ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. S., Υπόθεση αρ. 20615 / 2023, 23/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. M. S., Υπόθεση αρ. 20615 / 2023, 23/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 20615 / 2023

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

M. S.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Μ. Κακόψητου (κα) για την κατηγορούσα Αρχή

Καμία εμφάνιση, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: απών

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

Κατηγορίες

 

Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του ακόλουθου αδικήματος

 

1η Κατηγορία: ότι μεταξύ της 3.3.2023 και της 5.3.2023, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Μ.Α., με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτήν, δηλαδή έκλεψε από αυτήν τα αντικείμενα που αναφέρονται στον Πίνακα Α, όλα συνολικής αξίας €15.195, περιουσία της παραπονούμενης [διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, άρθρα 292(α) και 255 ΠΚ.]

 

Μαρτυρία

 

Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Παρουσιάστηκε, από την κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία από τον Αστ.2463 Γιάννη Οικονομίδη (ΜΚ1).

 

Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την από 29.10.2023 κατάθεσή του (Τ1). Σύμφωνα με αυτήν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ήταν τοποθετημένος στο κλιμάκιο διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, την 10.4.2023 παρέλαβε από τον Αν/Λοχ.316 έναν σφραγιστό φάκελο με τρεις αποσπάσεις αποτυπωμάτων που λήφθηκαν από τη σκηνή της καταγγελλόμενης διάρρηξης, στην οικία της Μ.Α., στην οδό που αναφέρεται. Την 16.4.2023, έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη Μ.Α. Την 2.5.2023 διαβίβασε τις αποσπάσεις αποτυπωμάτων από τη σκηνή, μέσω του Ε/Αστ.5545, στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Στις 26.10.2023 παρέλαβε από τον Α/Αστ.2163 το δακτυλοσκοπικό δελτίο με τα αποτυπώματα του Κατηγορογούμενου.

 

Ο ΜΚ1 προσκόμισε την κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη, Τ2, στην οποία αναφέρονται τα εξής: Διαμένει μόνη της στη διεύθυνση που αναφέρθηκε. Την 16.4.2023 μετέβη στην Αστυνομία, για να αναφέρει τα αντικείμενα που κλάπηκαν κατά τη διάρρηξη που έλαβε χώρα την 5.3.2023. Η ίδια εργάζεται στο εξωτερικό και είχε επιστρέψει στην Κύπρο για τις διακοπές του Πάσχα την 5.4.2023. Για τη διάρρηξη στην οικία της είχε ενημερωθεί την ίδια ημέρα, από την Α.Π., η οποία έχει κλειδί του σπιτιού και φροντίζει το σπίτι ενόσω η παραπονούμενη απουσιάζει. Την είχε ενημερώσει γύρω στις 10:00, λέγοντάς της ότι «άνοιξαν» το σπίτι, αφού υπήρχε μεγάλη ακαταστασία και έλειπαν πράγματα. Ανέφερε ότι η παραβίαση έγινε από τη δίφυλλη συρόμενη αλουμινένια τζαμόπορτα του υπνοδωματίου των ξέων, η οποία βλέπει δυτικά, και βρέθηκε σπασμένη. Είχε ειδοποιηθεί η Αστυνομία και τεχνικός, ο οποίος επιδιόρθωσε την τζαμόπορτα. Όταν η ίδια επέστρεψε στην Κύπρο, πράγματι, διαπίστωσε πως υπήρχε ακαταστασία σε όλους τους χώρους του σπιτιού, είχαν μετακινηθεί όλα τα πράγματα μέσα από τα ντουλάπια και τα συρτάρια. Από το σαλόνι, κλάπηκαν 8 ασημένια κηροπήγια διαφόρων μεγεθών, τέσσερα χανάπια-μπολ, ασημένια, διαφόρων μεγεθών, τέσσερα ασημένια μικρά πιατάκια, τέσσερα ασημένια ψαλίδια για γλυκίσματα, ένα ασημένιο ψαλίδι για παγάκια, μία ασημένια αλατιέρα και μία πιπεριέρα μαζί στον δίσκο τους, μία ασημένια θήκη για χαρτοπετσέτες, 12 ασημένια δακτυλίδια για πετσέτες, ένα ασημένιο τασάκι, δώδεκα ασημένια πιρουνάκια διχαλωτά, 24 ασημένια πιρουνάκια τριχαλωτά, 12 ασημένια κουταλάκια, μία ασημένια αυγοθήκη με το κουταλάκι, δύο ασημένια κομπολόγια, ένα ασημένιο βάζο, ένα ασημένιο μικρό σετ τσαγιού με τον δίσκο του και ένας μπρούντζινος μεγάλος ανθώνας. Από το χωλ, κλάπηκαν δύο μπρούντζινοι ανθώνες, ένας χάλκινος ανθώνας, δύο χάλκινες κανάτες, μία χάλκινη κουτάλα, μία χάλκινη εστία με τη χάλκινη χύτρα και την κουτάλα της, ένας χάλκινος δίσκος και δύο χάλκινα μικρά τηγανάκια. Από το υπνοδωμάτιο, κλάπηκαν δύο μπρούντζινα κηροπήγια με χερούλι και μία μπρούντζινη μεγάλη φρουτιέρα. Από την κουζίνα, κλάπηκε ένα μικρό χάλκινο τηγάνι. Από το δωμάτιο που χρησιμοποιείται ως γραφείο, κλάπηκαν ένα laptop HP, μία μαύρη τσάντα δερμάτινη ανοικτό μπλε, το δεύτερο κλειδί του αυτοκινήτου της μάρκας Mercedes B160, και ένα σακούλι με νομίσματα και χαρτονομίσματα από διάφορες χώρες. Από το μπάνιο, κλάπηκαν διάφορα Χριστουγεννιάτικα στολίδια και περίπου €10 σε τσάντα θαλάσσης.

 

Στη δική της κατάθεση, ημερομηνίας 25.10.2023, Τ3, η Α.Π., πρόσωπο που διαπίστωσε τη διάρρηξη και την κατήγγειλε στην Αστυνομία, ανέφερε τα εξής: Η παραπονούμενη, Μ.Α., επειδή εδώ και περίπου επτά χρόνια εργάζεται στο εξωτερικό, της έχει αναθέσει να πηγαίνει κατά διαστήματα να ελέγχει το σπίτι της, στην οδό που αναφέρεται. Ήταν Κυριακή της Ορθοδοξίας και αφού έφυγε από την Εκκλησία, γύρω στις 10:00, πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης για να κάνει έλεγχο. Μόλις στάθμευσε το όχημά της, είδε ότι το εσωτερικό «shutter» του παραθύρου της κουζίνας ήταν κατεβασμένο. Αυτό της κίνησε την υποψία, εφόσον την προηγούμενη φορά που είχε περάσει από το σπίτι, την Παρασκευή που είχε παρέλθει, το «shutter» αυτό ήταν διαφορετικά τοποθετημένο. Έλεγξε εξωτερικά και είδε ότι η πόρτα της κουζίνας ήταν κλειστή αλλά υπήρχαν σημάδια παραβίασης. Πήγε προς τη συρόμενη πόρτα του ενός υπνοδωματίου που βλέπει δυτικά και είδε πως ήταν κλειστή αλλά απασφαλισμένη και είχε σπάσει το σημείο που ασφαλίζει πάνω στον παραστατό. Μπήκε μέσα στο σπίτι από τη συγκεκριμένη πόρτα και είδε πως όλος ο χώρος του σπιτιού ήταν ακατάστατος, έβγαλαν σχεδόν όλο το περιεχόμενο από τα συρτάρια και τα ερμάρια και το έριξαν στο πάτωμα. Στην κουζίνα, υπήρχε πάνω στον πάγκο και ένα ανοικτό κουτί τόνου, που φαγώθηκε. Από το ένα υπνοδωμάτιο, έλειπε το laptop που ήταν πάνω στο γραφείο, από το χωλ κάτι γλάστρες μπρούντζινες, στο καθιστικό ήταν ανοικτά τα ερμάρια του μπουφέ όπου υπήρχαν μέσα ασημικά που κατάλαβε πως έλειπαν από μέσα. Η ίδια δεν μπορούσε να κάνει άλλο έλεγχο, αφού ήταν ακατάστατο το σπίτι και δεν γνώριζε και όλα τα αντικείμενα της παραπονούμενης, σε κάθε δωμάτιο. Ενημέρωσε τηλεφωνικώς την ίδια και ακολούθως την Αστυνομία. Παρέμεινε στο σπίτι μέχρι να πάει τεχνικός, να επιδιορθώσει την πόρτα, η οποία, όπως γνωρίζει, ήταν κλειστή και ασφαλισμένη την προηγούμενη φορά που είχε πάει.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου την 24.10.2023, με την οπισθογράφηση εκτέλεσής του την 26.10.2023 (Τ4), η ανακριτική κατάθεση το Κατηγορούμενου (Τ5), στην οποία τήρησε το δικαίωμα της σιωπής, η κατάθεση της διερμηνέως που ενήργησε το πλαίσιο της διαδικασίας (Τ6), η κατάθεση του Αστ.4472 (Τ7), ο οποίος την 26.10.2023 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει του δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους και του επέστησε την προσοχή στον νόμο εκείνος απάντησε «ό,τι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο», και ότι έλαβε μετέπειτα και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου. Επίσης, είναι ενώπιον του Δικαστηρίου η κατάθεση του Α/Αστ.2163, ο οποίος, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου, έλαβε τα δακτυλικά του αποτυπώματα και εκτύπωσε και υπέγραψε το δακτυλοσκοπικό δελτίο Αστ.59Α, που υπέγραψε ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος, που μετέπειτα παρέδωσε στον ΜΚ1, και η κατάθεση του Ε/Αστ.5545 (Τ9) που παρέλαβε από τον ΜΚ1 τον σφραγιστό φάκελο με τις αποσπάσεις αποτυπωμάτων και το έντυπο Αστ.59Α και τα παρέδωσε στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Ενώπιον του Δικαστηρίου είναι και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΥΠ.ΕΓ.Ε. με αριθμό αναφοράς 2986/2023, στην οποία διαπιστώνεται ταύτιση αποτυπώματος με τον Κατηγορούμενο, καθώς και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΥΠ.ΕΓ.Ε. με αριθμό αναφοράς 7452/2023 επί της 2986/2023, με την οποία βεβαιώνεται απόλυτα η ταύτιση (Τ10, Τ11). Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάθεση του Αν/Λοχ.316, ο οποίος την 5.3.2023 διενήργησε τις εξετάσεις στη σκηνή της διάρρηξης, εντόπισε τα ίχνη των αποτυπωμάτων και τα συνέλεξε, τα συσκεύασε και τα σφράγισε, παραδίδοντάς τα στον ΜΚ1 (Τ12). Ακόμα, ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάθεση του Αστ.4720 (Τ13), ο οποίος την 5.3.2023 και περί ώρα 11:30, ενόσω ήταν τοποθετημένος στο κλιμάκιο διαρρήξεων του ΤΑΕ Λεμεσού, μετέβη στην οικία όπου έγινε η διάρρηξη, μετά από καταγγελία που έγινε από την Α.Π., εκ μέρους της ιδιοκτήτριας, Μ.Α., η οποία απουσίαζε στο εξωτερικό. Η Α.Π. είχε αναφέρει πως μετέβη στην οικία προηγουμένως για να ελέγξει και αφού είχε διαπιστώσει ότι είχε γίνει διάρρηξη, σε προκαταρκτικό έλεγχο, διαπίστωσε πως είχε κλαπεί ένας φορητός υπολογιστής HP και ότι υπήρχε ακαταστασία. Ο ίδιος διαπίστωσε πως η είσοδος-έξοδος επιτεύχθηκε από τη δυτική αλουμινένια παραθυρόπορτα του δωματίου που χρησιμοποιείται ως γραφείο, η οποία παραβιάστηκε. Ενώπιον του Δικαστηρίου είναι και το Έντυπο Αστ.161 αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων, με το ιστορικό της υπόθεσης, και το έντυπο Αστ.59Α με τα αποτυπώματα του Κατηγορούμενου, όπως και η γραπτή συγκατάθεση του Κατηγορούμενου για έρευνα στην οικία και τα υποστατικά του (Τ15) και το δελτίο εξέτασης της σκηνής του εγκλήματος (Τ16), στο οποίο αναγράφεται η συλλογή του αποτυπώματος.

 

 

 

 

Διαδικασία

 

Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο, αφού εξέτασε το ενώπιόν του μαρτυρικό υλικό, υπό το πρίσμα του άρθρου 74 § 1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, επαρκής ώστε να καλείται σε υπεράσπιση. Ο Κατηγορούμενος, ωστόσο, απουσιάζει από τη διαδικασία, η οποία διεξάγεται στην απουσία του, δυνάμει του άρθρου 89 § 1 του Κεφ. 155, για τους λόγους που εξηγούνται σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως, το Δικαστήριο προχωρά στην τελική αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας, με σκοπό να κρίνει κατά πόσον η κατηγορούσα Αρχή απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Αξιολόγηση

 

Στο πλαίσιο αυτό, είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.

 

Μέρος του μαρτυρικού υλικού τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω του ΜΚ1 υπό μορφή εξ ακοής μαρτυρίας. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο έχει κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και, ειδικότερα, το σύνολο των περιστάσεων που είναι πρόσφορες για την εκτίμηση της αξιοπιστίας και αποδεικτικής αξίας της. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνονται υπόψη ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων και των αρχικών δηλώσεων, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, τυχόν κίνητρο απόκρυψης ή παραποίησης των γεγονότων, το κατά πόσον η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς, το πλαίσιο και ο σκοπός για τον οποίο αυτή έγινε, η ύπαρξη ουσιώδους διαφοροποίησής της, καθώς και γενικότερα κατά πόσο οι περιστάσεις υπό τις οποίες προσάγεται η μαρτυρία επιτρέπουν την ορθή αξιολόγησή της. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψη, ως ένα από τα νομοθετικά κριτήρια, το ζήτημα της δυνατότητας προσαγωγής της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας. Τα στοιχεία αυτά δεν εξετάζονται αποσπασματικά, αλλά ως μέρος της συνολικής εικόνας που προκύπτει από τη μαρτυρία.

 

Η μαρτυρία του ΜΚ1 υπήρξε σαφής, συγκεκριμένη και συνεπής. Ως προς τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη, κατέθεσε επί γεγονότων της προσωπικής του γνώσης και περιέγραψε με χρονολογική ακρίβεια την παραλαβή των αποσπάσεων αποτυπωμάτων από τη σκηνή, τη διαβίβασή τους στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας και την παραλαβή του δακτυλοσκοπικού δελτίου του Κατηγορουμένου. Δεν προέκυψε οποιαδήποτε εσωτερική αντίφαση ή ασυνέπεια, ούτε άλλο στοιχείο που να δημιουργεί επιφύλαξη ως προς την ακρίβεια της μαρτυρίας του, η οποία, εξάλλου, παρέμεινε αναντίλεκτη. Οι γραπτές καταθέσεις που προσκομίστηκαν μέσω του ΜΚ1 αποτελούν τις ίδιες τις αρχικές δηλώσεις των προσώπων που είχαν προσωπική γνώση των αντίστοιχων γεγονότων και τέθηκαν αυτούσιες ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν παρεμβάλλεται, επομένως, αλυσίδα διαδοχικής αναμετάδοσης ούτε προκύπτει αλλοίωση ή ουσιώδης διαφοροποίηση του περιεχομένου τους. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται κατά την αξιολόγησή τους ως εξ ακοής μαρτυρίας, μαζί με τα λοιπά κριτήρια του άρθρου 27 του Κεφ. 9. Η κατάθεση της παραπονούμενης Μ.Α. είναι λεπτομερής και περιορίζεται σε γεγονότα τα οποία η ίδια ήταν σε θέση να γνωρίζει. Περιγράφει την κατάσταση της οικίας μετά την επιστροφή της στην Κύπρο και καταγράφει συγκεκριμένα τα αντικείμενα που διαπίστωσε ότι έλειπαν. Η κατάθεσή της συνάδει, στα ουσιώδη σημεία, με εκείνη της Α.Π. και με τα αντικειμενικά ευρήματα από τη σκηνή. Αντίστοιχα, η Α.Π. εξηγεί με σαφήνεια τον λόγο για τον οποίο μετέβη στην οικία και περιγράφει συγκεκριμένα όσα παρατήρησε κατά τη διαπίστωση της διάρρηξης: τη διαφορετική θέση του εσωτερικού «shutter», τα σημεία παραβίασης, την απασφαλισμένη συρόμενη πόρτα, το σπασμένο σημείο ασφάλισής της και την ακαταστασία στο εσωτερικό. Η ίδια διακρίνει σαφώς όσα γνώριζε από όσα δεν μπορούσε να γνωρίζει, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το σύνολο των αντικειμένων που έλειπαν. Η στάση αυτή προσδίδει ακρίβεια και αξιοπιστία στην αφήγησή της. Οι καταθέσεις της Μ.Α. και της Α.Π. δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται κατά τρόπο συμβατό με τη διαφορετική γνώση και εμπλοκή εκάστης. Παράλληλα, βρίσκουν αντικειμενικό έρεισμα στη λοιπή μαρτυρία. Ο Αστ.4720 διαπίστωσε την ακαταστασία και την παραβίαση της δυτικής αλουμινένιας παραθυρόπορτας, ενώ ο Αν/Λοχ.316 εντόπισε και συνέλεξε από τη σκηνή τα σχετικά αποτυπώματα. Η δε πορεία των αποτυπωμάτων, από τη συλλογή και σφράγισή τους μέχρι τη διαβίβασή τους στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας και την επιστημονική εξέτασή τους, προκύπτει κατά τρόπο συνεχόμενο και συνεπή από τις επιμέρους καταθέσεις και τα σχετικά τεκμήρια. Οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης καταγράφουν την ταύτιση του αποτυπώματος με εκείνο του Κατηγορουμένου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη προσωπική εμφάνιση ορισμένων από τα πρόσωπα των οποίων οι καταθέσεις προσκομίστηκαν δεν αξιολογείται απομονωμένα. Συνεκτιμάται στο πλαίσιο των κριτηρίων του άρθρου 27 του Κεφ. 9, μαζί με το γεγονός ότι οι αρχικές δηλώσεις τέθηκαν αυτούσιες ενώπιον του Δικαστηρίου, προέρχονται από πρόσωπα με προσωπική γνώση των γεγονότων και, στα ουσιώδη σημεία τους, επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητες πηγές και αντικειμενικά ευρήματα. Συνολικά, η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής παρουσιάζει εσωτερική και εξωτερική συνοχή. Οι επιμέρους μαρτυρικές πηγές συνδέονται μεταξύ τους σε μία λογική και συνεχή πραγματική ακολουθία, χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασυνέπειες. Το Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΚ1 και το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε μέσω αυτού, υπό το φως και των ειδικών κριτηρίων που διέπουν την εξ ακοής μαρτυρία, το κρίνει αξιόπιστο και το αποδέχεται.

 

 

 

Ευρήματα

 

Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτουν τα εξής ευρήματα: Μεταξύ της 3.3.2023 και της 5.3.2023, παραβιάστηκε η κατοικία της Μ.Α. στη Λεμεσό. Η είσοδος στο εσωτερικό της οικίας επιτεύχθηκε από τη δυτική αλουμινένια παραθυρόπορτα, η οποία είχε παραβιαστεί στο σημείο ασφάλισής της. Στο εσωτερικό της οικίας επικρατούσε εκτεταμένη ακαταστασία, με αντικείμενα από ερμάρια και συρτάρια να έχουν αφαιρεθεί και σκορπιστεί στους χώρους. Η Α.Π., η οποία είχε την ευθύνη να ελέγχει την οικία κατά την απουσία της ιδιοκτήτριας στο εξωτερικό, μετέβη εκεί περί ώρα 10:00 και διαπίστωσε την παραβίαση. Παρατήρησε, μεταξύ άλλων, ότι το εσωτερικό «shutter» του παραθύρου της κουζίνας βρισκόταν σε διαφορετική θέση από εκείνη στην οποία το είχε δει κατά την προηγούμενη επίσκεψή της, ότι υπήρχαν σημάδια παραβίασης και ότι η συρόμενη πόρτα του υπνοδωματίου ήταν απασφαλισμένη και σπασμένη στο σημείο ασφάλισης. Ακολούθως ενημέρωσε την παραπονούμενη και την Αστυνομία. Η Μ.Α., όταν επέστρεψε στην Κύπρο, διαπίστωσε και η ίδια την κατάσταση της οικίας και προέβη σε καταγραφή των αντικειμένων που έλειπαν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ασημένια και χάλκινα αντικείμενα, μπρούντζινοι ανθώνες και κηροπήγια, φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής HP, τσάντα, δεύτερο κλειδί οχήματος Mercedes B160, καθώς και νομίσματα και χαρτονομίσματα από διάφορες χώρες. Την 5.3.2023, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στη σκηνή. Ο Αστ.4720 διαπίστωσε ότι η είσοδος ή έξοδος είχε επιτευχθεί από τη δυτική αλουμινένια παραθυρόπορτα, η οποία είχε παραβιαστεί. Ο Αν/Λοχ.316 προέβη σε εξέταση της σκηνής, εντόπισε ίχνη αποτυπωμάτων, τα συνέλεξε, τα συσκεύασε και τα σφράγισε και ακολούθως τα παρέδωσε στον ΜΚ1. Ο ΜΚ1 παρέλαβε τον σφραγισμένο φάκελο με τις αποσπάσεις αποτυπωμάτων και τον διαβίβασε, μέσω του Ε/Αστ.5545, στο Εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Παράλληλα, λήφθηκαν, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης, τα δακτυλικά αποτυπώματα του Κατηγορουμένου και καταρτίστηκε το σχετικό δακτυλοσκοπικό δελτίο. Από την επιστημονική εξέταση των αποτυπωμάτων που συλλέχθηκαν από τη σκηνή διαπιστώθηκε ταύτιση αποτυπώματος με εκείνο του Κατηγορουμένου. Η ταύτιση αυτή καταγράφηκε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΥΠ.ΕΓ.Ε. με αριθμό αναφοράς 2986/2023 και βεβαιώθηκε απόλυτα με τη μεταγενέστερη έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αριθμό αναφοράς 7452/2023. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα πως, ως γεγονός, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εντός της κατοικίας της Μ.Α. κατά τον χρόνο που συνδέεται με τη διάρρηξη και ότι άφησε στη σκηνή το αποτύπωμά του. Περαιτέρω, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, από την οικία αφαιρέθηκαν τα αντικείμενα που καταγράφηκαν από την παραπονούμενη.

 

Εξέταση

 

Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].

 

Κατά το άρθρο 292(α) ΠΚ:

 

 Όποιος-

(α) διαρρηγνύει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή

(β) .,

είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.

 

 Για να αποδειχθεί το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

(α) διάρρηξη και είσοδος σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος,

(β) το κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων,

(γ) σκοπός διάπραξης κακουργήματος σε αυτό.

 

 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 291 ΠΚ, η διάρρηξη οποιουδήποτε μέρους κτιρίου, εξωτερικού ή εσωτερικού θεωρείται διάρρηξη για τους σκοπούς του νόμου. Το άνοιγμα με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρας, παραθύρου, παραθυρόφυλλου, πόρτας υπογείου ή άλλου πράγματος προορισμένου για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρηγνύει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως, όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται απ' το πρόσωπο αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που επίσης επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με την χρήση απειλής για αυτόν τον σκοπό ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλον που βρίσκεται στο κτίριο ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλην τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιον αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο εισόδου, θεωρείται και πάλι ότι διάρρηξε το κτίριο και ότι εισήλθε σε αυτό.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΠΚ:

 

(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

 

 

Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.

(2) (α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

(i) με τέχνασμα

(ii) με εκφοβισμό

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

(β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

(γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.

 

 Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής, θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα[6]:

(α) απόκτηση κατοχής ή αποκόμιση ή ιδιοποίηση πράγματος (υπαλλακτικά),

(β) το πράγμα ανήκει σ' άλλο πρόσωπο,

(γ) το πράγμα μπορεί ν' αποτελέσει αντικείμενο κλοπής,

(δ) η απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη του πράγματος,

(ε) η απουσία αξίωσης δικαιώματος με καλή πίστη,

(στ) η ύπαρξη σκοπού, κατά τον χρόνο της συμπεριφοράς αυτής, ο ιδιοκτήτης του πράγματος να στερηθεί το πράγμα αυτό μόνιμα,

(ζ) η ύπαρξη δόλου, που καλύπτει όλα τα προαναφερόμενα, δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει αυτά.

 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το πρώτο συστατικό στοιχείο, εκείνο της διάρρηξης και εισόδου, αποδεικνύεται. Η δυτική αλουμινένια παραθυρόπορτα της οικίας, η οποία προηγουμένως ήταν κλειστή και ασφαλισμένη, βρέθηκε απασφαλισμένη και με σπασμένο το σημείο ασφάλισής της. Από το συγκεκριμένο σημείο επιτεύχθηκε η είσοδος στην οικία, στο εσωτερικό της οποίας διαπιστώθηκε εκτεταμένη αναστάτωση των χώρων και αφαίρεση αντικειμένων. Η παραβίαση της παραθυρόπορτας εμπίπτει ευθέως στην έννοια της διάρρηξης του άρθρου 291 ΠΚ, κατά το οποίο διάρρηξη συνιστά, μεταξύ άλλων, το άνοιγμα θύρας ή παραθύρου με οποιοδήποτε μέσο. Αποδεικνύεται επίσης ότι το κτίριο χρησιμοποιείτο ως κατοικία. Πρόκειται για την οικία της Μ.Α., στην οποία διέμενε και την οποία η Α.Π. έλεγχε κατά τα διαστήματα που η ιδιοκτήτρια εργαζόταν στο εξωτερικό. Η προσωρινή απουσία της τελευταίας δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα του υποστατικού ως κατοικίας. Ο ίδιος ο Ποινικός Κώδικας περιλαμβάνει στην έννοια της κατοικίας κτίριο που χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη ή κάτοχό του για διαμονή, έστω και αν κατά διαστήματα παραμένει ακατοίκητο. Ως προς την ταυτότητα του προσώπου που εισήλθε στην οικία, έχει γίνει αποδεκτή η επιστημονική μαρτυρία σύμφωνα με την οποία αποτύπωμα που συλλέχθηκε από τη σκηνή ταυτίστηκε με τα δακτυλικά αποτυπώματα του Κατηγορουμένου, η δε ταύτιση βεβαιώθηκε από τις σχετικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Σε συνάρτηση με το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εντός της κατοικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο, το στοιχείο αυτό τον συνδέει άμεσα με την επίδικη είσοδο. Σημειώνεται συναφώς ότι η αναγνώριση μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων δύναται, αναλόγως των περιστάσεων, να αποτελέσει επαρκή μαρτυρία αναγνώρισης ακόμη και όταν αποτελεί τη μόνη τέτοια μαρτυρία. Απομένει ο σκοπός διάπραξης κακουργήματος κατά την είσοδο. Και το στοιχείο αυτό προκύπτει από τα ίδια τα περιστατικά υπό τα οποία πραγματοποιήθηκε η είσοδος και από όσα ακολούθησαν. Η οικία παραβιάστηκε ενώ η ιδιοκτήτρια απουσίαζε, ερευνήθηκαν ερμάρια και συρτάρια σε διάφορους χώρους και αφαιρέθηκε σημαντικός αριθμός κινητών αντικειμένων, μεταξύ των οποίων ασημικά, χάλκινα και μπρούντζινα αντικείμενα, φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής, κλειδί οχήματος, χρήματα και άλλα αντικείμενα αξίας. Η φύση και η έκταση της έρευνας των χώρων, σε συνδυασμό με την αφαίρεση της περιουσίας, καταδεικνύουν ότι η είσοδος δεν ήταν τυχαία ή για άλλο σκοπό, αλλά αποσκοπούσε στην κλοπή. Τα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν συγχρόνως τα ουσιώδη στοιχεία της κλοπής. Τα αντικείμενα αποτελούσαν κινητή περιουσία της Μ.Α. και αφαιρέθηκαν από την κατοχή της χωρίς τη συναίνεσή της. Η παραβίαση ασφαλισμένης κατοικίας, η έρευνα των χώρων και η απομάκρυνση αντικειμένων από διαφορετικά σημεία της οικίας δεν αφήνουν περιθώριο για αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη. Ο τρόπος της αφαίρεσης και το γεγονός ότι τα αντικείμενα απομακρύνθηκαν από την οικία καταδεικνύουν επίσης σκοπό μόνιμης αποστέρησης της ιδιοκτήτριας από αυτά και δόλια συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 255 ΠΚ. Εξεταζόμενα συνολικά, τα ευρήματα δεν περιορίζονται στην απόδειξη ότι διαπράχθηκε διάρρηξη από άγνωστο πρόσωπο. Η παραβίαση και είσοδος στην κατοικία, η παρουσία του Κατηγορουμένου σε αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, η ταύτιση του αποτυπώματός του με αποτύπωμα που συλλέχθηκε από τη σκηνή, η συστηματική έρευνα του εσωτερικού και η αφαίρεση της περιουσίας αποτελούν μία ενιαία και συνεχή πραγματική ακολουθία. Από αυτήν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία με σκοπό να κλέψει από αυτήν.

 

Κατάληξη

 

Συνακόλουθα, έχουν αποδειχθεί σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο                                     

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.

[6] Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 CLR 174, R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, Lawrence v Commissioner of Police of the Metropolis (otherwise known as R v Lawrence) [1972] AC 262, Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 CLR 382, Azinas v. Police (1981) 2 CLR 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486, Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 700, Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 236/2018, 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B3.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο