ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Ζ., Αρ. Υπόθεσης: 11136/2020, 22/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Ζ., Αρ. Υπόθεσης: 11136/2020, 22/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 11136/2020

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν

 

Α.Ζ.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για Κατηγορούμενο: κ. Στ. Αλβάνης

Κατηγορούμενος παρών.

ΑΠΟΦΑΣΗ

[Ι] Εισαγωγή

 

Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα για το αδίκημα της άσκησης βίας κατά της πρώην συζύγου του που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτή (1η κατηγορία), της πράξης βίας στην παρουσία ανηλίκου μέλους της οικογένειας (2η κατηγορία), της απειλής (3η και 4η κατηγορία), και της δημόσιας εξύβρισης (5η κατηγορία), κατά παράβαση των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και της οικείας νομοθεσίας.

  

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι την 9η Μαρτίου 2020 στη Λεμεσό, άσκησε βία κατά της πρώην συζύγου του, Σ.Ν., προκαλώντας άμεσα σωματική βλάβη σε αυτήν, καθώς επίσης και ότι προέβη σε παράνομη πράξη που προκάλεσε άμεσα πραγματική βλάβη στην πρώην σύζυγό του, στην παρουσία ανήλικων μελών της οικογένειας, δηλαδή στις Α.Ζ. και Γ.Ζ., πράξεις οι οποίες δυνατό να προκάλεσαν στις πιο πάνω ανήλικες ψυχική βλάβη.

Αποδίδεται περαιτέρω στον κατηγορούμενο, ότι κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο, προκάλεσε στην πρώην σύζυγό του τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «θα σου ανοίξω τον λάκκο σου», προκάλεσε δε τρόμο στην Ρ.Φ. απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «Ήρτεν κι εσένα η ώρα σου. Θα σε σκοτώσω».

 

Τέλος, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι την 9η Μαρτίου 2020 στη Λεμεσό, σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε την Ρ.Φ. με τη λέξη «πουτάνα», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

[ΙΙ] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία

 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, τον κάλεσε σε απολογία.

 

Αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, οι οποίες επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο.

 

Με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]

 

Σ.Ν. (στο εξής η «ΜΚ1»)

 

Ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ημερ. 13.3.2020, η οποία σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1.

 

Σε αυτήν, η ΜΚ1 αναφέρει ότι ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο από το 2009 και χώρισαν περί το 2018. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο θυγατέρες, 9½ και 2½ ετών και εκδόθηκε διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο αναφορικά με την επικοινωνία που ο κατηγορούμενος θα είχε με τις ανήλικες, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι θα παραλάμβανε τη μεγαλύτερη κόρη του κάθε Δευτέρα και Τετάρτη μεταξύ των ωρών 16:00 – 20:00.

 

Την 9.3.2020, ο κατηγορούμενος πήγε στην οικία της ΜΚ1 περί την 17:45 για να παραλάβει την 9χρονη κόρη τους και μαζί του ήταν μία φίλη του και η αδερφή του. Όταν ο κατηγορούμενος ανέβηκε στη βεράντα του σπιτιού, η ΜΚ1 τον ρώτησε «Γιατί την έφερες τούτη δαμε;» εννοώντας την αδερφή του, η οποία κατέβηκε από το αυτοκίνητο και βρισκόταν στο πεζοδρόμιο.

 

Παρόλο που δεν είπε οτιδήποτε άλλο στον κατηγορούμενο, ούτε του επιτέθηκε, αυτός της επιτέθηκε τραβώντας την από τον λαιμό, ακινητοποιώντας την και χτυπώντας την στο κεφάλι με τις γροθιές του. Η ΜΚ1 αρνείται ότι χτύπησε τον κατηγορούμενο με οποιοδήποτε τρόπο, σημειώνοντας ότι το κινητό της κρατούσε η 2χρονη κόρη της τη δεδομένη χρονική στιγμή. Μετά την επίθεση, η ΜΚ1 πήγε στο Νοσοκομείο, όπου εξετάστηκε και κρατήθηκε για νοσηλεία λόγω του αυχένα της και βγήκε την 12.3.2020.

 

Η ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της, ενώ ως υπέδειξε, πήγε στην Αστυνομία την 13.3.2020 κατόπιν τηλεφωνήματος που δέχθηκε, καθώς είχε ήδη πάει στην Αστυνομία μετά το συμβάν και της έδωσαν έντυπο για να πάει στις Α’ Βοήθειες, όπου την κράτησαν για νοσηλεία και πήγε να καταθέσει όταν βγήκε από το Νοσοκομείο.

 

Όπως επίσης περιέγραψε η ΜΚ1, όταν είπε στον κατηγορούμενο «Γιατί την έφερες τούτη δαμέ;» αυτός αντέδρασε και την τράβηξε από τον λαιμό, με την ίδια να αντιδρά και να τον σπρώχνει, ωστόσο αυτός εκείνη την ώρα την άρπαξε από τον λαιμό και τη χτυπούσε, ενώ την έκλεισε, ως υπέδειξε, με «κεφαλοκλείδωμα» και τη χτυπούσε, αναπαριστώντας τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος έπραξε τα πιο πάνω. Η αδερφή του συντρόφου της, η οποία ήταν εκεί, συνέχισε η ΜΚ1, έτρεξε να τους χωρίσει, όπως και η γειτόνισσα, κα Μ.Σ.

 

Η ΜΚ1 αναφέρθηκε περαιτέρω στον φόβο που ένιωσε όταν ο κατηγορούμενος την απείλησε, λέγοντάς της ότι θα της ανοίξει τον λάκκο, ενώ ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε το έντυπο ιατρικής εξέτασης που δόθηκε σε αυτήν από την Αστυνομία. Ανέφερε επιπρόσθετα, ότι όταν έγινε το περιστατικό, οι ανήλικες θυγατέρες τους βρίσκονταν στο σαλόνι, σε απόσταση περί τα 2½ μέτρα, οπότε είδαν και άκουσαν το συμβάν, καθώς βρίσκονταν ακριβώς έξω από την πόρτα, ενώ έκλαιγαν πάρα πολύ και ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση.

 

Ως επίσης αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση της ΜΚ1, εκεί όπου την εξύβρισε ο κατηγορούμενος είναι το πατρικό της, υπάρχει δημόσιος δρόμος και υπήρχαν γείτονες. Τέλος, ανέφερε ότι για αυτή την υπόθεση είναι κατηγορούμενη και η ίδια σε άλλη υπόθεση, ότι έδειρε τον κατηγορούμενο.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1 ερωτήθηκε κατά πόσο το διάταγμα επικοινωνίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου όριζε ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να παραλαμβάνει μόνος του την ανήλικη, με αυτήν να απαντά ότι κάθε φορά πήγαινε με άλλα άτομα και ότι θεώρησε σωστό, για την προστασία των παιδιών, να πηγαίνει μόνος του.

 

Αναφορικά με την αδερφή του κατηγορουμένου, η ΜΚ1 υπέδειξε ότι δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα, πλην όμως ξαφνιάστηκε καθώς δεν είχε ενημερωθεί, ενώ αρνήθηκε ότι προκάλεσε τον κατηγορούμενο για να τη χτυπήσει ή ότι έβρισε την αδερφή του. Αναφέρθηκε περαιτέρω στον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος τη χτύπησε, περιγράφοντας ότι την άρπαξε από τον λαιμό και την έσυρε και όταν αυτή προσπάθησε να φύγει, την «κλείδωσε» και τη χτυπούσε. Ερωτηθείσα εαν κατάφερε να αμυνθεί, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος την είχε «κλείσει» μέσα στα σκέλια του, επομένως δεν μπορούσε να τον χτυπήσει, αρνούμενη ότι τραυμάτισε τον κατηγορούμενο.

 

Όπως επίσης ανέφερε αντεξεταζόμενη η ΜΚ1, η αδερφή και η φίλη του κατηγορούμενου έτρεξαν για να τον τραβήξουν όμως δεν τα κατάφεραν, ενώ ως υπέδειξε, δεν υπήρχαν κάμερες στον χώρο. Επιπρόσθετα, η ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν την εξύβρισε ο κατηγορούμενος, βρισκόταν πάνω στο τελευταίο πλατύσκαλο, έξω από το σπίτι, στην έξοδο προς το πεζοδρόμιο.

 

Αναφορικά με τα χτυπήματα που δέχτηκε, η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε φωτογραφίες, ωστόσο στην πορεία είχε φρικτούς πόνους. Δεν πήγε σε ψυχολόγο, καθώς ως ανέφερε δεν τον χρειαζόταν, πλην όμως πήγαινε την κόρη της σε παιδοψυχολόγο. Ερωτηθείσα κατά πόσο προέβη στην καταγγελία επειδή την κατήγγειλε ο κατηγορούμενος, η ΜΚ1 απάντησε ότι το περιστατικό αυτό ήταν το κερασάκι, καθώς είχε ήδη αντιμετωπίσει απειλές, ότι ο κατηγορούμενος πήγαινε τα βράδια και κυκλοφορούσε σαν φάντασμα και ότι της έστελνε απειλητικά μηνύματα.

 

Αναφορικά με τη σχέση του κατηγορουμένου με τα παιδιά του, η ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτός παραλάμβανε τη μεγαλύτερη, η οποία ήταν μπερδεμένη, αναφερόμενη σε κάποιο περιστατικό κατά το οποίο ο κατηγορούμενος κλείδωσε την ανήλικη στην τουαλέτα, ενώ επισήμανε ότι φοβόταν για τη ζωή των παιδιών της, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης ουσιών και συνελήφθη και για κλοπές. Ερωτηθείσα κατά πόσο έκανε αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο ώστε να απαγορευθεί στον κατηγορούμενο να βλέπει τα παιδιά, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν θυμόταν.

 

 

Χ.Λ., Αστ. [ ] (στο εξής η «ΜΚ2»)

 

Η ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή της η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ότι έλαβε καταθέσεις από την Ρ.Φ. και την ΜΚ1 σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση και ότι έλαβε παράπονα από αυτές εναντίον του κατηγορούμενου.

 

Η ΜΚ2 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον Ζ. στον οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της και αναγνώρισε το Τεκμήριο 1, ως την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την ΜΚ1.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι η ανακρίτρια της υπόθεσης και ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια πέραν της λήψης των ανακριτικών καταθέσεων. Ως επίσης ανέφερε, έλαβε κατάθεση από την ΜΚ1 αφού ενημερώθηκε ότι είχε προηγηθεί παράπονο εναντίον της και υπήρχε υπόθεση υπό διερεύνηση. Ωστόσο, το παράπονο που είχε υποβληθεί εναντίον της δεν λήφθηκε από την ίδια τη ΜΚ2.

 

Ρ.Φ. («ΜΚ3»)

 

Η ΜΚ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι γνώρισε την ΜΚ1 μέσω του αδερφού της, με τον οποίο η ΜΚ1 έχει σχέση, ενώ γνωρίζει τον κατηγορούμενο καθώς τον έχει δει πολλές φορές να παραλαμβάνει την κόρη τους από το σπίτι της ΜΚ1. Την 9.3.2020, η ΜΚ3 βρισκόταν στην οικία της ΜΚ1 από τις 16:30, καθώς έχουν πολύ καλή σχέση και την βοηθά με τις μετακινήσεις της. Περί την 17:50, βρίσκονταν στην βεράντα μαζί με την ΜΚ1 και τις δύο κόρες της ΜΚ1, όταν κατέφτασε ένα αυτοκίνητο το οποίο σταμάτησε μπροστά από την οικία και κατέβηκαν από αυτό ο κατηγορούμενος και μία κοπέλα.

 

Ο κατηγορούμενος ανέβηκε στη βεράντα και πήρε τη μικρή του κόρη, την φίλησε και την άφησε κάτω, ενώ μετά άρχισε να μιλά με τη μεγαλύτερη του κόρη. Τότε η ΜΚ3 όταν άκουσε την ΜΚ1 να ρωτά τον κατηγορούμενο «Γιατί την έφερες τούτη δαμε;» και αυτός νευρίασε και άρπαξε την ΜΚ1 από τα χέρια, η οποία τον έσπρωξε για να την αφήσει. Ο κατηγορούμενος την άφησε και κατέβηκε από τα σκαλιά, μετά ανέβηκε ξανά και άρπαξε τη ΜΚ1 από τον λαιμό, την τράβηξε κάτω από τα σκαλιά κρατώντας την από τον λαιμό και μετά την τράβηξε να γονατίσει και με το ένα του χέρι την κρατούσε από τον λαιμό και με το άλλο του χέρι την χτυπούσε με γροθιές σε όλο της το σώμα και ειδικά στο κεφάλι.

 

Η ΜΚ3 έτρεξε και τραβούσε την ΜΚ1, ενώ οι άλλες δύο κοπέλες τραβούσαν τον κατηγορούμενο. Στην προσπάθεια της ΜΚ3 να κάνει τον κατηγορούμενο να αφήσει την ΜΚ1, του τράβηξε το χέρι, μέχρι που την άφησε. Φεύγοντας, ο κατηγορούμενος είπε στην ΜΚ1 ότι θα της ανοίξει τον λάκκο, ενώ γυρίζοντας προς το μέρος της ΜΚ3 της είπε ότι ήρθε η ώρα της και αυτής και ότι θα την σκοτώσει. Επίσης, την έβρισε αποκαλώντας την «πουτάνα».

 

Εν τέλει ο κατηγορούμενος αποχώρησε μαζί με τη μεγαλύτερη του κόρη. Η ΜΚ3 και η ΜΚ1 ενημέρωσαν την Αστυνομία για το συμβάν και μετέβησαν σε αστυνομικό σταθμό, όπου δόθηκε στην ΜΚ1 έγγραφο ιατρικής εξέτασης. Η ΜΚ3 επέστρεψε στο σπίτι της ΜΚ1 για να προσέχει το μικρότερο παιδί της, ενώ η ΜΚ1 παρέμεινε στο Νοσοκομείο για νοσηλεία.

 

Η ΜΚ3 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή της, ενώ ανέφερε επίσης ότι ένιωσε φόβο ότι θα πραγματοποιήσει την απειλή του, λόγω των γεγονότων που έγιναν εκείνη τη στιγμή. Στον χώρο, συνέχισε η μάρτυρας, βρίσκονταν τα δύο παιδιά, η μεν μικρότερη κόρη έβλεπε καρτούν στο κινητό τηλέφωνο, η δε μεγαλύτερη φώναζε ώστε ο κατηγορούμενος να αφήσει τη μητέρα της, ήταν φοβισμένη και έκλαιγε.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ3 ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος την εξύβρισε ένιωσε φόβο και ότι του είχε απαντήσει ότι δεν τον φοβάται, αυτοαμυνόμενη. Ανέφερε επίσης, ότι δεν γνωρίζει αν ενοχλούσε τον κατηγορούμενο που έκανε παρέα με την ΜΚ1, ούτε αν τη συμπαθούσε. Ίσως να την έβρισε, ως υπέδειξε, επειδή πήγε θύμα μαζί με την ΜΚ1. Ήταν περαιτέρω η θέση της ΜΚ3 ότι ήταν παρούσα σε όλο το περιστατικό, επισημαίνοντας ότι η ΜΚ1 δεν μπορούσε να αμυνθεί και δεν προκάλεσε κανένα τραύμα στον κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι το όλο επεισόδιο έγινε στη βεράντα της οικίας της ΜΚ1, η οποία βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, υπάρχουν σπίτια γύρω και απέναντι και κύριος δρόμος, ενώ αυτοκίνητα κινούνται στην περιοχή και δίπλα ζουν γείτονες.

 

Μ.Σ. («ΜΚ4»)

 

Η ΜΚ4 αναγνώρισε και υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι  το σπίτι της είναι εφαπτόμενο με το σπίτι της ΜΚ1, την οποία γνωρίζει προσωπικά, όπως και τον κατηγορούμενο. Αναφορικά με το περιστατικό της 9ης Μαρτίου 2020, η μάρτυρας αναφέρει ότι περί τις έξι το απόγευμα, άκουσε φωνές και κλάματα της κόρης της ΜΚ1 και του κατηγορούμενου.

 

Όταν η ΜΚ4 βγήκε στη βεράντα του σπιτιού της, μπροστά είδε το μωρό στα σκαλιά να σπαράζει στο κλάμα και τον κατηγορούμενο και την ΜΚ1 να βρίσκονται στην βεράντα της οικίας και να είναι πιασμένοι στα χέρια, δηλαδή χτυπούσε ο ένας τον άλλον. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος κρατούσε την ΜΚ1 με το χέρι του από το σβέρκο και να την είχε σκυμμένη κάτω, ακινητοποιημένη, πλην όμως δεν είδε την ΜΚ1 να χτυπά τον κατηγορούμενο.

 

Τότε είδε δύο κοπέλες που κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και άρχισαν να τραβούν τον κατηγορούμενο και τους χώρισαν, ενώ μία άλλη κοπέλα που ήταν εκεί τράβηξε την ΜΚ1. Η ΜΚ4 έτρεξε στο παιδί που έκλαιγε για να την απομακρύνει, ώστε και να μην βλέπει αυτά τα πράγματα και κάλεσε τον κατηγορούμενο με ήρεμο τρόπο να ηρεμήσει και να φύγει και να έρθει μετά. Αρχικά αυτός την άκουσε και οδεύοντας προς το αυτοκίνητο έβριζε, αποκαλώντας την «πουτάνα», ενώ στη συνέχεια επέστρεψε και πήρε την κόρη του και έφυγαν, παρόλο που το παιδί έκλαιγε και έλεγε ότι δεν ήθελε να πάει μαζί του.

 

Ως περαιτέρω αναφέρει στην κατάθεσή της η ΜΚ4, δεν είδε τι είχε προηγηθεί, ενώ είδε μία γρατσουνιά στην μύτη του κατηγορούμενου που αιμορραγούσε, η δε ΜΚ1 είχε κόκκινα σημάδια στον λαιμό και τα χείλη της φαίνονταν φουσκωμένα.

 

Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ4 επισήμανε ότι όταν είδε το σκηνικό, ο κατηγορούμενος είχε πιάσει την ΜΚ1 από το σβέρκο και την είχε σκυμμένη κάτω, ενώ ενέμεινε στα όσα καταγράφει στην κατάθεση της ότι είδε να εκτυλίσσονται, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη διάρκεια του περιστατικού.

 

Ως επίσης ανέφερε, βρίσκονταν πάνω στη βεράντα και ο κατηγορούμενος κρατώντας την ΜΚ1 από το σβέρκο την κατέβασε από τα σκαλιά προς το πεζοδρόμιο. Ερωτηθείσα, πώς ο κατηγορούμενος είχε αιμορραγία, εφόσον από τα όσα περιγράφει προκύπτει ότι το μοναδικό θύμα του όλου περιστατικού ήταν η ΜΚ1, η μάρτυρας απάντησε ότι επρόκειτο για μία γρατσουνιά, εμμένοντας στην θέση ότι δεν είδε την ΜΚ1 να επιτίθεται στον κατηγορούμενο.

 

Κατηγορούμενος

 

Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε την κατάθεση ημερ. 10.3.2020 που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 7), στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ήταν παντρεμένος με τη ΜΚ1 και απέκτησαν δύο παιδιά. Από τη γέννηση της δεύτερης τους κόρης, λόγω προσωπικών προβλημάτων, ήταν σε διάσταση και εκδόθηκε διαζύγιο, καταδικάστηκε δε σε φυλάκιση έξι μηνών για υποθέσεις που είχαν μεταξύ τους και απολύθηκε πριν από τρεις μήνες.

 

Αναφέρει επιπρόσθετα, ότι υπάρχει διάταγμα επικοινωνίας για να βλέπει τα παιδιά του, από την έκδοση του οποίου η πρώην σύζυγός του δεν του έδινε ποτέ το μικρότερο παιδί και δεν έχει καθόλου σχέση μαζί του. Δεν έχει αυτοκίνητο αλλά το πατρικό του όπου διαμένει είναι σε απόσταση 700 μέτρων από το σπίτι όπου διαμένει η ΜΚ1 και πάει με τα πόδια για να παραλάβει το παιδί. Κατά την επίδικη ημερομηνία, πήγε να παραλάβει τα παιδιά ως ορίζει το διάταγμα, μαζί με την αδερφή του και μία φίλη της, η οποία τον μετέφερε με το αυτοκίνητό της. Η ΜΚ1 ήταν στη βεράντα με τα δύο παιδιά και όταν είδε την αδερφή του άρχισε να φωνάζει «Μα έφερες και τη πουστόρατσα σου τωρά;».

 

Αυτός την αγνόησε και ζήτησε να τον βγάλουν φωτογραφία με την μικρότερη κόρη του, ωστόσο η ΜΚ1 συνέχισε να φωνάζει και αποκάλεσε την αδερφή του «πουτάνα». Τότε την κάλεσε σε έντονο ύφος να σταματήσει να βρίζει την αδερφή του μπροστά στα παιδιά και αυτή του επιτέθηκε και άρχισε να τον χτυπά με το κινητό που κρατούσε στο κεφάλι, τραυματίζοντας τον στο πρόσωπο. Με την παρέμβαση της αδερφής του και της φίλης της, οι οποίες τον πήραν από τα χέρια της, πήραν τη μεγάλη του κόρη, η οποία σοκαρίστηκε και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει και έφυγαν.

 

Αφότου έφυγαν, πήγε στην Αστυνομία και κατήγγειλε το περιστατικό. Πήγε στο Νοσοκομείο όπου εξετάστηκε και απολύθηκε την ίδια ημέρα, αλλά λόγω των χτυπημάτων ζαλιζόταν και δεν μπορούσε να δώσει κατάθεση.

 

Αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος υιοθέτησε τα όσα αναφέρονται στην κατάθεσή του ημερ. 22.3.2020 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Ειδικότερα, πρόκειται για την κατάθεση που έδωσε αφού ενημερώθηκε για τη διερεύνηση υπόθεσης εναντίον του σε σχέση με το περιστατικό της 9ης Μαρτίου 2020 και κατόπιν υποβολής παραπόνων από τις ΜΚ1 και ΜΚ3.

 

Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες και υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερ. 10.3.2020 σχετικά με τα γεγονότα. Δεν αποδέχεται ότι έπιασε από το σβέρκο και ακινητοποίησε την ΜΚ1 στο έδαφος, διευκρινίζοντας, ότι τα πράγματα δεν έγιναν έτσι, αλλά όπως τα αναφέρει στην κατάθεση του.

 

Η δε μεγαλύτερη κόρη του, συνεχίζει ο κατηγορούμενος, έκλαιγε ενόψει του ότι φώναζε και έβριζε η μητέρα της, ενώ αρνείται ότι μίλησε, απείλησε ή έβρισε την ΜΚ3. Όπως επίσης αναφέρει στην εν λόγω κατάθεσή του ο κατηγορούμενος, η καταγγελία έγινε κατόπιν υποβολής της δικής του καταγγελίας, ενώ δεν υπήρχαν άλλοι μάρτυρες και κανένας γείτονας δεν βγήκε έξω, ούτε είδε το συμβάν.

 

Ως ο κατηγορούμενος ανέφερε αντεξεταζόμενος, όταν είδε ότι το παιδί στρεσαρίστηκε, είπε στην ΜΚ1 με έντονο ύφος να ηρεμήσει και να μην βρίζει μπροστά στα παιδιά, καθώς άρχισε να τον βρίζει ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και όταν κατέβηκε από αυτό, έβρισε την αδερφή του.

 

Ανέφερε επίσης, ότι μαζί με την ΜΚ1 βρισκόταν η ΜΚ3, ενώ στο σπίτι βρισκόταν και ο αδερφός της ΜΚ1 και ο πατέρας της, ο οποίος στεκόταν στην πόρτα. Στην υποβολή ότι ουδέποτε ανέφερε στην κατάθεσή του ότι βρίσκονταν αυτοί οι δύο άντρες εκεί, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν το είχε αναφέρει καθώς ήταν μπερδεμένος που του χτύπησε στο κεφάλι, ενώ καθ’ υπόδειξη της αναφοράς του, επί του Τεκμηρίου 5, ότι δεν υπήρχαν άλλοι μάρτυρες, απάντησε ότι η αλήθεια είναι ότι εκεί βρίσκονταν όλοι εκεί, αρνούμενος ότι είπε ψέματα στην κατάθεση του.

 

Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι οι κοπέλες που βρίσκονταν εκεί πήγαν να πιαστούν, ερωτηθείς δε αν το ανέφερε στην κατάθεσή του, απάντησε ότι ήταν στρεσαρισμένος και σκεφτόταν το παιδί το οποίο ήθελε να ηρεμήσει, ενώ αρνήθηκε ότι πρόκειται για μεταγενέστερες του σκέψεις. Ανέφερε επίσης, ότι η αδερφή του υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία σε σχέση με τις βρισιές, το οποίο μετά απέσυρε, καθώς δεν ήθελε να έρχεται στο Δικαστήριο, πλην όμως δεν γνώριζε για την φίλη της.

 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι η ΜΚ1 του είπε «γιατί την έφερες τούτη δαμε?» και ήταν η θέση του ότι του είπε «γιατί έφερες την πουτάνα δαμε;», ενώ αρνήθηκε ότι άρπαξε, έσπρωξε, ακινητοποίησε και γρονθοκόπησε την ΜΚ1. Αρνήθηκε επίσης ότι καταδικάστηκε σε άλλη υπόθεση ότι έδειρε την ΜΚ1 και ότι της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, λέγοντας ότι οι δηλώσεις της ΜΚ1, είναι ψευδείς.

 

[ΙΙΙ] Παραδεκτά Γεγονότα

 

Μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης, δηλώθηκαν, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν, ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα:

 

·         H κατάθεση του κατηγορουμένου ημερ. 22.3.2020 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, ως προς τη λήψη της.

·         Η κατάθεση του Αστ. [ ] Ε.Π. ημερ. 2.4.2020 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν, ο καταθέτων, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι την 9.3.2020 περί τις 18:00 δέχθηκε τηλεφώνημα από την Σ.Ν., ότι λίγο προηγουμένως ο πρώην σύζυγός της, Α.Ζ., μετέβη στην οικία της με σκοπό να παραλάβει την ανήλικη κόρη τους, βάσει διατάγματος επικοινωνίας και κατόπιν λογομαχίας, την έσπρωξε. Προτού ολοκληρωθεί το εν λόγω τηλεφώνημα, μετέβη στον Σταθμό ο Α.Ζ. μαζί με την αδερφή του και τότε ο Αστ. [ ] κάλεσε την Σ.Ν. να προσέλθει στον Σταθμό για να υποβάλει το παράπονο της.

 

Ο Ζ. έφερε εμφανές τραύμα στο πρόσωπο καθώς είχε αίμα στην μύτη και σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στον Αστ. [ ], πήγε να παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα του από το σπίτι της πρώην συζύγου του, η οποία άρχισε να φωνάζει και να βρίζει την αδερφή του «πουτάνα» στην παρουσία των ανήλικων και τους αποκάλεσε «πουστόρατσα». Όταν αυτός την κάλεσε σε έντονο ύφος να σταματήσει να φωνάζει, αυτή του επιτέθηκε και τον χτύπησε στο πρόσωπο και στο κεφάλι με το κινητό της τραυματίζοντάς τον. Του δόθηκε έντυπο για ιατρική εξέταση, ενώ η  αδερφή του κατήγγειλε εξύβριση. Ως επίσης ο Αστ. [ ] αναφέρει, την 22.3.2020 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Ζ. για τα αδικήματα που προέκυψαν εναντίον του και δεν παραδέχθηκε ενοχή.

 

·         Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερ. 10.3.2020 σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, ως προς τη λήψη της.

 

·         Ο Α.Ζ. από τον οποίο ο Αστ. [ ] πήρε ανακριτική κατάθεση, ως το Τεκμήριο 5, είναι ο κατηγορούμενος.

 

·         Το έντυπο για ιατρική εξέταση στο οποίο περιλαμβάνεται ιατρική εξέταση ημερ. 9.3.2020, σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του.

 

·         Η ασθενής στην οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 2 είναι η ΜΚ1.

[IV] Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5]

 

Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]

 

Σύμφωνα δε με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας.[8]

 

Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Η εντύπωση που απεκόμισα από τη ΜΚ1 ήταν θετική. Η μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, ενέμεινε με σταθερότητα στις θέσεις της και απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της με ηρεμία, φυσικότητα και αυθορμητισμό, περιέγραψε με παραστατικότητα τα επίδικα γεγονότα και δεν εντόπισα στη μαρτυρία της οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Την αξιοπιστία της εν λόγω μάρτυρος, ενισχύει το γεγονός ότι δεν δίστασε, κατά την αντεξέτασή της, απαντώντας με φυσικότητα που έδωσε την εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα, να αναφέρει ότι δεν θυμόταν κατά πόσο, κατά την προσπάθειά της να αμυνθεί, τραυμάτισε τον κατηγορούμενο.

 

Ούτε και αναδείχθηκε από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, ή μου δόθηκε η εντύπωση, ότι η μάρτυρας προέβη σε καταγγελία επειδή την κατήγγειλε ο κατηγορούμενος προηγουμένως. Άλλωστε, με βάση την κατάθεση του Αστ. [ ], η οποία κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου της, την 9.3.2020, προτού ο κατηγορούμενος μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό, ο Αστ. [ ] είχε λάβει τηλεφωνική κλήση από την ΜΚ1 αναφορικά με το συμβάν.

 

Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας της ΜΚ1.

 

Αναφορικά με την ΜΚ2, επρόκειτο για τυπική μάρτυρα η οποία έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και της οποίας η αξιοπιστία δεν κλονίστηκε, ούτε και διαπιστώθηκαν οποιεσδήποτε ανακολουθίες στη μαρτυρία της, ενώ δεν αναδύθηκε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ή συμφέρον της μάρτυρος, από την έκβαση της υπόθεσης. Συνεπακόλουθα, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της.

 

Η ΜΚ3 έκανε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς ήταν ήρεμη και σταθερή κατά την αντεξέτασή της, απάντησε δε με αυθορμητισμό σε όλες τις ερωτήσεις οι οποίες της υποβλήθηκαν και αναπαρέστησε με φυσικότητα τα όσα διαδραματίστηκαν την 9η Μαρτίου 2020, ενώ δεν έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία της. Ως εκ των άνω, αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της.

 

Η ΜΚ4 έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο και έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν αναδείχθηκε από τη μαρτυρία της, οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Η μάρτυρας απάντησε χωρίς υπεκφυγές σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με ηρεμία, φυσικότητα και σταθερότητα και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία της, την οποία αποδέχομαι στο σύνολό της.

 

Από την άλλη, ο κατηγορούμενος δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς η όλη μαρτυρία του δεν ήταν αληθοφανής και λογική, αλλά ούτε και συνεκτική, στερείτο δε ποιότητας και πειστικότητας και παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις.

 

Ειδικότερα, ενώ στην κατάθεσή του ημερ. 22.3.2020 ο κατηγορούμενος αναφέρει ρητά ότι δεν υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας ή γείτονας που να είδε το επίδικο συμβάν, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι παρόντες στο περιστατικό ήταν ο αδερφός και ο πατέρας της ΜΚ1. Η μοναδική αναφορά που εντοπίζεται σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά είναι στην κατάθεσή του ημερ. 10.3.2020, όπου αναφέρει ότι όταν επέστρεψε το παιδί, στο σπίτι βρίσκονταν τα πιο πάνω πρόσωπα, τα οποία άρχισαν να τον βρίζουν, χωρίς αυτός να αντιδρά. Περιπλέον, η μαρτυρία της ΜΚ4 και δη το γεγονός ότι το σπίτι της εφάπτεται με το σπίτι όπου διαμένει η ΜΚ1, καθώς επίσης και η παρουσία της στο επίδικο συμβάν, δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης.

Ως εκ τούτου, η διαφοροποίηση της εκδοχής του, αντιπαραβαλλομένης μάλιστα με τη μαρτυρία της ΜΚ4, δημιουργεί την εντύπωση προσπάθειας καλλιέργειας εντυπώσεων. Η δε εξήγησή του, ότι ήταν μπερδεμένος από τα χτυπήματα που δέχθηκε από την ΜΚ1 μόνο πιστευτή δεν μπορεί να γίνει, καθώς, πέραν του ότι δεν είναι πειστική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς του, ως προς τις ζημιές αυτές που επικαλέστηκε ότι του προκάλεσε η ΜΚ1. Επισημαίνεται δε, ότι η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3, ως προς το ότι το κινητό τηλέφωνο της ΜΚ1 κρατούσε η μικρότερη θυγατέρα της κατά τη διάρκεια του επίδικου συμβάντος, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης.

 

Η δε αναφορά του κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι κατά το επίδικο περιστατικό πιάστηκαν στα χέρια και άλλα πρόσωπα, πέραν του ότι παρέμεινε μετέωρη και αόριστη, δίδοντας την εντύπωση προσπάθειας καλλιέργειας εντυπώσεων, δεν αναφέρεται πουθενά στις καταθέσεις του, ούτε και υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν.  Ως τονίστηκε στην Tekinder Pal v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ., η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως.

 

Πέραν τούτου, αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος μετέβαλε ουσιωδώς αυτή του τη θέση, λέγοντας ότι τα πρόσωπα στα οποία έκανε αναφορά δεν πιάστηκαν τελικά στα χέρια, παρά μόνο βρίστηκαν μεταξύ τους, λόγω της δικής του παρέμβασης.

 

Επιπρόσθετα, ενώ στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών σε σχέση με διάφορες υποθέσεις που είχε με την ΜΚ1, κατά την αντεξέτασή του απέφευγε να απαντήσει σε σχετικές με το θέμα ερωτήσεις, λέγοντας ότι δεν θυμάται γιατί εξέτισε ποινή φυλάκισης, ενώ εν τέλει ανέφερε ότι νομίζει πως επρόκειτο για θέματα διατροφών. Θέση η οποία δεν πείθει το Δικαστήριο για το αληθές της, λαμβανομένης υπόψη της αυστηρότητας της ποινής φυλάκισης που ο κατηγορούμενος εξέτισε, ήτοι του άμεσου περιορισμού της ελευθερίας του.

 

Ως εκ των άνω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου, εξαιρουμένων των όσων δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση.

 

[V] Ευρήματα Δικαστηρίου

 

Από την όλη αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, διαφαίνεται ότι η πραγματική υπόσταση των ουσιωδών σε σχέση με την παρούσα υπόθεση γεγονότων, έχει ως εξής:

 

Ο κατηγορούμενος και η ΜΚ1 ήταν παντρεμένοι από το 2009 και χώρισαν περί το 2018. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο θυγατέρες, οποίες την 9.3.2020 ήταν 9 ½ και 2 ½ ετών. Αναφορικά με την επικοινωνία που ο κατηγορούμενος θα είχε με τις ανήλικες, εκδόθηκε διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο, το οποίο όριζε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος θα παραλάμβανε τη μεγαλύτερη κόρη του κάθε Δευτέρα και Τετάρτη μεταξύ των ωρών 16:00 – 20:00.

 

Την 9.3.2020 ο κατηγορούμενος πήγε στην οικία της ΜΚ1 περί την 17:45 για να παραλάβει την 9χρονη κόρη του και μαζί του ήταν η αδερφή του και μία φίλη, η οποία τον μετέφερε με το αυτοκίνητό της. Όταν ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ανέβηκε στη βεράντα του σπιτιού, η ΜΚ1 τον ρώτησε «Γιατί την έφερες τούτη δαμε;» εννοώντας την αδερφή του. Τότε ο κατηγορούμενος νευρίασε και άρπαξε την ΜΚ1 από τα χέρια, η οποία τον έσπρωξε για να την αφήσει. Ο κατηγορούμενος την άφησε και κατέβηκε από τα σκαλιά, ενώ στη συνέχεια ανέβηκε ξανά και άρπαξε τη ΜΚ1 από τον λαιμό και την έσυρε, ακινητοποιώντας την μέσα στα σκέλια του, με την ΜΚ1 να βρίσκεται στα γόνατα και με το ένα του χέρι συνέχιζε να την κρατά και με το άλλο να την γρονθοκοπά στο σώμα και κυρίως στο κεφάλι.

 

Οι κοπέλες που είχαν έρθει μαζί με τον κατηγορούμενο και η ΜΚ3 κατάφεραν να τους χωρίσουν, τραβώντας τους. Τα δύο ανήλικα παιδιά του κατηγορουμένου και της ΜΚ1 βρίσκονταν στον χώρο και είδαν το περιστατικό, η δε μεγαλύτερη κόρη τους φώναζε και έκλαιγε. Τις φωνές άκουσε η ΜΚ4, το σπίτι της οποίας εφάπτεται με το σπίτι της ΜΚ1 και η οποία έτρεξε για να μετακινήσει τη μεγαλύτερη κόρη τους, ώστε να μην βλέπει τα σκηνικά αυτά.

 

Αποχωρώντας, μαζί με την μεγαλύτερη του κόρη, ο κατηγορούμενος είπε στην ΜΚ1 ότι θα της ανοίξει τον λάκκο, ενώ γυρίζοντας προς το μέρος της ΜΚ3 της είπε ότι ήρθε η ώρα της και αυτής και ότι θα την σκοτώσει, ενώ την αποκάλεσε «πουτάνα».

 

Αυθημερόν, η ΜΚ1 και η ΜΚ3 ενημέρωσαν την Αστυνομία για το συμβάν και μετέβησαν σε Αστυνομικό Σταθμό, όπου δόθηκε στην ΜΚ1 έντυπο ιατρικής εξέτασης. Αφού η ΜΚ1 πήγε στο Νοσοκομείο, εξετάστηκε και κρατήθηκε για νοσηλεία και βγήκε από το Νοσοκομείο την 12.3.2020, καθώς διαγνώστηκε με εξάρθρωμα του Α7 σπονδύλου και έγινε εισαγωγή της στο Ορθοπεδικό Τμήμα του Νοσοκομείου.

 

Ο κατηγορούμενος κατήγγειλε αυθημερόν το περιστατικό σε Αστυνομικό Σταθμό, ενώ έφερε τραύμα στη μύτη, όπου υπήρχε αίμα.

 

[VI] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[9]

 

Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11] 

Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[12] Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[13]

 

Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.

 

Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της άσκησης βίας κατά της πρώην συζύγου του κατηγορουμένου, που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτήν, κατά παράβαση των αρ. 2 και 3(1)(4) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και προστασία θυμάτων) Νόμου, Ν.119(I)/2000.

 

Σύμφωνα με το αρ. 3(1) του Ν.119(I)/2000:

 

«Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του….».

 

Το αρ. 2 του Ν.119(I)/2000, ως «μέλος της οικογένειας» ορίζει άντρα και γυναίκα οι οποίοι (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και η ΜΚ1 ήταν παντρεμένοι αποτελεί κοινό έδαφος, επομένως η σχετική νομοθεσία τυγχάνει εφαρμογής.

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος πληρούνται, καθότι την 9.3.2020, ο κατηγορούμενος άσκησε βία στην πρώην σύζυγό του, εφόσον με τις πράξεις του οι οποίες συνίσταντο στο να την τραβήξει από τον λαιμό, να την ακινητοποιήσει και να τη γρονθοκοπήσει, της επέφερε σωματική βλάβη και συγκεκριμένα εξάρθρωμα Α7 σπονδύλου, με αποτέλεσμα τη νοσηλεία της για διάστημα τριών ημερών στο Νοσοκομείο.

 

Παραπέμπω, στο σημείο αυτό, στην Georghiades v. Police (1985) 2 C.L.R. 56, όπου κρίθηκε ότι επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα, αποτελεί πραγματική σωματική βλάβη.

 

Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της πράξης βίας στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, κατά παράβαση των αρ. 2 και 3(1)(3)(4) του Ν.119(I)/2000.

 

Σύμφωνα με το αρ. 3(3) του Ν.119(I)/2000:

 

«(3) Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο (4) του άρθρου αυτού».

 

Με βάση δε τις πρόνοιες του αρ. 2 του πιο πάνω νομοθετήματος, «ανήλικο πρόσωπο» σημαίνει πρόσωπο το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη, ήτοι το να την τραβήξει από τον λαιμό, να την ακινητοποιήσει και να τη γρονθοκοπήσει, έγινε στην παρουσία των ανήλικων θυγατέρων τους. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ευρήματα τα οποία εξήχθησαν κατόπιν αξιολόγησής της, η μεν μικρότερη κόρη τους έπαιζε με το κινητό τηλέφωνο της ΜΚ1, η δε μεγαλύτερη είχε αναστατωθεί από το όλο συμβάν, κατά τη διάρκεια του οποίου έκλαιγε και φώναζε.

 

Για την πληρότητα των συστατικών στοιχείων ωστόσο του αδικήματος που αφορά η 2η κατηγορία, απαιτείται η απόδειξη της δυνατότητας πρόκλησης ψυχικής βλάβης στο παιδί. Εν προκειμένω, ουδεμία τέτοια μαρτυρία προσκομίστηκε, πέραν του ότι το μεγαλύτερο παιδί έκλαιγε κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια σε συμπέρασμα, ότι η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να προκαλέσει στις ανήλικες ψυχική βλάβη.

 

Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αφορά η 2η κατηγορία.

 

Οι κατηγορίες 3 και 4 αφορούν στο αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του αρ. 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:

 

«Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής, ως λέχθηκε στην Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, είναι τα ακόλουθα:

 

(α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,

 

(β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία.

 

Ως περαιτέρω λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση, το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονται.

 

Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως έχει επίσης νομολογηθεί, η απειλή, πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος.[14]

 

Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο, εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος, συνιστάται στην πρόθεση του κατηγορουμένου να εκφοβίσει τον παραπονούμενο, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη.

 

Για να καταλήξει δε το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς επίσης και τη φύση της απειλής.[15]

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, δοθείσας της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, της αξιολόγησης στην οποία έχω προβεί και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων στα οποία κατέληξα, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής πληρούνται και στις δύο περιπτώσεις.

Ειδικότερα, με βάση τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν το επίδικο συμβάν, ως αυτά προκύπτουν εκ των ευρημάτων του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην οικία της ΜΚ1, το περιεχόμενο της φράσης που αυτός εκστόμισε, αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις, περιλαμβανομένης της προγενέστερης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου να απειλεί την ΜΚ1, η οποία ως χαρακτηριστικά ανέφερε, κυκλοφορούσε σαν φάντασμα γύρω από την οικία της, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και συγκεκριμένα ότι την 9.3.2020, ο κατηγορούμενος απείλησε την ΜΚ1 λέγοντάς της «Θα σου ανοίξω τον λάκκο σου», φράση η οποία της προκάλεσε τρόμο.

 

Λαμβάνοντας δε υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της φράσης που ο κατηγορούμενος εκστόμισε απευθυνόμενος προς την ΜΚ3, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και σε σχέση με την 4η κατηγορία και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος, την 9.3.2020, απείλησε την ΜΚ3 λέγοντάς της «Ήρτεν κι εσένα η ώρα σου. Θα σε σκοτώσω», φράση η οποία της προκάλεσε τρόμο. Το δε γεγονός ότι η ΜΚ3 αντέδρασε απαντώντας του, πέραν του ότι εξηγήθηκε πειστικά από τη μάρτυρα, με την αναφορά της ότι το έπραξε αυτοαμυνόμενη, δεν μεταβάλλει το γεγονός η φράση αυτή εκστομίστηκε με αποδέκτη την ΜΚ3, κάτω από τις πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες, προκαλώντας τρόμο στον αποδέκτη της.

 

Ικανοποιούμαι περαιτέρω, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να προκαλέσει στις παραπονούμενες τρόμο.

 

Η 5η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του αρ. 99 του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».

 

Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν ως ακολούθως:

 

(α) Πρόσωπο σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος,

 

(β) με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο,

 

(γ) εξυβρίζει άλλο πρόσωπο,

 

(δ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση.

 

Σύμφωνα με το αρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

 

Ως έχει νομολογηθεί, το αδίκημα της εξύβρισης στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται, πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα, ενώ δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό, ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. 

 

Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Επιπρόσθετα, δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας ειδικού από πλευράς κατηγορούσας αρχής για να πει τι σημαίνουν οι λέξεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο επειδή λέχθηκαν στα αγγλικά, νοουμένου ότι τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία βάσει της οποίας οι λέξεις ή η φρασεολογία που εκστομίζεται είναι υβριστική και οι μάρτυρες την αντιλαμβάνονται ως τέτοια.[16]

 

Ως αναφέρθηκε στην Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297:

 

“....an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears one.”

 

Στην Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98), με αναφορά στην πιο πάνω αυθεντία, λέχθηκε ότι η φράση «sees one», εισάγει παράλληλα με την εξύβριση δια λόγων και την εξύβριση με χειρονομίες.

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων μου, σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης.

 

Σημειώνεται καταρχάς ότι το περιστατικό έλαβε χώρα έξω από την οικία της ΜΚ1, η οποία γειτνιάζει με άλλα σπίτια και υπάρχει κύριος δρόμος, δηλαδή εμπίπτει στην έννοια του όρου «δημόσιος χώρος». Επιπρόσθετα, η λέξη που οι κατηγορούμενες εκστόμισε προς την ΜΚ3, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στον χώρο, το δε νόημά της θίγει την αξιοπρέπεια και υπόσταση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, ώστε λογικώς θα εκλαμβάνοταν από τον αποδέκτη της ως υβριστικό και συνεπώς αυτός θα μπορούσε να προκληθεί σε επίθεση.

 

[VII] Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1, 3, 4 και 5, στις οποίες αυτός κρίνεται ένοχος, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από τη 2η κατηγορία.

 

 

 

Υπ.) ...............................

                                                                                       Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

 

[8] Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924).

 

[9] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.

 

[10] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.

 

[11] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

 

[12] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110.

 

[13] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.

 

[14] Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 1.

 

[15] Κούσουλος ν Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 119/2022 ημερ. 20.1.2022, Ιωσήφ ν Αστυνομίας Π.Ε. Αρ. 41/2021 ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369.

 

[16] Bolster v. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ 89, Γ.Ε. ν. Ναταλία Καζίνα (1999) 2 Α.Α.Δ 503, Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 98).

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο