ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ABDUL RAHMAN AL KADOUR, Αρ. Υπόθεσης: 1216/2023, 4/8/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ABDUL RAHMAN AL KADOUR, Αρ. Υπόθεσης: 1216/2023, 4/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

                                                                       Αρ. Υπόθεσης: 1216/2023

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 Κατηγορούσα Αρχή

ν

 ABDUL RAHMAN AL KADOUR

 Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 4 Αυγούστου 2026

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού

Για Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση

Κατηγορούμενος απών

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

[Α] Εισαγωγή

 

Δια του κατηγορητηρίου προσάπτεται μία κατηγορία στον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα για το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ποινικού Κώδικα.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου σε σχέση με την πιο πάνω κατηγορία, ο κατηγορούμενος την 5.9.2021 στο χωριό Παρεκκλησιά της επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από υπό ανέγερση οικοδομή, πατώματα δέκα σκαλωσιών, πέντε πλατφόρμες σκαλωσιών, δέκα κάγκελα σκαλωσιών, επτά βίδες σκαλωσιών, δύο βάσεις σκαλωσιών και μία θαμνοκοπτική, όλα συνολικής αξίας €800,00 περιουσία του Δ.Κ. από τη Λεμεσό.

 

[Β] Ακροαματική διαδικασία και προσκομισθείσα μαρτυρία

 

Αφού ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στην ανωτέρω κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα δεν εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, με συνέπεια την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 20.3.2026, δια της οποίας αποφασίστηκε όπως η υπόθεση προχωρήσει και εκδικασθεί ερήμην του. Το πλήρες ιστορικό σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα παρατίθεται στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, το περιεχόμενο της μαρτυρίας των οποίων θα συνοψίσω ευθύς αμέσως, με την υπόμνηση ότι  δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου.[1]

 

Πρώτος κατέθεσε ο Δ.Κ., (στο εξής ο «ΜΚ1»), ο οποίος υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2.

 

Στις εν λόγω καταθέσεις του, ο μάρτυρας αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας «Δ.Κυπριανού construction limited» και τα τελευταία χρόνια ανεγείρει δική του οικία στον δρόμο Παρεκκλησιάς-Αγίου Τύχωνα και κάτω στην είσοδο όπου βρίσκεται ο δρόμος, έχει κάγκελο με κλειδωνιά και κάμερα η οποία βγάζει φωτογραφίες τις οποίες στέλνει στο κινητό του τηλέφωνο, όταν εντοπίσει κίνηση.

 

Την 5.9.2021 και ώρα 17:28 ο ΜΚ1 έλαβε μήνυμα και φωτογραφία από την κάμερα, στην οποία πρόσεξε όχημα MITSUBISHI διπλοκάμπινο χρώματος άσπρου και ένα πρόσωπο μέσα σε αυτό να εισέρχεται στον περιφραγμένο χώρο και να είναι άδειο από πίσω. Στις 17:54 ο ΜΚ1 έλαβε άλλο μήνυμα και φωτογραφία, όπου απεικονίζεται το εν λόγω όχημα να εξέρχεται του χώρου, φορτωμένο με σκαλωσιές, όπως αυτές που είχε ο ΜΚ1 στον χώρο.

 

Αμέσως ο ΜΚ1 ειδοποίησε έναν φίλο του για να μεταβεί στο μέρος και ξεκίνησε και ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του. Οδεύοντας προς την υπό ανέγερση κατοικία, είδε το αναφερόμενο αυτοκίνητο απέναντί του ακριβώς, σταματημένο, φορτωμένο με τις σκαλωσιές. Ο ΜΚ1 σταμάτησε πίσω από το εν λόγω αυτοκίνητο, κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και είδε τρία πρόσωπα στο πεζοδρόμιο να συζητούν, ενώ ένας από αυτούς φορούσε μπλούζα που έμοιαζε με τη μπλούζα που φορούσε το πρόσωπο που απεικόνιζαν οι φωτογραφίες που έλαβε προηγουμένως και εισήλθε στην περιουσία του. Όταν το εν λόγω πρόσωπο αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ1 και η οικογένειά του κάλεσαν τηλεφωνικώς την Αστυνομία έτρεξε και μπήκε στο αυτοκίνητο, κρατώντας ένα μικρό κόκκινο σμυρίλιο. Ο ΜΚ1 πήγε κοντά του και προσπάθησε να του αρπάξει το κλειδί του αυτοκινήτου του και τότε το εν λόγω πρόσωπο εξήλθε του οχήματος από την πλευρά του συνοδηγού και έτρεξε προς τον αυτοκινητόδρομο. Όταν τον προσέγγισε, τον ρώτησε γιατί πήγε να κλέψει την περιουσία του και αυτός απαντούσε με σπαστά ελληνικά, ενώ τα άτομα με τα οποία συζητούσε προηγουμένως ήταν Κύπριοι, οι οποίοι ανέφεραν στον ΜΚ1 ότι το αναφερόμενο πρόσωπο τους ζητούσε χρήματα για να βάλει βενζίνη. Μετά κατάλαβαν ότι το αναφερόμενο πρόσωπο επιχείρησε να τους βγάλει τον καταλύτη από τα οχήματά τους, καθώς κρέμονταν κάποια καλώδια από αυτά, ενώ αυτός κρατούσε το σμυρίλιο.

 

Όλη αυτή την ώρα, τόσο ο ΜΚ1, όσο και η σύζυγός του, τράβηξαν φωτογραφίες τον εν λόγω άντρα, ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε δεν είχε πινακίδες εγγραφής και η Αστυνομία διαπίστωσε αργότερα ότι ήταν κλεμμένο. Έπειτα ο ΜΚ1 πήγε στην οικοδομή του, όπου διαπίστωσε χάραγμα στην κλειδαριά, που σημαίνει ότι έγινε προσπάθεια να κοπεί, αλλά μετά φαίνεται ότι η είσοδος στον χώρο με το αυτοκίνητο έγινε από ανοιχτό χώρο δίπλα από το κάγκελο, καθώς φαίνονται τα ίχνη από τα λάστιχα στο χώμα και γδάρσιμο στον πάσσαλο της ηλεκτρικής. Από έλεγχο, ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι κλάπηκαν μόνο όσα βρήκε στο αυτοκίνητο που εντόπισε μετά, ήτοι πατώματα, κάγκελα ασφαλείας, σκαλωσιές, τις βίδες τους και μία θαμνοκοπτική, όλα συνολικής αξίας €800,00.

 

Επιπρόσθετα των ανωτέρω, ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 δέσμη από φωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν από το κινητό του τηλέφωνο, εξηγώντας τι απεικονίζει έκαστη εξ αυτών, ενώ περιέγραψε τι απεικονίζουν οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 4.

 

Ακολούθως, μαρτυρία προσέφερε ο Αστ. [ ], ο οποίος είναι ο ανακριτής της υπόθεσης (στο εξής ο «ΜΚ2»). Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 5 – 17 τις καταθέσεις που λήφθηκαν μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα. Ειδική αναφορά στα εν λόγω τεκμήρια θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο κριθεί σκόπιμο.

 

 

 

[Γ] Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]

 

Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι  με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]

 

Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα, προχωρώ σε αξιολόγηση των δύο μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω.

 

Αρχίζοντας από τον ΜΚ1, η εντύπωση που απεκόμισα ήταν εξαιρετική. Ο μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ενώ δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στον τρόπο με τον οποίο κατέθετε ο μάρτυρας, από το οποίο να αναδύεται τυχόν προσπάθειά του να παραποιήσει τα γεγονότα. Επιπρόσθετα, δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη ελλείψει αντεξέτασης.

 

Αναφορικά με τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, σημειώνω ότι αποτελούν πραγματική μαρτυρία, καθότι απεικονίζουν τα κλοπιμαία, ως αναγνωρίστηκαν από τον ΜΚ1, καθώς επίσης και το αυτοκίνητο που εισήλθε στην ιδιοκτησία του ΜΚ1, αλλά και το ίδιο το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο και ανακόπηκε από τον ΜΚ1.

 

Ως έχει νομολογηθεί, τέτοια μαρτυρία, παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια της άμεσης παρακολούθησης των διαδραματισθέντων και σε τέτοιες περιπτώσεις δεν απαιτείται προειδοποίηση, ως οι κατευθυντήριες γραμμές που καθιερώθηκαν στην R. v. Turnbull a.o. [1976] 3 All E.R. 549. Ωστόσο, αναμένεται από το Δικαστήριο ιδιαίτερη προσοχή, όταν γίνεται προσπάθεια αναγνώρισης μέσω φωτογραφιών ή βιντεοσκοπημένων εικόνων ή μέσω καταγραφών κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Σε περιπτώσεις όπου η εικόνα δεν είναι ποιοτικά ικανοποιητική, τότε ενδεχόμενα να απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να επεξηγηθεί το περιεχόμενό της και το Δικαστήριο πρέπει να αυτοπροειδοποιείται για τους κινδύνους λανθασμένης αναγνώρισης, ανεξαρτήτως αν έχει χρόνο να τις μελετήσει.[8]

 

Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου (2013) 2 Α.Α.Δ. 601, θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία, η ορθότητα της οποίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση.

 

Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω καταρχάς ότι ο ΜΚ1 αναγνώρισε την κλοπιμαία περιουσία του, η οποία απεικονίζεται στις αναφερόμενες φωτογραφίες και την οποία έλαβε εν τέλει από την Αστυνομία, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, βρισκόταν πάνω στο αυτοκίνητο το οποίο εντόπισε την ίδια ημέρα, οδεύοντας προς την υπό ανέγερση οικοδομή, αφότου έλαβε από το εγκατεστημένο σε αυτήν σύστημα, σχετικά μηνύματα και φωτογραφίες. Αναγνώρισε επίσης το αυτοκίνητο το οποίο εισήλθε στην ιδιοκτησία του, ως αυτό απεικονίζεται στις φωτογραφίες που έλαβε από το σύστημα, αλλά και το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα.

 

Τούτων λεχθέντων και ελλείψει αντεξέτασης και αμφισβήτησης της μαρτυρίας του ΜΚ1, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου πάνω σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου.

 

Η εντύπωση που απεκόμισα από τον ΜΚ2 ήταν επίσης θετική. Από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν διέκρινα οτιδήποτε στην μαρτυρία του από το οποίο να προκύπτει προσπάθεια του για παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή για παραποίηση της αλήθειας, ούτε αναδείχθηκε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία, ελλείψει αντεξέτασης, παρέμεινε αναντίλεκτη.

 

Αναφορικά με τις καταθέσεις που ο ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήρια, σημειώνονται τα εξής.

 

Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9, ήτοι την κατάθεση ημερ. 5.9.2021 του Σ.Χ., αυτοκίνητο που ήταν εγγεγραμμένο στην εταιρεία του, με αρ. εγγραφής [ ], μάρκας MITSUBISHI L200, διπλοκάμπινο, χρώματος άσπρου, κλάπηκε μεταξύ 4 – 5 Σεπτεμβρίου 2021, δηλαδή σε κοντινή χρονική περίοδο με το αδίκημα που απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση.  

 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 11 που ο ΜΚ2 κατέθεσε, ήτοι κατάθεση του Αστ. [ ], την 5.10.2021 ο Αστ. [ ] ανέλαβε ειδικό καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό της Γερμασόγειας, όπου κρατούνταν δύο κρατούμενοι. Ένας εξ αυτών ήταν ο ABDUL RAHMAN KADOUR ΔΕΑ [ ] από τη Συρία, τον οποίο ο Αστ. [ ] αναγνώρισε ως το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες που έλαβε παραπονούμενο πρόσωπο για κλοπή περιουσίας και το κατήγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό της Μονής, καθώς επίσης και για κλοπή του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής [ ], η οποία καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας.

Οι πιο πάνω καταθέσεις, όπως και οι υπόλοιπες καταθέσεις που ο ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήρια, ως μέρος του ανακριτικού έργου, αποτελούν σε κάθε περίπτωση εξ ακοής μαρτυρία.

 

Εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής. Το Δικαστήριο, αξιολογεί τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.[9]

 

Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και ειδικά τις παραμέτρους που αναφέρονται στο εδάφιο (2). Σύμφωνα δε με το εδάφιο (3) του αρ. 27, λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το συμφέρον της δικαιοσύνης, δηλαδή οι σκοποί της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το οποίο περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων.[10] 

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου, ότι τα πρόσωπα τα οποία προέβησαν στις ανωτέρω καταθέσεις δεν κλητεύθηκαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο. Ωστόσο, με γνώμονα την ορθή απονομή και το συμφέρον της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στις καταθέσεις αυτές, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα, αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενό τους με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου.

 

Ως έχει άλλωστε προσφάτως νομολογηθεί, τα όσα προβλέπει το άρθρο 27(2) του Κεφ. 9, δεν καθιστούν την προσκομισθείσα μαρτυρία χωρίς αποδεικτική αξία, έστω και αν θα μπορούσε να κλητευθεί ως μάρτυρας ο αστυφύλακας ο οποίος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στα κρατητήρια, δεδομένης της μεταφοράς της κατάθεσής του αυτής από συνάδελφό του, ο οποίος είχε στην κατοχή του, μέσα στο πλαίσιο του ανακριτικού του έργου, ως εξεταστής της υπόθεσης, την εν λόγω κατάθεση, γεγονός το οποίο δεν επηρεάζει δυσμενώς την ποιότητα της μαρτυρίας αυτής. Ούτε και έχει αναδειχθεί, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να υποβαθμίζει τις καταθέσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9 και 11 ή να φανερώνει ενδεχόμενο κίνητρο απόκρυψης ή παραποίησης των γεγονότων.[11]

 

Συνεπακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 εξ ολοκλήρου.

 

Αναφορικά με την αξιολόγηση ανακριτικής κατάθεσης κατηγορουμένου προσώπου, παραπέμπω στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109) και στην  Μ. ΓΙΩΡΚΑΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. Αρ. 27/2021. Το απαύγασμα της νομολογίας συνιστάται στο ότι η εκτίμηση κατάθεσης κατηγορουμένου προσώπου ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, μέσα στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιόν του και έχει τη δυνατότητα να προσδώσει, όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται, διαφορετική βαρύτητα, σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου προσώπου, ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής.

 

Όπως δε τονίστηκε στην Κωνσταντίνου (βλ. ανωτέρω), δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule), καθώς αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας, θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence).

 

Διερχόμενη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου, διαπιστώνω ότι αρκέστηκε σε αναφορά πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, ενώ όταν κατηγορήθηκε γραπτώς σε σχέση με τα αδικήματα που αφορά η παρούσα, αρνήθηκε ενοχή. Ως εκ τούτου, δεν αποδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στην κατάθεση του κατηγορουμένου.

 

 

 

[Δ] Ευρήματα Δικαστηρίου

 

Κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση γεγονότα:

 

Ο ΜΚ1 είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας «Δ.Κυπριανού construction limited» και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, κατασκεύαζε δική του οικία στον δρόμο Παρεκκλησιάς-Αγίου Τύχωνα, στην είσοδο της οποίας υπήρχε κάγκελο με κλειδαριά και κάμερα η οποία έβγαζε φωτογραφίες τις οποίες απέστελλε στο κινητό τηλέφωνο του ΜΚ1, όταν εντόπιζε κίνηση.

 

Την 5.9.2021 και ώρα 17:28 ο ΜΚ1 έλαβε μήνυμα και φωτογραφία από το εν λόγω σύστημα παρακολούθησης, στην οποία απεικονίζετο ένα όχημα MITSUBISHI διπλοκάμπινο χρώματος άσπρου και ένα πρόσωπο μέσα σε αυτό, να εισέρχεται στον περιφραγμένο χώρο και να είναι άδειο από πίσω. Στις 17:54 ο ΜΚ1 έλαβε άλλο μήνυμα και φωτογραφία, όπου απεικονίζετο το εν λόγω όχημα να εξέρχεται του χώρου, φορτωμένο με σκαλωσιές, όπως αυτές που είχε ο ΜΚ1 στον χώρο.

 

Αμέσως ο ΜΚ1 ειδοποίησε έναν φίλο του για να μεταβεί στο μέρος και ξεκίνησε και ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο και τη θυγατέρα του για να πάει στον χώρο. Οδεύοντας προς την επίδικη υπό ανέγερση κατοικία, είδε το αυτοκίνητο που απεικόνιζαν οι φωτογραφίες που είχε λάβει από το σύστημα της κάμερας στο κινητό του τηλέφωνο, ακριβώς απέναντί του, σταματημένο, φορτωμένο με τις σκαλωσιές και χωρίς να φέρει πινακίδες εγγραφής. Τότε ο ΜΚ1 σταμάτησε πίσω από το εν λόγω αυτοκίνητο, κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και είδε τρία πρόσωπα στο πεζοδρόμιο να συζητούν, ενώ ένας από αυτούς φορούσε μπλούζα που έμοιαζε με τη μπλούζα που φορούσε το πρόσωπο που απεικόνιζαν οι φωτογραφίες που έλαβε προηγουμένως να εισέρχεται στην περιουσία του.

 

Όταν το εν λόγω πρόσωπο αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ1 και η οικογένειά του κάλεσαν τηλεφωνικώς την Αστυνομία, έτρεξε και μπήκε στο αυτοκίνητο, κρατώντας ένα μικρό κόκκινο σμυρίλιο. Ο ΜΚ1 πήγε κοντά του και προσπάθησε να του αρπάξει το κλειδί του αυτοκινήτου του και τότε το εν λόγω πρόσωπο εξήλθε του οχήματος από την πλευρά του συνοδηγού και έτρεξε προς τον αυτοκινητόδρομο. Όταν τον προσέγγισε, τον ρώτησε γιατί πήγε να κλέψει την περιουσία του και αυτός απαντούσε με σπαστά ελληνικά, ενώ τα άτομα με τα οποία συζητούσε προηγουμένως ήταν Κύπριοι, οι οποίοι ανέφεραν στον ΜΚ1 ότι το αναφερόμενο πρόσωπο τους ζητούσε χρήματα για να βάλει βενζίνη. Μετά κατάλαβαν ότι το αναφερόμενο πρόσωπο επιχείρησε να τους βγάλει τον καταλύτη από τα οχήματά τους, καθώς κρέμονταν κάποια καλώδια από αυτά, ενώ αυτός κρατούσε το σμυρίλιο.

 

Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω συμβάντων, τόσο ο ΜΚ1, όσο και η σύζυγός του, τράβηξαν φωτογραφίες τον εν λόγω άντρα. Έπειτα ο ΜΚ1 πήγε στην οικοδομή του, όπου διαπίστωσε χάραγμα στην κλειδαριά, καθώς επίσης και ίχνη από τα λάστιχα στο χώμα και γδάρσιμο στον πάσσαλο της ηλεκτρικής.

 

Από έλεγχο στον οποίο προέβη ο ΜΚ1, διαπίστωσε ότι κλάπηκαν μόνο τα όσα βρήκε στο αυτοκίνητο που εντόπισε μετά, ήτοι πατώματα, κάγκελα ασφαλείας, σκαλωσιές, τις βίδες τους και μία θαμνοκοπτική, όλα συνολικής αξίας €800,00.

 

Την 5.10.2021 ο Αστ. [ ] αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό της Γερμασόγειας, όπου κρατείτο ως κρατούμενος, ως το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες που έλαβε παραπονούμενο πρόσωπο για κλοπή περιουσίας και το κατήγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό της Μονής, καθώς επίσης και για κλοπή αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής [ ] μάρκας MITSUBISHI L200, διπλοκάμπινο, χρώματος άσπρου, η οποία καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας.

 

[Ε] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου

 

Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[12]

 

Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[13] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[14] 

 

Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[15] Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[16]

 

Το αδίκημα της κλοπής κωδικοποιείται στο αρ. 255 του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«255.-(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.

 

(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

 

(i) με τέχνασμα

 

(ii) με εκφοβισμό

 

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

 

(β) ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

 

(γ) ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

 

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο».

 

Στην Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής:

 

«Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι (1) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (2) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (3) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act.

 

Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.

 

Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.

 

Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο».

 

(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)

 

Αναφορικά με την περιστατική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, παραπέμπω στο ακόλουθο, διαφωτιστικό απόσπασμα, από την Αθηνής v. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41:

         

«Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθησαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διάπραξε το αδίκημα.

 

Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλωσπως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι το έργο του Δικαστηρίου.

 

Περιττό να τονιστεί ότι η μαρτυρία ασφαλώς πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένη, παρόλο που ο βαθμός ασφάλειας του συνόλου έχει οπωσδήποτε σχέση και με την εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου στοιχείου μέσα στο σύνολο αυτό. Όπως επίσης ότι είναι το καθήκον της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και εάν κατά την ολοκλήρωση της δίκης, εξετάζοντας την ολότητα της υπόθεσης υπάρχει λογική αμφιβολία, τότε η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση και ο κατηγορούμενος επομένως δικαιούται να αθωωθεί».

Όπως τονίστηκε στην Κόκκινος v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 628, η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας, καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας.

 

Χρήσιμα, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας ν Νικολάου (2010) 2 ΑΑΔ 525:

 

«Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης τοιαύτης, όταν δε είναι «... συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρωπίνου λάθους ...». (δέστε Παφίτης ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119-120 και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 746).  Περιστατική μαρτυρία δε που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο μοριακής γενετικής, είναι ιδιαιτέρως σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή. (R. V. Melias The Times 14.11.87, Σάββας Πλαστήρας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 571). Παρά τη δυναμική της δεν έχει βεβαίως οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ' αυτής. (Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R. 73).

 

Σε κάθε περίπτωση ένα Δικαστήριο ενεργεί και αποφασίζει επί των δεδομένων της ενώπιον του υπόθεσης. Τα γεγονότα, τα οποία δικαστικώς αξιολογούμενα θα οδηγήσουν στα ευρήματα του Δικαστηρίου, αποτελούν το στερεό βάθρο επί των οποίων το Δικαστήριο επιθέτει τη νομική πτυχή του ζητήματος».

 

Στην Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102, αναφέρθηκε ότι τα γεγονότα τα οποία συνιστούν περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση και να  μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας.

 

Ως επίσης λέχθηκε στην Ανδρέας Σταυρινού v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική.

 

Στρεφόμενη στην υπό κρίση περίπτωση, με βάση τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος έτυχε αναγνώρισης από τον Αστυφύλακα [ ], ως το πρόσωπο που απεικόνιζαν οι φωτογραφίες που ο ΜΚ1 προσκόμισε στις αστυνομικές αρχές, την 5.9.2021 εισήλθε οδηγώντας αυτοκίνητο μάρκας MITSUBISHI, διπλοκάμπινο, χρώματος άσπρου, στην υπό ανέγερση κατοικία του ΜΚ1. Δίπλα από το κάγκελο που υπήρχε στην είσοδο της εν λόγω οικίας, υπήρχαν ίχνη από λάστιχα αυτοκινήτου, ενώ υπήρχε χάραγμα στην κλειδαριά, κατά την προσπάθεια να κοπεί ώστε να επιτευχθεί η είσοδος.

 

Επιπρόσθετα, την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το εν λόγω αυτοκίνητο, εντοπίστηκε από τον ΜΚ1, ο οποίος τράβηξε τις φωτογραφίες που έδωσε στην Αστυνομία και αναγνώρισε την κλοπιμαία περιουσία του, εντός του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Κατά τη δε προσπάθεια του ΜΚ1 να συζητήσει με τον κατηγορούμενο σχετικά με την κλοπή, αυτός τράπηκε σε φυγή πεζός, εγκαταλείποντας το αυτοκίνητο που οδηγούσε, από το οποίο είχαν αφαιρεθεί οι πινακίδες εγγραφής και ήταν ίδιου τύπου και περιγραφής με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [ ], μάρκας MITSUBISHI L200, διπλοκάμπινο, χρώματος άσπρου, το οποίο κλάπηκε μεταξύ 4 – 5 Σεπτεμβρίου 2021, σύμφωνα με καταγγελία που η Αστυνομία έλαβε από πολίτη, δηλαδή λίγες μόλις ημέρες πριν την επίδικη κλοπή.

Αξίζει δε να σημειωθεί, ως μέρος των ενεργειών και της όλης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ότι ο τελευταίος κρατούσε ένα σμυρίλιο όταν θεάθηκε από τον ΜΚ1 να συνομιλεί με ορισμένους πολίτες, οι οποίοι στη συνέχεια συνειδητοποίησαν ότι κρέμονταν καλώδια κάτω από τα αυτοκίνητά τους και ότι επιχειρήθηκε να αφαιρεθεί από αυτά ο καταλύτης.

 

Συμπερασματικά, αποτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και αξιολογώντας τη σωρευτικά, καταλήγω ότι αυτή ενοχοποιεί τον κατηγορούμενο και δεν αφήνει περιθώρια άλλης λογικής εξήγησης, πέραν του ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο, την 5.9.2021, εισήλθε στην ακίνητη ιδιοκτησία του ΜΚ1 και φόρτωσε πάνω στο όχημα που οδηγούσε αντικείμενα που υπήρχαν στον χώρο, ώστε να τα απομακρύνει από εκεί, με πρόθεση να τα αποστερήσει από το νόμιμο ιδιοκτήτη τους τελεσίδικα και να αποκτήσει την κατοχή τους, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους. Η πρόθεσή του αυτή μετουσιώθηκε σε πράξη και έγινε δολίως, καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα κτήσης των εν λόγω καλωδίων, ωστόσο σκοπίμως προέβη στην πράξη αυτή.

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής.

[Στ.] Κατάληξη Δικαστηρίου

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

 

 

Υπ.) ..................................

                                                                           Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.

[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.

 

[4] Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614.

 

[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.

 

[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.

 

[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.

 

[8] Χρίστου ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 372.

[9] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.15 & Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779.

 

[10] Νικηφόρου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.19/2022, ημερ. 6.3.23, ECLI:CY:AD:2023:B79.

 

[11] Μιχάλης Λυσάνδρου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 72/2023 ημερ. 30.4.2026.

[12] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.

 

[13] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.

 

[14] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

 

[15] Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110.

 

[16] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο