακολουθία των δικών του ενεργειών, η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν σαφής και σταθερή. Προσδιόρισε τον χρόνο κατά τον οποίον έλαβε το τηλεφώνημα του ΜΚ2, εξήγησε για ποιο λόγο μετέβη στο χωράφι, ανέφερε όσα του είπε εκεί ο ΜΚ2 και περιέγραψε τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη. Η εκδοχή του δεν μεταβλήθηκε ουσιωδώς κατά την αντεξέταση. Ο ΜΚ3 δεν επιχείρησε να παρουσιάσει ως βέβαια γεγονότα τα οποία δεν θυμόταν ή δεν μπορούσε να γνωρίζει. Όπου η μνήμη ή η προσωπική του αντίληψη δεν επαρκούσαν, το αναγνώρισε. Η στάση αυτή προσδίδει αξιοπιστία στη μαρτυρία του. Ως προς την αναφορά του ότι ο Κατηγορούμενος «κινήθηκε με επιθετικές διαθέσεις» προς τον ΜΚ2 «για να του επιτεθεί», περιλαμβάνει συμπέρασμα του μάρτυρα ως προς την πρόθεση του Κατηγορουμένου, χωρίς όμως από τη μαρτυρία να προκύπτει και λεπτομερής περιγραφή της συγκεκριμένης κίνησης, της απόστασης μεταξύ των δύο προσώπων, της κατεύθυνσης της κίνησης, κάποιας χειρονομίας ή άλλου εξωτερικού στοιχείου από το οποίο να μπορεί να εξαχθεί αντικειμενικά ότι ο Κατηγορούμενος επρόκειτο πράγματι να επιτεθεί. Το έλλειμμα αυτό δεν καθιστά τη μαρτυρία του ΜΚ3 αναξιόπιστη. Περιορίζει το εύρος του ευρήματος που μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν. Εκείνο που δεν αμφισβητήθηκε συγκεκριμένα και γίνεται αποδεκτό είναι ότι ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή κίνηση του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ2, την οποία ο ίδιος εξέλαβε ως επιθετική και την οποία θεώρησε αρκετά σοβαρή ώστε να παρέμβει. Ο ΜΚ3, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας ούτε του περιστατικού της 16.10.2024 ούτε εκείνου της 18.10.2024. Όσα γνώριζε για τα δύο προηγούμενα περιστατικά προέρχονταν από όσα του ανέφερε ο ίδιος ο ΜΚ2. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι οι συγκεκριμένες επιθέσεις πράγματι έλαβαν χώρα. Δεν έχει επί της ουσίας αμφισβητηθεί όμως, από τη μαρτυρία του ΜΚ3, είναι ότι στις 19.10.2024 ο ΜΚ2 επικοινώνησε μαζί του, του ανέφερε ότι είχε κτυπηθεί από τον εργοδότη του και εξέφρασε φόβο ότι θα δεχόταν νέα επίθεση. Όταν ο ΜΚ3 μετέβη στο χωράφι, ο ΜΚ2 επανέλαβε το παράπονό του. Ο ΜΚ3 είδε στο μέρος τόσο τον ΜΚ2 όσο και τον Κατηγορούμενο, αντιλήφθηκε συμπεριφορά του τελευταίου προς τον ΜΚ2 την οποία εξέλαβε ως επιθετική, παρενέβη και, στη συνέχεια, υπέδειξε στον ΜΚ2 να παραλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα και συνέδραμε στην απομάκρυνσή του από τον χώρο. Ως προς αυτή τη συγκεκριμένη ακολουθία γεγονότων, δεν διαπιστώνεται εσωτερική αντίφαση ή ουσιώδης μεταβολή της εκδοχής του. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε προηγούμενη προσωπική σχέση του ΜΚ3 με τα εμπλεκόμενα μέρη ούτε συγκεκριμένο προσωπικό συμφέρον του στο αποτέλεσμα της υπόθεσης ή λόγος να ευνοήσει τον ΜΚ2. Η μαρτυρία του ΜΚ3 παρέμεινε σταθερή και περιορισμένη σε όσα ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει από προσωπική αντίληψη και ως προς αυτά είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη.
Ευρήματα γεγονότων
Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, τα πραγματικά ευρήματα της υπόθεσης διαμορφώνονται ως ακολούθως: Ο ΜΚ2 εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε χωράφι του Κατηγορουμένου στον Αρακαπά και μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί έντονη σύγκρουση. Στις 16.10.2024, περί ώρα 09:00, ενώ ο ΜΚ2 βρισκόταν στο χωράφι, προέκυψε διαφωνία μεταξύ αυτού και του Κατηγορουμένου σε σχέση με τρόφιμα που ο ΜΚ2 είχε ζητήσει. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού, ο Κατηγορούμενος άρπαξε τον ΜΚ2 με το δεξί του χέρι από τον λαιμό. Ο ΜΚ2 απομακρύνθηκε και τηλεφώνησε στον υιό του Κατηγορουμένου. Όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 επικοινωνούσε μαζί του, κτύπησε τον ΜΚ2 με το χέρι στο στήθος. Ο ΜΚ2 ακολούθως απομακρύνθηκε στο χωράφι. Στις 18.10.2024, περί ώρα 09:00, ο Κατηγορούμενος μετέβη στο χωράφι. Μεταξύ αυτού και του ΜΚ2 προέκυψε νέα ένταση αναφορικά με τη χρήση αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος κάλεσε τον ΜΚ2 να τον πλησιάσει και, όταν εκείνος πλησίασε, τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Την επόμενη ημέρα, 19.10.2024, περί ώρα 11:40, ο ΜΚ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού και ανέφερε στον ΜΚ3 ότι είχε κτυπηθεί από τον εργοδότη του και ότι φοβόταν ότι θα δεχόταν νέο κτύπημα, ζητώντας βοήθεια. Ο ΜΚ3 μετέβη ακολούθως στο περιβόλι του Κατηγορουμένου στον Αρακαπά. Κατά την άφιξη του ΜΚ3 στο μέρος, εκεί βρίσκονταν τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ2 ανέφερε στον ΜΚ3 ότι φοβόταν ότι θα δεχόταν επίθεση από τον εργοδότη του και ότι είχε κτυπηθεί από αυτόν την προηγούμενη ημέρα. Ενώ ο ΜΚ2 εξέφραζε το παράπονό του, ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε συμπεριφορά ή κίνηση του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ2 την οποία εξέλαβε ως επιθετική. Η συμπεριφορά αυτή ήταν τέτοια ώστε ο ΜΚ3 έκρινε αναγκαίο να παρέμβει. Ο ΜΚ3 υπέδειξε στη συνέχεια στον ΜΚ2 να παραλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα από τον χώρο όπου διέμενε. Ο ΜΚ2 τα παρέλαβε στην παρουσία του ΜΚ3 και του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ3 τον βοήθησε στη μεταφορά των αποσκευών και συνέδραμε στην απομάκρυνσή του από τον χώρο.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της επίθεσης, κατά το άρθρο 242 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθεί πως υπήρξε συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο που συνιστά «επίθεση». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, με πρόθεση ή ακόμα και απερίσκεπτα, που δημιουργεί στον άλλον την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον του παράνομη βία[6], βία για την οποία δεν υπάρχει συγκατάθεσή του[7]. Απερίσκεπτα ενεργεί ο δράστης όταν ενώ, πριν να ενεργήσει, γνωρίζει ή μπορεί να αντιληφθεί την πιθανότητα του κινδύνου, παρά ταύτα, προχωρά και ενεργεί[8].
1η Κατηγορία – περιστατικό της 16.10.2024
Ως γεγονός έχει γίνει αποδεκτό ότι στις 16.10.2024, περί ώρα 09:00, στο χωράφι στον Αρακαπά όπου εργαζόταν ο ΜΚ2, προέκυψε διαφωνία μεταξύ αυτού και του Κατηγορουμένου σε σχέση με τρόφιμα. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού ο Κατηγορούμενος άρπαξε τον ΜΚ2 με το δεξί του χέρι από τον λαιμό. Ο ΜΚ2 κατάφερε να απομακρυνθεί και τηλεφώνησε στον υιό του Κατηγορουμένου. Όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την τηλεφωνική αυτή επικοινωνία, κτύπησε τον ΜΚ2 με το χέρι στο στήθος. Ο ΜΚ2 ακολούθως απομακρύνθηκε στο χωράφι. Η ταυτότητα του προσώπου που προέβη στις πράξεις αυτές δεν δημιουργεί ζήτημα. Το άρπαγμα από τον λαιμό και το κτύπημα στο στήθος αποτελούν από τη φύση τους άσκηση σωματικής βίας. Δεν απαιτείται περαιτέρω συμπερασματική διαδικασία για να διαπιστωθεί η ύπαρξη βίαιης σωματικής επαφής, αφού αυτή αποτελεί το ίδιο το αποδεκτό πραγματικό εύρημα. Δεν αναδύεται οποιοδήποτε στοιχείο συγκατάθεσης του ΜΚ2 στη συμπεριφορά αυτή. Αντίθετα, η αποδεκτή ακολουθία των γεγονότων είναι ασύμβατη με συγκατάθεση, αφού μετά το άρπαγμα από τον λαιμό ο ΜΚ2 απομακρύνθηκε, ενώ μετά το κτύπημα στο στήθος έφυγε εκ νέου μακριά στο χωράφι. Δεν προκύπτει από τη μαρτυρία οποιαδήποτε πραγματική βάση που να καθιστά τη χρήση της βίας νόμιμη ή εξουσιοδοτημένη. Η διαφωνία περί τροφίμων, όποια και αν ήταν η έκτασή της, δεν μεταβάλλει τη φύση των συγκεκριμένων σωματικών ενεργειών ούτε παρέχει, με βάση τα αποδεκτά γεγονότα, κάποια νόμιμη βάση για αυτές. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, το άρπαγμα άλλου προσώπου από τον λαιμό με το χέρι και το μεταγενέστερο κτύπημά του στο στήθος δεν αποτελούν, στη συγκεκριμένη πραγματική ακολουθία, τυχαίες ή ακούσιες σωματικές επαφές. Πρόκειται για δύο διακριτές και κατευθυνόμενες ενέργειες. Ιδίως το δεύτερο κτύπημα έλαβε χώρα αφού ο ΜΚ2 είχε ήδη απομακρυνθεί και ενώ επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον υιό του Κατηγορουμένου. Η αλληλουχία αυτή επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα ότι οι ενέργειες ήταν εκούσιες. Δεν χρειάζεται να αναζητηθεί απερισκεψία ως εναλλακτική μορφή υπαιτιότητας, αφού από τα ίδια τα γεγονότα συνάγεται πρόθεση ως προς την εφαρμογή της σωματικής δύναμης. Κατά συνέπεια, ως προς την 1η κατηγορία, αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος, στις 16.10.2024, στον Αρακαπά, άσκησε εκουσίως σωματική βία στον ΜΚ2, αρχικά αρπάζοντάς τον από τον λαιμό και στη συνέχεια κτυπώντας τον στο στήθος, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς να προκύπτει νόμιμη βάση για τη συμπεριφορά αυτή. Η 1η Κατηγορία αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
2η Κατηγορία – περιστατικό της 18.10.2024
Ως προς τη δεύτερη κατηγορία, έχει γίνει αποδεκτό ότι στις 18.10.2024, περί ώρα 09:00, ο Κατηγορούμενος μετέβη στο χωράφι. Προέκυψε ένταση μεταξύ του ιδίου και του ΜΚ2 σχετικά με τη χρήση αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος κάλεσε τον ΜΚ2 να τον πλησιάσει και, μόλις εκείνος πλησίασε, τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Και εδώ η ταυτότητα του προσώπου που προέβη στην πράξη δεν δημιουργεί αμφιβολία για τους ίδιους λόγους που ήδη εκτέθηκαν. Το χαστούκι στο πρόσωπο αποτελεί άμεση εφαρμογή σωματικής δύναμης. Το πραγματικό εύρημα υπερβαίνει, συνεπώς, την απλή δημιουργία αντίληψης ότι ενδέχεται να ασκηθεί βία, η βία εφαρμόστηκε πράγματι στο σώμα του ΜΚ2. Ούτε εδώ υπάρχει οποιαδήποτε πραγματική βάση συγκατάθεσης. Ο ΜΚ2 πλησίασε τον Κατηγορούμενο επειδή εκείνος τον κάλεσε να το πράξει. Η προσέγγιση προς τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί λογικά να εξομοιωθεί με συγκατάθεση να δεχθεί χαστούκι. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο ΜΚ2 αποδεχόταν ή ανέμενε τέτοια σωματική επαφή. Ομοίως, δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε περίσταση που θα καθιστούσε το χαστούκι νόμιμη άσκηση βίας. Η διαφωνία σχετικά με τη χρήση του αυτοκινήτου αποτελεί το πραγματικό πλαίσιο της αντιπαράθεσης, όχι νόμιμη αιτιολόγηση της σωματικής ενέργειας. Ως προς την υπαιτιότητα, η πράξη ήταν από τη φύση της εκούσια. Ο Κατηγορούμενος κάλεσε τον ΜΚ2 να πλησιάσει και, όταν εκείνος το έπραξε, τον χαστούκισε στο πρόσωπο. Η ακολουθία αυτή αποκλείει, με βάση τα αποδεκτά γεγονότα, το ενδεχόμενο τυχαίας ή ακούσιας επαφής. Πρόκειται για συγκεκριμένη, κατευθυνόμενη σωματική πράξη και ως εκ τούτου αποδεικνύεται πρόθεση ως προς την άσκηση της δύναμης. Συνακόλουθα, ως προς τη 2η κατηγορία, αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος, στις 18.10.2024, στον Αρακαπά, χαστούκισε εκουσίως τον ΜΚ2 στο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε νόμιμη βάση για την άσκηση της συγκεκριμένης σωματικής βίας. Η 2η Κατηγορία αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Κατάληξη
Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, κρίνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 1η Κατηγορία και τη 2η Κατηγορία στο απαιτούμενο επίπεδο. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος τόσο στην 1η Κατηγορία όσο και στη 2η Κατηγορία.
(Υπ.) ……..………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
[7] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 44.
[8] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο