ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Γ. Χ., Υπόθεση αρ. 14535 / 2020, 28/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Γ. Χ., Υπόθεση αρ. 14535 / 2020, 28/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 14535 / 2020

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Γ. Χ.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Μ. Κακόψητου (κα) για την κατηγορούσα Αρχή

Μ. Αρμεύτης, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κατηγορία και διαδικασία

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία, ότι την 20.2.2020, στη Λεμεσό, δημόσια, τέλεσε άσεμνη πράξη, δηλαδή, στη γωνία των δύο οδών που αναφέρονται, έκανε άσεμνη χειρονομία, κουνώντας το χέρι του πάνω-κάτω προς την Ν.Λ. από τη Λεμεσό.

 

O Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Παρουσιάστηκε, από την κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία της Ν.Λ., παραπονούμενης (ΜΚ1) και της Αστ.3362 Κ. Μιχαήλ (ΜΚ2), ανακρίτριας της υπόθεσης. Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας της κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (ΜΥ1). Η πλευρά της Υπεράσπισης προσκόμισε περαιτέρω μαρτυρία από την Σ.Α. (ΜΥ2). Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων.

 

Μαρτυρία

 

Η ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την από 24.2.2020 κατάθεσή της (Τ1). Σύμφωνα με αυτήν, διαμένει στην οικία που βρίσκεται στη γωνία των δύο αναφερόμενων οδών. Την 20.2.2020, γύρω στις 18:30, ενώ στάθμευσε το αυτοκίνητό της έξω από την οικία της, είδε τον Κατηγορούμενο με τη συμβία του, οι οποίοι διαμένουν σε μία εκ των διασταυρούμενων οδών, να περπατούν και να κατευθύνονται προς την καφετέρια, που κατονομάζεται. Καθώς περνούσαν δίπλα από το αυτοκίνητό της, και ενώ η ίδια βρισκόταν μέσα σε αυτό, ο Κατηγορούμενος την πλησίαζε στο τζάμι του οδηγού, λέγοντάς της «θέλεις μουτσούι», ενώ, ταυτόχρονα, έκανε απρεπή χειρονομία, με το χέρι του πάνω-κάτω. Η ίδια προσπάθησε να εξέλθει από το αυτοκίνητό της, αλλά τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και το τρίτο πρόσωπο, προχώρησαν και έφυγαν. Δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο παρόν. Την ίδια ημέρα, είχε τηλεφωνήσει στο τμήμα Μικροπαραβάσεων και κατήγγειλε το περιστατικό, ζητώντας την καταγραφή του. Η καφετέρια, η οποία λειτουργεί και ως μπαρ, είναι ιδιοκτησίας του τρίτου προσώπου, που συνόδευε τον Κατηγορούμενο. Εδώ και δύο χρόνια περίπου, τις καθημερινές και ειδικά κάθε Παρασκευή και Σάββατο, κατά τις βραδινές ώρες, γύρω στις 21:00, και ειδικά μετά τις 23:00, από την πολύ δυνατή μουσική, η οποία προέρχεται από το εν λόγω υποστατικό, η παραπονούμενη, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να κοιμηθεί, όπως ούτε και οι ένοικοι της περιοχής. Κατά την προφορική της μαρτυρία, στο Δικαστήριο, η ΜΚ1 ανέφερε πως η ίδια ντρέπεται να αναπαραστήσει την κίνηση μπροστά στο Δικαστήριο, αλλά έψαξε να βρει μία εξήγηση, πιο επιστημονική, και, κατά τη θέση της, η εν λόγω χειρονομία εκφράζει την «πεολειχία». Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο ως το πρόσωπο που ανέφερε στην κατάθεσή της.

 

Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ1 αρνήθηκε την εκδοχή πως προέβη στην εν λόγω καταγγελία εκδικητικά, λόγω των άλλων προβλημάτων που έχει με τον Κατηγορούμενο, αντιπαραβάλλοντας πως δεν υπήρχε λόγος να κάνει κάτι τέτοιο εκδικητικά, να φανταστεί τέτοιας φύσης γεγονότα, που ντρέπεται και να τα σκεφτεί. Είναι διαφορετικό θέμα, ανέφερε, πως την ενοχλεί η μουσική και πως η ίδια θεωρεί προκλητική τη χρήση της, όπως και το γεγονός πως τόσο η ίδια όσο και άλλοι κάτοικοι έκαναν πολλές φορές καταγγελία στην Αστυνομία. Η παραπονούμενη επέμεινε πως έλαβε χώρα η χειρονομία, που, κατά τη θέση της, σημαίνει «πεολειχία». Μόλις είχε σταθμεύσει, είχε κλειστό το παράθυρο, καθώς ήταν έτοιμη να βγει από το αυτοκίνητο. Είδε την κίνηση και το μόνο που θα μπορούσε να καταλάβει, για έναν άνθρωπο που πράττει έτσι, είναι ότι δεν «τα έχει 400». Δεν θυμάται επακριβώς αν το παράθυρο ήταν ανοικτό ή αν το έκλεινε για να κατέβει. Ο Κατηγορούμενος ήταν απ’ έξω. Αρνήθηκε την υποβολή ότι βιντεογραφούσε το ζευγάρι με το κινητό της, εξηγώντας πως ήταν έτοιμη να βγει από το αυτοκίνητο μετά τη στάθμευση, δεν θα μπορούσε να βιντεογραφεί, ενώ είναι η ίδια που, κατά την αντίληψή της, βιντεογραφήθηκε αρκετές φορές. Ανέφερε, μάλιστα, πως έχει απομονώσει τη βόρεια πλευρά το σπιτιού της γιατί απεχθάνεται να βλέπει αυτά τα άτομα και να τα ακούει (με αναφορά στον Κατηγορούμενο και τη συμβία του). Ήταν έντονη, η παραπονούμενη, ότι απεχθάνεται τον Κατηγορούμενο, μιλώντας εκνευρισμένα κατά τη διαδικασία, καθώς, όπως είπε, αναβιώνει τα γεγονότα. Όταν ερωτήθηκε γιατί αισθάνεται τέτοια απέχθεια, απάντησε «δεν ξέρω» και έπειτα «για τη συμπεριφορά τους, όλα αυτά τα χρόνια, γενικά». Δεν αρνήθηκε πως είχε αποκαλέσει τον Κατηγορούμενο «δούλο», απαντώντας, στην ερώτηση γιατί τον αποκάλεσε έτσι, «γιατί πιστεύω έτσι είναι, δεν με αφορά φυσικά». Η ΜΚ1 αρνήθηκε την υποβολή πως έχει παρελθόν ψυχιατρικής νοσηλείας, προτάσσοντας πως η ίδια είναι ψυχολόγος. Επίσης, αρνήθηκε την υποβολή πως έχει ποινικό παρελθόν σχετιζόμενο με τη συμπεριφορά της εναντίον του πατέρα της ή από οτιδήποτε άλλο. Ανέφερε πως, μετά από τη δική της καταγγελία, είχε γίνει προσπάθεια αντίστοιχης καταγγελίας από τον Κατηγορούμενο, ωστόσο δεν προωθήθηκε από την Αστυνομία. Κατηγόρησε, επίσης, τρίτο πρόσωπο που σχετίζεται με τον Κατηγορούμενο ότι της κατέστρεψε το γκαράζ, μπογιατίζοντάς το με γκράφιτι και πως έχει κάνει καταγγελία και γι’ αυτό το θέμα και θα προχωρήσει και με αγωγή. Διευκρίνισε πως η υπό εκδίκαση καταγγελία της και αυτή που αναφέρει πως θα κάνει είναι οι μοναδικές καταγγελίες, διαχωρίζοντας αυτές, από τις καταγγελίες που έκανε για την ηχορύπανση. Συναφώς, πρόταξε, σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής της, πως, ακριβώς επειδή είχε ήδη θέμα για να προβεί σε καταγγελία, την ηχορύπανση, δεν χρειαζόταν να επινοήσει και μία τέτοια συμπεριφορά και τέτοια χειρονομία, εάν δεν λάμβανε χώρα πράγματι. Στο τέλος της αντεξέτασής της, ερωτώμενη σχετικά «κύρια μάρτυς, είδες μόνο, δεν άκουσες;», απάντησε «τι να ακούσω κύριε; Άμα κάνεις τούτη την πράξη ακούεις; Τι να ακούσω; Δεν μας κάνει η πράξη;», σημείο στο οποίο περατώθηκε η αντεξέταση. Σημειώνεται ότι, σε κάποιο σημείο της αντεξετασής της, η ΜΚ1 έδειξε, τελικά, στο Δικαστήριο την πράξη που καταλογίζει στον Κατηγορούμενο, δείχνοντας, με το δεξί της χέρι, επαναλαμβανόμενη κίνηση πάνω-κάτω, από τον αγκώνα, με κλειστή τη γροθιά, και με ελαφρώς πλάγια φορά.

 

Η ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της, Τ2, στην οποία αναφέρει πως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τ3), τον οποίο, στη συνέχεια, κατηγόρησε για το αδίκημα της άσεμνης πράξης, και εκείνος απάντησε «δεν παραδέχομαι» (Τ4). Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο, ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή της. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 ανέφερε πως δεν ήταν η ίδια που έλαβε το παράπονο, Τ1. Έλαβε οδηγίες να προωθήσει την υπόθεση από τον υπεύθυνο της βάρδιας τους. Γνωρίζει την παραπονούμενη, από άλλες υποθέσεις, ως φυσιογνωμία, χωρίς όμως να θυμάται ή να γνωρίζει επακριβώς, όπως ούτε κι αν υπήρχε υπόθεση στην οποία συνελήφθη ή που νοσηλεύτηκε. Την γνωρίζει από καταγγελίες που έκανε η ίδια, είναι γνωστή φυσιογνωμία, χωρίς να μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες ή τον αριθμό των καταγγελιών.

 

Στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τ3), την οποία κατέθεσε η ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως διαμένει με τη συμβία του στην οδό που κατονομάζεται, στη συμβολή της οποίας με άλλην οδό διαμένει η παραπονούμενη. Με την παραπονούμενη, εδώ και περίπου πέντε χρόνια (με αναφορά στον ουσιώδη χρόνο της κατάθεσής του), αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα, με τη συμπεριφορά της, με τις πράξεις και με τα λόγια της. Καθημερινά, η συμβία του δέχεται εξυβρίσεις, χωρίς λόγο, στον δρόμο, όταν είναι στο μπαλκόνι. Κάποιες φορές, υβρίζει και τον ίδιο. Συγκεκριμένα, αποκαλεί τη συμβία του «πουτάνα», «σκατοπουτάνα», «σκατένη», «γείφτισσα», «βρωμισμένη» και «μαλακισμένη» και ότι τον απατά. Τον ίδιο, τον αποκαλεί «δούλο». Όλα αυτά τα κάνει χωρίς λόγο. Όταν την ρώτησαν γιατί, δεν έλαβαν απάντηση. Επίσης, τυχαίνει, αν τους ακολουθεί περπατητή, να τους βιντεογραφεί. Όταν ο ίδιος της έκανε την σχετική παρατήρηση, εκείνη αρνήθηκε. Την 20.2.2020, γύρω στις 18:30, έβγαιναν από το σπίτι τους και περπατούσαν, με τη συμβία του. Παρατήρησε ότι η παραπονούμενη καθόταν στο αυτοκίνητό της, που βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το σπίτι της, που βρίσκεται απέναντι από τη δική τους πόρτα. Η παραπονούμενη τους εξύβρισε χωρίς λόγο, αποκαλώντας τη συμβία του «πουτάνα». Είχε το κινητό στραμμένο προς το μέρος τους και, κατά την πεποίθησή του, τους βιντεογραφούσε. Την πλησίασε στο παράθυρο του οδηγού και την ρώτησε, τι θέλει. Δεν του απάντησε και δεν της είπε οτιδήποτε άλλο και απομακρύνθηκε. Δεν της έκανε οποιαδήποτε χειρονομία με τα χέρια του ούτε της είπε «θέλεις μουτσούι». Εξέφρασε και ο ίδιος παράπονο εναντίον της, επειδή τους εξυβρίζει, τους παρακολουθεί και τους ενοχλεί καθημερινά, εκφράζοντας την επιθυμία και για τη δική της δίωξη. Ο Κατηγορούμενος (ΜΥ1), κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αναγνώρισε και υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση, Τ3. Κατά την κυρίως εξέτασή του, διευκρίνισε ότι δεν είχε προβεί στην κίνηση που του αποδίδεται. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι διαμένει με τη συμβία του από το 2019 και ότι διατηρούν σχέση από το 2017. Γνωρίζει την παραπονούμενη και, κατά τη θέση του, για σειρά ετών υπήρχαν προβλήματα μεταξύ τους. Περιέγραψε την κατάσταση ως ιδιαίτερα ενοχλητική, αναφέροντας ότι αισθανόταν πως δεν είχε προσωπική ζωή, αφού η παραπονούμενη τους παρακολουθούσε όταν εξέρχονταν από την οικία τους. Ανέφερε ότι η κατάσταση αυτή διήρκεσε για χρόνια. Ερωτηθείς αν είχε θυμώσει με τις συμπεριφορές που απέδιδε στην παραπονούμενη, απάντησε ότι ασφαλώς κάποιος θυμώνει και ενοχλείται, αλλά ο ίδιος θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Πρόσθεσε ότι η συμβία του είχε προβεί σε καταγγελία πριν από την παρούσα υπόθεση, η οποία, για λόγο που δεν γνώριζε, δεν προχώρησε. Ως προς την 20.2.2020, ανέφερε ότι θυμόταν την ημερομηνία επειδή ήταν Τσικνοπέμπτη, χωρίς να θυμάται πού ακριβώς κατευθύνονταν. Η παραπονούμενη βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της. Μόλις ο ίδιος εξήλθε από την οικία, είδε έντονο λευκό φως από το όχημά της, το οποίο περιέγραψε ως φως ή φλας στραμμένο προς το μέρος του. Δεν θυμόταν με βεβαιότητα αν το παράθυρο του αυτοκινήτου ήταν ανοικτό ή κλειστό, αναφέροντας αρχικά ότι μάλλον ήταν κλειστό και αργότερα ότι ενδεχομένως ήταν λίγο ανοικτό. Επέμεινε ότι η παραπονούμενη είχε εξυβρίσει τη συμβία του. Διευκρίνισε, κατά την εξέλιξη της αντεξέτασης, ότι η εξύβριση έλαβε χώρα όταν ο ίδιος και η συμβία του είχαν εξέλθει από την οικία τους και κατευθύνονταν προς τα έξω. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη αποκάλεσε τη συμβία του «σκατοπουτάνα». Ο ίδιος την πλησίασε και τη ρώτησε τι ήθελε, επειδή θεωρούσε ότι τους βιντεογραφούσε. Ως προς το τελευταίο, διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πως η παραπονούμενη πράγματι κατέγραφε βίντεο εκείνη τη στιγμή. Εξήγησε ότι, λόγω του ότι, κατά τη θέση του, αυτή τους βιντεογραφούσε συστηματικά, υπέθεσε ότι το ίδιο συνέβαινε και τότε. Επανέλαβε, πάντως, ότι την είδε να κρατά το κινητό προς το μέρος τους. Σε σχέση με τη συνομιλία τους, ανέφερε ότι την πλησίασε στο παράθυρο και τη ρώτησε «τι θέλεις». Αρνήθηκε ότι της είπε τη φράση «θέλεις μουτσούι». Ερωτηθείς ειδικά για τις κινήσεις των χεριών του, διαφοροποίησε σε κάποιο βαθμό την αρχική απόλυτη θέση του. Ενώ στην ανακριτική του κατάθεση είχε αναφέρει ότι δεν της έκανε οποιαδήποτε χειρονομία, κατά την αντεξέταση είπε ότι δεν θυμόταν αν είχε κάνει κάποια κίνηση γενικά και ότι ενδεχομένως να είχε κάνει κάποια χειρονομία, ήταν όμως κατηγορηματικός ότι δεν έκανε τη συγκεκριμένη χειρονομία που η παραπονούμενη απέδωσε σε αυτόν και την οποία παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε εκ νέου στη μακρόχρονη αντιπαράθεση με την παραπονούμενη. Υποστήριξε ότι αυτή εξύβριζε συχνά τη συμβία του, ενώ τον ίδιο τον αποκαλούσε, μεταξύ άλλων, «δούλο» και τον αναθεμάτιζε. Ανέφερε ότι μετά την παρούσα καταγγελία η συμπεριφορά της περιορίστηκε, ότι οι εξυβρίσεις δεν ήταν πλέον τόσο συχνές και ότι δεν την έβλεπε να τους βιντεογραφεί όπως προηγουμένως. Επανέλαβε, τέλος, κατηγορηματικά ότι την 20.2.2020 δεν προέβη στην επίδικη χειρονομία.

 

Η ΜΥ2, Σ. Α., συμβία του Κατηγορούμενου, αναγνώρισε και υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τ5. Σε αυτήν, αναφέρει πως διαμένει στην οδό που κατονομάζεται με τον Κατηγορούμενο. Απέναντί τους, διαμένει η παραπονούμενη, με την οποία έχουν συνεχώς προβλήματα τα τελευταία πέντε χρόνια. Συγκεκριμένα, χωρίς λόγο, σχεδόν καθημερινά, όποτε την δει, την εξυβρίζει, αποκαλώντας την «πουτάνα», «σπατοπουτάνα», «βρομισμένη», «μαλακισμένη» «να πας στον θκιάολο». Επίσης, την μουτζώνει και την καταγράφει καθημερινά με το κινητό της και την ακολουθεί με το κινητό της, στραμμένο προς τα πάνω της. Την 20.2.2020, γύρω στις 18:00, η ίδια πέρασε από την οδό που αναφέρει, πηγαίνοντας στο σπίτι της, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν μπροστά από το σπίτι τους και της φώναξε «σκατοπουτάνα να πας στον θκιάολο». Η ίδια πήγε στο σπίτι της χωρίς να της απαντήσει οτιδήποτε. Μετά από μισή ώρα, κατέβηκε από το σπίτι με τον Κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη άρχισε να τους βιντεογραφεί με το κινητό της. Εκείνη την ώρα, η παραπονούμενη βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της. Ο Κατηγορούμενος την πλησίασε κοντά στο παράθυρό της και τη ρώτησε τι θέλει. Αυτή δεν απάντησε και οι ίδιοι συνέχισαν χωρίς να της μιλήσουν ή να της δώσουν άλλη σημασία. Η ίδια έκανε ξανά καταγγελία εναντίον της παραπονούμενης περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2019 για εξύβριση και ότι την απειλούσε ότι θα της σπάσει τα μούτρα της και θα την κάνει άχρηστη. Τον Μάρτιο του 2019 της έφτυσε στον δρόμο, πάλι έξω από το σπίτι της. Εξέφρασε παράπονο για τη συμπεριφορά της παραπονούμενης.

 

Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε ότι διαμένει στη συγκεκριμένη οδό από τα τέλη του 2014 ή τις αρχές του 2015 και ότι διατηρεί πολυετή σχέση με τον Κατηγορούμενο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς από πότε συγκατοικούν. Ως προς τη σχέση της με την παραπονούμενη, ανέφερε ότι τα προβλήματα δεν άρχισαν αμέσως μετά την εγκατάστασή της στην περιοχή, αλλά μετά την πάροδο κάποιου χρόνου και, σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει και στην κατάθεσή της, περίπου πέντε χρόνια πριν από το επίδικο περιστατικό. Κατά τη θέση της, η παραπονούμενη άρχισε να της φωνάζει και να την εξυβρίζει. Δεν μπορούσε να ανακαλέσει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό που να είχε προηγηθεί και να εξηγεί την έναρξη της συμπεριφοράς αυτής, ούτε μπορούσε να προσδιορίσει κάποιον λόγο γι’ αυτήν. Ανέφερε, επίσης, ότι η παραπονούμενη, η οποία διαμένει απέναντι από την οικία τους, τους κατέγραφε συχνά με το κινητό της και ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ακολουθούσε, αναμένοντας, κατά την αντίληψή της, κάποια αντίδραση. Η ίδια είπε ότι δεν αντέδρασε, επειδή δεν θεωρούσε ότι υπήρχε λόγος να το πράξει. Σε σχέση με τα γεγονότα της 20.2.2020, ανέφερε ότι περίπου στις 18:00, ενώ επέστρεφε μόνη της στην οικία της, η παραπονούμενη βρισκόταν μπροστά από το σπίτι της και την εξύβρισε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια το ακριβές σημείο στο οποίο στεκόταν η παραπονούμενη. Περίπου μισή ώρα αργότερα, γύρω στις 18:30, η ΜΥ2 εξήλθε από την οικία μαζί με τον Κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη βρισκόταν τότε μέσα στο αυτοκίνητό της. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι κρατούσε το κινητό της στραμμένο προς το μέρος τους και θεωρούσε ότι τους κατέγραφε, όπως, κατά τη θέση της, έκανε επανειλημμένα. Διευκρίνισε ότι δεν είδε φλας. Ο Κατηγορούμενος πλησίασε προς το αυτοκίνητο της παραπονούμενης και τη ρώτησε τι ήθελε. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι, όταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν κοντά στο αυτοκίνητο, η ίδια παρέμενε σε κάποια απόσταση, αφού μεταξύ της οικίας τους και του οχήματος μεσολαβούσαν ο δρόμος και πεζόδρομος. Παρά την απόσταση αυτή, επέμεινε ότι άκουσε τον Κατηγορούμενο να ρωτά την παραπονούμενη τι ήθελε. Ανέφερε ότι είχε συνεχή οπτική επαφή με τα δύο πρόσωπα καθ’ όλη τη διάρκεια του σύντομου περιστατικού. Κατά την περιγραφή της, ο Κατηγορούμενος πλησίασε, απηύθυνε την πιο πάνω ερώτηση στην παραπονούμενη και στη συνέχεια οι δυο τους συνέχισαν την πορεία τους. Ως προς τη διάταξη του χώρου, ανέφερε ότι το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου της παραπονούμενης ήταν στραμμένο προς την οικία τους, δηλαδή προς αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που επρόκειτο να ακολουθήσουν οι ίδιοι, και ότι πέρασαν δίπλα από το όχημα. Επέμεινε ότι είδε την παραπονούμενη να κρατά το κινητό της στραμμένο προς το μέρος τους. Όταν της υποβλήθηκε ότι, λόγω της απόστασης στην οποία βρισκόταν, δεν μπορούσε να γνωρίζει τι ακριβώς είπε ο Κατηγορούμενος, απάντησε ότι ο δρόμος είναι μικρός, δεν υπήρχε φασαρία και ότι η ίδια τόσο είδε όσο και άκουσε τι συνέβη.

 

Αξιολόγηση

 

Στο πλαίσιο αυτό, είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.

 

Δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος προσέγγισε την ΜΚ1 από την πλευρά του οδηγού και ότι μεταξύ τους έλαβε χώρα μία άμεση, έστω ολιγόλεπτη, επικοινωνία. Το επίδικο είναι ποιο ακριβώς υπήρξε το περιεχόμενο αυτής της επικοινωνίας. Η ΜΚ1 ισχυρίζεται πως ο Κατηγορούμενος της είπε «θέλεις μουτσούι», κουνώντας το χέρι του «πάνω-κάτω», κατά τρόπο που η ίδια προσδιόρισε ως «απρεπή», ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι την ρώτησε απλώς «τι θέλεις», χωρίς κάποια ιδιαίτερη κίνηση που να ανάγεται σε χειρονομία.

 

Η πρώτη διαθέσιμη γραπτή περιγραφή από την ΜΚ1 της φερόμενης χειρονομίας είναι αξιοσημείωτα λιτή. Είναι ότι το χέρι κινήθηκε «πάνω-κάτω». Η αναφορά καταγράφεται τέσσερις ημέρες μετά το περιστατικό και έχει αποδεικτική σημασία. Παραμένει, όμως, μία περιγραφή γενική και μορφολογικά ακαθόριστη. Δεν αποδίδει τη θέση της παλάμης, αν το χέρι ήταν ανοικτό ή κλειστό, το ύψος από το οποίο εκκινούσε η κίνηση, το εύρος της, τη συχνότητα ή τον αριθμό των επαναλήψεων ούτε οποιοδήποτε άλλο γνώρισμα ικανό να εξατομικεύσει τη χειρονομία και να την καταστήσει αναγνωρίσιμη ως τη συγκεκριμένη πράξη που τελικά παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία, η κίνηση απέκτησε πολύ σαφέστερη και πλουσιότερη μορφή. Επαναλαμβανόμενη κίνηση από τον αγκώνα, με κλειστή γροθιά και ελαφρώς πλάγια φορά. Η μεταγενέστερη αυτή εξειδίκευση δεν καθίσταται, μόνο και μόνο επειδή είναι μεταγενέστερη, αναξιόπιστη, καθώς θα ήταν υπερβολικά τεχνητό να απαιτείται από έναν μάρτυρα η πρώτη του περιγραφή να εξαντλεί την κάθε κινησιολογική λεπτομέρεια. Εκείνο, όμως, που προβληματίζει είναι ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει ενδιάμεσο ή ανεξάρτητο σημείο αναφοράς, από το οποίο να μπορεί να διακριβώσει αν οι πρόσθετες αυτές λεπτομέρειες ανήκαν εξ αρχής στην πρωτογενή αντίληψη της ΜΚ1 ή αν αποκρυσταλλώθηκαν σταδιακά μαζί με την ερμηνεία που η ίδια διαμόρφωσε για τη σημασία της κίνησης.

 

Η ίδια η ΜΚ1 είναι που προσέδωσε στο ζήτημα αυτήν ακριβώς τη διάσταση, όταν ανέφερε ότι αναζήτησε μία «πιο επιστημονική» εξήγηση της χειρονομίας και της απέδωσε συγκεκριμένο σεξουαλικό περιεχόμενο. Η αναζήτηση αυτή δεν καταδεικνύει επινόηση ούτε επιτρέπει συμπέρασμα περί συνειδητής αλλοίωσης των γεγονότων. Φανερώνει, όμως, ότι το αρχικό οπτικό ερέθισμα δεν παρέμεινε, στη μνήμη και στην αφήγησή της, ως ένα ουδέτερο κινητικό συμβάν. Υποβλήθηκε σε διαδικασία νοηματοδότησης, ταξινόμησης και ερμηνευτικής επεξεργασίας. Και όταν αυτή η διαδικασία έχει μεσολαβήσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει αυτονόητα ότι και η λεπτομερέστερη μεταγενέστερη περιγραφή της πράξης, που και έλαβε χώρα πρώτη φορά κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αποτελεί απλώς καθαρότερη ανάκληση του ίδιου αρχικού οπτικού δεδομένου.

 

Το πρόβλημα καθίσταται εντονότερο από τη φύση του ίδιου του περιστατικού. Δεν πρόκειται για μία παρατεταμένη συμπεριφορά, εκδηλωμένη σε συνθήκες που επέτρεπαν ήρεμη και επαναλαμβανόμενη παρατήρηση. Πρόκειται για μία σύντομη, αιφνίδια και φορτισμένη συνάντηση. Η ΜΚ1 βρισκόταν εντός του οχήματος, ο Κατηγορούμενος εκτός αυτού, υπήρξε προσέγγιση, λεκτική επικοινωνία και σχεδόν αμέσως αποχώρηση. Η εγγύτητα ασφαλώς ενισχύει τη δυνατότητα της παρατήρησης. Δεν εγγυάται, όμως, και την ακρίβεια της αποκωδικοποίησης κάθε στιγμιαίας κίνησης.  Περαιτέρω, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου και σαφή αντικειμενικά δεδομένα για τον φωτισμό στο ακριβές σημείο, τη θέση του σώματος του Κατηγορούμενου σε σχέση με το όχημα, τη γωνία θέασης της ΜΚ1, τη διάρκεια της κίνησης ή τον αριθμό των επαναλήψεών της. Τα κενά αυτά αφαιρούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να επαληθεύσει, με τα ελάχιστα δυνατά εξωτερικά κριτήρια, πόσο πρόσφορες ήταν οι συνθήκες, όχι απλώς για να αντιληφθεί η ΜΚ1 μία κίνηση, αλλά για να συγκρατήσει με ακρίβεια τη φορά, τη μορφή και τη σημειολογία της. Αυτή η λεπτή διάκριση ενδιαφέρει αφού η απλή κίνηση «πάνω-κάτω» διαφέρει σημασιολογικά από την κίνηση που η ΜΚ1 περιέγραψε στο Δικαστήριο.

 

Ανάλογη ρευστότητα παρατηρείται και στο ακουστικό σκέλος. Στη γραπτή της κατάθεση, η ΜΚ1 αποδίδει στον Κατηγορούμενο, χωρίς επιφύλαξη, τη φράση «θέλεις μουτσούι». Στην αντεξέταση, όμως, όταν τέθηκε ευθέως το ερώτημα αν «είδε μόνο» και «δεν άκουσε», δεν επανέλαβε τη φράση ούτε αντέταξε ότι την άκουσε καθαρά. Απάντησε «τι να ακούσω κύριε; Άμα κάνεις τούτη την πράξη ακούεις; Τι να ακούσω; Δεν μας κάνει η πράξη;». Όταν, δηλαδή, κλήθηκε να διαχωρίσει εκείνο που άκουσε από εκείνο που θεωρούσε ότι είδε, η αφήγησή της δεν διατήρησε την αρχική της κατηγορηματικότητα ως προς το λεκτικό και το βάρος μετατοπίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στη χειρονομία. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δημιουργείται ουσιώδης αβεβαιότητα, όχι ως προς το αν υπήρξε κάποια λεκτική επικοινωνία, αλλά ως προς το τι ακριβώς άκουσε η ΜΚ1. Το ότι ο Κατηγορούμενος δέχεται ότι την ρώτησε «τι θέλεις» ασφαλώς παρέχει ένα σημείο επαφής μεταξύ των δύο εκδοχών, η επικοινωνία περιείχε, κατά τη δική του παραδοχή, τη λέξη «θέλεις» και μάλιστα σε ερωτηματική διατύπωση. Δεν καλύπτει, όμως, το ουσιώδες κενό. Η λέξη «μουτσούι» δεν αποτελεί παραλλαγή ή μικρή λεκτική απόκλιση του «τι θέλεις», αλλά πρόσθετη και αυτοτελή λέξη, με καθοριστική μάλιστα σημασία για το περιεχόμενο που προσλαμβάνει ολόκληρο το επεισόδιο. Για να αποδοθεί στον Κατηγορούμενο ένα τόσο συγκεκριμένο λεκτικό, απαιτείται αντίστοιχα σαφής και σταθερή μαρτυρία ότι η λέξη αυτή πράγματι ακούστηκε. Τέτοια σταθερότητα δεν διατηρήθηκε στη μαρτυρία της ΜΚ1, όταν το ακουστικό σκέλος τέθηκε ευθέως υπό εξέταση.

 

Η κρίση αυτή δεν συνδέεται με το αν η λέξη «μουτσούι» ανήκει ή όχι στο σύνηθες προσωπικό λεξιλόγιο της ΜΚ1. Η ίδια, άλλωστε, επιχείρησε να αποκλείσει την πιθανότητα επινόησης τέτοιου περιστατικού, ακριβώς λέγοντας ότι πρόκειται για πράγματα τα οποία ντρέπεται ακόμη και να σκέφτεται. Η θέση αυτή είναι κατανοητή, ως εξήγηση της δικής της πεποίθησης ότι δεν θα είχε λόγο να κατασκευάσει ένα τέτοιο λεκτικό. Δεν αποτελεί, όμως, εγγύηση ότι η ανάκλησή της ως προς τη συγκεκριμένη λέξη είναι κατ’ ανάγκην ακριβής. Άλλο είναι το αν μία έκφραση αποτελεί μέρος του συνήθους τρόπου ομιλίας ενός προσώπου και άλλο το αν το πρόσωπο αυτό, ανακαλώντας μία σύντομη και φορτισμένη συνομιλία, συγκράτησε με ακρίβεια κάθε λέξη που αποδίδει στον συνομιλητή του. Ούτε, βεβαίως, το γεγονός ότι η ίδια αποστρέφεται τέτοιες εκφράσεις επιτρέπει το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή η λέξη πρέπει να προήλθε από τον Κατηγορούμενο, επειδή δεν θα την επέλεγε η ίδια. Ένας μάρτυρας, όταν αναφέρει λόγια που αποδίδει σε άλλον, μπορεί προφανώς να χρησιμοποιήσει λέξεις που δεν ανήκουν στο καθημερινό του λεξιλόγιο. Το ερώτημα δεν είναι, συνεπώς, από ποιο «λεξιλόγιο» προέρχεται η λέξη, αλλά αν αποδείχτηκε με ασφάλεια ότι αποτέλεσε μέρος της συγκεκριμένης συνομιλίας. Και ως προς αυτό ακριβώς το σημείο, η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν παρέμεινε σταθερή.

 

Η επιφύλαξη αυτή ενισχύεται από την αβεβαιότητα ως προς τις ίδιες τις συνθήκες ακουστικής πρόσληψης. Η ΜΚ1 ανέφερε αρχικά ότι το παράθυρο του οδηγού ήταν κλειστό και ακολούθως ότι δεν θυμόταν επακριβώς αν ήταν ανοικτό ή αν το έκλεινε για να εξέλθει από το όχημα. Το Δικαστήριο δεν συνάγει από αυτό ότι ήταν αδύνατο να ακούσει τον Κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει, όμως, ασφαλές έρεισμα για να διαπιστωθεί ότι, μέσα σε ένα σύντομο επεισόδιο και υπό συνθήκες που δεν αποσαφηνίστηκαν πλήρως, άκουσε και συγκράτησε ειδικά την πρόσθετη λέξη «μουτσούι».

 

Μέσα σε αυτήν την ήδη εύθραυστη αποδεικτική εικόνα, εντάσσεται και το έντονο προϋπάρχον συγκρουσιακό υπόβαθρο. Η ΜΚ1 δεν περιορίστηκε να αναφέρει ότι είχε παράπονα από τον Κατηγορούμενο και τη ΜΥ2. Εξέφρασε μία βαθιά, παγιωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη προσωπική αποστροφή έως έχθρα. Ανέφερε ακόμα και ότι είχε απομονώσει τη βόρεια πλευρά της οικίας της, ώστε να μη βλέπει και να μην ακούει τα δύο αυτά πρόσωπα, δήλωσε κατ’ επανάληψη ότι «απεχθάνεται» τον Κατηγορούμενο και παραδέχθηκε ότι τον είχε αποκαλέσει «δούλο», επειδή, όπως είπε, «πιστεύω έτσι είναι». Η ένταση με την οποίαν εκδηλώθηκε η στάση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δεν αποτελεί, ασφαλώς, τεκμήριο ψεύδους. Ούτε μπορεί να μετατραπεί σε συλλογισμό ότι, επειδή η ΜΚ1 αντιπαθούσε τον Κατηγορούμενο, όσα είπε είναι κατ’ ανάγκην αναληθή και μία τέτοια εξίσωση θα ήταν επισφαλής και λογικά αδικαιολόγητη. Είναι διαφορετικό το επίπεδο στο οποίο ενδιαφέρει. Είναι ότι το επίδικο επεισόδιο δεν προσλήφθηκε από έναν ουδέτερο παρατηρητή, αλλά από ένα πρόσωπο που βίωνε ήδη τον Κατηγορούμενο μέσα από ένα μακροχρόνιο πλέγμα έντασης, αποστροφής και αμοιβαίων παραπόνων. Η προϋπάρχουσα στάση δεν ακυρώνει την αισθητηριακή ικανότητα της ΜΚ1· καθιστά, όμως, περισσότερο απαιτητικό τον έλεγχο της ακρίβειας της πρόσληψής της. Αναπόφευκτα, αφήνει ισχυρή την πιθανότητα η αντίληψη και η ερμηνεία να συμπλέχτηκαν ήδη από την πρώτη στιγμή, τόσο στενά, ώστε, σήμερα, να μην είναι πλέον δυνατό να ανασυσταθεί με ασφάλεια, καθαρό, το αρχικό αισθητηριακό δεδομένο. Η μαρτυρία δεν παρέχει επαρκή στοιχεία για να λυθεί αυτή η αμφιβολία. Το Δικαστήριο νοείται πως δεν αξιολογεί αν η ΜΚ1 δικαιολογούνταν να απεχθάνεται τον Κατηγορούμενο ούτε ποια πλευρά ευθυνόταν για τη χρονίζουσα γειτονική αντιπαράθεση. Αξιολογεί κατά πόσον, μέσα σε αυτό το ήδη τόσο τεταμένο και φορτισμένο πλαίσιο, μπορεί να στηριχτεί ανεπιφύλακτα στη δική της απόδοση, μιας φευγαλέας κίνησης και ενός σύντομου λεκτικού επεισοδίου. Και ακριβώς επειδή η συγκεκριμένη μαρτυρία δεν αφορά ένα στατικό ή αντικειμενικά επαληθεύσιμο γεγονός, αλλά μία στιγμιαία χειρονομία, της οποίας η σημασία εξαρτάται από την ακριβή μορφή της, αυτή η αβεβαιότητα επενεργεί περαιτέρω ενάντια σε ό,τι, στη διαδικασία αυτή, προσεγγίζεται ως αξιοπιστία.

 

Προστίθεται ακόμα και η απουσία του ακριβούς περιεχομένου της αυθημερόν τηλεφωνικής αναφοράς στην Αστυνομία. Η απουσία αυτή δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε δυσμενή υπόθεση σε βάρος της ΜΚ1. Δεν μπορεί να υποτεθεί ότι η εκδοχή της μεταβλήθηκε ούτε ότι στην πρώτη αναφορά παρέλειψε ουσιώδες στοιχείο. Στερεί, όμως, από το Δικαστήριο το εγγύτερο χρονικά ίχνος της αυθόρμητης περιγραφής της, δηλαδή το σημείο στο οποίο θα μπορούσε να διαπιστωθεί πώς αποτύπωσε το συμβάν πριν αυτό αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω σκέψης, ερμηνείας και λεκτικής επεξεργασίας. Η γραπτή κατάθεση της 24.2.2020 είναι η πρώτη διαθέσιμη καταγραφή, όχι όμως η άμεση καταγραφή του περιστατικού.

 

Όλα αυτά τα στοιχεία δεν λειτουργούν αποσπασματικά ή μεμονωμένα, αλλά συνδυαστικά και σωρευτικά. Η γενικότητα της πρώτης περιγραφής, η πολύ ειδικότερη μεταγενέστερη αναπαράσταση, η δηλωμένη αναζήτηση συγκεκριμένης σημασίας της χειρονομίας, η αστάθεια ως προς το ακριβές λεκτικό, η αβεβαιότητα για το παράθυρο του αυτοκινήτου, η συντομία του επεισοδίου, η έλλειψη αντικειμενικών δεδομένων για τις συνθήκες παρατήρησης, η απουσία της αυθημερόν περιγραφής και το έντονα φορτισμένο διαπροσωπικό υπόβαθρο συνθέτουν, από κοινού, μία μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ως ασφαλή αποδεικτική βάση, για την εξαγωγή ευρημάτων. Υπό το σύνολο αυτό, η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν παρέχει στο Δικαστήριο εκείνη τη σταθερότητα, την εσωτερική καθαρότητα και την εξωτερική επαληθευσιμότητα που θα επέτρεπαν ασφαλές θετικό εύρημα ως προς το ακριβές λεκτικό και την ακριβή μορφή της επίδικης χειρονομίας. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως επαρκώς ασφαλής η μαρτυρία της ΜΚ1 για να θεμελιωθεί εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος είπε τη φράση «θέλεις μουτσούι» ή ότι προέβη στη συγκεκριμένη κίνηση του χεριού «πάνω-κάτω» που του αποδίδεται.

 

Η ΜΚ2 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού. Δεν άκουσε τη συνομιλία και δεν είδε οποιαδήποτε χειρονομία. Δεν ήταν επίσης το πρόσωπο που έλαβε την πρώτη τηλεφωνική αναφορά της ΜΚ1. Η δική της γνώση αφορά τη μεταγενέστερη διερεύνηση, τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου και την κατηγορία που του απαγγέλθηκε. Δεν προέκυψε λόγος αμφισβήτησης της μαρτυρίας της ως προς τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβη και τα έγγραφα που κατέθεσε. Η μαρτυρία της γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη στο περιορισμένο αυτό πεδίο. Δεν παρέχει, όμως, ανεξάρτητη επιβεβαίωση ούτε του ακριβούς λεκτικού ούτε της επίδικης χειρονομίας, επί των οποίων δεν έχει προσωπική γνώση.

 

Η μη δυνατότητα θετικού ευρήματος επί των ουσιωδώς αμφισβητούμενων γεγονότων από τη μαρτυρία της ΜΚ1 καθιστά μη αναγκαία, για την απόδειξη της κατηγορίας, την αποδοχή της υπερασπιστικής εκδοχής στο σύνολό της. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν ήταν απαλλαγμένη αδυναμιών. Παρέμεινε σταθερός ότι δεν είπε «θέλεις μουτσούι» και ότι δεν έκανε τη συγκεκριμένη χειρονομία που η ΜΚ1 αναπαρέστησε, διαφοροποίησε όμως την αρχική απόλυτη θέση ότι δεν έκανε οποιαδήποτε χειρονομία, αναφέροντας ότι δεν μπορούσε, μετά την πάροδο του χρόνου, να αποκλείσει κάποια φυσική κίνηση του χεριού. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αποτελεί παραδοχή της κίνησης και δεν επιτρέπει συμπέρασμα ως προς τη φορά ή τη μορφή οποιασδήποτε κίνησης. Ήταν περισσότερο εκδήλωση της φυσικότητας στη μαρτυρία του. Υπήρξε, βεβαίως, και ουσιαστική ασυμφωνία με τη ΜΥ2, ως προς τον χρόνο της φερόμενης εξύβρισης της τελευταίας. Αντίστοιχα, η στενή σχέση της ΜΥ2 με τον Κατηγορούμενο δεν αποτελεί λόγο δυσπιστίας, αλλά η ίδια συμμετείχε στη μακρόχρονη αντιπαράθεση και βρισκόταν σε κάποια απόσταση όταν ο Κατηγορούμενος προσέγγισε το όχημα. Οι ακριβείς οπτικές και ακουστικές συνθήκες της δεν ήταν πλήρως αντικειμενικά γνωστές. Η μαρτυρία της υποστηρίζει ότι υπήρξε σύντομη προσέγγιση και λεκτική επικοινωνία, χωρίς αναφορά σε κάποια κίνηση.

 

Ευρήματα

 

Με βάση τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα. Την 20.2.2020, περί τις 18:30, η ΜΚ1 βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της, το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία της στη συμβολή των δύο αναφερόμενων οδών στη Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην περιοχή μαζί με τη ΜΥ2 και οι δύο κινούνταν πεζοί επί της οδού. Κατά τη διέλευσή τους, ο Κατηγορούμενος πλησίασε το αυτοκίνητο της ΜΚ1 από την πλευρά του οδηγού και μεταξύ τους υπήρξε σύντομη λεκτική επικοινωνία, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας δεν έχει αποδειχτεί αλλά είναι παραδεκτό από τον Κατηγορούμενο ότι περιλάμβανε τη λέξη «θέλεις», σε ερωτηματική διατύπωση. Μετά τη σύντομη επαφή, ο Κατηγορούμενος απομακρύνθηκε και συνέχισε την πορεία του μαζί με τη ΜΥ2. Δεν καθίσταται θετικό εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος προέβη στην αποδιδόμενη σε αυτόν κίνηση του χεριού «πάνω-κάτω» προς τη ΜΚ1. Η κατάληξη αυτή δεν αποτελεί εύρημα ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κίνηση του χεριού, αλλά ότι δεν αποδείχτηκε με την απαιτούμενη ασφάλεια η συγκεκριμένη πράξη που περιγράφεται στην κατηγορία. Μεταξύ της ΜΚ1, αφενός, και του Κατηγορούμενου και της ΜΥ2, αφετέρου, προϋπήρχε επί σειρά ετών έντονη αντιπαράθεση. Η ΜΚ1 διατύπωνε παράπονα, μεταξύ άλλων, για ηχορύπανση από υποστατικό που σχετιζόταν με τη ΜΥ2, ενώ ο Κατηγορούμενος και η ΜΥ2 διατύπωναν παράπονα για τη συμπεριφορά της ΜΚ1. Την ίδια ημέρα, μετά το περιστατικό, η ΜΚ1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Αστυνομία και προέβη σε αναφορά ή καταγγελία, με άγνωστο περιεχόμενο. Στις 24.2.2020 λήφθηκε η γραπτή της κατάθεση. Ακολούθησε αστυνομική διερεύνηση.

 

Νομικές πτυχές

 

Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].

 

Σύμφωνα με το άρθρο 176 ΠΚ:

 

176. Όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.

 

Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, σε συνδυασμό με τους ορισμούς του άρθρου 4 ΠΚ και τη σχετική νομολογία, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, πρέπει να αποδειχτούν σωρευτικά ότι: (α) ο Κατηγορούμενος διενήργησε την αποδιδόμενη πράξη, (β) η πράξη αυτή ήταν άσεμνη και (γ) διενεργήθηκε δημόσια κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα. Η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου πρέπει να προκύπτει από αποδεκτή, σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία και όχι από εικασίες ή υποθέσεις. Αναλύονται περαιτέρω αυτά τα συστατικά στοιχεία.

 

(α) Διενέργεια πράξης από τον Κατηγορούμενο: Πρώτο και στοιχειώδες συστατικό στοιχείο είναι η απόδειξη της ίδιας της πράξης που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο. Η διάταξη χρησιμοποιεί τον όρο «διενεργεί [...] πράξη» και, επομένως, απαιτεί συγκεκριμένη ανθρώπινη συμπεριφορά αποδιδόμενη στον Κατηγορούμενο. Η εντύπωση, η υπόθεση ή η ερμηνεία άλλου προσώπου δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την απόδειξη του εξωτερικού γεγονότος. Η απόφαση Θωμά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Επάρχου Λευκωσίας, Υπόθεση αρ. 948/96, 4.12.1998, παρότι εκδόθηκε σε διαφορετικό νομικό και πραγματικό πλαίσιο, παρέχει χρήσιμη ερμηνευτική ένδειξη, αφού συνέδεσε το άρθρο 176 με τη «διενέργεια δημοσίως άσεμνης πράξης υπό προσώπου» και διέκρινε την πράξη προσώπου από την απλή προβολή εικόνας από μηχανή. Όπου, όπως εδώ, η κατηγορία στηρίζεται σε συγκεκριμένη χειρονομία ή κίνηση, πρέπει πρώτα να αποδειχτεί ότι η συγκεκριμένη κίνηση πράγματι έλαβε χώρα και ότι διενεργήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Η σημασία που απέδωσε ο παρατηρητής στην κίνηση αποτελεί διαφορετικό ζήτημα από την απόδειξη της ίδιας της κίνησης.

 

(β) Άσεμνος χαρακτήρας της πράξης: Δεν αρκεί να αποδειχτεί οποιαδήποτε πράξη. Πρέπει η αποδειχθείσα πράξη να είναι «άσεμνη». Ο Ποινικός Κώδικας δεν περιέχει ειδικό ή εξαντλητικό ορισμό του όρου για τους σκοπούς του άρθρου 176. Η κρίση είναι νομική και αντικειμενική και εξαρτάται από τη φύση της συγκεκριμένης πράξης, τον τρόπο εκδήλωσής της και το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τελέστηκε. Στη Θωμά, το Ανώτατο Δικαστήριο συνέδεσε την έννοια του άρθρου 176 με την προσβολή της δημόσιας αιδούς. Η «δημόσια αιδώς», στο πλαίσιο αυτό, δεν αποτελεί πρόσθετο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ούτε ταυτίζεται με την προσωπική αιδημοσύνη, τη ντροπή ή την ιδιαίτερη ευαισθησία του συγκεκριμένου προσώπου που αντιλήφθηκε τη συμπεριφορά. Εκφράζει το δημόσιο αγαθό και, συγχρόνως, το αντικειμενικό μέτρο ευπρέπειας που προστατεύει η διάταξη απέναντι σε δημόσια συμπεριφορά. Η Livingston v. The Police (1972) 2 CLR 93, αναφερόμενη επιβεβαιώνει ότι η προστασία δεν εξαρτάται από ειδική πρόθεση του δράστη να προσβάλει τέτοια αισθήματα. Από την άλλη, η έννοια της δημόσιας αιδούς δεν μπορεί να εκτείνεται έτσι ώστε κάθε αγενής, υβριστική, προκλητική ή χυδαία συμπεριφορά να μετατρέπεται αυτόματα σε άσεμνη πράξη. Απαιτείται η ίδια η αποδειχθείσα συμπεριφορά, αντικειμενικά και στο συγκεκριμένο κοινωνικό της πλαίσιο θεωρούμενη, να υπερβαίνει το επίπεδο της απλής αγένειας ή προσβολής και να προσκρούει στο επίπεδο δημόσιας ευπρέπειας που προστατεύει το άρθρο 176. Ο σεξουαλικός ή γενετήσιος χαρακτήρας μιας πράξης μπορεί να αποτελεί ισχυρό στοιχείο της κρίσης, χωρίς όμως ο νομικός χαρακτηρισμός να εξαντλείται στην ονομασία κάποιας συγκεκριμένης σεξουαλικής πράξης ή στην υποκειμενική ερμηνεία του αποδέκτη. Στην Αστυνομία ν. Α.Α. και Αστυνομία ν. Λ.Α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 4/2021 και 5/2021, 1.7.2021, η δεύτερη εφεσίβλητη είχε, μεταξύ άλλων, παραδεχθεί κατηγορία βάσει του άρθρου 176 για πρόταση του μεσαίου δακτύλου και το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο έφεσης επί της ποινής, επέβαλε ποινή και για την κατηγορία αυτή. Η απόφαση μπορεί να αναφερθεί ως παράδειγμα εφαρμογής της διάταξης σε χειρονομία, όχι όμως ως απόφαση που καθόρισε, κατόπιν αμφισβητούμενης δίκης, γενικό ορισμό του «άσεμνου». Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να προσδιορίσει με ασφάλεια ποια συμπεριφορά αποδείχτηκε και, ακολούθως, να κρίνει αντικειμενικά αν αυτή, μέσα στις συγκεκριμένες περιστάσεις, προσβάλλει τη δημόσια αιδώ κατά την έννοια του άρθρου 176.

 

(γ) Η πράξη πρέπει να έχει διενεργηθεί «δημόσια»: Η δημοσιότητα αποτελεί αυτοτελές και αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Πέρα από το να χαρακτηριστεί μία πράξη άσεμνη, πρέπει να αποδειχτεί ότι διενεργήθηκε «δημόσια» με την ειδική έννοια που αποδίδει στον όρο το άρθρο 4 ΠΚ. Το άρθρο 4 προβλέπει δύο εναλλακτικές περιπτώσεις. Μία πράξη διενεργείται «δημόσια» όταν (i) διενεργείται σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ορατή από οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε αυτό βρίσκεται είτε όχι σε δημόσιο χώρο, ή (ii) διενεργείται σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστεί ορατή από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Ο ίδιος ο Ποινικός Κώδικας ορίζει ως «δημόσια διάβαση», μεταξύ άλλων, κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό, ενώ στον «δημόσιο χώρο» περιλαμβάνεται η δημόσια διάβαση και γενικότερα χώρος στον οποίο το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου. Στη Livingston v. The Police (1972) 2 CLR 93, ο εφεσιβάλλων καθόταν γυμνός σε μπαλκόνι οικίας και ήταν ορατός από πρόσωπα που βρίσκονταν σε δημόσιο δρόμο. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ειδικά τη δεύτερη περίπτωση του ορισμού και έκρινε ότι το «likely» δεν σημαίνει απλή θεωρητική δυνατότητα, αλλά ότι οι εύλογες πιθανότητες, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, πρέπει να είναι πως η πράξη θα καταστεί ορατή από πρόσωπο ευρισκόμενο σε δημόσιο χώρο. Η υπόθεση καταδεικνύει επίσης ότι δεν απαιτείται παρουσία πλήθους ή απεύθυνση της πράξης προς το κοινό γενικά. Το κρίσιμο είναι η ορατότητα υπό τις περιστάσεις που ορίζει το άρθρο 4 και όχι ο αριθμός των προσώπων που πράγματι την αντιλήφθηκαν.

 

Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, δεν απαιτείται ειδική πρόθεση προσβολής της δημόσιας αιδούς. Το άρθρο 176 δεν προβλέπει, ως ιδιαίτερο συστατικό στοιχείο, σκοπό σεξουαλικής ικανοποίησης, πρόθεση εξύβρισης, πρόθεση πρόκλησης προσβολής ή ειδική πρόθεση προσβολής της δημόσιας αιδούς. Εφαρμόζεται, βεβαίως, ο γενικός κανόνας του άρθρου 9 ΠΚ, σύμφωνα με τον οποίο δεν καταλογίζεται πράξη η οποία έγινε ανεξάρτητα από τη βούληση του προσώπου ή από τυχαίο γεγονός. Το ίδιο άρθρο προβλέπει ότι, εκτός όπου ο νόμος καθιστά ρητά την πρόθεση παραγωγής συγκεκριμένου αποτελέσματος στοιχείο του αδικήματος, ο ειδικός σκοπός παραγωγής τέτοιου αποτελέσματος δεν αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της ποινικής ευθύνης. Η Livingston είναι ενδεικτική και στο σημείο αυτό. Το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να καταδεικνύει πρόθεση του εφεσιβάλλοντος να προσβάλει τα αισθήματα ευπρέπειας ή ηθικής άλλων προσώπων, χωρίς αυτό να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 176. Πρέπει, συνεπώς, να διαχωρίζεται η εκούσια τέλεση της ίδιας της πράξης, ως βάση καταλογισμού, από έναν ειδικό περαιτέρω σκοπό προσβολής, πρόκλησης ή σεξουαλικής υποδήλωσης, ο οποίος δεν τίθεται από το άρθρο 176 ως πρόσθετο συστατικό στοιχείο.

 

Εξέταση

 

Αποδείχτηκε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο σημείο, ότι πλησίασε το όχημα της ΜΚ1 και ότι μεταξύ τους υπήρξε σύντομη λεκτική επικοινωνία. Δεν αποδείχτηκε, όμως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι προέβη στην πράξη που περιγράφεται στην κατηγορία, δηλαδή ότι κίνησε το χέρι του «πάνω-κάτω» προς τη ΜΚ1. Είναι δυνατό, κατά τη φυσική εξέλιξη μιας σύντομης συνομιλίας, να υπήρξε κάποια κίνηση του χεριού και το Δικαστήριο δεν αποκλείει ότι η ΜΚ1 αντιλήφθηκε κάποια κίνηση. Αποδόθηκε, όμως, συγκεκριμένη πράξη, με συγκεκριμένη φορά και κατεύθυνση, προς τη ΜΚ1. Για το στοιχείο αυτό, μοναδική ουσιαστική πηγή είναι η μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία, για τους λόγους που αναλύθηκαν, δεν παρέχει επαρκώς ασφαλή βάση για το απαιτούμενο θετικό εύρημα. Η παρουσία του Κατηγορούμενου στο σημείο, η εγγύτητά του προς τη ΜΚ1 και η δυνατότητα κάποιας φυσικής κίνησης δεν μπορούν να συμπληρώσουν το κενό ως προς τη συγκεκριμένη πράξη. Κατά συνέπεια, δεν κρίνεται πως έχει αποδειχτεί η διενέργεια συγκεκριμένης πράξης από τον Κατηγορούμενο, με τον τρόπο που απαιτείται, για τους σκοπούς του άρθρου 176 ΠΚ.

 

Παρά την κατάληξη αυτή, εξετάζονται και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία. Η εξέταση του κατά πόσον μία πράξη είναι «άσεμνη» δεν μπορεί να αρχίζει από τον χαρακτηρισμό και να αναζητεί εκ των υστέρων τα γεγονότα που θα τον δικαιολογούσαν. Προηγείται η ασφαλής εξακρίβωση της ίδιας της συμπεριφοράς και έπεται η νομική της αξιολόγηση. Το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να γνωρίζει τι ακριβώς ειπώθηκε, τι ακριβώς έγινε, με ποιον τρόπο, προς ποιον και μέσα σε ποιο πραγματικό πλαίσιο. Μόνο τότε μπορεί να κρίνει αν η συμπεριφορά, αντικειμενικά θεωρούμενη ως σύνολο, προσέβαλε τη δημόσια αιδώ και, συνακόλουθα, προσλάμβανε τον άσεμνο χαρακτήρα που απαιτεί το άρθρο 176 ΠΚ. Η «δημόσια αιδώς», όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ταυτίζεται με την προσωπική αιδημοσύνη, την ενόχληση, την αγανάκτηση ή την αποστροφή του συγκεκριμένου αποδέκτη. Αποτελεί αντικειμενικό μέτρο δημόσιας ευπρέπειας. Μία συμπεριφορά μπορεί, συνεπώς, να είναι αγενής, βάναυση, χυδαία ή βαθύτατα προσβλητική χωρίς, κατ’ ανάγκην, να είναι «άσεμνη» υπό την ειδική ποινική έννοια της διάταξης. Η κρίση δεν γεννάται από την ένταση της αντίδρασης που προκάλεσε, αλλά από τη φύση, τη μορφή και το αντικειμενικό περιεχόμενο της αποδειχθείσας πράξης, ενταγμένης στο συγκεκριμένο κοινωνικό της πλαίσιο.

 

Ακριβώς γι’ αυτό, ο λόγος και η χειρονομία δεν μπορούν πάντοτε να εξετάζονται απομονωμένα. Η ίδια κίνηση του σώματος μπορεί, ανάλογα με τη μορφή της, τον συνοδό λόγο και τις περιστάσεις, να μεταφέρει εντελώς διαφορετικό μήνυμα. Ένα λεκτικό που απομονωμένο είναι αμφίσημο μπορεί, όταν συνοδεύεται από συγκεκριμένη χειρονομία, να αποκτήσει σαφή επικοινωνιακή λειτουργία. Η συμπεριφορά αξιολογείται ως ενιαίο επικοινωνιακό γεγονός, αφού προηγουμένως έχει αποδειχτεί με ασφάλεια το πραγματικό περιεχόμενο των στοιχείων που το συναποτελούν. Εάν ληφθεί, πρώτα, ο συνδυασμός του «τι θέλεις», που δέχεται ο Κατηγορούμενος ότι είπε, με μία απροσδιόριστη κίνηση του χεριού «πάνω-κάτω», η εικόνα παραμένει αμφίσημη. Το «τι θέλεις», χωρίς άλλο προσδιορισμό, δεν φέρει άσεμνο περιεχόμενο. Μπορεί να εκφράζει απορία, ενόχληση, αντιπαράθεση, πρόκληση ή απλή απαίτηση εξηγήσεων. Η περιγραφή «πάνω-κάτω», όπως περιέχεται στην κατηγορία, προσδιορίζει κατά κύριο λόγο φορά και όχι συγκεκριμένη μορφή, συμβολισμό ή κοινωνικό νόημα. Μία τέτοια κίνηση μπορεί να συνοδεύει απλώς τον λόγο, να εκφράζει έμφαση ή εκνευρισμό ή να έχει οποιαδήποτε άλλη μη άσεμνη λειτουργία. Η προϋφιστάμενη εχθρότητα μπορεί να καταστήσει τη φράση οξύτερη και τη χειρονομία επιθετικότερη· δεν έχει, όμως, τη δύναμη να μετατρέψει δύο καθαυτά αμφίσημα δεδομένα σε πράξη προσβλητική της δημόσιας αιδούς. Υπό αυτόν τον συνδυασμό, δεν θα υπήρχε επαρκής βάση για απόδειξη του δεύτερου συστατικού στοιχείου.

 

Διαφορετική θα ήταν η αξιολόγηση εάν μαζί με το «τι θέλεις» είχε αποδειχτεί η ειδικότερη χειρονομία που αναπαραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή η επαναλαμβανόμενη κίνηση κλειστής γροθιάς πάνω και κάτω, από τον αγκώνα, με ελαφρώς πλάγια φορά, εστιασμένη προς τη ΜΚ1 κατά την άμεση μεταξύ τους επαφή. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα επρόκειτο πλέον για μία αφηρημένη φορά του χεριού, αλλά για συγκεκριμένη κινησιολογική συμπεριφορά, της οποίας η μορφή, η κατεύθυνση και τα συμφραζόμενα θα μπορούσαν να της προσδώσουν αντικειμενικά χυδαίο και γενετήσια υποδηλωτικό περιεχόμενο, ικανό να υπερβεί την κοινή αγένεια ή εξύβριση. Στο σημείο αυτό, δεν απαιτείται η απόδοση στη χειρονομία μίας μοναδικής ή «λεξικογραφικής» σεξουαλικής σημασίας. Υπήρξε εκτεταμένη ανάλυση από τον κ. Αρμεύτη, κατά την αγόρευσή του, με αφορμή την αναφορά της ΜΚ1 σε «πεολειχία». Η δημόσια αιδώς δεν προστατεύεται μόνον απέναντι σε συμπεριφορές που επιδέχονται ακριβή σεξουαλική ταξινόμηση. Το ζητούμενο είναι αν η αποδειχθείσα εξωτερική συμπεριφορά, στο συγκεκριμένο πραγματικό και κοινωνικό περιβάλλον, είχε αντικειμενικά τέτοιο εμφανώς άσεμνο ή γενετήσια προσβλητικό χαρακτήρα, ώστε να πλήττει το προστατευόμενο μέτρο δημόσιας ευπρέπειας. Η μακρόχρονη αντιπαλότητα μεταξύ των εμπλεκομένων θα αποτελούσε, στην υποθετική αυτή περίπτωση, μέρος των συμφραζομένων της αποδειχθείσας πράξης. Δεν θα υποκαθιστούσε την απόδειξη του άσεμνου χαρακτήρα ούτε θα μετέθετε στον Κατηγορούμενο βάρος να καταδείξει κάποιαν αθώα εξήγηση. Θα είχε, όμως, σημασία κατά την αντικειμενική ανάγνωση μιας ήδη συγκεκριμένα αποδειχθείσας χειρονομίας, αφού μεταξύ των προσώπων δεν υπήρχε σχέση οικειότητας ή παιγνιώδους επικοινωνίας που να εντάσσει την ίδια συμπεριφορά σε ένα προφανώς διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο. Εάν, συνεπώς, αποδεικνύονταν το «τι θέλεις» και η συγκεκριμένη αυτή χειρονομία, θα υπήρχε επαρκές έρεισμα για κατάληξη ότι η συνολική συμπεριφορά είχε άσεμνο χαρακτήρα. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει, κατ’ αρχήν, ακόμη και χωρίς συνοδό λεκτικό, εάν αποδεικνυόταν ακριβώς η ειδικότερη χειρονομία που αναπαραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η κατεύθυνσή της προς τη ΜΚ1 και οι περιστάσεις της εκδήλωσής της. Το λεκτικό μπορεί να φωτίζει ή να ενισχύει το νόημα μιας χειρονομίας, δεν αποτελεί όμως αναγκαία προϋπόθεση, όταν η ίδια η αποδειχθείσα κίνηση διαθέτει επαρκώς σαφή αντικειμενικά χαρακτηριστικά ώστε να αξιολογηθεί αυτοτελώς.

 

Αντίστροφα, εάν αποδεικνυόταν η φράση «θέλεις μουτσούι» μαζί με μία γενικότερα μόνο προσδιορισμένη κίνηση «πάνω-κάτω», η φράση, με το γενετήσιο περιεχόμενο που της αποδίδεται στη μαρτυρία, θα παρείχε ένα ισχυρό αναφορικό πλαίσιο για την αξιολόγηση της κίνησης. Μία χειρονομία που απομονωμένη παραμένει αμφίσημη μπορεί να αποκτήσει σαφέστερο νόημα από τον λόγο που τη συνοδεύει. Υπό τέτοια δεδομένα, θα υπήρχε ουσιαστικό έρεισμα για να εξεταστεί η συνολική συμπεριφορά ως άσεμνη. Το λεκτικό, όμως, δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει την απόδειξη της πράξης ούτε να προσδώσει εκ των υστέρων συγκεκριμένη μορφή σε μία κίνηση που δεν είχε αποδειχτεί ως τέτοια. Μπορεί να φωτίσει μία αποδειχθείσα χειρονομία· δεν μπορεί να δημιουργήσει εκείνη που δεν αποδείχτηκε.

 

Η πληρέστερη εκδοχή θα προέκυπτε, ασφαλώς, εάν είχαν αποδειχτεί σωρευτικά τόσο η φράση «θέλεις μουτσούι» όσο και η συγκεκριμένη επαναλαμβανόμενη κίνηση κλειστής γροθιάς που η ΜΚ1 αναπαρέστησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τότε λόγος και κίνηση θα αλληλοφωτίζονταν, η φράση θα παρείχε σαφές γενετήσιο αναφορικό πλαίσιο και η συγκεκριμένη κινησιολογική μορφή θα μπορούσε, μέσα σε αυτό, να προσληφθεί ως μίμηση ή υπαινιγμός σεξουαλικής πράξης, χωρίς να χρειάζεται να προσδιοριστεί ποιας ακριβώς. Σε τέτοια περίπτωση, και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της άμεσης προσέγγισης και της μεταξύ των προσώπων σχέσης, η συνολική συμπεριφορά θα παρείχε επαρκή βάση για χαρακτηρισμό της ως άσεμνης και προσβλητικής της δημόσιας αιδούς.

 

Στην παρούσα υπόθεση, όμως, δεν αποδείχτηκε οποιοδήποτε από τα ουσιώδη εκείνα στοιχεία που θα επέτρεπαν αυτή την αξιολόγηση, με την αναγκαία ασφάλεια, για να κριθεί ότι η συμπεριφορά υπερέβη το πεδίο μιας ενδεχομένως αγενούς, προκλητικής ή χυδαίας αντιπαράθεσης και προσέκρουσε στη δημόσια αιδώ κατά την έννοια του άρθρου 176. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτή η αντίθετη συλλογιστική διαδρομή. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε άσεμνη πράξη, επειδή η ΜΚ1 την προσέλαβε ως τέτοια και, ακολούθως, από τη δική της αντίδραση ή από τη μεταγενέστερη περιγραφή της ως «πεολειχίας» να ανακατασκευαστεί η αντικειμενική μορφή της χειρονομίας. Αυτό είναι βασικά ό,τι φαίνεται να συνέβη σε αυτή τη διαδικασία. Η προσωπική αίσθηση προσβολής μπορεί να αποτελεί μέρος του πραγματικού πλαισίου, αλλά η πράξη πρέπει να φέρει η ίδια, στα αντικειμενικά αποδειχθέντα χαρακτηριστικά της, την ποιότητα που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της ως «άσεμνης». Και ακριβώς αυτή η αναγκαία πραγματική βάση δεν αποδείχτηκε στην προκειμένη περίπτωση.

 

Ως προς τη δημόσια τέλεση, σύμφωνα με τα ευρήματα, ο Κατηγορούμενος κινείτο επί οδού και πλησίασε το σταθμευμένο όχημα της ΜΚ1 από την πλευρά του οδηγού. Η οδός εμπίπτει στην έννοια της δημόσιας διάβασης και, κατ’ επέκταση, του δημόσιου χώρου. Μία πράξη τελεσθείσα εκεί και ορατή από τη ΜΚ1 θα μπορούσε να εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση του νομοθετικού ορισμού της δημόσιας τέλεσης. Δεν απαιτείται η παρουσία πλήθους ούτε η αντίληψη της πράξης από περισσότερους του ενός παρατηρητές. Συνεπώς, εάν αποδεικνύονταν προηγουμένως η συγκεκριμένη πράξη και ο άσεμνος χαρακτήρας της, δεν θα ανέκυπτε αντίστοιχη δυσχέρεια ως προς τη δημόσια τέλεσή της.

 

Είναι χρήσιμο να αναφερθεί πως η υπόθεση καταδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης και συγκεκριμένης αποτύπωσης μιας χειρονομίας, όταν αυτή αποτελεί το ίδιο το υλικό αντικείμενο της κατηγορίας. Η γενική αναφορά στη φορά της κίνησης ενδέχεται να διασώζει ότι «κάτι» έγινε, αλλά να μην διασώζει εκείνα ακριβώς τα χαρακτηριστικά που καθιστούν δυνατή τη μεταγενέστερη αντικειμενική αξιολόγησή της. Όπως το επίδικο λεκτικό πρέπει, κατά το δυνατόν, να καταγράφεται με τις λέξεις που ο μάρτυρας αναφέρει ότι άκουσε, έτσι και μία χειρονομία χρειάζεται να αποτυπώνεται, χωρίς υποβολή και χωρίς ερμηνευτικές προσθήκες, ως προς τη θέση του χεριού, τη μορφή, τη φορά, την επανάληψη, την κατεύθυνση και το πλαίσιο εκδήλωσής της. Η σύγχρονη αυτή καταγραφή είναι το σημείο αναφοράς που επιτρέπει αργότερα στο Δικαστήριο να διακρίνει την πράξη που εξ αρχής μαρτυρήθηκε από το νόημα που της αποδόθηκε εκ των υστέρων και, τελικά, να κρίνει εάν πράγματι προσέβαλε ή όχι τη δημόσια αιδώ.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν αποδείχτηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος διενήργησε τη συγκεκριμένη πράξη που του αποδίδεται στην κατηγορία. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται.

 

Το αποτέλεσμα αυτό δεν αφορά τον τρόπο με τον οποίον η κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ή προώθησε την υπόθεση. Η υπόθεση παρουσιάστηκε επιμελώς. Η κατάληξη ερείδεται αποκλειστικά στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, στο ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν παρείχε, αυτοτελώς αλλά και σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα διαθέσιμα στοιχεία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επαρκώς ασφαλή βάση για θετικό εύρημα ως προς τα συγκεκριμένα αμφισβητούμενα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την απόδειξη συγκεκριμένης πράξης.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο                                     

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.

[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.

[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.

[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.

[5] Toumba v. The Republic (1984) 2 CLR 110.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο