ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 6315/2025
Μεταξύ:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
v.
W.T.N.
Κατηγορουμένου
--------------------
Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Κόλιαρου
Για τον Κατηγορούμενο: κα Δ. Χριστοδούλου
Κατηγορούμενος παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
(H διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων.)
Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε 21 κατηγορίες για βιασμό κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, του άρθρου 5 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119(Ι)/2000 και του άρθρου 5(α), Πίνακας – αδίκημα αρ. 14, του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν. 155(Ι)/2001 (κατηγορίες υπ’ αρ. 1-21). Αντιμετωπίζει, επίσης, κατηγορία για κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154, των άρθρων 3(1)(4) και 4(1)(2)(ιβ) του Ν. 119(Ι)/2000 και του άρθρου 5, Πίνακας – αδίκημα αρ. 37 του Ν. 115(Ι)/2021 (κατηγορία υπ’ αρ. 22), κατηγορία για απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και του άρθρου 5, Πίνακας – αδίκημα υπ’ αρ. 53 του Ν. 115(Ι)/2021 (κατηγορία υπ’ αρ. 23), κατηγορία για άσκηση βίας στην οικογένεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(1)(4) και 23 του Ν. 119(Ι)/2000 (κατηγορια υπ’ αρ. 24), κατηγορία για άσκηση ψυχολογικής βίας στην οικογένεια κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν. 115(Ι)/2021 (κατηγορία υπ’ αρ. 25) και κατηγορία για παραμονή στη Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία υπ’ αρ. 26).
Ό,τι αποδίδεται στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, είναι πως σε 21 περιπτώσεις ήλθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της συμβίας του, Ρ.Ε.Κ. (εφεξής «η Παραπονούμενη), χωρίς τη συναίνεσή της. Οι κατηγορίες υπ’ αρ. 1 έως και 3 αφορούσαν σε τρείς περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/10/2021 και 31/12/2021, οι κατηγορίες υπ’ αρ. 4 έως και 6 σε άλλες τρείς ίδιες περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/1/2022 και 31/3/2022, οι κατηγορίες υπ’ αρ. 7 έως και 9 σε άλλες τρείς ίδιες περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/4/2022 και 30/6/2022, οι κατηγορίες υπ’ αρ. 10 έως και 12 σε άλλες τρείς ίδιες περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/7/2022 και 30/9/2022, οι κατηγορίες υπ’ αρ. 13 έως και 15 σε άλλες τρείς ίδιες περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/10/2022 και 31/12/2022, οι κατηγορίες υπ’ αρ. 16 έως και 17 σε άλλες δύο ίδιες περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/1/2023 και 31/3/2023, οι κατηγορίες υπ’ αρ. 18 έως και 19 σε άλλες δύο ίδιες περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/4/2023 και 30/6/2023 και οι κατηγορίες υπ’ αρ. 20 έως και 21 σε άλλες δύο ίδιες περιπτώσεις σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ 1/7/2023 και 14/10/2023. Περαιτέρω, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι στις 12/9/2022 επιτέθηκε παράνομα κατά του ανήλικου παιδιού του, Φ.Ν., ηλικίας 2 μηνών, δηλαδή το άρπαξε από τα χέρια και το χτύπησε με το χέρι του στα πόδια, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει κοκκινίλες στα πόδια και, έπειτα, το κτύπησε με δύναμη στο στήθος με αποτέλεσμα να προκαλέσει το κλάμα του (κατηγορία υπ’ αρ. 22), ότι στις 26/11/2022 προκάλεσε τρόμο στην Παραπονούμενη απειλώντας την οτι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό, δηλαδή της είπε «εννα σε σκοτώσω γιατί εν μου κάμνεις ό,τι θέλω» (κατηγορία υπ’ αρ. 23), ότι μεταξύ του έτους 2021 και της 14/10/2023 άσκησε βία στην οικογένεια του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην Παραπονούμενη (κατηγορία υπ’ αρ. 24), ότι μεταξύ του έτους 2021 και της 14/10/2023 με τη συμπεριφορά του, η οποία εκφράστηκε με προσπάθεια εξαναγκασμού και ψυχολογικής πίεσης, έπληξε σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της Παραπονούμενης, συμβίας του, προκαλώντας της πραγματικό φόβο (κατηγορία υπ’ αρ. 25) και ότι παρέμεινε στη Δημοκρατία μεταξύ 14/12/2024 και 31/5/2025 χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης μετά που η προσφυγή του με αρ. 1170/2024 εναντίον της πρωτοβάθμιας απόρριψης του αιτήματος του από την Υπηρεσία Ασύλου, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 13/12/2024 (κατηγορία υπ’ αρ. 26).
Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία υπ’ αρ. 26 και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες. Σημειώνεται πως κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, διακόπηκε η ποινική δίωξη σε σχέση με τις κατηγορίες υπ’ αρ. 1-3.
Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες κατηγορίας.
Αφού κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης.
Προσκομισθείσα μαρτυρία
Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε αριθμός παραδεκτών γεγονότων (σχετικό το Έγγραφο Α). Τα παραδεκτά γεγονότα αφορούν στη διακίνηση των τεκμηρίων και την ασφαλή φύλαξή τους, την μετάφραση ολων των εγγράφων με νομότυπο τρόπο χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση από τον μεταφραστή και την παρουσία του διερμηνέα κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως κατά τη σύλληψή του ο Κατηγορούμενος ανέφερε, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, “I really don’t understand why”. Τέλος, σύμφωνα με τα όσα, επίσης, τυγχάνουν καταγραφής στο Έγγραφο Α’, ο Κατηγορούμενος αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου, αλλά από τις 13/12/2024, ημερομηνία οπότε και απορρίφθηκε η προσφυγή υπ’ αρ. 1170/2024 από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της πρωτοβάθμιας απόρριψης του αιτήματος του από την Υπηρεσία Ασύλου, παρέμεινε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς την προηγούμενη άδεια της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης μέχρι και την ημερομηνία της σύλληψής του.
Παραθέτουμε, κατωτέρω, σύνοψη της ενώπιον μας τεθείσας μαρτυρίας.
Η Μ.Κ. 1, αρχιαστυφύλακας στο Κλιμάκιο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Λεμεσού στην κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε, Έγγραφο Β’, ανέφερε ότι στις 15/5/2025 η Παραπονούμενη κατήγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος, πρώην σύντροφος της, την ανάγκαζε να έρχεται σε συνουσία χωρίς την θέληση της και ότι την απείλησε. Ανέφερε, επίσης, ότι άσκησε σωματική βία στην ανήλικη κόρη τους. Η Μ.Κ. 1 της επέδωσε τα προβλεπόμενα έντυπα και της πρότεινε να φιλοξενηθεί σε καταφύγιο αλλά αρνήθηκε. Για τις ενέργειες της αυτές ενημέρωσε τον Μ.Κ. 2. Κατά την προφορική εξέταση της, ανέφερε περαιτέρω ότι σύμφωνα με συγκεκριμένο πρωτόκολλο επέδωσε στην Παραπονούμενη έντυπο δικαιωμάτων θύματος βίας μαζί με έντυπο αξιολόγησης επικινδυνότητας, το οποίο υπέγραψε στην παρουσία της και έδωσε τη συγκατάθεση της για παραπομπή στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας (βλ. Τεκμήριο 1). Η Μ.Κ. 1 αναφέρθηκε, επίσης, στη λήψη κατάθεσης από την Παραπονούμενη (βλ.Τεκμήριο 2) και την αδελφή της, Μ.Κ. 3 (βλ.Τεκμήριο 3).
Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ. 1 ερωτήθηκε ως προς το κατά πόσο η Παραπονούμενη παρουσίασε στην Αστυνομία οποιαδήποτε μηνύματα ή φωτογραφίες και απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας πως σε περίπτωση που παρουσιαζόταν οτιδήποτε το περιεχόμενο του οποίου συνιστούσε ποινικό αδίκημα, θα περιλαμβανόταν στη διερεύνηση της υπόθεσης. Ερωτήθηκε, περαιτέρω, σε σχέση με τη λήψη της κατάθεσης από την Παραπονούμενη και τις αναφορές της τελευταίας. Ως προς το κατά πόσο από το 2021 μέχρι το 2023 η Παραπονούμενη προέβη σε οποιανδήποτε άλλη καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, η Μ.Κ. 1 ανέφερε πως δεν έλαβε καταγγελία η ίδια προσωπικά και ότι θα έπρεπε να ανατρέξει στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας, ενέργεια που δεν γνώριζε αν έγινε στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Σε σχέση με την άρνηση της Παραπονούμενης να φιλοξενηθεί σε καταφύγιο, η Μ.Κ. 1 κατέθεσε πως σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η Παραπονούμενη, είχε υποστηρικτικό περιβάλλον για να την προστατεύσει σε περίπτωση που υπήρχε ανάγκη.
O M.K.2, αρχιαστυφύλακας στο Κλιμάκιο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Λεμεσού, είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό έχει προβεί στους απαραίτητους ελέγχους βάσει σχετικού πρωτοκόλλου, σε συμπλήρωση των αναγκαίων εντύπων και ετοιμασία συνοπτικής έκθεσης την οποία διαβίβασε στην προϊστάμενη του μετά το τέλος των εξετάσεων. Περαιτέρω, έλαβε κατάθεση από τη μητέρα της Παραπονούμενης (βλ.Τεκμήριο 4).
Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε σε σχέση με την μη αναφορά των ενεργειών του σε γραπτή κατάθεση και παρέπεμψε σε πρακτική της Αστυνομίας όπως σε περιπτώσεις όπου η εμπλοκή αστυνομικού δεν είναι άμεση, να μην συντάσσεται σχετική κατάθεση. Ως, επίσης, ανέφερε, ήταν το πρώτο πρόσωπο που είδε την Παραπονούμενη λίγο πριν προβεί σε κατάθεση σε γυναίκα αστυνομικό και συνέταξε σχετική ηλεκτρονική καταχώρηση. Ερωτώμενος κατά πόσο κατέγραψε την πρώτη αναφορά της Παραπονούμενης ως προς τους λόγους που μετέβηκε στην αστυνομία για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι μετά το τέλος της κατάθεσης της πληροφορήθηκε από την Μ.Κ.1 περί τίνος επρόκειτο και στη συνέχεια προέβη σε ηλεκτρονική καταχώρηση στο σύστημα της Αστυνομίας. Μετά το τέλος της κατάθεσης, ο Μ.Κ.2 ρώτησε την Παραπονούμενη αν επιθυμούσε να φιλοξενηθεί σε καταφύγιο και η ιδια απάντησε αρνητικά. Σε σχέση με τη λήψη κατάθεσης από τον πατριό της Παραπονούμενης, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ήταν με την εντύπωση ότι δεν ήθελε να δώσει κατάθεση αναφέροντας ότι δεν υπάρχει σχετικό ημερολόγιο ενεργείας. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι λήφθηκαν καταθέσεις από τα πρόσωπα που θεώρησαν ότι γνώριζαν κάτι θεωρώντας ότι οι καταθέσεις της μητέρας και της αδελφής ήταν αρκετές. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος εντός της κατοικίας όπου διέμενε η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο καθώς και ότι από τη διερεύνηση δεν προέκυψε πως κάποιος από το σπίτι είδε ή άκουσε οτιδήποτε που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα γιατί, ως εξήγησε, η Παραπονούμενη στην κατάθεσή της ανέφερε ότι προσπαθούσε να μην φωνάζει ή να μιλά δυνατά για να μην αναστατώσει τους άλλους. Περαιτέρω, κατά τη διερεύνηση δεν προέκυψαν άλλα στοιχεία όπως μηνύματα ή φωτογραφίες. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έλεγξε στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας κατά πόσο υπήρχαν προηγούμενες καταγγελίες της Παραπονούμενης εναντίον του Κατηγορούμενου ή άλλων προσώπων, ότι δεν προχώρησε σε οποιονδήποτε έλεγχο στην εργασία του Κατηγορούμενου αφού η τελευταία ενημέρωση που είχε ήταν ότι βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο και ότι δεν έλαβε οποιανδήποτε κατάθεση από το φιλικό ή κοινωνικό περιβάλλον του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με τα αναφερόμενα από την Παραπονούμενη περιστατικά κακοποίησης του παιδιού τους, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν υπήρχε σχετική καταγραφή στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας κατά τον επίδικο χρόνο προσθέτοντας ότι δεν υπήρξε επικοινωνία με τον παιδίατρο του παιδιού ή με κάποιο ιατρικό κέντρο γιατί οι αναφορές χρονολογούνταν και ούτε υπήρχε σχετική ένδειξη. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 ανέφερε πως ως η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει, θα προέβαινε σε διαδικασίες σε σχέση με το καθεστώς φύλαξης του παιδιού τους καθώς και ότι μετά τον χωρισμό της με τον Κατηγορούμενο ο τελευταίος κάποιες μέρες πήγαινε στο σπίτι της μητέρας της για να βλέπει το μωρό συμφωνώντας ότι αυτό γινόταν με την συγκατάθεση της.
H Μ.Κ.3 ασκεί καθήκοντα υπευθύνου στο Κλιμάκιο Χειρισμού Υποθέσεων Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Λεμεσού. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, όταν ενημερώθηκε για τη γραπτή κατάθεση της Παραπονούμενης και ότι είχε αναφέρει ότι σε μια συνάντηση που είχε με αρμόδιο λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας είχε αναφέρει ότι δεχόταν απειλές κατά τη συμβίωση της με τον Κατηγορούμενο, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την αρμόδια λειτουργό των ΥΚΕ, την ενημέρωσε σχετικά και η ίδια της ανέφερε ότι στη διάρκεια μιας συνάντησης που είχε με την Παραπονούμενη στο πλαίσιο της γονικής μέριμνας του άλλου της παιδιού, το οποίο απέκτησε με άλλον άνδρα, η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι υπήρχαν κάποια προβλήματα και με τον Κατηγορούμενο και πως δεχόταν απειλές κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους καθώς και ότι σε μια περίπτωση στο παρελθόν χτύπησε το ανήλικο παιδί τους, όταν ήταν πολύ μικρό, χωρις περαιτέρω λεπτομέρειες. Κατέθεσε το σχετικό ημερολόγιο ενεργείας ως Τεκμήριο 5. Η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν έλαβε κατάθεση από την εν λόγω λειτουργό γιατί δεν είχε οτιδήποτε άλλο να της αναφέρει σε σχέση με την καταγγελία της Παραπονούμενης.
Η Μ.Κ.3 αντεξετάστηκε σε σχέση με την παρακολούθηση της Παραπονούμενης από την εν λόγω λειτουργό των ΥΚΕ καθώς και τα όσα ανέφερε στην ίδια χωρίς η μάρτυρας να θυμάται οτιδήποτε περαιτέρω από τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 5. Ανέφερε ότι η εν λόγω λειτουργός δεν παρακολουθούσε την Παραπονούμενη σε σχέση με την συμβίωση της με τον Κατηγορούμενο αλλά αποκλειστικά για το θέμα της γονικής μέριμνας με προηγούμενο της σύζυγο.
Ο Μ.Κ.4 κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Κλιμάκιο για τη Βία στην Οικογένεια στο ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του, Έγγραφο Γ’, την οποία υιοθέτησε, στις 22/5/2025 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Κατέθεσε την κατάθεση του διερμηνέα, ο οποίος ήταν παρών κατά την ανάκριση του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 6) και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήρια 7A και 7Β). Κατέθεσε, επίσης, το έντυπο δικαιωμάτων που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο πριν την έναρξη της ανακριτικής κατάθεσης του (βλ.Τεκμήριο 8).
Αντεξεταζόμενος, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος κατά την ανάκριση του ήταν πολύ συνεργάσιμος και συμφώνησε ότι απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις με ευθύτητα.
Η Μ.Κ.5, αδελφή της Παραπονούμενης, στην κατάθεση της, Τεκμήριο 3, την οποία υιοθέτησε αναφέρει ότι διέμενε με την Παραπονούμενη μέχρι το 2021 και έχουν πάρα πολύ καλές σχέσεις και γενικά εμπιστεύονται η μια την άλλη. Η Παραπονούμενη έχει ένα γιο από προηγούμενη της σχέση και όταν χώρισαν έκανε σχέση με τον Κατηγορούμενο και απέκτησαν μια κόρη. Όσο καιρό έμενε ο Κατηγορούμενος στο σπίτι της Παραπονούμενης, η Μ.Κ.5 έμενε σε άλλο σπίτι και έτσι δεν έζησε από κοντά την σχέση τους. Όταν χώρισαν, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει ημερομηνία, η Παραπονούμενη της είπε ότι όσο καιρό ήταν με τον Κατηγορούμενο, την ανάγκαζε να κάνουν σεξ και η ίδια, ενώ του έλεγε ότι δεν ήθελε, αναγκαζόταν να υποχωρήσει γιατί δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες γιατί είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που έμαθε τί γινόταν μεταξύ τους, πλην, όμως, θυμόταν ότι όταν η Παραπονούμενη της περιέγραφε το τί περνούσε έκλαιγε και ήταν πολύ στεναχωρημένη. Της είπε, επίσης, ότι παρακαλούσε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει και κάποτε τον έσπρωχνε για να φύγει από πάνω της αλλά αυτός επέμενε. Δεν την άφηνε να ξεκουραστεί, αφού, ως η Μ.Κ.5 ανέφερε, έτυχε και ενώ κοιμόταν να την ξυπνήσει και με το «έτσι θέλω» να την αναγκάσει να έχουν σεξουαλική επαφή. Η Μ.Κ.5 της είπε να κάνει καταγγελία στην Αστυνομία αλλά δεν θυμόταν τί της απάντησε η Παραπονούμενη, όπως και ούτε αν την ρώτησε ξανά τί έκανε τελικά. Την ημέρα που η Παραπονούμενη της ανέφερε τα πιο πάνω, ήταν μόνες τους και της είπε ότι τα είχε πει και στην μητέρα τους αλλά η Μ.Κ.5 δεν την ρώτησε αν τα είπε και σε οποιονδήποτε άλλο. Η Μ.Κ.5 δεν γνώριζε γιατί η Παραπονούμενη άργησε τόσο πολύ να υποβάλει καταγγελία. Ανέφερε, επίσης, ότι προτού η Παραπονούμενη χωρίσει με τον Κατηγορούμενο, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς έγινε, της είπε ότι μια μέρα ενώ βρίσκονταν στο αυτοκίνητο ο Κατηγορούμενος κτύπησε την κόρη τους, η οποία τότε ήταν σχεδόν δύο μηνών, στο στήθος επειδή έκλαιγε και ήθελε να την κάνει να σταματήσει. Η Μ.Κ.5 θύμωσε όταν το άκουσε αλλά δεν μπορούσε η ίδια να κάνει κάτι. Επειδή πέρασε πάρα πολύς καιρός, δεν θυμόταν λεπτομέρειες για το πώς έγιναν ακριβώς τα πράγματα. Η Παραπονούμενη της έλεγε ότι ήθελε να χωρίσει με τον Κατηγορούμενο αλλά όταν του το έλεγε αυτός δεν δεχόταν και την απειλούσε. Δεν θυμόταν λεπτομέρειες αλλά ανέφερε ότι της ασκούσε πίεση με τα λόγια και η συμπεριφορά του την έριχνε ψυχολογικά. Δεν θυμόταν αν της είπε ποτέ η Παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος την κτύπησε. Όταν δε τύγχανε να επισκεφθεί το σπίτι της Παραπονούμενης και να είναι εκεί ο Κατηγορούμενος, τον έβλεπε να είναι αδιάφορος με το μωρό. Δεν τον είδε να κτυπά το μωρό αλλά αυτό που καταλάβαινε ήταν ότι δεν είχε όρεξη να ασχοληθεί και να παίξει μαζί του. Αυτά ήταν, ως ανέφερε, τα όσα ήξερε για την σχέση της αδελφής της με τον Κατηγορούμενο. Την ημέρα της κατάθεσης της έμαθε ότι την προηγούμενη μέρα η Παραπονούμενη κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο αφού κλήθηκε για κατάθεση.
Κατά την προφορική εξέταση της ανέφερε πως τα όσα αναφέρει στην κατάθεση της τής τα έλεγε η αδελφή της όποτε βρέθονταν και η ίδια δεν ήταν μπροστά σε κάποιο περιστατικό. Ανέφερε, επίσης, πως όταν η αδελφή της τής περιέγραφε όσα ανέφερε, ήταν χάλια, έκλαιγε, σταματούσε μέχρι να είναι σε θέση να συνεχίσει, ήταν αγχωμένη και φοβισμένη. Ερωτούμενη ως προς τις απειλές, ανέφερε πως η Παραπονούμενη της είπε ότι ο Κατηγορούμενος την απειλούσε για τη ζωή της, ότι αν έβρισκε κάποιο άλλο θα την σκότωνε και ότι στα γενέθλια της την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει, της έκανε ψυχολογικό πόλεμο και φοβόταν για το παραμικρό ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να έκανε κάτι στην ίδια ή την κόρη τους. Πρόσθεσε πως όταν η Παραπονούμενη του έλεγε ότι είναι κουρασμένη επειδή η κόρη τους δεν την άφηνε να κοιμηθεί της έλεγε “να την δώσουν κάπου αλλού” για να μπορούν να κάνουν αυτό που ήθελε και να μην κουράζεται η Παραπονούμενη. Σε σχέση με το περιστατικό με το κτύπημα της κόρης τους στο στήθος, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι εκείνη την μέρα πήγαν μαζί να αγοράσουν τηλεόραση αλλά το μωρό έκλαιγε και ο Κατηγορούμενος έλεγε στο μωρό ότι η ζωή δεν είναι τόσο εύκολη και την έδερνε στον μηρό ή και στο στήθος. Ως ανέφερε, η ίδια δεν έζησε στο ίδιο σπίτι με την αδελφή της και τον Κατηγορούμενο και τους επισκεπτόταν όποτε μπορούσε. Ως προς τις σχέσεις της ίδιας με τον Κατηγορούμενο, ανέφερε πως απλά ήξερε ότι ήταν ο σύντροφος της αδελφής της, δεν μιλούσαν γενικά παρά μόνο, όταν τύγχανε, μόνο τυπικά.
Κατά την αντεξέταση της, ερωτούμενη κατά πόσο γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για την υπόθεση πέραν των όσων αναφέρει στην κατάθεση της, ανέφερε πως σίγουρα ήξερε αλλά δεν τα θυμόταν. Ανέφερε, περαιτέρω, πως η Παραπονούμενη «κάποιες φορές [της] τα έλεγε νωρίς, κάποιες φορές [της] τα έλεγε αργά», προσθέτοντας ότι της είπε τα πλείστα μετά τον χωρισμό της από τον Κατηγορούμενο πλην, όμως, κάποια λίγα προηγουμένως, όταν συνέβαιναν, όπως το περιστατικό με την τηλεόραση. Διευκρίνισε πως το ότι η Παραπονούμενη αναγκαζόταν να κάνει σεξ με τον Κατηγορούμενο της το είπε μετά που χώρισαν χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς. Αναφορικά με τη σχέση της με την Παραπονούμενη ανέφερε ότι πάντα ήταν η μια για την άλλη, βοηθούσε η μια την άλλη και ότι λένε τα πάντα μεταξύ τους. Η σχέση της Μ.Κ. 5 με τη μητέρα τους είναι καλή. Κατά το χρόνο που έγιναν τα κατ' ισχυρισμό περιστατικά με την αδελφή της διέμενε η μητέρα τους, ο γιος της, η κόρη της και ο Κατηγορούμενος. Η ίδια επισκεπτόταν το σπίτι τους όποτε είχε άδεια από την δουλειά της. Eρωτούμενη ως προς την συμπεριφορά της Παραπονούμενης όταν έτυχε να τους συναντά στο σπίτι, στην περίπτωση που εκεί βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος, ανέφερε πως δεν ήταν «μια χαρά» αλλά δεν μπορούσε πει ακριβώς πώς ήταν. Ήταν η θέση της ότι έμαθε το τί γινόταν στο σπίτι απ' όσα της είχε πει η αδελφή της χωρίς η ίδια να δει ποτέ ή να ακούσει κάτι για τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Ανέφερε, όμως, πως έτυχε να ήταν στο σπίτι, όπου συνήθως πήγαινε για κάποιες ώρες, και να έβλεπε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενδιαφερόταν να ασχοληθεί με το μωρό, δηλαδή να την κρατά στην αγκαλιά του ή να παίζουν μαζί. Όταν ενημερώθηκε για τα κατ' ισχυρισμό περιστατικά, η ίδια θύμωσε και ρώτησε την Παραπονούμενη αν έκανε καταγγελία χωρίς να θυμάται αν της είπε ότι ήδη το είχε κάνει ή ότι θα το έκανε και πότε. Ανέφερε, επίσης, πως μίλησε με την μητέρα της για τα κατ' ισχυρισμό περιστατικά αλλά δεν θυμόταν τί είπαν μεταξύ τους γιατί πέρασε αρκετός καιρός. Η τελευταία φορά που είδε τον Κατηγορούμενο ήταν την Κυριακή, πριν την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, όταν πήγαν με την Παραπονούμενη, τον γιο της, την κόρη της και τον θείο τους σε εστιατόριο. Ανέφερε, επίσης, πως εξ όσων θυμόταν, η Παραπονούμενη της είπε ότι ο Κατηγορούμενος επέμενε να κάνει σεξ μαζί της και ότι χτύπησε το μωρό, τα οποία θεώρησε ως «τα πιο δυνατά», προσθέτοντας πως η Παραπονούμενη «σίγουρα θα είπε και κάτι άλλο». Στην υποβολή πως όλα όσα ανέφερε της τα είπε η Παραπονούμενη μετά που προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, απάντησε πως δεν μπορούσε να πει ότι όντως αυτό ισχύει λέγοντας περαιτέρω πως λογικά της τα είπε πριν την υποβολή καταγγελίας. Ερωτούμενη και πάλι ως προς το πότε της τα είπε η Παραπονούμενη, ανέφερε πως δεν θυμούνταν ημέρα ή ημερομηνία «αλλά σίγουρα είπε τα πριν να πάει να καταγγείλει γιατί όπως σας είπα και εγώ πριν ερώτησα την ''επήες στην Αστυνομία; '' Αλλά δεν θυμούμαι αν μου είπε ''ναι, επήα'' ή ''θα πάω'' και πότε θα πάει. Άρα ήξερα τα πριν να πάει.». Ερωτούμενη κατά πόσο ρώτησε την Παραπονούμενη αν πήρε το μωρό σε κάποιο γιατρό, απάντησε πως «το να δέρνεις το μωρό δεν είναι κάτι σοβαρό» καθώς και ότι εξαρτάται από το κατά πόσο το χτύπημα ήταν δυνατό και πού ήταν.
Η Μ.Κ.6, Παραπονούμενη, κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε την κατάθεση της, Τεκμήριο 2, προβαίνοντας σε διόρθωση σε σχέση με το χρόνο που συζούσε με τον Κατηγορούμενο και λέγοντας ότι συνήψε σχέση μαζί του περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2021, καθ’ ον χρόνο ο Κατηγορούμενος ενοικίαζε σπίτι κοντά στη Λινόπετρα και, έπειτα, μετακόμισε στο Ζακάκι. Στην αρχή της σχέσης τους, κάποιες μέρες κοιμόταν η ίδια στο σπίτι του και κάποιες μέρες πήγαινε αυτός στο δικό της. Όταν γεννήθηκε η κόρη τους, στις 15/7/2022, ο Κατηγορούμενος μετακόμισε στο σπίτι της μητέρας της για ένα χρόνο περίπου. Ένα μήνα πριν τον χωρίσει, δηλαδή στις 14/10/2023, ο Κατηγορούμενος μετακόμισε ξανά στο Ζακάκι.
Ως περαιτέρω ανέφερε στην κατάθεση της, ανέκαθεν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν ήταν πολύ καλή απέναντι της αλλά έκανε υπομονή γιατί φοβόταν να αντιδράσει ή να διαμαρτυρηθεί. Όταν έμεινε έγκυος την κόρη τους, άρχισε να γίνεται πιο επιθετικός. Δεν της ασκούσε σωματική βία αλλά λεκτική και ψυχολογική, την μείωνε ως άνθρωπο, την αποκαλούσε «χάσιμο χρόνου» και ηλίθια και άλλα διάφορα ενώ η ίδια σιωπούσε. Η συμπεριφορά του είχε αρνητικό αντίκτυπο και στο γιο της, τον οποίο απέκτησε από προηγούμενη σχέση της, και ο οποίος τύγχανε να είναι μπροστά και να ακούει όλα αυτά. Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, άρχισε να μην έχει ερωτική διάθεση και δεν ήθελε να έχει σεξουαλικές επαφές με τον Κατηγορούμενο. Αυτός, όμως, δεν έδειχνε καμία κατανόηση και την πίεζε να ικανοποιήσει τις ορέξεις του. Αυτό γινόταν συνήθως το βράδυ, όταν η μητέρα της κοιμόταν. Άρχιζε να την ακουμπά και να της δείχνει τις προθέσεις του αλλά η ίδια του έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε να κάνουν σεξ και αυτός δεν το καταλάβαινε. Ο Κατηγορούμενος επέμενε μέχρι που η ίδια υπέκυπτε ώστε να τελειώνει όλο αυτό. Δεν της ασκούσε σωματική βία αλλά ήταν επίμονος και κουραστικός με την συμπεριφορά και τα λόγια του. Της έλεγε ότι ήταν η γυναίκα του και ότι ήταν υπόχρεη να κάνει σεξ μαζί του. Αυτό γινόταν αρκετά συχνά μέσα στην εβδομάδα κατά τα μέσα του 2022, όχι, όμως, κάθε βραδυ. Όταν γέννησε, δεν αισθανόταν πολύ καλά και είχε μια πολύ δύσκολη γέννα. Ο Κατηγορούμενος δεν έδειχνε καθόλου κατανόηση και δεν προσέφερε οποιαδήποτε βοήθεια με τα δύο μωρά που υπήρχαν στο σπίτι. Λίγο καιρό μετά την γέννα, ο Κατηγορούμενος άρχισε πάλι να της ζητά επίμονα να έχουν σεξουαλική επαφή και η ίδια του έλεγε ότι δεν ήθελε. Επειδή δεν καταλάβαινε, αναγκαζόταν και πάλι να υποχωρήσει. Δεν της ασκούσε σωματική βία αλλά έπεφτε πάνω στο σώμα της, την ακουμπούσε σε διάφορα μέρη του σώματος της για να την κάνει να συγκατατεθεί και αυτή σιωπούσε αφήνοντας το σώμα της στα χέρια και τις ορέξεις του απλώς και μόνο για να τελειώνει το μαρτύριο που βίωνε. Τύχαινε να τον σπρώξει για να φύγει από πάνω της αλλά ήταν λες και έσπρωχνε ένα βράχο, τον εκλιπαρούσε να την αφήσει αλλά δεν άκουγε, έκλαιγε και αηδίαζε τον εαυτό της αλλά αυτός δεν συγκινείτο. Τα ρούχα της τα έβγαζε η ίδια αφού ουσιαστικά δεν είχε επιλογή και δεν ήξερε τι θα γινόταν ή πως θα αντιδρούσε ο Κατηγορούμενος αν δεν υποχωρούσε. Τον θεωρούσε ικανό να της σκίσει τα ρούχα για να πετύχει τον σκοπό του, ήταν πολύ αυταρχικός και επίμονος. Όλα αυτά γίνονταν το βράδυ όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνταν. Η Παραπονούμενη σημείωσε, δε, ότι και ξύπνιοι να ήταν δεν θα καταλάβαιναν τί συνέβαινε γιατί ντρεπόταν να πει το παραμικρό, δεν φώναζε, δεν καλούσε βοήθεια και όταν του έλεγε να σταματήσει, το έλεγε σιγανά για να μην την ακούσουν οι υπόλοιποι. Αισθανόταν μεγάλη ντροπή να πει στην μητέρα της τι συνέβαινε και τα κρατούσε όλα για τον εαυτό της. Στις 26/11/2022, ημέρα των γενεθλίων της, χωρίς λόγο ο Κατηγορούμενος την απείλησε με την φράση «εννα σε σκοτώσω γιατί εν μου κάμνεις ό,τι θέλω», εννοώντας την σεξουαλική επαφή. Ήταν τόσο εμμονικός με αυτή την πράξη που όλα ξεκινούσαν και τελείωναν εκεί. Όταν δεν υποχωρούσε να κάνει σεξ μαζί του, θύμωνε και δεν της μιλούσε καθόλου, ενώ για να την τιμωρήσει δεν πήγαινε δουλειά ή σταματούσε να δίνει σημασία στην κόρη τους. Ως ανέφερε η Παραπονούμενη, στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος έμενε σπίτι μία ή δύο βδομάδες και παρολίγο να έχανε τη δουλειά του. Σε μία περίπτωση, μάλιστα, τον πήραν τηλέφωνο από την δουλειά του και του είπαν να πάει σε γιατρό για να πάρει πιστοποιητικό και έτσι πήγαν σε μια γιατρό, η οποία αφού τον εξέτασε του είπε ότι ήταν καλά. Εκείνη τη στιγμή η Παραπονούμενη είπε στην γιατρό «επειδή δεν του κάθουμαι, γι' αυτό κάμνει έτσι» και η γιατρός διερωτήθηκε κατά πόσο σοβαρομιλούσε. Αφού η Παραπονούμενη της απάντησε θετικά, η γιατρός είπε στον Κατηγορούμενο ότι όλα είναι στο κεφάλι του και του έδωσε ένα χαρτί και το πήρε στη δουλειά του. Σε κάποια άλλη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος της είπε ότι πονούσε τις φλέβες του, της φώναξε και όταν πήγε τον είδε στο πάτωμα του δωματίου και αυτός δεν κινούνταν. Ως ανέφερε, «μπορεί να ήταν καμιά ώρα, αλλά για εμένα εφάνηκε μου αιώνας». Είπε στο γιό της να φύγει για να μην βλέπει και σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος της είπε ότι ήθελε νερό. Αφού του πήρε νερό, έπεσαν τα νερά από το στόμα του πάνω στο πάτωμα. Αφού προσπαθούσε να σηκωθεί ανεπιτυχώς για αρκετή ώρα, η Παραπονούμενη του είπε «τώρα τούτα ούλλα επειδή δεν κάμνω σεξ μαζί σου, επειδή δεν θέλω να κάμω σεξ μαζί σου;» και ο Κατηγορούμενος της απάντησε πως όταν δεν κάνει σεξ πονεί τις φλέβες και τους όρχεις του. Ήταν εκδικητικός και αυτός ήταν ένας λόγος που την έκανε να συμβιβάζεται και να κάνει σεξ μαζί του. Για όλα όσα περνούσε, μίλησε για πρώτη φορά όταν πια είχε χωρίσει από τον Κατηγορούμενο. Βρήκε το θάρρος να τα πει όλα στην μητέρα της και στην αδελφή της, Μ.Κ.5. Όταν είπε στην μητέρα της τί γινόταν, αυτή παρέμεινε απαθής και δεν την ενθάρρυνε να προβεί σε καταγγελία εναντίον του. Η αδελφή της, Μ.Κ.5, στεναχωρήθηκε και την ρώτησε αν τον κατήγγειλε στην Αστυνομία. Στις 14/10/2023 χώρισαν με δική της απόφαση. Ο λόγος που το αποφάσισε ήταν όλα τα πιο πάνω αλλά και το περιστατικό της 12/9/2022, το οποίο θεώρησε ακόμη πιο σοβαρό γιατί είχε να κάνει με την κόρη τους. Στις 12/9/2022 είχαν πάει για βόλτα στο MyMall, η ίδια, ο Κατηγορούμενος και η κόρη τους. Την ώρα που θα έφευγαν, γύρω στις 16:00, η μικρή ήταν ανήσυχη και έκλαιγε επειδή είχε πεινάσει. Η ίδια την θήλασε λίγο στο αυτοκίνητο για να ηρεμήσει αλλά το γάλα της δεν ήταν αρκετό και όταν σταμάτησε να την ταΐζει άρχισε και πάλι να κλαίει. Τότε, ο Κατηγορούμενος την πήρε από τα χέρια της, άρχισε να την κτυπά με το χέρι του στα πόδια ενώ παράλληλα της φώναζε «σταμάτα, η ζωή δεν είναι εύκολη». Η ίδια είπε στον Κατηγορούμενο να σταματήσει αλλά αυτός της έλεγε «να μην νεκατώνεσαι, μην μου λες τι να κάνω με το μωρό μου.» Συνέχισε να του λέει να σταματήσει και τον τραβούσε από την φανέλα αλλά δεν την άκουγε. Κάποια στιγμή, βγήκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να φωνάζει για βοήθεια αλλά κανένας δεν την άκουγε. Φοβόταν να φύγει από κοντά του για να καλέσει βοήθεια μήπως έκανε στο μωρό οποιοδήποτε κακό. Κάποια στιγμή η κόρη τους ηρέμησε και ο Κατηγορούμενος την έβαλε στο βρεφικό καρεκλάκι, κάθισε στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου μαζί της και ξεκινήσαν να φύγουν. Οδηγούσε η Παραπονούμενη. Όταν έφθασαν σε φώτα τροχαίας, το μωρό άρχισε και πάλι να κλαίει. Εκείνη την στιγμή το αυτοκίνητο ήταν σταματημένο γιατί ήταν κόκκινο το φανάρι και η Παραπονούμενη κοίταξε πίσω να δει το μωρό. Τότε είδε τον Κατηγορούμενο να κτυπά με δύναμη την μικρή στο στήθος ενώ βρισκόταν ακόμη στο κάθισμα της. Αμέσως η Παραπονούμενη τον ρώτησε τι έκανε και άρχισε να της λέει ότι δεν είδε καλά και ότι δεν την είχε κτυπήσει. Όταν έφθασαν στο σπίτι, είδε ότι το μωρό είχε κοκκινίλες στα πόδια αλλά δεν την πήρε στο γιατρό. Πήγε στην Αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν και εκεί της ανέφεραν κάτι για το Γραφείο Ευημερίας αλλά δεν κατάλαβε καλά και έφυγε χωρίς να δώσει κατάθεση. Δεν ήξερε πως να προχωρήσει και τι να κάνει. Τόσο καιρό δεν πήγαινε να κάνει καταγγελία γιατί φοβόταν την αντίδραση του Κατηγορούμενου, δεν ήθελε να μπει σε τέτοια διαδικασία και να θυμηθεί τα όσα πέρασε στα χέρια του. Ανέφερε, επίσης, ότι από τον καιρό που χώρισαν δεν μπόρεσε να κάνει σχέση και δεν θέλει εφόσον όλο αυτό την έχει στιγματίσει. Προσέθεσε, επίσης, ότι τον Ιανουάριο 2025 ο Κατηγορούμενος κατέθεσε στο Οικογενειακό Δικαστήριο αίτηση για επικοινωνία με την κόρη τους, η οποία εκκρεμεί. Με την συμπεριφορά που είχε προς την ίδια, ανησυχούσε πάρα πολύ για την έκδοση διατάγματος που να δίδει δικαίωμα στον Κατηγορούμενο να παίρνει την κόρη τους και να διανυκτερεύουν στο σπίτι του. Μέχρι την κατάθεση της, ο Κατηγορούμενος επισκεπτόταν το σπίτι της μητέρας της και έβλεπε την κόρη τους στην παρουσία της και ήταν ήσυχη. Γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του Κατηγορούμενου και το πόσο κτητικός είναι, ανησυχούσε πάρα πολύ για την κόρη της και για αυτό τον λόγο αποτάθηκε και στον δικηγόρο Π.Α.. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι είχε συνεργασία με λειτουργούς των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Ε.Κ. και Σ.Τ. Το ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε την κόρη τους το είπε στην μητέρα της την ίδια ημέρα και εκ των υστέρων στην Σ.Τ. Από τότε που χώρισαν, ο Κατηγορούμενος δεν έκανε οτιδήποτε άλλο σε βάρος της ίδιας ή της κόρης τους. Τέλος, ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να φιλοξενηθεί σε καταφύγιο εφόσον διέμενε με την μητέρα και τον πατριό της και είχε υποστηρικτικό περιβάλλον. Συγκατατέθηκε να σταλεί για ψυχολογική αξιολόγηση λέγοντας πως δεν ήταν απόλυτα σίγουρη κατά πόσον θα πήγαινε.
Κατά την προφορική εξέταση της ανέφερε ότι λόγω της διάρκειας της κατάθεσης της και του γεγονότος ότι ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη και κουρασμένη, δεν μπορούσε σε εκείνο το στάδιο να θυμηθεί όλα όσα είχαν γίνει κατά τα δύο αυτά χρόνια με τον Κατηγορούμενο. Όταν πήγε στο σπίτι και ηρέμησε, θυμήθηκε και άλλα πράγματα που συνέβηκαν. Σε σχέση με τη διαμονή του Κατηγορούμενου στο Ζακάκι, ανέφερε πως έμενε μόνος του και αναφέρθηκε, επίσης, στην γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο λέγοντας πως από τις αρχές της σχέσης τους αυτός ήθελε γάμο και παιδιά ενώ η ίδια ήταν ξεκάθαρη πως δεν ήθελε. Έμεινε έγκυος την κόρη τους περί τα τέλη Οκτωβρίου- αρχές Νοέμβρη 2021. Σε σχέση με την αναφορά στην κατάθεση της ότι ανέκαθεν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν ήταν καλή απέναντι της και φοβόταν να αντιδράσει ή να διαμαρτυρηθεί, εξήγησε πως επειδή δεν ντυνόταν όπως ο Κατηγορούμενος ήθελε, δεν έκανε αυτά που ήθελε, δεν ήθελε να κάμει σεξ μαζί του όποτε αυτός ήθελε, δεν τον έπαιρνε τηλέφωνο και δεν του έστελνε μήνυμα ενώ ήταν στη δουλειά του, άρχισε να την απειλεί και να της λέει «δεν ξέρεις ποιος είμαι τζιαί τι μπορώ να κάμω, ότι μπορώ να είμαι οποιοσδήποτε». Αυτά, της προκαλούσαν φόβο γιατί δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Όταν του έλεγε «πες μου ποιος είσαι τζιαί τι μπορείς να κάμεις», της έλεγε πως αυτή δεν ήταν η σωστή ερώτηση. Όταν έμεινε έγκυος την κόρη της, δεν είχε επιθυμία για σεξ και ήταν ξεκάθαρη σε αυτό, όμως ο Κατηγορούμενος δεν το σεβάστηκε. Της έλεγε ότι είναι η γυναίκα του, ότι πρέπει να συμβιβαστεί με τις ανάγκες του και πως πονούσε τις φλέβες ή τους όρχεις του όταν δεν κάνει σεξ. Επίσης, ο Κατηγορούμενος επέστρεφε από την δουλειά έχοντας τα χέρια του κομμένα λέγοντάς της ότι ήταν επειδή την σκεφτόταν και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του. Επειδή φοβόταν και δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε ο Κατηγορούμενος, αναγκαζόταν να κάνει σεξ μαζί του. Σε σχέση με την εγκυμοσύνη, ανέφερε πως όταν μετά την σεξουαλική επαφή υποψιάστηκε ότι ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε μέσα της, τον ρώτησε «ετέλειωσες;» και ο Κατηγορούμενος στην αρχή της είπε «ναι» ενώ όταν του είπε «τώρα σοβαρομιλάς;» της είπε «όχι». Όταν άγγιξε στο σώμα της αντιλήφθηκε ότι εκσπερμάτωσε και επειδή την είδε ότι ήταν αγχωμένη και νευριασμένη με αυτό που έκαμε του είπε ότι δεν ήθελε να μείνει έγκυος. Τότε, της είπε να πιεί ένα ποτήρι γεμάτο αλάτι για να την βοηθήσει να μην μείνει έγκυος, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Στην αρχή δεν ήθελε να του πει ότι είναι έγκυος επειδή φοβόταν αλλά επειδή σκέφτηκε ότι δεν ήθελε η κόρη της να είναι θύμα εκφοβισμού εξαιτίας του ότι δεν θα ήξερε ποιος είναι ο πατέρας της, αφού πέρασαν δύο μήνες περίπου, του είπε ότι είναι έγκυος.
Σε σχέση με τη λεκτική και ψυχολογική βία που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο, ανέφερε πως ό,τι έκανε ή έλεγε ο Κατηγορούμενος το θεωρούσε λάθος, την αποκαλούσε «ηλίθια», «χάσιμο χρόνου» και «άχρηστη», την διέκοπτε, δεν την άφηνε να μιλήσει. Η ίδια ένοιωθε χάλια και ήταν πολύ πληγωμένη λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος «έπιασε τζιείνο που ήθελε τζιαί έδειξε [της] άλλο πρόσωπο». Ως προς τούτο η μάρτυρας εξήγησε ότι «τα χαρτιά του» είχαν λήξει από το 2022 και όταν του είπε ότι την ήθελε για να κάνει μωρό ή να την παντρευτεί για «να κάμει τα χαρτιά [του]», ο Κατηγορούμενος της έλεγε πως δεν είναι τέτοιος άνθρωπος και ότι αν ήθελε διευθετήσει το ζήτημα της παραμονής του στην Δημοκρατία θα μπορούσε να διορίσει δικηγόρο και δεν χρειαζόταν την ίδια. Η Παραπονούμενη ανέφερε, περαιτέρω, σε σχέση με την αναφορά της ότι η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε αρνητικό αντίκτυπο και στον γιο της, ο οποίος τον αγάπησε και τον αποκαλούσε «daddy», ότι κάποιες φορές άκουγε τους τσακωμούς τους και την ρωτούσε γιατί μιλά έτσι ο Κατηγορούμενος. Η μητέρα της δεν άκουσε ποτέ οτιδήποτε, ενώ ως η Παραπονούμενη ανέφερε, εάν ο Κατηγορούμενος έλεγε οτιδήποτε μπροστά της θα γινόταν χαμός.
Επανερχόμενη στο θέμα των σεξουαλικών επαφών, ανέφερε πως είπε στον Κατηγορούμενο και ήταν ξεκάθαρη ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν είχε επιθυμία για σεξουαλική επαφή. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «είπα ότι δεν θέλω. Είπα του ότι δεν θέλω σεξ. Είπα του ότι δεν έχω όρεξη για σεξ άμα είμαι έγκυος» και ο Κατηγορούμενος δεν το σεβάστηκε λέγοντας της ότι ήταν γυναίκα του και έπρεπε να συμβιβαστεί. Οι σεξουαλικές συνευρέσεις της με τον Κατηγορούμενο χωρίς τη θέληση της γίνονταν στο δωμάτιο όπου κοιμόταν ο Κατηγορούμενος. Η ίδια κοιμόταν στο σαλόνι, η μητέρα με τον γιό της σε δωμάτιο στο μπαλκόνι που έκλεισε με τζαμαρία και ο Κατηγορούμενος στο δωμάτιο που κοιμόταν η ίδια παλαιότερα. Το σπίτι του Κατηγορούμενου στο Ζακάκι ήταν στούντιο με κρεβάτι και στρώμα στο πάτωμα. Σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο την πίεζε, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι της έστελνε βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου στο κινητό της τηλέφωνο και της έλεγε να κάνει ακριβώς ό,τι έκαναν και οι συμμετέχουσες. Η ίδια μόνο μια ‑ δύο φορές είδε βίντεο που της είχε στείλει ενώ τα υπόλοιπα δεν τα είδε λέγοντάς του ότι δεν ήθελε να βλέπει τέτοια πράγματα. Επίσης, της έλεγε να ντυθεί «σέξι» ή να ξαπλώσει μαζί του μόνο για αγκαλιά, αλλά δεν έμεναν εκεί. Όταν πήγαινε στο δωμάτιο, ο Κατηγορούμενος άρχιζε να την ακουμπά στο στήθος και τα οπίσθια με αηδιαστικό τρόπο. Ως ανέφερε, του έλεγε «δεν μου αρέσκει, αηδιάζω» και ο ίδιος της έλεγε «δεν με κόφτει, εμένα αρέσκει μου». Με αυτόν τον τρόπο, ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να την κάμει να θελήσει και η ίδια την ερωτική επαφή ενώ η ίδια του έλεγε ότι δεν ήθελε. Όταν φορούσε παντελόνι, το κατέβαζε από μόνη της ή εαν φορούσε φόρεμα μακρύ, το τραβούσε πάνω, ενώ ο Κατηγορούμενος έγλειφε τα γεννητικά της όργανα ώστε να της προκαλέσει ερωτική διάθεση. Η ίδια, επειδή δεν ήθελε να συνευρεθεί μαζί του σεξουαλικά και ήταν αγχωμένη και φοβισμένη «δεν εμπορούσ[ε] να τελειώσ[ει]», ως ανέφερε. Μια μέρα που ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, ήταν στο Ζακάκι και ο Κατηγορούμενος την ξύπνησε και ήθελε να κάνουν σεξ. Η ίδια του είπε πως δεν ήθελε και ο Κατηγορούμενος της έλεγε «σε παρακαλώ, σε χρειάζομαι, δεν μπορώ, δεν αντέχω» και την υπενθύμιζε ότι είναι γυναίκα του. Επειδή ήταν μόνη της στο σπίτι του, φοβόταν και δεν ήξερε τί θα της έκανε και έτσι δέχτηκε. Όταν έβγαλε το παντελόνι του και πήγαινε προς το μέρος της, της είπε πως θα έλεγε «hi» στην κόρη τους με το πέος του. Η ίδια αηδίασε πάρα πολύ και όταν έβαλε το πέος του στον κόλπο της η ίδια τον έσπρωχνε να φύγει, έκλαιγε και του έλεγε να σταματήσει ενώ αυτός δεν σταματούσε μέχρι που εκσπερμάτωσε μέσα της. Και πάλι ο Κατηγορούμενος της είπε να πιεί αλάτι, πλην, όμως, δεν το έπραξε. Λόγω της επαφής, η Παραπονούμενη πόνεσε το στομάχι της, δεν μπορούσε να κινηθεί και πήγε με τη μητέρα της στην κλινική Imperial, όπου της έβαλαν ένεση. Όταν πήγαν στον γυναικολόγο της, επ’ ονόματι Μ., η ίδια του είπε τι είχε συμβεί και τον παρακάλεσε να μιλήσει στον Κατηγορούμενο γιατί δεν άντεχε άλλο. Ο γυναικολόγος του είπε ότι δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε και ότι θα έπρεπε να περιμένει να του πει ο ίδιος πότε θα προχωρούσαν σε σεξουαλική επαφή. Παρά ταύτα, ο Κατηγορούμενος επέμενε στέλνοντας της βίντεο και λέγοντας της ότι την πεθύμησε ή ότι την ήθελε και προχωρούσε σε σεξουαλική επαφή. Η ίδια ένιωθε αηδία και φόβο. Όποτε του έλεγε ότι θα πήγαινε να τον καταγγείλει, της έλεγε πως δεν είχε αποδείξεις και πως κανένας δεν θα την πιστέψει και έτσι η ίδια δεν μπορούσε να αντιδράσει ενώ, επίσης, φοβόταν. Μετά την γέννηση της κόρης τους στις 15/7/2022, η ίδια ήταν πάρα πολύ άσχημα και σωματικά και ψυχολογικά και η εγκυμοσύνη της ήταν πολύ δύσκολη. Όταν έλεγε στον Κατηγορούμενο ότι ήταν κουρασμένη, είτε από τη δουλειά, είτε λόγω του ότι το μωρό δεν κοιμόταν καλά το βραδυ, της έλεγε να αφήσει την δουλειά της, να μείνει στο σπίτι με τα μωρά και πως θα έφερνε ο ίδιος χρήματα στο σπίτι. Περαιτέρω, της έλεγε πως αν δεν ήθελε την κόρη της να του το έλεγε και θα την έδινε σε άλλη γυναίκα να την μεγαλώσει. Οι απαιτήσεις του Κατηγορούμενου για σεξουαλική επαφή δεν άλλαξαν καθόλου μετά την γέννα. Ο τοκετός ήταν φυσιολογικός και όταν είχε ακόμα ραφές, ο Κατηγορούμενος άρχισε πάλι να θέλει να συνευρεθεί μαζί της, ενώ όταν του είπε ότι πονούσε της έλεγε ότι έπρεπε να συμβιβαστεί. Έτσι, σε μια περίπτωση, όταν έβαλε το πέος του στον κόλπο της, και η ίδια του είπε πως ένιωσε πόνο στις ραφές, την χαστούκισε. Ως ανέφερε στη συνέχεια, η ίδια του είπε ότι δεν ήθελε και του έλεγε να σταματήσει σπρώχνοντας τον με τα χέρια της να φύγει και αυτός έσπρωχνε ακόμα πιο βαθιά και γρήγορα το πέος του στον κόλπο της. Την άκουγε που έκλαιγε και του έλεγε να σταματήσει, αλλά αυτός δεν σταματούσε μέχρι να εκσπερματώσει. Η ίδια ήταν πάρα πολύ φοβισμένη. Μετά που γέννησε, εκσπερμάτωσε μέσα της άλλες δύο φορές χωρίς τη συγκατάθεση της και χωρίς να της το πει προηγουμένως αφού προσπαθούσε να την αφήσει και πάλι έγκυο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Όποτε τον χώριζε της έλεγε ότι δεν ήθελε να την χάσει και ότι την χρειάζεται κλαίγοντας με δάκρυα. Λόγω του ότι δεν ήθελε να μείνει και η κόρη της χωρίς πατέρα, όπως ο γιος της, ήταν πολύ δύσκολο για την ίδια να τον χωρίσει και, επίσης, φοβόταν ως προς τί θα έκανε στην ίδια ή στον εαυτό του. Επανειλημμένα την απείλησε ότι θα την σκότωνε, ενώ πάρα πολλές φορές της έλεγε πως δεν ήξερε ποιος ήταν με αποτέλεσμα να εντυπωθεί στον εγκέφαλο της. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη αναφέρθηκε και σε περιστατικό στο αυτοκίνητο περί τα τέλη Αυγούστου πριν τον χωρίσει. Κατ’ εκείνη την ημέρα, πήγαν για να πιεί η Παραπονούμενη ναργιλέ και μετά ο Κατηγορούμενος ήθελε να πάνε κάπου μόνοι τους για να κάνουν σεξ. Η ίδια δέχτηκε και πήγαν σε ένα απόμερο μέρος όπου δεν είχε κανένα. Έκαναν σεξ στο αυτοκίνητο με τη θέληση της και ο Κατηγορούμενος ήθελε και δεύτερη φορά. Η Παραπονούμενη του είπε ότι δεν ήθελε και τότε άρχισε να την βλέπει και να κινείται περίεργα. Επειδή ήταν μόνοι τους και δεν είχε κανένα στο μέρος αναγκάστηκε πάλι να κάνει σεξ μαζί του γιατί φοβήθηκε και δεν ήξερε τί θα της έκανε. Ως ανέφερε, «ήταν η τελευταία φορά που άγγιξε πάνω [της], που έκαμε τι έκαμε, που δέχτηκ[ε] τον βιασμό.» Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της δέχθηκε πως κάποιες φορές ήθελε και η ίδια να κάνουν σεξ αλλά αυτές οι φορές ήταν πολύ σπάνιες, όταν έβγαιναν και περνούσαν καλά, οι οποίες ήταν μετρημένες στα δάκτυλα.
Ως προς το γιατί δεν φώναζε, ανέφερε ότι δεν ήθελε να ακούει ο γιος της και ντρεπόταν να πει στη μητέρα της τί της έκανε ο Κατηγορούμενος. Όλο το χρονικό διάστημα που βίωνε τα όσα περιέγραψε, δεν είπε κάτι σε κάποιο δικό της άτομο γιατί, ως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος της είπε πως άτομα που αγαπά και εμπιστεύεται τον μαχαιρώνουν πίσω από την πλάτη του. Έτυχε, επίσης, να της τηλεφωνεί ή να της στέλνει μήνυμα και να μην του απαντά και μετά από λίγο να της τηλεφωνούσε η αδελφή της, Μ.Κ.5. Η ίδια νόμιζε ότι το τηλεφώνημα της αδελφής της ήταν καθοδηγούμενο από τον Κατηγορούμενο για να της πει αργότερα πως στον ίδιο δεν απαντούσε αλλά απαντούσε στην αδελφή της. Γι’ αυτό τον λόγο, δεν εμπιστευόταν ούτε την αδελφή της για να της εκμυστηρευθεί τι γινόταν. Μετά που χώρισαν, η Μ.Κ. 5 της είπε ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο και τότε της μίλησε, όπως και στην μητέρα της. Τον πατριό της, η μητέρα της τον γνώρισε μετά που χώρισαν με τον Κατηγορούμενο. Η Παραπονούμενη έχει ακόμα μίαν αδελφή με την οποία δεν έχουν καθόλου επαφές. Σε σχέση με το περιστατικό στις 26/11/2022, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι εκείνη την μέρα ήταν τα γενέθλια της και ο Κατηγορούμενος της έστειλε μήνυμα «χρόνια πολλά», του είπε «ευχαριστώ» και πήγε στο δωμάτιο όπου κοιμούνταν για να του πει «ευχαριστώ» και από κοντά. Ως ανέφερε, ξαφνικά της είπε ότι θα την σκότωνε. Αφού τον ρώτησε αν την κορόιδευε, της είπε ότι σοβαρομιλούσε. Σε κάποια στιγμή τον ρώτησε για ποιο λόγο θα την σκότωνε και της είπε «επειδή δεν κάμνεις τζιείνα που θέλω», ήτοι επειδή δεν δεχόταν να κάμει σεξ μαζί του, δεν τον έπαιρνε τηλέφωνο να δει τι κάνει στη δουλειά ή δεν του έστελνε μήνυμα και δεν ντυνόταν όπως ήθελε αυτός. Σε κάποια στιγμή, ενώ ο ίδιος ήταν πάνω στο κρεβάτι και η ίδια στεκόταν, της είπε να ξαπλώσει για να κάνουν σεξ για τελευταία φορά πριν την σκοτώσει. Ως ανέφερε, η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι σοβαρομιλούσε και φοβήθηκε. Έφυγε, πήγε στο σαλόνι, πήρε το τηλέφωνο της και πήγε στο δωμάτιο για να τον ηχογραφήσει ώστε να έχει αποδείξεις. Όταν η Παραπονούμενη πήγε πίσω στο δωμάτιο ο Κατηγορούμενος της είπε, μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος και δεν είχε την καρδιά να κάνει τέτοιο πράγμα ώστε να καθησυχαστεί και να τον πιστέψει. Η ίδια φοβόταν και δεν ήξερε τι να κάνει.
Ως, επίσης, ανέφερε, είδε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του πολλά μηνύματα με τρείς κοπέλες στις οποίες έλεγε τα όσα που έλεγε και στην ίδια, τους ζητούσε γυμνές φωτογραφίες και αυτές του έστελναν. Μάλιστα, η ίδια μίλησε με την μια κοπέλα, η οποία ήταν παντρεμένη. Επίσης, μια μέρα, ο Κατηγορούμενος είδε την αδελφή της, Ρ., και επειδή του άρεσε το «καλούπι» της, είπε στην Παραπονούμενη ότι ήθελε τον αριθμό της επειδή ήθελε να βγει έξω μαζί της και να της κάνει και εκείνης μωρό.
Σε ό,τι αφορά στο περιστατικό στο MyMall στις 12/9/2022, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος της είπε ότι ήθελε να της αγοράσει καινούργια τηλεόραση. Πήγαν μαζί με την κόρη τους, η οποία ήταν ανήσυχη και έκλαιγε. Πήραν την τηλεόραση και το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο στο πλυντήριο αυτοκινήτων, το οποίο, ως ανέφερε η Παραπονούμενη, ήταν πολύ μακριά από τον κόσμο. Επειδή το μωρό που τότε ήταν σχεδόν δύο μηνών έκλαιγε, ο Κατηγορούμενος το κρατούσε στην αγκαλιά του και την χτυπούσε δυνατά λέγοντας της «να σκάσει» και πως η ζωή δεν είναι εύκολη. Αυτό, ως ανέφερε, συνέβη πολλές φορές. Η ίδια του έλεγε να σταματήσει, τον τραβούσε από την μπλούζα και τον χτύπησε πάνω στην πλάτη και ο ίδιος της είπε να μην ανακατεύεται. Τότε, η Παραπονούμενη βγήκε από το αυτοκίνητο και φώναζε για βοήθεια αλλά κανένας δεν την άκουγε. Φοβόταν να φύγει από το μέρος γιατί δεν ήξερε τί μπορούσε να έκανε ο Κατηγορούμενος στο μωρό. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε σιγά – σιγά. Τα πόδια του Κατηγορούμενου ήταν έξω από το αυτοκίνητο και επειδή τρίφτηκαν τα παπούτσια του στον δρόμο της είπε «άμα πάθουν τίποτε τα παπούτσια μου θα δεις τι έσιει να γίνει». Ακολούθως μετέβηκαν στην υπεραγορά. Όταν τελείωσαν, ο Κατηγορούμενος της είπε ότι δεν πήραν γάλα του μωρού από το φαρμακείο και η ίδια του είπε πως με όλα αυτά που είχαν γίνει και με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε στο μωρό, είχε ξεχάσει. Όταν έφτασαν σε φώτα τροχαίας σταμάτησαν στο κόκκινο φανάρι και ο Κατηγορούμενος καθόταν στο πίσω κάθισμα με την κόρη τους, η οποία έκλαιγε πάλι. Τότε, την χτύπησε πολύ δυνατά πάνω στο στήθος και για δευτερόλεπτα η αναπνοή της κόπηκε και έκλαιγε. Η Παραπονούμενη είδε από το καθρεφτάκι τι είχε γίνει, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι την είχε χτυπήσει. Όταν έφτασαν στο σπίτι, δεν της έδινε το μωρό, ενώ διαπίστωσε πως το μωρό είχε κοκκινίλες στον μηρό από τα χτυπήματα του αν και σε γενικότερο πλαίσιο ήταν εντάξει. Η Παραπονούμενη πήγε στην Αστυνομία και κατήγγειλε το περιστατικό, όμως επειδή ήταν η πρώτη της φορά δεν καταγράφηκε οτιδήποτε, ενώ της ανέφεραν κάτι για Γραφείο Ευημερίας το οποίο δεν κατάλαβε καλά και έτσι δεν προχώρησε η διαδικασία. Το περιστατικό αυτό το ανέφερε στην μητέρα και στην αδελφή της.
Αποφάσισε να πάει στην Αστυνομία και να δώσει κατάθεση όταν ο Κατηγορούμενος έκανε αίτηση στο Δικαστήριο για να έχει επικοινωνία με την κόρη τους. Επειδή η ίδια φοβόταν και εξακολουθεί να φοβάται να αφήσει μόνο του το μωρό μαζί του, μίλησε με τον δικηγόρο της, Π.Α., και του ανέφερε το περιστατικό στο MyMall. Την συμβούλευσε να πάει ξανά στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση και να πει όλα όσα έγιναν με τον Κατηγορούμενο. Τότε, βρήκε το θάρρος και ανέφερε όλα όσα ο Κατηγορούμενος έκανε και στην ίδια, πέραν των όσων ανέφερε για το περιστατικό στο MyMall. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της ανέφερε πως εκδόθηκε διάταγμα από το Δικαστήριο σύμφωνα με το οποίο είναι υπόχρεη κάθε Σάββατο να στέλνει μήνυμα στον Κατηγορούμενο και να του λέει πού θα βρεθούν την Κυριακή από η ώρα 11:00 μέχρι η ώρα 14:00. Ως της είχε αναφέρει ο δικηγόρος της, οι συναντήσεις θα ήταν υπό την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας αλλά λόγω αδυναμίας του Γραφείου Ευημερίας, η ίδια υποχρεώθηκε να είναι παρούσα. Παρόλα αυτά, δεν πάει μόνη της, αλλά μαζί με την αδελφή της και την ξαδέλφη της ή τον θείο της, γιατί φοβάται τον Κατηγορούμενο.
Ως προς την μη επιθυμία της να φιλοξενηθεί σε καταφύγιο η μάρτυρας ανέφερε ότι ο λόγος ήταν επειδή έχει σπίτι να μείνει και επειδή τα μωρά της είναι ανήσυχα και η ίδια παθαίνει εύκολα ημικρανία. Έτσι, δεν ήθελε να πάει σε καταφύγιο και να δημιουργηθεί πρόβλημα. Σε σχέση με την ψυχολογική αξιολόγηση της, ανέφερε ότι ο λόγος που ανέφερε ότι θα σκεφτόταν αν θα πήγαινε ήταν επειδή η μητέρα της και ο πατριός της εργάζονταν και δεν είχε πού να αφήσει τα μωρά της. Το θέμα, ωστόσο, διευθετήθηκε με την βοήθεια της αδελφής της.
Μετά την καταγγελία της, φοβάται μήπως ο Κατηγορούμενος κάνει οτιδήποτε στην ίδια ή στα παιδιά της ή στην αδελφή της, με την οποία διαμένει. Η Παραπονούμενη βλέπει εφιάλτες, όπως παραδείγματος χάριν ότι ο Κατηγορούμενος είναι πάνω της και τον σπρώχνει να φύγει και δεν φεύγει ή ότι βάζει άτομα να την ακολουθούν ή να της κάνουν κακό, δεν μπορεί να κοιμηθεί και όταν φεύγει από το σπίτι, επειδή κάποτε ο Κατηγορούμενος καθόταν στην ταράτσα, φοβάται ότι μπορεί να είναι πάνω στην ταράτσα να της ρίξει κάτι στο κεφάλι ή να εμφανιστεί στα σκοτεινά και να της κάνει οτιδήποτε. Παρακολουθείται πλέον από ψυχολόγο επειδή δεν είναι καλά και χρειάζεται βοήθεια.
Τέλος, ανέφερε ότι στο κινητό της τηλέφωνο έχει πολλά σχετικά μηνύματα και τύπωσε ένα εξ αυτών που είχε αποστείλει η ίδια στον Κατηγορούμενο μετά από μήνυμα του ιδίου σε σχέση με ζητήματα που αφορούσαν την κόρη τους. Το μήνυμα που παρουσίασε ως Τεκμήριο 9 ανέφερε ότι στάλθηκε αφού χώρισε τον Κατηγορούμενο και μετά που έφυγε από το σπίτι, στις 2/2/2024. Το έστειλε σε εφαρμογή και τον είχε αποθηκευμένο ως «χάσιμο χρόνου», όπως την αποκαλούσε ο ίδιος.
Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 9 ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος της απάντησε, κατά πόσο το παρέλαβε ή το διάβασε απορρίπτοντας τις υποβολές ότι κατασκεύασε το εν λόγω μήνυμα μετά την καταγγελία, ότι δεν παραλήφθηκε ποτέ από τον Κατηγορούμενο και ότι αν το είχε στην κατοχή της θα το έδινε εξ αρχής στην Αστυνομία. Αντεξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με τη διαμόρφωση του σπιτιού όπου διέμεναν αναφέροντας ότι τα δωμάτια όπου κοιμούνταν η μητέρα της και ο Κατηγορούμενος είχαν αρκετή απόσταση και δεν ενώνονταν. Δέχτηκε, όμως, ότι όταν κάποιος μιλήσει δυνατά θα ακουστεί στα διπλανά δωμάτια. Ανέφερε, επίσης, ότι υπάρχει διάταγμα διατροφής εναντίον του Κατηγορουμένου για το ποσό των €300 μηνιαίως και ότι από τον καιρό που εκδόθηκε το διάταγμα επικοινωνίας με την κόρη τους αυτός άρχισε να της καταβάλλει διάφορα ποσά σε μετρητά. Ως ανέφερε, τώρα καταβάλλει ποσό €100 ή €150 την εβδομάδα προκειμένου να καλύψει κάποιους προηγούμενους μήνες, περί το ένα έτος, που δεν κατέβαλλε διατροφή. Απέρριψε υποβολή ότι από τη μέρα που προχώρησε στην καταγγελία έκλεισε τον λογαριασμό της στην τράπεζα και ότι τα χρήματα τα είχε ο Κατηγορούμενος στην κατοχή του αλλά η ίδια δεν τα λάμβανε και ανέφερε ότι δεν είχε προχωρήσει με διαδικασίες για την είσπραξη των οφειλομένων. Σε σχέση με τον γιό της ανέφερε ότι παρακολουθούνταν από το Γραφείο Ευημερίας περί το 2023-2024 επειδή ο πατέρας του δεν ασχολείτο μαζί του. Ως ανέφερε, κατά τις επισκέψεις που είχε με τη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας αναφέρθηκε και στον Κατηγορούμενο λέγοντάς της τί είχε συμβεί τόσο με το μωρό όσο και με την ίδια. Απέρριψε υποβολή ότι ουδέποτε είπε το ο,τιδήποτε στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας αναφέροντας ότι δεν θυμόταν τί της είπε η λειτουργός.
Αναφορικά με τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο πριν την συμβίωση τους, ανέφερε ότι στην αρχή ήταν καλή, της συμπεριφερόταν καλά, την έκανε να νιώθει ωραία και έδειχνε ενδιαφέρον. Άρχισε, όμως, να αλλάζει το 2021. Ως ανέφερε, τέλη Οκτωβρίου - αρχές Νοεμβρίου 2021 είχε σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο με δική της επιθυμία. Ανέφερε ότι μετά από δύο-τρεις μήνες είπε στον Κατηγορούμενο ότι ήταν έγκυος γιατί φοβόταν και επειδή δεν ήθελε να μείνει η κόρη της χωρίς πατέρα, όπως ο γιος της, μιας και της έλεγε πως θα ήταν καλός πατέρας. Κατά τους μήνες αυτούς μιλούσαν και βρέθονταν με τον Κατηγορούμενο αλλά απέφευγε να κάνει οτιδήποτε ερωτικό μαζί του. Στην θέση της κας Χριστοδούλου ότι κατά τους τρεις αυτούς μήνες δεν είχαν καθόλου επαφή, η Παραπονούμενη απάντησε «εκείνους τους τρεις μήνες, τους υπόλοιπους μήνες υπέφερα.». Ως ανέφερε, πριν χωρίσουν κάποιες μέρες πήγαινε στο σπίτι όπου διέμενε ο Κατηγορούμενος. Σε ερώτηση αν ήθελε να πηγαίνει ανέφερε «έστελνε μου μηνύματα τζιαί έλεν μου να πάω ποτζιεί σπίτι του γιατί με πεθύμησε, θέλει να με δει, να πέσουμε αγκαλιά μαζί τζιαί να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Τζιαί ναι, εγώ επήαιννα.» αναφέροντας στη συνέχεια πως δεν ήθελε να πηγαίνει συνέχεια αλλά πήγαινε. Σε σχέση με τη θέση της κας Χριστοδούλου ότι ο Κατηγορούμενος είχε συνεχές ενδιαφέρον για την ίδια, ανέφερε πως το ενδιαφέρον αυτό ήταν ψεύτικο καθότι θεωρούσε ότι της μιλούσε ωραία και της συμπεριφερόταν καλά προκειμένου να την παγιδεύσει. Ανέφερε, επίσης, ότι ο λόγος που ήθελε να τον παίρνει τηλέφωνο ή να του στέλνει μήνυμα για να δει τι κάνει ήταν για να δείχνει στον κόσμο ότι δήθεν περνούσαν καλά. Ερωτούμενη αν έμαθε ποτέ κάτι κακό για τον Κατηγορούμενο, ανέφερε πως δεν μπορούσε να μάθει και πως ο ίδιος δεν της έλεγε ποιός ήταν. Μπήκε, δε, στο σπίτι τους γιατί ήταν πολλά υποσχόμενος αλλά οι πράξεις του δεν το επιβεβαίωναν. Στην υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος της είπε να σταματήσει να εργάζεται γιατί θα την συντηρούσε ο ίδιος οικονομικά, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έμενε μόνο στα λόγια. Σε σχέση με την επίσκεψη τους στην γιατρό που εξέτασε τον Κατηγορούμενο, η οποία ως ανέφερε έλαβε χώρα το 2023, η Παραπονούμενη κατέθεσε ότι η γιατρός του έδωσε ένα πιστοποιητικό απλά για να δικαιολογήσει την απουσία από την εργασία του, ενώ αντεξεταζόμενη για το θέμα αυτό, δεν θυμούνταν το όνομα της γιατρού και ότι πρώτη φορά την είχαν επισκεφθεί, ότι η άδεια που του έδωσε ήταν για πολλές μέρες, σχεδόν μια εβδομάδα, και ότι δεν γνώριζε εάν ο Κατηγορούμενος την είχε πληρώσει. Της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε πήγαν στη γιατρό γιατί ο Κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να πηγαίνει σε γιατρούς μέσω του ΓΕ.Σ.Υ επειδή βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Παραπονούμενη απάντησε πως τους είχαν συστήσει τη συγκεκριμένη ιατρό από την εργασία του ώστε να εξασφαλίσουν το σχετικό πιστοποιητικό ασθενείας.
Σε σχέση με την αναφερόμενη επίσκεψη στην κλινική Imperial, μετά που ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε μέσα της, ανέφερε πως αυτή έλαβε χώρα όταν ήταν 6 μηνών περίπου, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Ανέφερε, επίσης, πως πέραν της χορήγησης ενέσιμου παυσίπονου δεν την εξέτασε οποιοσδήποτε, ούτε κλήθηκε η Αστυνομία μετά που η ίδια ανέφερε τα όσα είχαν προηγηθεί. Της υποβλήθηκε πως η κλινική του γυναικολόγου, Μ., τον οποίο, ως ανέφερε, επισκέφθηκε μία-δύο μέρες μετά, είναι η Limassol Clinic και όχι η Imperial, με την Παραπονούμενη να απαντά πως ίσως έκανε κάποιο λάθος, αναφέροντας πως εν τέλει άλλαξε γυναικολόγο και πήγε στην ιατρό Α. με την οποία γέννησε στην κλινική Imperial. Η Παραπονούμενη απέρριψε την υποβολή ότι η Α. στεγάζεται στην Πολυκλινική και όχι στην κλινική Imperial καθώς και ότι είναι ο Μ. που ήταν ο γιατρός της κατά τον τοκετό. Σε σχέση με την ημέρα του τοκετού, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν έξω από την αίθουσα γιατί η ίδια δεν τον ήθελε μαζί της και η σχέση τους κατά την μέρα εκείνη ήταν «έτσι και έτσι». Αναγνώρισε σχετικά τις φωτογραφίες, Τεκμήρια 10 και 11, τις οποίες, ως ανέφερε, ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος που ήθελε να βγάλουν. Στην υποβολή πως στη φωτογραφία, Τεκμήριο 10, φαίνεται ότι χαμογελά, γέρνει το πρόσωπο της πάνω στον ώμο του Κατηγορουμένου και φαίνεται πολύ ευτυχισμένη, η Παραπονούμενη απάντησε πως «αν μου είπε κάτι αστείο εκείνη την ώρα τζιαί έκαμε με να χαμογελάσω δεν σημαίνει ότι είμαι ευτυχισμένη.». Στη θέση της κας Χριστοδούλου ότι στη φωτογραφία, Τεκμήριο 11, φαίνεται η ίδια να φιλά τον Κατηγορούμενο, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος ήθελε να βγάλουν αναμνηστική φωτογραφία για να φαίνεται ότι είναι χαρούμενη. Δέχτηκε, δε, ότι ήταν χαρούμενη γιατί γέννησε την κόρη της και στη θέση ότι στο Τεκμήριο 11 φαίνεται η ίδια να φιλά τον Κατηγορούμενο απάντησε πως «απλά φαίνεται ότι είμαστε οκ. Αλλά δεν ήμασταν οκ.» Στη συνέχεια της αντεξέτασης της, η Παραπονούμενη αναγνώρισε και τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 12, ο οποίες λήφθηκαν στις 27/5/2022, ενώ ήταν 5 ‑ 6 μηνών περίπου έγκυος. Σε σχέση με τη θέση της κας Χριστοδούλου ότι στην πρώτη φωτογραφία χαμογελά και φαίνεται αρκετά χαρούμενη, η Παραπονούμενη ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος ήθελε να βγάζουν φωτογραφίες επειδή ήθελε να φαίνονται ότι ήταν εντάξει, εξ’ ου και ήθελε να του τηλεφωνεί και να του στέλνει μήνυμα για να δει τι κάνει. Ερωτούμενη εάν οι εν λόγω φωτογραφίες υποδεικνύονταν οπουδήποτε, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας στη συνέχεια πως επειδή χαμογελούσε στις φωτογραφίες δεν σημαίνει ότι ήταν καλά και αναφέρθηκε σε αρκετά μηνύματα τα οποία δείχνουν πόσο δυσαρεστημένος ήταν ο Κατηγορούμενος που δεν του έδινε τη σημασία που ήθελε και δεν έκανε αυτά που ήθελε. Ανέφερε, περαιτέρω, πως και η ίδια σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έβγαζε φωτογραφίες όταν της το ζητούσε ο Κατηγορούμενος. Αναγνώρισε σχετικά τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 13, οι οποίες, ως ανέφερε, λήφθηκαν στις αρχές της σχέσης τους.
Η Παραπονούμενη ανέφερε, περαιτέρω, πως χώρισε τον Κατηγορούμενο αρκετές φορές, όμως ο Κατηγορούμενος έριχνε ψεύτικα δάκρυα λέγοντάς της σε μηνύματα πως δεν ήθελε να την χάσει. Επειδή τον φοβόταν μήπως της έκανε κακό, δεν ήθελε η κόρη της να μείνει χωρίς πατέρα και δεν ήθελε «να κάμει καμιά πελλάρα» στον εαυτό του, έμενε μαζί του. Τα μηνύματα στα οποία κατ’ επανάληψη αναφέρθηκε, ανέφερε ότι τα είχε στο κινητό της.
Αναφορικά με τη θέση της ότι ο Κατηγορούμενος την χρησιμοποίησε «για να κάμει τα χαρτιά του», ανέφερε ότι η άδεια παραμονής του είχε λήξει στις 13/11/2022 και τέλη του Οκτώβρη με αρχές Νοεμβρίου την άφησε έγκυο. Προσέθεσε, δε, πως αφού χώρισαν της έστειλε μήνυμα λέγοντας της να πάνε στο ταχυδρομείο με το μωρό και μετά στο Immigration για να εκδώσουν ταυτότητα του μωρού ώστε να μπορέσει να κάνει τα χαρτιά του επιμένοντας να δώσει στο μωρό το επίθετο του. Η Παραπονούμενη απέρριψε υποβολή ότι τα χαρτιά του Κατηγορούμενου έληξαν στις 14/2/2024 αναφερόμενη σε φωτογραφία που είχε στην κατοχή της με το πρόσωπο του Κατηγορουμένου και την ημερομηνία που η ίδια ανέφερε. Στην υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος ήταν από ενδιαφέρον που ήθελε να κάμει ταυτότητα της κόρης τους, η Παραπονούμενη επέμεινε ότι το μόνο που ήθελε ο Κατηγορούμενος ήταν να κάνει τα χαρτιά του για να μείνει στην Κύπρο. Η Παραπονούμενη ανέφερε, επίσης, πως όταν πήγε στο ταχυδρομείο, της είπαν πως δεν υπήρχε διευθετημένο ραντεβού, ενώ ο Κατηγορούμενος επέμενε ότι αυτό είχε προγραμματιστεί την επόμενη μέρα. Της είπε, επίσης, πως θα πήγαινε να πιάσει το μωρό με ή χωρίς την ίδια για να το πάρει να κάνει τα χαρτιά του και η ίδια πήγε με το μωρό στην Αστυνομία. Υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη πως και μετά τη διάσταση και την έκδοση διατάγματος διατροφής ο Κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να διευθετήσει το καθεστώς παραμονής του, πράγμα που δεν το έπραξε μέχρι σήμερα, με την ίδια να επιμένει στα όσα ανέφερε.
Αναφορικά με το περιστατικό ημερ. 12/9/2022, υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη ότι την εν λόγω ημερομηνία δεν πήγαν στο MyMall μαζί, ότι πήγε μόνη της και ότι ο Κατηγορούμενος ήταν στο Sigma και εργαζόταν, με την ίδια να αρνείται τις θέσεις αυτές. Σε σχέση με την επίσκεψη της στην Αστυνομία, προέβαλε ότι ανέφερε τι έγινε, την έστειλαν στο γραφείο του κλιμακίου για την Βία στην Οικογένεια, τους είπε τι έγινε και της ανέφεραν κάτι σχετικά με το Γραφείο Ευημερίας που δεν κατάλαβε και επειδή η ίδια δεν ήξερε τις διαδικασίες και ήταν η πρώτη της φορά, έφυγε. Δεν γνώριζε ότι έπρεπε να καταγραφούν τα όσα ανέφερε και ούτε την ενημέρωσε κάποιος σχετικά. Ερωτούμενη σε σχέση με τους αστυνομικούς που συνάντησε, δεν θυμόταν τα ονόματα τους.
Ως προς τί είχε συζητήσει με τον δικηγόρο της, κατέθεσε ότι όταν μίλησε μαζί του, του ανέφερε τί έγινε εκείνη τη μέρα και ότι φοβάται να αφήσει το μωρό μόνο του μαζί με τον Κατηγορούμενο καθώς και ότι δεν τον εμπιστεύεται. Ο δικηγόρος την ρώτησε αν πήγε στην Αστυνομία, του ανέφερε ότι δεν είχε καταγραφεί οτιδήποτε και την συμβούλευσε να ξαναπάει στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση και να πει όλα όσα έγιναν με τον Κατηγορούμενο. Τότε βρήκε το θάρρος να πει και όσα έγιναν αναφορικά με την ίδια. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι είπε τα πιο πάνω στον δικηγόρο όταν ο Κατηγορούμενος έκανε την αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο χωρίς να θυμάται ακριβή ημερομηνία ενώ υπέδειξε πως του τα είχε αναφέρει και προηγουμένως. Ως ανέφερε, ήθελε από καιρό να πάει στην Αστυνομία, αλλά δεν είχε το θάρρος αφού ο Κατηγορούμενος της έλεγε πως κανείς δεν θα την πίστευε και πως δεν έχει αποδείξεις. Ερωτούμενη τί φοβόταν ενόψει του ότι υπέβαλε την καταγγελία ενάμιση χρόνο μετά που χώρισαν, ανέφερε πως ακόμα φοβάται, επαναλαμβάνοντας τα όσα απειλητικά κατά την ίδια της ανέφερε ο Κατηγορούμενος και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς άλλα πρόσωπα. Στη συνέχεια ανέφερε ότι από τη μέρα που χώρισαν μέχρι τη μέρα που προχώρησε στην καταγγελία ο Κατηγορούμενος δεν έκανε κάτι στην ίδια ή στο παιδί τους. Σε σχέση με την επικοινωνία του Κατηγορούμενου με το παιδί τους, η Παραπονούμενη, ως ανέφερε, δεν ήθελε ο Κατηγορούμενος να είναι μόνος του με το μωρό και όχι να μην το βλέπει καθόλου.
Μετά τη διάσταση, ο Κατηγορούμενος έβλεπε το παιδί τους «μια στο τόσο» στο σπίτι τους. Δεν ήταν μόνοι τους αλλά ήταν και η μητέρα της, η ίδια, τα μωρά και ο πατριός της. Όταν ανέφερε στην αδελφή της τα όσα περνούσε, την ρώτησε αν πήγε στην Αστυνομία και η ίδια της είπε «φοούμαι, τι να κάμω;». Ο Κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι της μητέρας της περίπου έναν μήνα πριν τον χωρίσει, περί τον Σεπτέμβρη. Ακολούθως, ως η Παραπονούμενη ανέφερε, μια μέρα πήγαν στο σπίτι του Κατηγορούμενου και δεν τις άφηνε να φύγουν ενώ, ως ανέφερε, είχε και άλλα άτομα εκεί. Υποδείχθηκαν στην Παραπονούμενη οι φωτογραφίες, Τεκμήριο 14, οι οποίες ανέφερε ότι αφορούν στην μέρα εκείνη. Ανέφερε, επίσης, ότι ήταν η ίδια που τις έβγαλε γιατί ήταν από τις σπάνιες φορές που ο Κατηγορούμενος καθόταν μαζί με το μωρό και «φαίνεται το πρόσωπο του μωρού ότι ξέρει ότι είναι ο παπάς της αλλά δεν ένιωσε την άνεση, δεν ένιωσε άνεση μαζί του». Όταν πήγαινε σπίτι τους για να δει το μωρό, απλώς ερχόταν, καθόταν το πολύ μια ώρα, μισή ώρα μαζί με το μωρό και έφευγε. Ως ανέφερε, δεν ήταν πραγματικό το ενδιαφέρον του και πως ό,τι έκανε το έκανε για τα «τα μάτια του κόσμου.». Υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι τους στις 14 Ιουλίου του 2023 και ενοικίασε άλλο σπίτι στο Ζακάκι. Η Παραπονούμενη συμφώνησε ότι έφυγε τον Ιούλιο αλλά δεν θυμόταν ημερομηνία προσθέτοντας ότι στις 14 Οκτωβρίου, ανήμερα των γενεθλίων του, τον χώρισε. Ερωτούμενη κατά πόσο πήγαιναν γενικά περιπάτους με το μωρό και τον Κατηγορούμενο, απάντησε πως αυτός δεν πήγαινε μαζί τους στον κήπο όπου πήγαιναν και ούτε πήγαινε μαζί της στην υπεραγορά. Της υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες, Τεκμήριο 15, σε σχέση με τις οποίες ανέφερε ότι απεικονίζουν το χώρο κάτω από το σπίτι τους, όπου ο Κατηγορούμενος ήθελε να βγάλουν φωτογραφίες. Η Παραπονούμενη προσέθεσε ότι έπαιρνε το μωρό καμιά φορά στη δουλειά του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με τη δεύτερη φωτογραφία του Τεκμηρίου 15, ημερ. 7/12/2022, η Παραπονούμενη επανέλαβε πως παρά το ότι φαίνεται χαρούμενο το πρόσωπο της, δεν σημαίνει ότι ήταν χαρούμενη ή ευτυχισμένη. Ως ανέφερε, ήταν χαρούμενη μόνο για το μωρό, όχι για τον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με την πρώτη φωτογραφία του Τεκμηρίου 15, ημερ. 7/8/2023, ανέφερε ότι την τράβηξε η ίδια λέγοντας ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που της είπε να βγάλουν φωτογραφία και πως όσες φωτογραφίες έχουν είναι ο ίδιος που της είπε να τις βγάλουν, υποστηρίζοντας ότι το έκανε για να φαίνονται χαρούμενοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Η Παραπονούμενη απέρριψε την υποβολή ότι σε όλες τις εξόδους τους με τον Κατηγορούμενο και σε όλες τις στιγμές που είχε μαζί του ήταν πάντα χαρούμενη και ερωτευμένη μαζί του. Ανέφερε ότι προσπαθούσε να είναι εκεί για το μωρό και έμενε επειδή φοβόταν, δεν ήξερε τι να κάνει και ήταν μόνη της.
Ερωτούμενη ως προς το κατά πόσο συγκατατίθετο στη σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο, ανέφερε πως ενόψει του ότι της είπε πως δεν ξέρει ποιος είναι και τι μπορεί να κάμει, ήταν από φόβο που η ίδια έκανε κάτι μαζί του γιατί δεν ήξερε τι θα της έκανε στον ύπνο της. Ήταν επίμονος, της έστελνε μηνύματα και βίντεο με πορνογραφικό περιεχόμενο, της έλεγε πως την πεθύμησε, ότι πονεί τις φλέβες του, τους όρχεις του, ότι κόβει τα χέρια του και την ξυπνούσε. Συμφώνησε ότι πριν από οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή ο Κατηγορούμενος της το ζητούσε λέγοντας πως έχει μήνυμα του που την παρακαλούσε. Της υποβλήθηκε πως ουδέποτε έδειξε στον Κατηγορούμενο ότι δεν συναινούσε στη σεξουαλική πράξη απάντησε πως του έδειχνε πλήρη αδιαφορία και πως ήταν ξεκάθαρη, του το είχε πει, τον έσπρωχνε να φύγει και δεν έφευγε, την άκουγε που έκλαιγε και τον παρακαλούσε να σταματήσει και δεν σταματούσε ενώ υπήρχαν φορές που δεν φώναζε γιατί δεν ήθελε να ακούει ο γιός της. Της υποβλήθηκε, επίσης, πως ουδέποτε είπε στον Κατηγορούμενο οτιδήποτε και ότι υπέβαλε την παρούσα καταγγελία για αλλότριους σκοπούς που αφορούν στο να μην επιτρέπεται στον Κατηγορούμενο να βλέπει το παιδί του.
Σε σχέση με τη μετάβαση τους σε ερημικό σημείο μετά το κάπνισμα ναργιλέ, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι την πρώτη φορά που έκαναν εκεί έρωτα ήταν με τη θέληση της, αλλά ο Κατηγορούμενος ήθελε και δεύτερη φορά και ενώ η Παραπονούμενη του είπε πως δεν ήθελε, αυτός δεν το σεβάστηκε. Προσέθεσε πως είχε φοβηθεί πως αν δεν δεχόταν να έρθει σε σεξουαλική επαφή, θα την σκότωνε και θα έφευγε.
Υποβλήθηκε, επίσης, στην Παραπονούμενη ότι συναινούσε κάθε φορά κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης με την ίδια να απαντά πως ήταν από φόβο. Περαιτέρω της υποβλήθηκε πως είχε κάθε δικαίωμα να αποφύγει τον Κατηγορούμενο, είτε καταγγέλλοντας τον στην Αστυνομία, είτε μιλώντας σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ότι ούτε την ίδια της την αδελφή δεν εμπιστευόταν επειδή ανέκαθεν ζήλευε τον Κατηγορούμενο. Απορρίπτοντας την τελευταία αυτή υποβολή, η Παραπονούμενη ανέφερε πως «ειλικρινά δεν φαντάζεσαι πόσο ήθελα να φύγει από τη ζωή μου.». Επιπρόσθετα, της υποβλήθηκε ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι στις 14/7/2023 και η ίδια συνέχιζε να τον πιέζει για να επιστρέψει, θέση που απέρριψε.
Σε σχέση με τον αναφερόμενο φόβο της, ερωτήθηκε ως προς το γιατί όταν της προτάθηκε να πάει σε καταφύγιο δεν το έπραξε, λέγοντας πως είχε σπίτι να μείνει. Προσέθεσε πως για να νοιώθει ασφαλής στο σπίτι τους, πρέπει να είναι όλα κλειδωμένα. Ερωτούμενη κατά πόσο ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το σπίτι της οποτεδήποτε χωρίς να την ενημερώσει, αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό όπου ενώ περίμενε την αδελφή της πήγε ο Κατηγορούμενος.
Ως Μ.Κ. 7 κατέθεσε η ειδική κλινική ψυχολόγος η οποία εργάζεται στο Κέντρο Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων Ψυχικής Υγείας των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και προέβηκε σε ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης κατόπιν αιτήματος του ΤΑΕ Λεμεσού ημερ. 16/5/2025 προς τη Διεύθυνση Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στο κέντρο εξειδικευμένων αξιολογήσεων και παρακολουθεί τόσο ανήλικους όσο και ενήλικους, ενώ αξιολογεί κυρίως ενήλικα πρόσωπα. Εξετάζει περί τις 70 περιπτώσεις ανά έτος. Το βιογραφικό σημείωμα της κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16, ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως η μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα της Κλινικής Ψυχολογίας και διαθέτει ακαδημαϊκά προσόντα και επαγγελματική εμπειρία στον τομέα αυτό.
Ως ανέφερε, πραγματοποιήθηκαν τέσσερις κλινικές συναντήσεις. Διεξήχθη ψυχοδιαγνωστική εξέταση κατά την οποία διερευνήθηκε η τρέχουσα κατάσταση ψυχικής υγείας και το ιστορικό ψυχικής υγείας της Παραπονούμενης με έμφαση στο παθογνωμικό ιστορικό και το ιστορικό θεραπείας. Για την ψυχολογική αξιολόγηση χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της ημιδομημένης κλινικής συνέντευξης και της κλινικής παρατήρησης, καθώς επίσης έγινε χορήγηση και ανάλυση της βραχείας δοκιμασίας ανίχνευσης της γνωστικής έκπτωσης του Montreal (MoCa), της ελληνικής σταθμισμένης έκδοσης της Kλίμακας Νοημοσύνης Ενηλίκων Wechler, Τέταρτη Έκδοση (WAIS-Ivgr) και του ερωτηματολογίου μέτρησης της κατάθλιψης, του άγχους και του στρες (Depression, Anxiety, Stress Scales – DASS).
Όπως εξήγησε, η ημιδομημένη συνέντευξη αποτελείται από ένα μέρος ελεύθερης αφήγησης και ένα άλλο μέρος κατά το οποίο υποβάλλονται δομημένες ερωτήσεις, υπάρχει πλάνο και υπάρχει ένα υπόβαθρο πίσω από τις ερωτήσεις που υποβάλλονται. Πρόκειται για ευρέως διαδεδομένη μέθοδο, η οποία ενδείκνυται για σκοπούς αξιολόγησης και χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση λόγω του ότι δεν είναι αυστηρά δομημένη, αλλά ευέλικτη μορφή συνέντευξης που επιτρέπει μεγαλύτερη εμβάθυνση. Η κλινική παρατήρηση αφορά στην προσεκτική ψυχολογική παρακολούθηση διαφόρων ψυχικών διεργασιών όπως εμφάνιση, βλεμματική επαφή, στάση του σώματος, διάθεση, συναίσθημα, ποιότητα ομιλίας, ροή σκέψης, περιεχόμενο σκέψης, αντίληψη και συμπεριφορά νοητικών λειτουργιών.
Το MoCa αφορά στην βραχεία ανίχνευση γνωστικών δυσκολιών και είναι ένα τυποποιημένο γνωστικό νοητικό εργαλείο που χορηγείται ώστε να εντοπιστούν τυχόν ενδείξεις για γνωστικούς περιορισμούς και στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί η πιο τυποποιημένη κλίμακα νοημοσύνης Weschler. Η εν λόγω κλίμακα χρησιμοποιείται ευρέως σε παγκόσμιο επίπεδο και είναι σταθμισμένη, έγκυρη και αξιόπιστη μέθοδος η οποία μπορεί να καθορίσει με ακρίβεια το νοητικό πηλίκο του κάθε εξεταζόμενου και να εντοπίσει τις δυνατότητες και αδυναμίες του κάθε προσώπου. Το δε DASS είναι ερωτηματολόγιο αυτοαναφοράς το οποίο διερευνά συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους, στρες και χρησιμοποιείται πάντα επικουρικά και γι’ αυτό πρέπει πάντα να υπάρχει κλινική συνεκτίμηση των ερωτηματολογίων προκειμένου να υπάρξει κατάληξη σε κάποια συμπεράσματα.
Σε σχέση με τον αριθμό των συναντήσεων, η μάρτυρας ανέφερε πως δεν υπάρχει αριθμητικό κριτήριο και διεξάγονται στη βάση των αναγκών της αξιολόγησης και των ερωτημάτων που δύνανται να απαντηθούν βάσει της κλινικής εικόνας και της ψυχικής κατάστασης του εξεταζόμενου ώστε να είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για την τρέχουσα κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Στην προκειμένη περίπτωση οι τέσσερις συναντήσεις ήταν αρκετές γιατί παρείχαν στην μάρτυρα αρκετές πληροφορίες σε σχέση με την τρέχουσα κατάσταση της ψυχικής υγείας της Παραπονούμενης, την νοητική λειτουργικότητα, την αφήγηση για τα καταγγελλόμενα περιστατικά και γενικότερα την κατάστασή της κατά τον χρόνο της αξιολόγησης.
Ως η Μ.Κ. 7 αναφέρει και στην έκθεση της (Τεκμήριο 17), λήφθηκαν πληροφορίες από την Παραπονούμενη αναφορικά με το αναπτυξιακό και οικογενειακό της περιβάλλον και δεν αναφέρθηκαν στοιχεία που να καταδεικνύουν καθυστερημένη, ελλειματική ή διαταραγμένη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη, δεν υπήρχε εμφανές αναπτυξιακό έλλειμμα ή διαταραχή ή μεγάλη κοινωνική αποστέρηση κατά την παιδική και εφηβική της ηλικία. Ως προς το παθογνωμικό ιστορικό και ιστορικό θεραπείας της, η Παραπονούμενη δεν ανέφερε οποιαδήποτε προβλήματα ψυχικής υγείας και δήλωσε πως δεν ανέπτυξε ποτέ συνεργασία με ειδικό ψυχικής υγείας.
Ερωτούμενη κατά πόσον κατά τη διάρκεια των συναντήσεων ο λόγος της Παραπονούμενης ήταν συγκροτημένος, η μάρτυρας ανέφερε πως η Παραπονούμενη μπορούσε να αφηγηθεί γεγονότα και να κατανοήσει απλές ερωτήσεις, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της αφήγησης συχνά απομακρυνόταν από το θέμα και η ίδια χρειαζόταν να την επαναφέρει, ενώ υπήρχαν γνωστικοί περιορισμοί που επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό την ανακλητική της ικανότητα ως προς τις επιμέρους και δευτερεύουσες πληροφορίες μιας και η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να προσδιορίσει ημερομηνίες ή να δώσει μια χρονική αλληλουχία των γεγονότων.
Ως προς την τρέχουσα κατάσταση ψυχικής υγείας της Παραπονούμενης, σημειώνεται στην έκθεση πως είχε επιμελημένη εμφάνιση, πλήρη προσανατολισμό σε τόπο, χρόνο και εαυτό και παρατηρήθηκε καλός ρυθμός ομιλίας και ποιότητα ομιλίας, ανεμπόδιστη ροή και περιεχόμενο σκέψεων απαλλαγμένο παραληρητικών και άλλων παθολογικών ιδεών. Διατηρούσε καλή αντίληψη, χωρις ψευδαισθητικά ή παραισθητικά ενοχλήματα και δεν παρουσίασε στοιχεία αποπροσωποποίησης ή αποπραγματοποίησης, διέθετε, ωστόσο, μέτρια κριτική ικανότητα. Ο ειρμός της ομιλίας της ήταν καλός, χωρίς επιβράδυνση ή λογόρροια, η ποιότητα της ομιλίας της ήταν επίσης καλή, αν και πιο απτή από την αναμενόμενη για την ηλικία της, και δεν διακατεχόταν από παραληρητικές ιδέες με ζηλοτυπία ή μεγαλείο. Ήταν, επίσης, απαλλαγμένη από άλλες παθολογικές ιδέες, όπως για παράδειγμα πρόθεση για αυτοκτονικό ιδεασμό ή να βλάψει τρίτο πρόσωπο. Σε σχέση με την περιορισμένη κριτική ικανότητα της Παραπονούμενης, η Μ.Κ. 7 εξήγησε πως υπήρχε δυσκολία στην επίλυση προβλημάτων και αξιολόγηση κάποιων πληροφοριών ώστε να ληφθούν οι σωστές αποφάσεις για τον εαυτό της, ενώ υπήρχε, επίσης, δυσκολία επεξεργασίας και ερμηνείας κάποιων καταστάσεων, στοιχείο που συνάδει και με το γνωστικό της δυναμικό.
Σε σχέση με την υπό διερεύνηση καταγγελία, η Παραπονούμενη υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της δεν βίωνε ερωτική επιθυμία για τον Κατηγορούμενο και επιθυμούσε περιορισμό της σεξουαλικής επαφής. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με την ίδια, ο Κατηγορούμενος επέμενε στη σεξουαλική συνέρευση παρά τις αναφερόμενες από την ίδια σωματικές και συναισθηματικές δυσκολίες και η ίδια προχωρούσε σε επαφή παρά το ότι δεν το επιθυμούσε προκειμένου να αποφύγει συγκρούσεις ή αρνητικές συνέπειες στη σχέση. Επιπλέον, η Παραπονούμενη περιέγραψε πως παρότι βίωνε έντονη σωματική και ψυχική κόπωση μετά τον τοκετό λόγω της φροντίδας του βρέφους, ο Κατηγορούμενος την ξυπνούσε ενώ κοιμόταν με σκοπό την σεξουαλική επαφή. Σύμφωνα και πάλι με τις αναφορές της, όταν η ίδια εξέφραζε άρνηση ή απροθυμία για σεξουαλική συνεύρεση, ο Κατηγορούμενος προχωρούσε σε σκόπιμη διακοπή της εργασίας του για χρονικά διαστήματα περίπου δύο εβδομάδων, παύοντας να συνεισφέρει οικονομικά, γεγονός που η ίδια βίωνε ως μορφή έμμεσης τιμωρίας και πίεσης. Παράλληλα, της μετέφερε πως «στις σχέσεις πρέπει να συμβιβαζόμαστε» και ότι όπως εκείνος ανεχόταν ή θυσίαζε πράγματα για χάρη της σχέσης τους, έτσι και η Παραπονούμενη όφειλε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών. Ακόμα, η Παραπονούμενη ανέφερε πως κατά τις ερωτικές επαφές ένιωθε υποχρεωμένη να επιδεικνύει πως της ήταν ευχάριστες, προκειμένου να λήξουν σύντομα ή να αποφευχθούν περαιτέρω πιέσεις. Δήλωσε, επίσης, πως παρότι δεν υπήρχε ερωτική επιθυμία ή συναισθηματικός δεσμός από την πλευρά της, συναινούσε και προχωρούσε σε σεξουαλική επαφή υπό συνθήκες ψυχολογικής πίεσης. Επιπλέον, περιέγραψε περιστατικό κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος της απηύθυνε φράση με απειλητικό περιεχόμενο, την οποία ο ίδιος αργότερα αναίρεσε αποδίδοντας την σε υπερβολή και αστείο, χωρίς, ωστόσο, να αναιρείται το βίωμα απειλής από την Παραπονούμενη, σύμφωνα με τις περιγραφές της. Ειδικότερα, ως η μάρτυρας ανέφερε, η Παραπονούμενη υποστήριξε πως την ημέρα των γενεθλίων της ο Κατηγορούμενος της πρότεινε να συνευρεθούν για τελευταία φορά προτού την σκοτώσει, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην Παραπονούμενη αίσθημα απειλής και υπεραγρύπνησης και ένα σταθερό αίσθημα ανησυχίας και ανασφάλειας που την έκανε να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα σε σχέση με την εν λόγω απειλή. Φοβόταν μήπως ο Κατηγορούμενος την βρει κάπου και την σκοτώσει, αν και ως η ίδια ανέφερε, μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό ο ίδιος δεν την ενόχλησε. Ερωτηθείσα εάν η Παραπονούμενη φοβόταν τον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ. 7 ανέφερε πως σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε, εκτιμάται πως ενδεχομένως υπήρχαν αισθήματα φόβου, στοιχείο που εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο το κάθε πρόσωπο επεξεργάζεται την πληροφορία που ενσωματώνει μέσα του.
Η μάρτυρας αναφέρθηκε, ακόμα, στη στάση μυστικότητας του Κατηγορούμενου αναφορικά με προσωπικά του στοιχεία και την προηγούμενη του ζωή στο Καμερούν, γεγονός που ενέτεινε το συναίσθημα φόβου που βίωνε απέναντι του, όπως επίσης έκανε αναφορά σε άσκηση βίας στην ανήλικη κόρη τους από τον Κατηγορούμενο ως μέτρο οριοθέτησης και πειθαρχίας όταν το παιδί έκλαιγε. Ως προς το περιστατικό με το ανήλικο παιδί, η μάρτυρας ανέφερε πως η Παραπονούμενη αναφέρθηκε σε αρκετά περιστατικά κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος άσκησε βία.
Κατά την αφήγηση, η μάρτυρας ήταν αναστατωμένη, ευσυγκίνητη και το συναίσθημα της ήταν ομόλογο της αφήγησης, ενώ δεν υπήρχαν εναλλαγές στη διάθεση της.
Πέραν της κλινικής συνέντευξης, για σκοπούς αξιολόγησης των γνωστικών ικανοτήτων της Παραπονούμενης χορηγήθηκε η βραχεία δοκιμασία ανίχνευσης έκπτωσης MoCA όπου σημείωσε επίδοση 19/30, επίδοση η οποία κατατάσσεται στο κατώτερο εύρος της ήπιας γνωστικής έκπτωσης και συνδεόταν με γνωστικές δυσκολίες στις οπτικοχωρικές/εκτελεστικές διεξιότητες, στις μαθηματικές πράξεις, στη γλώσσα, στη ροή του λόγου, στην αφαιρετική σκέψη καθώς και στην εργαζόμενη μνήμη. Το συγκεκριμένο εργαλείο δεν δίδεται σε όλους τους εξεταζόμενους, αλλά στην προκειμένη περίπτωση χορηγήθηκε λόγω του ότι η κλινική εικόνα της Παραπονούμενης, όσο και η βραχεία ανίχνευση γνωστικών λειτουργιών MoCa, έδιδαν ενδείξεις για γνωστικά ελλείμματα.
Περαιτέρω, λόγω των προαναφερόμενων δυσκολιών, χορηγήθηκε στην Παραπονούμενη η ελληνική σταθμισμένη έκδοση του νοομετρικού τέστ WAIS-IV, για σκοπούς περαιτέρω διερεύνησης των γνωστικών της ικανοτήτων, τα ευρήματα του οποίου κατέδειξαν ότι το γενικό επίπεδο νοημοσύνης της Παραπονούμενης αντιστοιχεί στο επίπεδο της Οριακής Νοημοσύνης, δηλαδή οι γνωστικές της ικανότητες ήταν κάτω του μέσου όρου και δεν αναλογούσαν στην ηλικία της. Λόγω δε του ότι η Παραπονούμενη δεν πληρούσε κριτήρια ψυχωσικής διαταραχής ή μείζονος μορφής επεισοδιακή διαταραχή, δεν προέκυψε να έχει απώλεια επαφής με την πραγματικότητα. Το γνωστικό προφίλ της Παραπονούμενης παρουσιάζει ανομοιογένεια με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους δεικτών. Ωστόσο, παρά την ανομοιογένεια αυτή, το προφίλ της θεωρήθηκε συνεκτικό και κλινικά αξιόπιστο. Συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη παρουσίασε χαμηλότερη επίδοση στο δείκτη της Λεκτικής Κατανόησης (επίπεδο Ήπιας Νοητικής Αδυναμίας) σε συνδυασμό με σχετικά καλύτερη επίδοση στο δείκτη του Αντιληπτικού Συλλογισμού (επίπεδο Κατώτερης Φυσιολογικής Νοημοσύνης). Το μοτίβο αυτό υποδηλώνει σημαντικές δυσκολίες λεκτικής κατανόησης, αφηρημένης σκέψης και λεκτικής επεξεργασίας/συλλογισμού και προσοχής με σχετική διατήρηση οπτικό-αντιληπτικού συλλογισμού, ικανότητα σκέψης με οπτικές εικόνες, οπτικοαντιληπτική οργάνωση, ικανότητα αξιολόγησης και οργάνωσης υλικού που έχει παρουσιαστεί οπτικά και γενικότερα γνώσης που απαιτείται για την επίλυση μη λεκτικών προβλημάτων.
Οι χαμηλές επιδόσεις που σημειώθηκαν στο δείκτη Εργαζόμενης Μνήμης (επίπεδο Οριακής Νοημοσύνης) και της Ταχύτητας Επεξεργασίας (επίπεδο Κατώτερης Φυσιολογικής Νοημοσύνης) υποδηλώνουν μειωμένο μνημονικό εύρος, μειωμένη ικανότητα συγκράτησης, επεξεργασίας και ρύθμισης πληροφοριών, μειωμένη ικανότητα αποστήθισης και προσοχής καθώς επίσης και μειωμένη ψυχοκινητική ταχύτητα, ταχύτητα νοητικής διεργασίας, ικανότητα ανίχνευσης, βραχύχρονης οπτικής μνήμης, προσοχής και συγκέντρωσης. Η μάρτυρας εξήγησε περαιτέρω πως η μειωμένη επίδοση στην εργαζόμενη μνήμη της Παραπονούμενης συνεπάγεται με γνωστικούς περιορισμούς που αφορούν στη συγκράτηση και ανάκληση κάποιων πληροφοριών, όπως και στην αποστήθηση, η οποία, βεβαίως, επηρεάζεται και από το συναίσθημα. Αναφορικά με το μειωμένο μνημονικό εύρος, η Μ.Κ. 7 ανέφερε πως η Παραπονούμενη μπορούσε να αναφερθεί σε κάποια γεγονότα τα οποία η ίδια θεωρούσε στρεσογόνα και ψυχοπιεστικά, ενώ παρουσίαζε δυσκολία στον προσδιορισμό ημερομηνιών, χρονικής αλληλουχίας και πως σε κάποια σημεία η ίδια έμπλεκε τα περιστατικά. Ως, όμως, εξήγησε, είναι σύνηθες ένα άτομο να θυμάται με μεγαλύτερη ευκολία ένα περιστατικό το οποίο ενείχε συναισθηματική φόρτιση, παρά τις δευτερεύουσες πληροφορίες.
Με βάση τις απαντήσεις της Παραπονούμενης στην κλίμακα DASS-42, διαπιστώθηκε μέτριας βαρύτητας συμπτωματολογία στην κλίμακα της κατάθλιψης και εξαιρετικά μεγαλύτερης βαρύτητας συμπτωματολογία στις κλίμακες άγχους και στρες. Παρόλα αυτά, από την κλινική συνέντευξη δεν καταγράφηκαν κλινικά σημαντικά καταθλιπτικά συμπτώματα σε βαθμό που να συγκροτούν καταθλιπτικό επεισόδιο, ούτε αναδείχθηκαν κλινικά σημαντικές εκδηλώσεις έντονου άγχους ή έντονων μετατραυματικών εκδηλώσεων κατά το στάδιο της εξέτασης. Ωστόσο, διαπιστώθηκαν στην Παραπονούμενη ήπια συμπτώματα υπερεπαγρύπνησης, φόβου, ανησυχίας και αδυναμίας χαλάρωσης σε σχέση με τις προαναφερόμενες εμπειρίες της που αφορούσαν στον Κατηγορούμενο. Επίσης, η συναισθηματική της κατάσταση χαρακτηριζόταν από ανασφάλεια, μειωμένη αυτοπεποίθηση και δυσκολία στη διαχείριση ορίων στις διαπροσωπικές της σχέσεις. Όπως η Μ.Κ. 7 ανέφερε, η Παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη, φορτισμένη συναισθηματικά και κατά διαστήματα ευσυγκίνητη.
Συμπερασματικά, σύμφωνα με την Μ.Κ. 7, από τη συνολική αξιολόγηση της Παραπονούμενης δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής. Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι το γνωστικό προφίλ της εμπίπτει στο πλαίσιο της Οριακής Νοητικής Λειτουργικότητας, η οποία φαίνεται να αποτελεί εστία κλινικής προσοχής, με ιδιαίτερες δυσκολίες στη λεκτική κατανόηση, ενδεχομένως λόγω μειωμένων προσλαμβανόμενων περιβαλλοντικών ερεθισμάτων. Το νοητικό της προφίλ και οι προαναφερόμενες γνωστικές της δυσκολίες, εκτιμάται πως συνδέονταν με τους περιορισμούς της Παραπονούμενης να κατανοεί σύνθετες κοινωνικές και διαπροσωπικές καταστάσεις, να αξιολογεί την ένταση κινδύνου/συνεπειών και να θέτει σταθερά διαπροσωπικά όρια. Επίσης, διαπιστώθηκαν στην Παραπονούμενη ήπια συμπτώματα υπερεπαγρύπνησης, φόβου, ανησυχίας και αδυναμίας χαλάρωσης τα οποία η ίδια συνέδεσε με τις προαναφερόμενες εμπειρίες της που αφορούσαν στον Κατηγορούμενο. Η μάρτυρας ανέφερε πως τα συμπτώματα αυτά θα μπορούσαν να ήταν το αποτέλεσμα περιστατικών σεξουαλικής βίας, επισημαίνοντας, ωστόσο, πως μπορούσαν να εμφανιστούν ως και σε άλλες στρεσογόνες ή τραυματικές εμπειρίες. Προσέθεσε, βεβαίως, πως η απουσία ψυχικής διαταραχής ουδόλως σημαίνει πως δεν έλαβαν χώρα τα καταγγελλόμενα περιστατικά, εξηγώντας πως το κάθε άτομο ανταποκρίνεται διαφορετικά στις διάφορες εμπειρίες. Στη βάση όλων των ως άνω και έχοντας υπόψη τις δυσκολίες της Παραπονούμενης με τα παιδιά της, τη συμβίωση με τη μητέρα της και το γνωστικό της προφίλ, η Μ.Κ. 7 έκρινε απαραίτητη την παροχή ψυχοκοινωνικής στήριξης και εποπτευόμενης καθοδήγησης της Παραπονούμενης από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.
Σε σχέση με την καθυστέρηση στην αποκάλυψη των περιστατικών, η μάρτυρας ανέφερε πως αυτό είναι σύνηθες και συναντάται στην βιβλιογραφία, επεξηγώντας πως μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους όπως φόβος, ενοχές, ντροπή, αμφισβήτηση του καταγγελλόμενου περιστατικού, το ενδεχόμενο να υποβληθεί το άτομο σε μια διαδικασία αφού ανοίγεται ένα μεγάλο κεφάλαιο, όπως και ο κλονισμός της οικογενειακής συνοχής. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτέλεσε θέση της Μ.Κ. 7 πως η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις αναφορές της Παραπονούμενης πως αρχικά δεν είχε σκοπό να αναφερθεί στα καταγγελλόμενα περιστατικά βιασμού και πως το έπραξε στο πλαίσιο μιας εκτεταμένης διερεύνησης από τον αστυνομικό κατά την υποβολή καταγγελίας σε σχέση με το περιστατικό βίας κατά του ανήλικου παιδιού της, κατά τη διάρκεια της οποίας ένιωσε ασφάλεια ώστε να μπορέσει να μιλήσει. Τέλος, κληθείσα να τοποθετηθεί κατά πόσον είναι σύνηθες και λογικό μετά την παρέλευση ενός χρονικού διαστήματος η Παραπονούμενη να ήταν σε θέση να συναντηθεί με τον Κατηγορούμενο παρά τα αισθήματα φόβου που ένιωθε, η μάρτυρας απάντησε πως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με ακρίβεια αφού ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά, πλην, όμως, σημείωσε πως λόγω της ύπαρξης του παιδιού, είναι απαραίτητη η ύπαρξη κάποιου είδους συνεργασίας μεταξύ τους.
Κληθείσα να τοποθετηθεί κατά πόσο είναι σύνηθες ένα άτομο που περιγράφει ότι έχει βιώσει σεξουαλική κακοποίηση, να παρουσιάζει δυσκολία να μιλήσει για το συγκεκριμένο θέμα και να κλαίει κατά την αφήγηση, η μάρτυρας απάντησε θετικά, υποδεικνύοντας πως το γεγονός ότι ένα άτομο είναι συναισθηματικά φορτισμένο κατά την αφήγηση δεν επιβεβαιώνει από μόνο του ή αναιρεί εάν έλαβε χώρα ή όχι το περιστατικό. Ερωτηθείσα, επίσης, σχετικά, η μάρτυρας ανέφερε πως είναι σύνηθες φαινόμενο άτομο που βιώνει σεξουαλική κακοποίηση από τον σύντροφο της να συνεχίζει να διατηρεί επικοινωνία μαζί του ή να βγάζει φωτογραφίες μαζί του στις οποίες να χαμογελά, είτε λόγω συναισθηματικής ή οικονομικής εξάρτησης, είτε στο πλαίσιο προσπάθειας να μην χαλάσει η οικογενειακή συνοχή. Σε ό,τι δε αφορά στις φωτογραφίες, η μάρτυρας επεσήμανε πως η φωτογραφία δεν αποτυπώνει πάντα τη διάθεση του προσώπου.
Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας και ερωτηθείσα κατά πόσον η οριακή νοητική λειτουργικότητα και οι γνωστικές δυσκολίες της Παραπονούμενης μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευε ή περιέγραφε τις σεξουαλικές της εμπειρίες, ανέφερε πως τα δεδομένα αυτά θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο επεξεργαζόταν κάποια βιώματα, αλλά δεν θα μπορούσε να αναιρέσει το γεγονός ότι η ίδια τα βίωνε ως τέτοια. Πρόσθεσε πως το στοιχείο της οριακής νοητικής λειτουργικότητας δεν ήταν αποτέλεσμα των βιωμάτων που περιέγραψε ότι βίωσε με τον Κατηγορούμενο, αλλά διαμορφώθηκαν σταδιακά λόγω περιορισμένων περιβαλλοντικών ερεθισμάτων.
Σε σχέση με την χρήση του εργαλείου DASS-42, η μάρτυρας υπέδειξε πως αποτελεί αυτοαναφορικό εργαλείο και συνεπώς βάση για τα αποτελέσματα αποτέλεσαν οι υποκειμενικές αναφορές της Παραπονούμενης, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι το εν λόγω εργαλείο είχε χρησιμοποιηθεί επικουρικά και σε συνδυασμό με την κλινική παρατήρηση και την ημιδομημένη συνέντευξη.
Η μάρτυρας επανέλαβε πως λόγω του ότι η Παραπονούμενη δεν πληρούσε τα κριτήρια ύπαρξης ψυχικής διαταραχής, δεν έγινε σύσταση για θεραπεία της από κλινικό ψυχολόγο ή ψυχίατρο, ενώ υπό τις περιστάσεις κρίθηκε πιο ωφέλιμη η καθοδήγηση αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης της.
Όσον αφορά τα αισθήματα φόβου που ανέφερε ότι βίωνε η Παραπονούμενη, η μάρτυρας υποστήριξε πως συνδέθηκαν με τις απειλές που, με βάση τις αναφορές της, εκτόξευε ο Κατηγορούμενος έναντι της, επισημαίνοντας πως η Παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε σε χρήση βίας ή εξαναγκασμό μέσω σωματικής βίας για σκοπούς συνεύρεσης ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Σε ό,τι δε αφορά στις περιγραφές της Παραπονούμενης για τα καταγγελλόμενα περιστατικά, η μάρτυρας διευκρίνισε πως αφορούσαν σε συνευρέσεις χωρίς επιθυμία κατόπιν ψυχολογικού εξαναγκασμού που, ως περιέγραψε, βίωνε. Ερωτούμενη κατά πόσον στις περιγραφές της η Παραπονούμενη υποστήριζε πως προέβαλε αντίσταση, η μάρτυρας απάντησε πως με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, η Παραπονούμενη εξέφραζε την απροθυμία της μόνο λεκτικά, πλην, όμως, εν τέλει ενέδιδε στην πράξη. Σε σχέση με τις αναφορές της περί προσπάθειας της Παραπονούμενης να δείχνει ότι οι στιγμές ήταν ευχάριστες, η μάρτυρας υπέδειξε πως αυτό ήταν απότοκο των δυσκολιών της κριτικής της ικανότητας, αφού ενώ αισθανόταν πόνο λόγω του ότι η πράξη είχε διάρκεια και ένταση, θεωρούσε ως λύση στο πρόβημα της την προσποίηση ώστε η πράξη να λήξει. Στο πλαίσιο δε των συναντήσεων, η Παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε σε περίπτωση που η ίδια είχε σεξουαλική επιθυμία για τον Κατηγορούμενο.
Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανέφερε, επίσης, πως η οριακή νοητική λειτουργικότητα που παρουσίαζε η Παραπονούμενη δεν την καθιστούσε ανίκανη να αντιληφθεί τι έκανε με τον Κατηγορούμενο, αλλά υπήρχαν δυσκολίες στο να θέσει τα όρια της, να διεκδικήσει καταστάσεις, να επιλύσει προβλήματα, να επεξεργαστεί σύνθετες διαπροσωπικές σχέσεις και πως ενδεχομένως το πολιτισμικό υπόβαθρο, οι καταβολές, ο τρόπος που βίωναν τη σχέση και οι ρόλοι και οι προσδοκίες που είχε ο καθένας, να επηρέαζαν σε κάποιο βαθμό τη διαφωνία μεταξύ τους ως προς τη σεξουαλική συνεύρεση και τις εν λόγω πράξεις. Η μάρτυρας πρόσθεσε πως με βάση τις αναφορές της Παραπονούμενης, δεν υπήρχε ερωτικό συναίσθημα, δεν υπήρχε συναισθηματικό δέσιμο, ούτε αγάπη ευθύς εξαρχής της σχέσης, ενώ οι σκέψεις της Παραπονούμενης πως ο Κατηγορούμενος την χρησιμοποιούσε ώστε να εξασφαλίσει άδεια παραμονής λειτουργούσαν ως ένας επιπρόσθετος λόγος ώστε η ίδια να μην έχει ερωτική επιθυμία και να αισθάνεται τη στάση του ως πιεστική.
Ερωτούμενη κατά πόσον η Παραπονούμενη έκανε αναφορά και σε άλλες κακοποιητικές της σχέσεις στο παρελθόν, η μάρτυρας ανέφερε πως δεν έγιναν αναφορές σε σχέσεις που αφορούσαν σε σεξουαλική κακοποίηση της αν και αναφέρθηκε σε χρήση σωματικής βίας από τον πατέρα της έναντι της κατά την παιδική της ηλικία.
Τέλος, η μάρτυρας ανέφερε πως κατά τις συναντήσεις της με την Παραπονούμενη η τελευταία επιθυμούσε να αποτραπεί η επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα, κυρίως λόγω του ότι αισθανόταν φόβο τόσο για την ίδια όσο και για το παιδί, ενώ παράλληλα δεν της άρεσαν οι συνθήκες διαβίωσης του και ειδικότερα ότι διέμενε με άλλα πρόσωπα. Πρόσθεσε πως η Παραπονούμενη επιθυμούσε την αποχώρηση του Κατηγορούμενου από τη Δημοκρατία γιατί δεν ήθελε να τον βλέπει, ούτε η κόρη της να έχει επικοινωνία μαζί του. Ως εξήγησε, πρόθεση της Παραπονούμενης ήταν η υποβολή της καταγγελίας για την χρήση βίας εις βάρος του παιδιού, και ως υποστήριξε η μάρτυρας, η Παραπονούμενη δεν είχε την κριτική σκέψη να συνδέσει την υποβολή καταγγελίας για σεξουαλική κακοποίηση με την εκδίωξη του Κατηγορούμενου από τη Δημοκρατία, ενώ πρόσθεσε πως δεν αναδείχθηκαν αισθήματα μίσους για τον ίδιο. Σε ό,τι δε αφορά στη μη λήψη μέτρων από την Παραπονούμενη ώστε να αποτρέψει όλα αυτά που θεωρούσε ότι συνέβαιναν κατά τον χρόνο που αυτά λάμβαναν χώρα, η μάρτυρας εξήγησε πως η Παραπονούμενη ήταν πρόσωπο χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και ενδεχομένως δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί αυτή τη σύνθετη διαπροσωπική σχέση, ενώ ενδεχομένως να μην ήθελε να κλονίσει την οικογενειακή συνοχή και η κόρη της να χάσει τον πατέρα της.
Ως έχει ήδη σημειωθεί, ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία, στο πλαίσιο της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του ημερ. 22.5.2025 (βλ. Τεκμήρια 7Α και 7Β), σημειώνοντας, ωστόσο, πως εκ λάθους και λόγω της σύγχυσης υπό την οποία τελούσε ανέφερε πως κατά το έτος 2022 είχε χωρίσει με την Παραπονούμενη, ενώ ο χωρισμός επήλθε το 2023.
Στην κατάθεσή του αναφέρει πως η Παραπονούμενη είναι η πρώην συμβία του, με τις σχέσεις τους κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσης να ήταν ειρηνικές για το καλό του παιδιού τους. Η επικοινωνία τους αφορά μόνο το παιδί και συγκεκριμένα την καταβολή της διατροφής, ενώ, ως επίσης αναφέρεται, έχει καταχωρήσει αίτηση με αρ. 469/2024 για επικοινωνία με το παιδί. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους ουδέποτε κτύπησε την Παραπονούμενη, ούτε την απείλησε, ούτε χτύπησε ή φώναξε στο παιδί τους, ως οι ισχυρισμοί της. Αρνείται, επίσης, πως ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη θέληση της και προβάλλει πως όσες φορές είχαν σεξουαλική επαφή ήταν με τη θέληση και των δυο, εφόσον ήταν ερωτευμένοι. Αρνείται πως η Παραπονούμενη του έλεγε πως δεν ήθελε να έχει σεξουαλικές επαφές μαζί του και πως κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής τον εκλιπαρούσε να σταματήσει και αναφέρει πως απολάμβαναν την ερωτική επαφή και οι δυο, η Παραπονούμενη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό το θέμα και πως εκπλήσσεται με την καταγγελία. Προσθέτει πως μοναδική επιδίωξη του είναι να βλέπει το παιδί του και πως θεωρεί οτι η καταγγελία της Παραπονούμενης έγινε για αλλότριους σκοπούς αφού θέλει να του απαγορεύσει την επικοινωνία με το παιδί λόγω του οτι διαμένει με άλλα πρόσωπα.
Στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε πως κατάγεται από το Καμερούν και ήρθε στην Κύπρο στις 4/3/2020. Έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στη χώρα του (βλ. Τεκμήριο 18) και ήρθε στην Κύπρο για να βρει εργασία στο συγκεκριμένο τομέα. Στη Λεμεσό εργάζεται ως καθαριστής και σε όποια άλλη εργασία βρει. Επίσης, εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού και στο πλαίσιο αυτό ετοιμάζει σχέδια τα οποία αποστέλλει στη χώρα του μέσω διαδικτύου. Προκειμένου να εργαστεί στη χώρα του ως ως πολιτικός μηχανικός, πέραν του διπλώματος που κατέχει, είναι αναγκαίο να κατέχει καθαρό ποινικό μητρώο, σε σχέση με το οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 19.
Αναφερόμενος στην Παραπονούμενη, κατέθεσε πως την γνώρισε τον Ιούνιο του 2021 όταν και οι δυο εργάζονταν σε εστιατόριο στον Μονιάτη, ο ίδιος ως βοηθός μάγειρα, ενώ η Παραπονούμενη ως σερβιτόρα. Χαρακτήρισε την Παραπονούμενη ως ένα πολύ κλειστό και ζηλόφθον άτομο, η οποία καθόταν πάντα μόνη της. Αρχίσαν να μιλούν και ο Κατηγορούμενος την κάλεσε μία φορά να καθίσει μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό για φαγητό και έτσι άρχισαν σιγά σιγά να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Μάλιστα, η ίδια του έλεγε να μην την φωνάζει με το όνομα της αλλά “αγάπη μου”. Σταδιακά η σχέση τους άρχισε να εξελίσσεται, ειδικότερα δε όταν ο Κατηγορούμενος μετακόμισε στη Λεμεσό. Σε εκείνο το διάστημα, ο ίδιος διέμενε σε ένα δωμάτιο διαμερίσματος 3 υπνοδωματίων. Ακολούθως, στις 9/10/2021 εργοδοτήθηκε στον φούρνο Σίγμα, λαμβάνοντας ως βασικό μισθό €877 μηνιαίως (βλ. Τεκμήρια 20 - 22). Σύμφωνα με τους όρους εργοδότησης του, μόνο η Κυριακή ήταν η ελεύθερη μέρα, ενώ συχνά εργαζόταν και υπερωρίες αφού χρειαζόταν περισσότερα χρήματα.
Όταν μετακόμισε στη Λεμεσό, η Παραπονούμενη τον επισκεπτόταν στο σπίτι του, κάποτε έβγαιναν έξω για φαγητό ή για καφέ και αργότερα του σύστησε τον γιο της, τον οποίο έβλεπε ως δικό του παιδί. Του έδειξε αγάπη, κάτι το οποίο αποτυπώνεται, ως η θέση του, και σε διάφορες φωτογραφίες τις οποίες παρουσίασε ως Τεκμήριο 23. Για την εγκυμοσύνη της Παραπονούμενης ενημερώθηκε τον Ιανουάριο του 2022, ήτοι τρεις μήνες μετά, ενώ η Παραπονούμενη έκλαιγε. Κατά τη συζήτηση που είχαν, του ανέφερε πως ανησυχούσε πως με την εγκυμοσύνη θα έβαζε βάρος και πως αυτός θα την εγκατέλειπε, αν και ο ίδιος δεν είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, η Παραπονούμενη ζήλευε πάρα πολύ και φοβόταν τα πάντα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της η Παραπονούμενη ήταν εντάξει, τον επισκεπτόταν στο σπίτι του και περνούσαν χρόνο μαζί, ενώ και ο ίδιος την επισκεπτόταν στο δικό της σπίτι. Τους πρώτους πέντε μήνες της εγκυμοσύνης είχαν ερωτικές επαφές, αλλα τους τελευταίους μήνες ήταν αδύνατον.
Μετακόμισε στο σπίτι της Παραπονούμενης στον πέμπτο ή έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της μετά από εισήγηση της μητέρας της ώστε να εξοικονομεί τα χρήματα του ενοικίου που κατέβαλλε, μιας και στο σπίτι όπου διέμεναν δεν πλήρωναν ενοίκιο. Ο ίδιος ήταν διστακτικός, αλλά μετά τις διαβεβαιώσεις της Παραπονούμενης οτι η μητέρα της είναι καλή και δεν θα δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα, δέχτηκε. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, περιέγραψε το σπίτι όπου διέμεναν, λέγοντας πως υπήρχαν τρία δωμάτια. Στο μπαλκόνι που έγινε δωμάτιο διέμενε η μητέρα και ο γιος της Παραπονούμενης, το δεύτερο δωμάτιο χρησιμοποιείτο σαν αποθήκη και στο τρίτο δωμάτιο, που ήταν το δωμάτιο της Παραπονούμενης, διέμενε ο ίδιος. Ως ανέφερε, το δωμάτιο ήταν διαμορφωμένο με σκελετούς και άλλα τρομακτικά πράγματα.
Όταν μετακόμισε εκεί, οι σχέσεις τους ήταν μια χαρά, αλλά στην πορεία ο Κατηγορούμενος άρχισε να αντιλαμβάνεται διάφορα ζητήματα αναφορικά με την οικογένεια της Παραπονούμενης και τις σχέσεις των μελών μεταξύ τους.
Ενώ συμβιώναν στο σπίτι της μητέρας της Παραπονούμενης, η σεξουαλική τους ζωή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κανονική, ενώ όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος, όλες οι συνευρέσεις τους ήταν συναινετικές. Η Παραπονούμενη αποκαλούσε το πέος του «Gonzilla» και συχνά τον προσέγγιζε ώστε να κάνουν έρωτα είτε με ρομαντικά γλυκόλογα, είτε χαστουκίζοντας τον στα οπίσθια, χαιδεύοντας τον στο στήθος και στη συνέχεια στο πέος, και αναλόγως του ποιός βρισκόταν στο σπίτι, θα άρπαζε το πέος του και θα τον έπαιρνε στο δωμάτιο, όπου θα έκαναν έρωτα. Προσέθεσε πως όταν ένας εκ των δυο δεν επιθυμούσε σεξουαλική επαφή, το έλεγε στον άλλο, ο οποίος και θα το σεβόταν αφού αγαπούσαν ο ένας τον άλλο. Ουδέποτε συζήτησαν ή διαφώνησαν σε θέματα που αφορούσαν την σεξουαλική τους σχέση αφού υπήρχε κατανόηση και αλληλοσεβασμός. Ερωτούμενος για τη σχέση που ο ίδιος είχε με τις αδελφές της Παραπονούμενης, επανέλαβε πως η Παραπονούμενη ήταν πολύ συγκρατημένο και πολύ‑πολύ ζηλόφθον άτομο και ανέφερε πως με την Μ.Κ. 5 είχαν τυπικές σχέσεις, την δε Ρ. την είδε μόνο μία φορά κατά την οποία η Παραπονούμενη του έκανε σκηνή ζηλοτυπίας.
Με την Παραπονούμενη χώρισε τον Ιούλιο του 2023 αφού υπήρξε κάποιο χρονικό διάστημα που ο ίδιος δεν μπορούσε να αντέξει άλλο το τί γινόταν στο σπίτι και ειδικότερα το ότι στην οικογένεια της Παραπονούμενης τσακώνονταν συνεχώς μεταξύ τους, ενώ η Παραπονούμενη τον ζήλευε πάρα πολύ σε βαθμό που δεν μπορούσε άλλο, εξευτελίζοντας τον μπροστά σε οποιανδήποτε γυναίκα όπου και να πήγαινε. Έκτοτε διαμένει σε διαμέρισμα στο Ζακάκι, όπου η Παραπονούμενη τον επισκέφθηκε αρκετές φορές, χωρίς να αισθάνεται φόβο, ως η ίδια ισχυρίστηκε. Ουδέποτε ο ίδιος άσκησε ψυχολογική πίεση ή σωματική βία στην Παραπονούμενη, ούτε χτύπησε οποτεδήποτε το παιδί τους, ενώ όλες οι ερωτικές τους επαφές ήταν συναινετικές. Απέδωσε δε την υποβολή της παρούσας καταγγελίας στη ζήλια που ένιωθε για αυτόν η Παραπονούμενη.
Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επέμεινε πως έφυγε από το σπίτι της Παραπονούμενης περί τον Ιούλιο του 2023 και ο οριστικός χωρισμός τους επήλθε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, με την Παραπονούμενη να τον επισκέπτεται στο διαμέρισμα του στο Ζακάκι στο διάστημα που μεσολάβησε. Αντεξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφτασε στην Κύπρο, όπως και σε σχέση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 18 και 19, με τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να υποβάλλει πως το Τεκμήριο 19 δεν είναι γνήσιο και πως εναντίον του Κατηγορούμενου διερευνόνται διάφορα αδικήματα στην χώρα του, θέση την οποία απέρριψε ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με την εργοδότηση του στο φούρνο Σίγμα, υποστήριξε πως εργαζόταν περί τις 12-15 ώρες την μέρα και παρέπεμψε στα Τεκμήρια 20-22 όσον αφορά την εργοδότηση του, απορρίπτοντας τη θέση της κας Κόλιαρου περί πλαστότητας του Τεκμηρίου 21.
Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του επανέλαβε πως με την Παραπονούμενη ήταν ερωτευμένοι και πως όλες οι ερωτικές τους συνευρέσεις ήταν συναινετικές, ενώ απέρριψε τις θέσεις που του υποβλήθηκαν επί τω ότι η Παραπονούμενη τον φοβόταν, αντιτάσσοντας πως συνέχισε να τον επισκέπτεται στο διαμέρισμα του αφού ο ίδιος έφυγε από το σπίτι τους και πως κάθε Κυριακή συναντιούνται στο πλαίσιο της επικοινωνίας του με την κόρη τους.
Αξιολόγηση της Μαρτυρίας και ευρήματα του Δικαστηρίου
Έχοντας σκιαγραφήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία σημειώνουμε ότι έχουμε διεξέλθει με μεγάλη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Με μεγάλη προσοχή έχουμε, επίσης, μελετήσει το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν θεωρούμε ότι θα εξυπηρετούσε, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, η επανάληψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων. Άλλωστε, τα θέματα αυτά είναι που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στη συνέχεια, ενώ δεδομένη παραμένει πάντοτε η νομολογιακή αρχή ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο, αφού μορφώσει άποψη για την αξιοπιστία των μαρτύρων, θα διαμορφώσει την κρίση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματά του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας, σε σύγκριση και με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 177/2017, ημερ. 20.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B550 και Rana ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489).
Έχουμε δε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας πως το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 307 και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 1).
Αποτελεί, επίσης, νομολογιακή αρχή ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά, πολλές φορές, την ενδυναμώνουν γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 353, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (20100) 2 Α.Α.Δ. 345 και Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68).
Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Σιβιτανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 166 όπου υποδείχθηκε πως ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική αφή των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδη ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 220).
Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε, επίσης, την ευκαιρία, ως αναφέρεται πιο πάνω, να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των τεκμηρίων και να διαπιστώσουμε ότι μεγάλο μέρος των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση δεν αμφισβητείται. Σε ό,τι δε αφορά στα επίδικα γεγονότα, οι σεξουαλικές επαφές μεταξύ Κατηγορούμενου και Παραπονούμενης είναι παραδεκτές από την Υπεράσπιση, θέση της οποίας είναι πως αυτές ήταν συναινετικές. Ως προς τα γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά, αυτά καθίστανται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Ξεκινώντας το έργο της αξιολόγησης από τους Μ.Κ. 1 – 4, σημειώνουμε πως έχουμε αποκομίσει για όλους πολύ καλή εντύπωση. Προσήλθαν στο Δικαστήριο για να αναφερθούν στις ενέργειες τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και έπραξαν τούτο με σαφήνεια και σταθερότητα, περιοριζόμενοι στα γεγονότα τα οποία ήταν εις γνώση τους. Σαφώς η μαρτυρία τους περιορίζεται σε αυτό τους το έργο και σε κανένα σημείο δεν έχει κλονισθεί συνεπεία της αντεξέτασης, η οποία συνίστατο, κυρίως, σε συμπληρωματικά ζητήματα και διευκρινιστικές ερωτήσεις. Τους αξιολογούμε, λοιπόν, ως αξιόπιστους και αποδεχόμαστε τα λεγόμενα τους.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία της Μ.Κ. 5, κρίνουμε πως δεν βοήθησε την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αφού τα όσα κατέθεσε στηρίζονται αποκλειστικά στα όσα η Παραπονούμενη της ανέφερε. Αποτέλεσε θέση της ότι η τελευταία της είχε αναφέρει το περιστατικό ημερ. 12/9/2022 όταν αυτό είχε λάβει χώρα, σε αντίθεση με τα περιστατικά που σχετίζονται με τις ανεπιθύμητες σεξουαλικές επαφές για τα οποία, ως ανέφερε, ενημερώθηκε μετά που η Παραπονούμενη χώρισε με τον Κατηγορούμενο, χωρίς, όμως, να είναι βέβαιη εάν ενημερώθηκε πρίν ή μετά την υποβολή καταγγελίας στην Αστυνομία. Κατά την επίδικη περίοδο, ως η ίδια ανέφερε, δεν διέμενε μαζί με την οικογένεια της και ως δέχτηκε δεν έζησε από κοντά τη σχέση της αδελφής της με τον Κατηγορούμενο. Η ίδια δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες αναφορικά με τα όσα η Παραπονούμενη της ανέφερε, επικαλούμενη την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί με ασφάλεια να στηριχθεί στα όσα η μάρτυρας κατέθεσε. Προσθέτουμε πως αφ ης στιγμής τα λεχθέντα της Παραπονούμενης στην Μ.Κ.5 δεν εντάσσονται στο πλαίσιο του άμεσου παραπόνου, η σημασία τους υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης είναι περιορισμένη. Σημείο που αξίζει αναφοράς είναι πως ενώ η Μ.Κ. 5 ισχυρίστηκε πως οι σχέσεις της με την Παραπονούμενη είναι καλές και εμπιστεύονται η μια την άλλη, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η Παραπονούμενη ανέφερε πως κατά την επίδικη περίοδο δεν εμπιστευόταν την Μ.Κ. 5 και πως περαιτέρω θεωρούσε πως τα τηλεφωνήματα της τελευταίας προς την ίδια ήταν καθοδηγούμενα από τον Κατηγορούμενο.
Προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ. 7 η οποία κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας – κλινική ψυχολόγος.
Η προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά Φιλίππου ν. Οδυσσέως (1989) 1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ 984) και συνοψίστηκε πολύ πρόσφατα στην Robert Keith Stark κ.ά. ν. David Marsland κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ 233/2019, ημερ. 6.5.2025.
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2η έκδοση, στη σελίδα 576, προκειμένου να καταθέσει κανείς ως πραγματογνώμονας πρέπει να καταδείξει ότι η μαρτυρία του είναι αναγκαία για την υπόθεση και ότι κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αυτό αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και εξέτασης των γνώσεων και εμπειρίας του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει.
Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία θα πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία.
Όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία, για να κριθεί ένας μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας, απαιτείται να έχει τα αναγκαία επιστημονικά προσόντα που να τον καταστούν ικανό έτσι ώστε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Είναι σημαντικό να αποδειχθεί ότι ο εμπειρογνώμονας, έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών, είτε λόγω εμπειρίας, επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. Σιακόλα ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ 110).
Όπως έχει προσφάτως λεχθεί στην Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 111/2017, απόφαση ημερ. 13/3/2024, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες. Ως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1 Α.Α.Δ. 2298, αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 814, Cybarco Ltd. ν. Kovascik (2001) 1 Α.Α.Δ. 2013 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή (πιο πάνω)).
Θα πρέπει εξαρχής να λεχθεί πως η εμπειρογνωμοσύνη της Μ.Κ. 7 δεν αμφισβητήθηκε και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο ικανοποιείται πως με βάση τα ακαδημαϊκά της προσόντα και την εμπειρία της στο συγκεκριμένο τομέα, ως αυτά εκτίθενται στο βιογραφικό της σημείωμα (βλ. Τεκμήριο 16), είναι πρόσωπο που κατέχει τα αναγκαία προσόντα ώστε να καταθέσει ως ειδικός.
Ως έχει αναφερθεί, η Μ.Κ. 7 προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της Παραπονούμενης κατόπιν αιτήματος του ΤΑΕ Λεμεσού. Η μάρτυρας μας άφησε εξαιρετική εντύπωση αφού με άνεση, σαφήνεια, σταθερότητα και λεπτομέρεια εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε και το πως κατέληξε στα όσα καταγράφει στην έκθεση της (βλ. Τεκμήριο 17). Δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως απώτερος στόχος της ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο ώστε με τη σειρά του να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα παρέχοντας προς τούτο τα απαραίτητα επιστημονικά εχέγγυα. Σαφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ. 7 δεν οδηγεί αφ΄εαυτής σε μία κατεύθυνση κατάληξης, αφού οι διαπιστώσεις της ουδόλως αποκλείουν οποιαδήποτε θεώρηση γεγονότων, παραμένει, ωστόσο, βοηθητική ως αποτυπώνουσα την ψυχική κατάσταση της Παραπονούμενης. Στο πλαίσιο αυτό η Μ.Κ. 7 σημείωσε πως δεν είχε διαπιστώσει την ύπαρξη ψυχικής διαταραχής, σημειώνοντας, βεβαίως, πως η απουσία αυτής ουδόλως υποδηλώνει πως τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν έλαβαν χώρα. Η μάρτυρας επεξήγησε με τρόπο βοηθητικό προς το Δικαστήριο ότι η Οριακή Νοητική Λειτουργικότητα στην οποία κατατάσσεται ως προς το γνωστικό της προφίλ η Παραπονούμενη, φαίνεται να αποτελεί εστία κλινικής προσοχής με τον τρόπο που εξήγησε, ενώ οι γνωστικές της δυσκολίες εκτιμάται να συνδέονται με διάφορους περιορισμούς της, μεταξύ άλλων, στην κατανόηση διαπροσωπικών καταστάσεων, αξιολόγηση της έντασης κινδύνου και οριοθέτηση.
Έχοντας εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία της Μ.Κ. 7 και λαμβάνοντας υπόψη πως τα όσα κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, κρίνουμε ότι η μάρτυρας επεξήγησε στο Δικαστήριο με επάρκεια και επιστημονική τεκμηρίωση τα συμπεράσματα της, δίδοντας στο Δικαστήριο τα εχέγγυα για να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της, την οποία κρίνουμε αξιόπιστη, και ανάγουμε τα συμπεράσματα της σε δικά μας ευρήματα. Σημειώνουμε, ταυτόχρονα, πως η μαρτυρία της δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία της Παραπονούμενης, η οποία αποτελεί τη βασική μάρτυρα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει υποδειχθεί στην Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορούμενου ανήκει στο δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής παρέμβαση σε αυτό το έργο» (βλ. επίσης Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 91/2017, ημερ. 2/8/2018), ECLI:CY:AD:2018:B214.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, σημειώνουμε καταρχήν πως η παρούσα υπόθεση και ειδικότερα οι κατηγορίες υπ’ αρ. 4-21 που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αποκλειστική πηγή για τα γεγονότα της υπόθεσης, ως τέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, αποτελεί η Παραπονούμενη, Μ.Κ.6.
Είναι γνωστός ο κανόνας πρακτικής που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις τέτοιους είδους αδικημάτων και ότι για να επιτευχθεί καταδίκη απαιτείτο ενισχυτική μαρτυρία, ασχέτως αν κάτι τέτοιο προνοείτο νομοθετικά. Παρά ταύτα όμως, το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει σε καταδίκη με βάση μόνο τη μαρτυρία του παραπονούμενου προσώπου, αφού πρώτα προειδοποιούσε τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει σε μια τέτοια περίπτωση.
Στην Σάββα v. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 269:
«Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονουμένης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας (1967) 2 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (1972) 2 Α.Α.Δ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας (1961) Α.Α.Δ. 330).
Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας (1971) 2 Α.Α.Δ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. R v. Henery and Manning (1969) Cr. App. R. (C.A.) 150).»
Ωστόσο, ο πιο πάνω κανόνας πρακτικής που ίσχυε στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων έχει καταργηθεί με κάποια νομοθετήματα στα οποία προβλέπεται πλέον ρητά ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία και το Δικαστήριο μπορεί πλέον να καταδικάσει βασιζόμενο στη μαρτυρία της παραπονούμενης και μόνο, εκτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου η μαρτυρία παρουσιάζει αδυναμίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι επιθυμητό να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία και αν δεν υπάρχει τότε να γίνεται η σχετική, ανάλογα με την περίπτωση, αυτοπροειδοποίηση (βλ. Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 231/2018, ημερ. 19/11/2019), ECLI:CY:AD:2019:B473.
Στην Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 97/2022 κ.ά., ημερ. 16/11/2022 η οποία αφορούσε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως τα οποία εδράζονταν τόσο στο Ποινικό Κώδικα όσο και στο Νόμο 91(Ι)/2014, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος.»
Απόλυτα σχετικό, επίσης, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 147/2016, ημερ. 20/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B477:
«Το ζητούμενο είναι το δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως το αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζόμενου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.»
Το άρθρο 16 του Ν. 119(Ι)/2020 προβλέπει πως «το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν είναι δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία», ενώ το άρθρο 29 του Ν. 115(Ι)/2021, ο οποίος επίσης εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει του άρθρου 5 αυτού, προνοεί ότι «για την απόδειξη αδικήματος βίας κατά γυναίκας δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού ή της ένορκης μαρτυρίας γυναίκας, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού ή την ένορκη μαρτυρία γυναίκας.».
Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 99/2021, ημερ. 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183, λέχθηκαν τα εξής:
«Το ζητούμενο, σε όλες τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, είτε αυτό συνίσταται σε ένορκη μαρτυρία, είτε ανώμοτη κατάθεση, με ή χωρίς ενίσχυση, το εκδικάζον δικαστήριο αισθάνεται τη βεβαιότητα ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει. Κρίνει δηλαδή κατά πόσο αξιόπιστη μαρτυρία είναι της
ποιότητας εκείνης που του σεπιτρέπει να προχωρήσει σε ευρήματα γεγονότων στη βάση της, χωρίς ενίσχυση ή ότι, παρά το αξιόπιστο της, εγγενή χαρακτηριστικά της δεν του επιτρέπουν να αισθάνεται την αναγκαία προς τούτο ασφάλεια. Απόφαση καθοριστική για την έκβαση κάθε τέτοιας υπόθεσης, που πρέπει να αιτιολογείται δεόντως. Όπως αναφέρεται στη Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.147-148/2016, ημερ.20.11.2019, «Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου».
Επομένως, με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες δεν απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για την αποδοχή της μαρτυρίας του παραπονούμενου προσώπου όταν αισθάνεται τη βεβαιότητα να καταδικάσει, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας του. Διατηρεί, όμως, διακριτική ευχέρεια να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ή να αυτοπροειδοποιηθεί σε κατάλληλες περιπτώσεις και όταν το κρίνει ορθό.
Στην Ε.Α. ν. Δηµοκρατίας (πιο πάνω), δίδεται καθοδήγηση και παραδείγματα για το πότε προκύπτει η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή απαιτείται η αυτοπροειδοποίηση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριµενοποιηθεί. Προκειµένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισµα στη συγκεκριµένη µαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η µαρτυρία του συγκεκριµένου µάρτυρα δυνατόν να µην είναι αξιόπιστη. Έχουµε ήδη αναφερθεί στο παράδειγµα του καθυστερηµένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα µπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούµενης αντιφατικής δήλωσης του µάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό: «The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness’s evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury. »
Αφ’ ης στιγµής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική µαρτυρία και τέτοια µαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόµενα θέµατα, το περιεχόµενο και την ποιότητα της µαρτυρίας του συγκεκριµένου µάρτυρα. ∆εν απαιτείται προδιαγεγραµµένος τύπος.»
Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, προχωρούμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης αφού λάβουμε υπόψη μας τόσο το περιεχόμενο της, την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας καθώς επίσης και τη θέση της Υπεράσπισης, όπως αυτή διαφάνηκε από την αντεξέταση της, ότι, δηλαδή, η καταγγελία της είναι ψευδής και υποβλήθηκε για αλλότριους σκοπούς (βλ. Τεβλετιάν v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 512 και Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 147-148/16, ημερ. 20/11/2019).
Έχουμε διεξέλθει την μαρτυρία της Παραπονούμενης με πολλή προσοχή και λάβαμε υπόψη την εντύπωση που αποκομίσαμε από αυτήν, ενώ κατέθετε ενώπιον μας. Έχουμε, επίσης, αντιπαραβάλει τη μαρτυρία της με την υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης.
Προσεκτική μελέτη του συνόλου της μαρτυρίας της Παραπονούμενης φανερώνει μια κατάσταση πραγμάτων από την οποία προβάλλουν έντονα ερωτηματικά και αμφιβολίες ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών της και τούτο παρά τη φαινομενική παράθεση τους με τρόπο σαφή και μια διαφαινόμενη σταθερότητα στις θέσεις της.
Κάνουμε αρχή με τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο. Διάχυτη ήταν η προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έτρεφε οποιαδήποτε αισθήματα για τον Κατηγορούμενο και πως αρχικά δημιούργησε σχέση μαζί του για να ξεπεράσει προηγούμενη σχέση της αν και ως η ίδια δέχτηκε, συναντιούνταν πολύ συχνά, είτε στο σπίτι όπου διέμενε αρχικά ο Κατηγορούμενος είτε στο δικό της. Περαιτέρω, πως ανέκαθεν η συμπεριφορά του δεν ήταν καλή απέναντι της. Παρόλα αυτά, η Παραπονούμενη κάποια στιγμή γνώρισε στον Κατηγορούμενο τον γιο της και ως δέχτηκε, αντιλήφθηκε ότι είχε καλά στοιχεία και συμπεριφερόταν καλά στον γιο της, αναφέροντας, μάλιστα, ότι ήταν πολύ «υποσχόμενος». Ήταν δε εμφανής η προσπάθεια της να αποδώσει αρνητικά κίνητρα και συμπεριφορές σε αυτόν όπως για παράδειγμα για το γεγονός ότι της έκανε παράπονα γιατί δεν του απέστελλε μηνύματα και δεν τον έπαιρνε τηλέφωνο κατά τη διάρκεια της μέρας, όπως και για το ότι ο Κατηγορούμενος επιθυμούσε το παιδί τους να πάρει το επίθετο του, ενέργειες οι οποίες είναι συνήθεις και αναμενόμενες στο πλαίσιο μιας σχέσης. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την περιγραφή της αναφορικά με το τι έπραττε ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο των ερωτικών τους επαφών ώστε να προκαλέσει στην ίδια επιθυμία για σεξουαλική επαφή. Αξίζει δε να σημειωθεί πως η Παραπονούμενη δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε άσκησε σωματική βία έναντι της και, ουσιωδώς, χωρίς τα όσα κατ’ ισχυρισμό της τής έλεγε να συνιστούσαν βάσιμα περιστάσεις που θα την οδηγούσαν στο να υποκύψει στη σεξουαλική επαφή παρά τη θέλησή της. Παρομοίως, αντεξεταζόμενη αρχικά ισχυρίστηκε πως ο Κατηγορούμενος καταβάλλει διατροφή για το παιδί τους κάθε τόσο, ενώ αργότερα δέχθηκε ότι καταβάλλει το ποσό που προβλέπεται σύμφωνα με σχετικό διάταγμα ως επίσης και επιπρόσθετο ποσό ώστε να καλύψει ποσά που δεν είχαν πληρωθεί στο παρελθόν.
Μελετώντας την κατάθεση της (βλ. Τεκμήριο 2), παρατηρούμε πως αρκετά γεγονότα στα οποία έκανε αναφορά στην προφορική της μαρτυρία δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν. Ειδικότερα, και χωρίς περιορισμό, και χωρίς ουδόλως μας διαφεύγει η θέση της Παραπονούμενης περί σύγχυσης υπό την οποία τελούσε κατά τον χρόνο που έδιδε την κατάθεση της στην Αστυνομία, έκτασης τριών σελίδων, παρατηρούμε πως σε αυτήν ουδεμία αναφορά γίνεται στα όσα η ίδια υποστήριξε περί «παγίδευσης» της από τον Κατηγορούμενο όσον αφορά στην εγκυμοσύνη της, στο περιστατικό βιασμού μετά το οποίο χρειάστηκε να μεταβεί σε κλινική ώστε να της χορηγηθεί ενδοφλέβια ένεση παυσίπονου, στην επίσκεψη τους στον γιατρό Μ. ο οποίος, μάλιστα, ανέφερε στον Κατηγορούμενο πως θα του έλεγε πότε θα ήταν σε θέση η Παραπονούμενη να έχει σεξουαλική επαφή, όπως και για την αντίδραση του Κατηγορούμενου να απουσιάζει από την εργασία του για μέρες όταν αυτή δεν συναινούσε στις σεξουαλικές τους επαφές και πως μετέβηκε με τον Κατηγορούμενο σε ιατρό ώστε ο τελευταίος να εξασφαλίσει ιατρικό πιστοποιητικό προκειμένου να δικαιολογήσει την απουσία του από την εργασία του.
Πέραν των ως άνω, οι θέσεις της Παραπονούμενης περί συστηματικής απουσίας του Κατηγορούμενου από την εργασία του δεν επιβεβαιώνονται από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επί του προκειμένου, η μάρτυρας υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σταθερός στη δουλειά του και πως «μια επήαιννε δουλειά τζιαι μια δεν επήαιννε» και πως σε αρκετές περιπτώσεις και για αρκετές ημέρες δεν μετέβαινε στην εργασία του υποστηρίζοντας πως το έκανε ως «τιμωρία» προς την ίδια που δεν ενέδιδε στις σεξουαλικές επιθυμίες του. Από το περιεχόμενο, όμως, των Τεκμηρίων 20 και 22, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με τη σύμβαση απασχόλησης του Κατηγορουμένου, ο μισθός του ήταν μεικτός εκ €877, πληρωτέος σε μηνιαία βάση για 42 ώρες εξαήμερης εργασίας. Είχε δε εργοδοτηθεί στη συγκεκριμένη εταιρεία από 9.10.2021 – 6.6.2024. Από το Τεκμήριο 22 προκύπτει πως με την εξαίρεση των μηνών Οκτωβρίου του 2021 και Ιουνίου 2024, κατά τους οποίους ο Κατηγορούμενος προσελήφθη και αποχώρησε από την εργασία του και δεν εργάστηκε όλες τις μέρες, τους υπόλοιπους μήνες ο Κατηγορούμενος λάμβανε μισθό πέραν του σταθερού, ήτοι πέραν των €1000, ενώ μόνο τον Δεκέμβριο του 2022 έλαβε ποσό €851. Σε ό,τι δε αφορά στους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης περί επίσκεψης σε ιατρό ώστε ο Κατηγορούμενος να εξασφαλίσει ιατρικό πιστοποιητικό για να δικαιολογήσει τις απουσίες του από την εργασία του, περιοριζόμαστε να σημειώσουμε πως η Παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το όνομα της ιατρού, ούτε πότε έγινε η επίσκεψη στην οποία αναφέρθηκε ενώ προκαλεί όντως εντύπωση η θέση πως στην εν λόγω ιατρό ο Κατηγορούμενος παραπέμφθηκε από την εργασία του για να δικαιολογήσει την κατά τα άλλα αδικαιολόγητη απουσία του. Επομένως, οι υπό κρίση θέσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.
Αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό της Παραπονούμενης πως η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της δεν ήταν πολύ καλή και πως η ίδια φοβόταν να αντιδράσει ή να διαμαρτυρηθεί. Επικαλέστηκε προς τούτο πως σε διάφορες περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος την απειλούσε και της έλεγε πως δεν ξέρει ποιός είναι και τί μπορεί να κάμει και πως η ίδια γνώριζε ότι στην Αφρική κάνουν εγκλήματα, φόνους και βιασμούς. Παρόλα αυτά, όπως η ίδια δέχτηκε κατά την αντεξέταση, ουδέποτε έμαθε οτιδήποτε αρνητικό για τον Κατηγορούμενο, ούτε η ίδια διαπίστωσε οτιδήποτε σχετικό πέραν των όσων του απέδιδε για τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά βιασμού, ακόμα και μετά τον χωρισμό τους. Στο ίδιο πλαίσιο συνυπολογίζουμε πως τόσο στην κατάθεση της όσο και στην προφορική της μαρτυρία ανέφερε πως ουδέποτε δέχτηκε σωματική βία, αλλά μόνο ψυχολογική, χωρίς, βεβαίως, να μας διαφεύγει πως κατά τη μαρτυρία της έκανε αναφορά και σε χαστούκι που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια ερωτικής τους συνεύρεσης. Ερωτηματικά, επίσης, εγείρονται, υπό τις περιστάσεις των όσων η Παραπονούμενη περιέγραψε, αναφορικά με την οικειοθελή μετάβαση της Παραπονούμενης σε ερημικό σημείο μαζί με τον Κατηγορούμενο προκειμένου να κάνουν έρωτα την περίοδο κατά την οποία η ίδια ανέφερε πως τελούσε υπό καθεστώς φόβου απέναντι του κατά την οποία, μάλιστα, επιθυμούσε και η ίδια ερωτική επαφή μαζί του, αλλά μόνο για μια φορά, ενώ όταν ο Κατηγορούμενος ήθελε να το επαναλάβουν, η ίδια εξαναγκάστηκε να συναινέσει.
Αν και η Παραπονούμενη φοβόταν, ως ανέφερε, τον Κατηγορούμενο, εντούτοις ουδέποτε φώναξε για βοήθεια ούτε ανέφερε οτιδήποτε στη μητέρα της κατά τον επίδικο χρόνο, με την οποία συγκατοικούσε λέγοντας πως ντρεπόταν. Αργότερα, όμως, ως επίσης υποστήριξε της ανέφερε το τι είχε συμβεί.
Αν και η Παραπονούμενη, ως ισχυρίστηκε, φοβόταν και κατά καιρούς χώριζε τον Κατηγορούμενο, ως και πάλι ανέφερε, τον δεχόταν πίσω γιατί αυτός έκλαιγε και η ίδια τον λυπόταν.
Ο φόβος που, ως ισχυρίστηκε, ένιωθε για τον Κατηγορούμενο συνεχίστηκε και μετά που αυτός έφυγε από το σπίτι όπου διέμεναν και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Παρόλα αυτά, δέχτηκε πως από την ημέρα που χώρισαν ο Κατηγορούμενος δεν της έκανε το παραμικρό, ενώ η ίδια μετέβαινε στο διαμέρισμα του στο Ζακάκι και ο ίδιος την επισκεπτόταν στο σπίτι της για να δει το μωρό χωρίς να αναφερθεί σε συνοδεία από τρίτο πρόσωπο ή άλλα μέτρα προφύλαξης ή ότι το έπραττε κατόπιν εξαναγκασμού. Παρομοίως, η ίδια δέχθηκε ότι τύγχανε να επισκέπτεται τον Κατηγορούμενο στην εργασία του μαζί με το παιδί τους.
Το αίσθημα φόβου που η Παραπονούμενη ανέφερε ότι είχε έναντι του Κατηγορούμενου σαφώς και δεν αποτυπώνεται στις φωτογραφίες οι οποίες τέθηκαν στην ίδια κατά την αντεξέταση της. Στη φωτογραφία ημερ. 15/7/2022 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, η Παραπονούμενη φαίνεται να χαμογελά και να έχει το κεφάλι της τοποθετημένο στον ώμο του Κατηγορούμενου, ενώ στη φωτογραφία Τεκμήριο 11 να προσεγγίζει τον Κατηγορούμενο ώστε να τον φιλήσει την ημέρα της γέννησης του παιδιού τους. Αντίστοιχες εικόνες με την Παραπονούμενη να χαμογελά στην αγκαλιά του Κατηγορούμενου εμφαίνονται και στην δέσμη φωτογραφιών ημερ. 27/5/2022 (βλ. Τεκμήριο 12) και ημερ. 22/10/2021 (βλ. Τεκμήριο 13), ενώ χαμογελαστή εμφανίζεται και στις φωτογραφίες ημερ. 7/8/2023 και 7/12/2022 που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 15. Στο πλαίσιο εξέτασης των εν λόγω φωτογραφιών δεν μας διαφεύγει η αναφορά της Μ.Κ.7 πως η εμφάνιση ενός χαρούμενου προσώπου σε φωτογραφία δεν σημαίνει απαραίτητα πως το άτομο είναι ευτυχισμένο ή ότι αποτυπώνεται η πραγματική διάθεση του. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε πως τα όσα αποτυπώνονται στις φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 10 και 11 δεν συνάδουν με την περιγραφή που η Παραπονούμενη έδωσε στη σχέση τους τότε, ήτοι «έτσι και έτσι», και πως δεν τον ήθελε μαζί της στο μαιευτήριο λόγω των όσων της έκανε, ενώ κληθείσα να τοποθετηθεί σχετικά ανέφερε πως ενδεχομένως ο Κατηγορούμενος να της είπε κάτι αστείο, ακολούθως ότι της ζήτησε να βγάλουν φωτογραφία για να φαίνεται ευτυχισμένη και αργότερα πως ήταν χαρούμενη γιατί γέννησε την κόρη της. Εν ολίγοις, έχοντας κατά νου τα όσα η Μ.Κ.7 ανέφερε, η εικόνα της Παραπονούμενης στις φωτογραφίες κατά την εξέλιξη των περιστατικών δεν συνάδει με τα όσα ανέφερε και δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της.
Σε σχέση με το φόβο της Παραπονούμενης, σημειώνουμε πως στην πιο πάνω κρίση μας δεν μας διαφεύγει το αυτονόητο και νομολογιακά αναγνωρισμένο πως δεν αναμένεται από όλα τα άτομα που βιώνουν τραυματικές εμπειρίες να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος (βλ. μεταξύ άλλων Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766), όπως και οι ιδιαιτερότητες και αδυναμίες που και η Μ.Κ. 7 εντόπισε σε σχέση με την Παραπονούμενη. Την ίδια στιγμή, όμως, επισημαίνουμε πως από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας προέκυψε ότι οι όποιοι φόβοι της Παραπονούμενης δεν είχαν πραγματικό και αντικειμενικό υπόβαθρο, αλλά αντίθετα καταδεικνύουν την υπερβολή της.
Παρομοίως, όταν τέθηκαν στην Παραπονούμενη οι φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο 12, ισχυρίστηκε πως έβγαζαν τις φωτογραφίες γιατί ο Κατηγορούμενος «ήθελε να φαινόμαστε ότι ήμαστε εντάξει» καθώς και «για τα μάτια του κόσμου» ενώ την ίδια στιγμή δέχθηκε αφενός πως ο Κατηγορούμενος δεν υποδείκνυε τις φωτογραφίες οπουδήποτε και αφετέρου πως και η ίδια έβγαζε φωτογραφίες τον Κατηγορούμενο με την κόρη τους (βλ. Τεκμήριο 14). Η δε θέση της πως στο Τεκμήριο 14 το παιδί φαίνεται συγκρατημένο σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, ουδόλως επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες και κρίνουμε πως προβλήθηκε στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας της να ενισχύσει τους ισχυρισμούς της εναντίον του Κατηγορούμενου και σε σχέση με την, κατά την ίδια, κακή συμπεριφορά και τον χαρακτήρα του.
Στην προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο περί του ότι η ίδια ήταν δυστυχισμένη και τρομοκρατημένη, η Παραπονούμενη σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της επικαλείτο την ύπαρξη μηνυμάτων τα οποία της απέστελλε κατά καιρούς ο Κατηγορούμενος από τα οποία προκύπτει, κατά την ίδια, η συμπεριφορά του και επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί της.
Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η Παραπονούμενη υποστήριξε πως κατά καιρούς έλεγε στον Κατηγορούμενο πως επρόκειτο να τον καταγγείλει στην Αστυνομία και πως αυτός της έλεγε πως δεν θα την πίστευε κανείς αφού δεν είχε αποδείξεις. Τα εν λόγω μηνύματα ενδεχομένως να συνιστούσαν τις αποδείξεις αυτές και παρόλα αυτά η Παραπονούμενη δεν τα παρουσίασε στην Αστυνομία. Έτι περαιτέρω, αν και η μαρτυρία της διήρκησε δύο ολόκληρες μέρες, η Παραπονούμενη δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μηνύματα κατ’ ισχυρισμό έλαβε από τον Κατηγορούμενο ενώ προσκόμισε ως Τεκμήριο 9 μήνυμα που, ως ισχυρίστηκε, απέστειλε στον Κατηγορούμενο χωρίς, όμως, να περιλαμβάνεται σε αυτό και η τυχόν απάντηση του. Σε σχέση με το Τεκμήριο 9, σύμφωνα με την Παραπονούμενη, αυτό είχε αποσταλεί σε χρόνο μεταγενέστερο του οριστικού χωρισμού τους, ήτοι στις 2/2/2024, εκφράζοντας τα όσα κατά την ίδια βίωσε στη σχέση τους. Η αξιολόγηση των όσων εκεί αναφέρονται, λοιπόν, συναρτάται με την αξιολόγηση της ίδιας της Παραπονούμενης. Σημειώνουμε πως προσπάθεια έγινε να παρουσιαστούν τέτοια μηνύματα και κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου, αναφορά στα οποία θα γίνει στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας (βλ. Τεκμήρια προς αναγνώριση Α – Ε). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την απόδειξη αγοράς τηλεόρασης ημερ. 12/9/2022 στην οποία, επίσης, έκανε αναφορά χωρίς, ωστόσο, να την παρουσιάσει (βλ. Τεκμήριο Στ προς αναγνώριση).
Εύλογα ερωτηματικά εγείρονται και σε σχέση με τα όσα η μάρτυρας υποστήριξε ως προς την αποκάλυψη των όσων βίωνε με τον Κατηγορούμενο σε διάφορα πρόσωπα έχοντας υπόψη πως ουδείς εξ’ αυτών προέβηκε σε σχετική αναφορά στην Αστυνομία. Πρόκειται για τον γιατρό Μ., τις νοσοκόμες που της χορήγησαν παυσίπονο κατά την επίσκεψη της σε κλινική με πόνους λόγω της ερωτικής επαφής και λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας. Κρίσιμο είναι να λεχθεί πως σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στο ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 19/5/2025 (βλ. Τεκμήριο 5), κατά την επικοινωνία που είχε η Παραπονούμενη με λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας αυτή είχε αναφερθεί γενικά και αόριστα σε απειλές που δεχόταν από τον Κατηγορούμενο και όχι σε συνάρτηση με βιασμούς ή μη συναινετικές ερωτικές επαφές. Εάν όντως η Παραπονούμενη ανέφερε σε οποιοδήποτε πρόσωπο τα όσα κατ’ ισχυρισμό βίωνε με τον Κατηγορούμενο, αναμενόμενο θα ήταν κάποιος εξ’ αυτών να προέβαινε σε σχετική αναφορά στην Αστυνομία, κάτι το οποίο, σαφώς, δεν έχει γίνει ή έστω η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας να την ενημέρωνε για το τι μπορούσε να πράξει. Αντίθετα, η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι όταν είχε μεταβεί στην Αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό ημερ. 12/9/2022, δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να καταγραφεί η καταγγελία της.
Σε αυτό το πλαίσιο, εντύπωση προκαλεί το ότι αφορμή για την καταγγελία της παρούσας υπόθεσης αποτέλεσε το περιστατικό ημερ. 12/9/2022 σε σχέση με την κόρη τους, το οποίο αντικειμενικά είναι μικρότερης σοβαρότητας από τους κατ’ ισχυρισμό καθ’ εξιν και κατ’ εξακολούθηση βιασμούς που υφίστατο η ίδια.
Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε περαιτέρω πως κατά την εκτενή της μαρτυρία είτε παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο γεγονότα τα οποία φαίνεται να ανέφερε στην Μ.Κ.7 κατά τις μεταξύ τους συναντήσεις ή προέβαλε διαφορετικές θέσεις. Πιο συγκεκριμένα, στην Μ.Κ.7 ανέφερε πως υπήρξαν αρκετά περιστατικά κατά τα οποία ο Κατηγορούμενος άσκησε βία στο παιδί τους, ενώ τόσο στην κατάθεσή της όσο και στη μαρτυρία της έκανε λόγο μόνο για το περιστατικό ημερ. 12/9/2022. Παρομοίως, ενώ στην Μ.Κ. 7 η Παραπονούμενη ανέφερε πως επιθυμούσε την αποχώρηση του Κατηγορούμενου από τη Δημοκρατία και την μη ύπαρξη επικοινωνίας του με την κόρη τους, καταθέτοντας στο Δικαστήριο απέρριψε την υπό κρίση θέση, επιδιώκοντας, στην ουσία, να καταρρίψει τη θέση της Υπεράσπισης περί ύπαρξης αλλότριων κινήτρων ως προς την υποβολή της καταγγελίας στην Αστυνομία. Σε σχέση με τις σεξουαλικές επαφές που είχε με τον Κατηγορούμενο ανέφερε στην Μ.Κ.7 πως προχωρούσε σε αυτές προκειμένου να αποφύγει συγκρούσεις ή αρνητικές συνέπειες στη σχέση ενώ κατά τη μαρτυρία της επικεντρώθηκε κυρίως στο φόβο που ένιωθε και τις απειλές που δεχόταν από αυτόν. Πιο σημαντικό προβάλλει το ότι ανέφερε στην Μ.Κ.7 πως κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής επιδείκνυε πως της ήταν ευχάριστη ώστε να λήξει σύντομα, ενώ πουθενά στη μαρτυρία της δεν εντοπίζεται τέτοια αναφορά αν και επρόκειτο για ένα βασικό ισχυρισμό, ο οποίος, μάλιστα, έρχεται σε σύγκρουση με τον έτερο ισχυρισμό της πως κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης έσπρωχνε τον Κατηγορούμενο εκδηλώνοντας ξεκάθαρα την απέχθεια και την αηδία της. Περαιτέρω, στο πλαίσιο των συναντήσεων με την Μ.Κ.7 η Παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε σε περίπτωση που η ίδια είχε σεξουαλική επιθυμία για τον Κατηγορούμενο, ενώ στη μαρτυρία της αναφέρθηκε σε τέτοιες περιπτώσεις αν και, όπως είπε, ήταν λίγες.
Σε ό,τι αφορά στα όσα αποδίδει στον Κατηγορούμενο στις 12/9/2022, παρατηρούμε πως η Παραπονούμενη δεν έπεισε το Δικαστήριο ως προς τα λεχθέντα της. Εν πρώτοις επειδή αν και η ίδια περιέγραψε με έντονο τρόπο τα χτυπήματα που δέχτηκε το ανήλικο τέκνο τους από τον Κατηγορούμενο και ως ισχυρίστηκε είδε κοκκινίλες στο σώμα της, εντούτοις δεν επισκέφθηκε τον γιατρό, ούτε επικοινώνησε έστω τηλεφωνικώς μαζί του σε σχέση με τον τραυματισμό του παιδιού, κάτι το οποίο θα ήταν λογικό να πράξει, έχοντας υπόψη ότι επρόκειτο για βρέφος 2 μηνών. Το όλο περιστατικό θεωρήθηκε από την ίδια αρκετά σοβαρό ώστε να μεταβεί στην Αστυνομία για να υποβάλει παράπονο, χωρίς, ωστόσο, να δώσει κατάθεση, επικαλούμενη γενικά και αόριστα πως η ίδια δεν γνώριζε τη διαδικασία επειδή ήταν η πρώτη φορά και πως από την Αστυνομία της ανέφεραν «κάτι για Γραφείο Ευημερίας» και ακολούθως αποχώρησε.
Σε γενικότερο πλαίσιο κρίνουμε ως η Παραπονούμενη δεν έπεισε το Δικαστήριο με τη μαρτυρία της. Η εν γένει αξιολόγηση της Παραπονούμενης ως μάρτυρα με τάση επιλεκτικής αναφοράς γεγονότων παρά τις εκτενείς αναφορές της σε άσχετα ζητήματα, όπως άλλωστε επεσήμανε και η Μ.Κ. 7, υπερβολών στις τοποθετήσεις της και αντιφατικών δηλώσεων κρίνουμε ότι επηρεάζει ευρύτερα την αξιοπιστία της με τρόπο ώστε να μην είμαστε σε θέση να αποδεχθούμε τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της. Και τούτο χωρίς να μας διαφεύγουν οι θέσεις της Μ.Κ. 7 ότι το γνωστικό προφίλ της Παραπονούμενης εμπίπτει στο πλαίσιο της οριακής νοητικής λειτουργικότητας, ως επίσης ότι το νοητικό της προφίλ και οι γνωστικές της δυσκολίες εκτιμάται πως συνδέονται με τους περιορισμούς της να αξιολογεί την ένταση κινδύνου/συνεπειών και την οριοθέτηση.
Η πιο πάνω θεώρηση μας εξαλείφει και οποιαδήποτε αναγκαιότητα ενασχόλησης μας με το θέμα ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας, παρόλο που με βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν φαίνεται να υπάρχει.
Σε σχέση με την κατάθεση της μητέρας της Παραπονούμενης, η οποία τέθηκε ενώπιον μας και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, παρατηρούμε ότι αποτελεί εξ’ ακοής μαρτυρία. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής (παρατίθεται μέρος του Τεκμηρίου 4):
«Η κόρη μου κατά την περίοδο που έμενε εκεί μαζί μας ο Wilson η κόρη μου, μου έλεγε ότι είχε προβλήματα μαζί του. Προβλήματα μαζί του είχε και εγώ μαζί του γιατί είχε άσχημη συμπεριφορά απέναντι μου. Δεν μου συμπεριφερόταν καλά και η συμπεριφορά του ήταν άσχημη. Πολλές φορές του είπα να μιλά άσχημα της κόρης μου και να της μιλά πιο καλά. Το τελευταίο χρόνο πριν να φύγει από το σπίτι μας και συγκεκριμένα στις 26.11.22 μέρα των γενεθλίων της κόρης μου, μου είπε η ίδια ότι την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Εγώ του είπα πολλές φορές να φύγει από το σπίτι μου αλλά δεν έφευγε και μου έλεγε ότι θα φύγει από το σπίτι όταν θέλει ο ίδιος. Η κόρη μου, μου είπε πολλές φορές ότι δεν τον ήθελε και ήθελε να φύγει από το σπίτι μας. Επίσης η κόρη μου το διάστημα που ο Wilson έμενε μαζί μας μου είπε ότι ο Wilson την ανάγκαζε να κάνει σεξ μαζί του και ότι η ίδια δεν ήθελε. Αυτό γινόταν πολύ συχνά. Γινόταν επίσης και την περίοδο που ήταν έγκυος και μου το έλεγε ότι δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί του και ότι αυτός επέμενε. Να σου πω επίσης ότι η εγκυμοσύνη της κόρης μου ήταν πολύ δύσκολη, δεν ήταν πολύ καλά ψυχολογικά. Ο Wilson δεν καταλάβαινε την κατάσταση της και την ανάγκαζε να κάνει σεξ μαζί του. Επίσης μια ή δύο φορές που της θύμωνε και της έλεγε ότι ήταν άχρηστη εγώ επέμβηκα και τον σταμάτησα. Εγώ τότε είπα της κόρης μου να τον καταγγείλει στην Αστυνομία γιατί αυτό που κάνει δεν ήταν σωστό αλλά η κόρη μου ίσως σκεφτόταν και το μωρό της. Ίσως ένοιωθα και εγώ φόβο και δεν έβρισκα την δύναμη να τον καταγγείλω στην Αστυνομία».
Σχετικό επί του προκειμένου είναι το άρθρο 24(1) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 σύμφωνα με το οποίο η εξ’ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ’ ακοής. Νοείται, ωστόσο, πως σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ’ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Με βάση δε τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ’ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους προβλεπόμενους παράγοντες και το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας και την βαρύτητα την οποία θα προσδώσει.
Λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που καθορίζονται στο εδάφιο 2 του άρθρου 27 του Κεφ. 9, κρίνουμε πως δεν δικαιολογείται η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4. Σημειώνουμε, καταρχάς, ότι στο Τεκμήριο 4 περιέχεται εξ ακοής μαρτυρία ποικίλων βαθμών. Αφενός, τα όσα η μητέρα της Παραπονούμενης γνώριζε πρωτογενώς σε σχέση με την Παραπονούμενη και τα ανέφερε στην Αστυνομία, και, αφετέρου, τα όσα η μητέρα γνώριζε από την ίδια την Παραπονούμενη. Πέραν τούτου, ενόψει της σχέσης των δύο αυτών προσώπων και ειδικότερα του ότι πρόκειται για τη μητέρα της Παραπονούμενης, κρίνουμε ότι εύλογα μπορεί να υπάρχει κίνητρο παραποίησης των γεγονότων υπέρ της Παραπονούμενης. Πέραν τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Παραπονούμενη προέβη σε αντιφατικές αναφορές σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 4, ήτοι ότι ντρεπόταν να πει στη μητέρα της τα όσα γίνονταν κατά τον χρόνο που λάμβαναν χώρα, ότι της τα είπε μεταγενέστερα και ότι αν τα έλεγε στη μητέρα της «θα γινόταν χαμός», ισχυρισμός που δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 4 περί φόβου της μητέρας, θεωρούμε ότι η προσαγωγή της μαρτυρίας αυτής ως εξ ακοής δυσχεραίνει την ορθή αξιολόγηση της. Ως εκ τούτου, δεν θεωρούμε ότι θα ήταν ορθή η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μας ότι, ως αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, η μητέρα της Παραπονούμενης δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο λόγω του ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και μετανάστευσε στο εξωτερικό.
Προχωρούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου. Σημειώνουμε εξ’ αρχής πως μας άφησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σαφής όσον αφορά τα επίδικα ζητήματα και δεν κλονίστηκε παρά την εκτενή αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Κρίνεται δε σκόπιμο να λεχθεί πως σε αρκετά σημεία η μαρτυρία του συνάδει με τα όσα η Παραπονούμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο με την εξαίρεση, κυρίως, των επίδικων περιστατικών και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε σεξουαλική επαφή με την Παραπονούμενη.
Ειδικότερα, αποτέλεσε κοινό τόπο πως η σχέση του με την Παραπονούμενη ξεκίνησε όταν εργάζονταν μαζί σε εστιατόριο στον Μονιάτη, καθ’ ον χρόνο η Παραπονούμενη ήταν απόμακρη έναντι των υπολοίπων εργαζομένων, καθώς και ότι η σχέση τους ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2021. Αν και στην ανακριτική του κατάθεση (βλ. Τεκμήρια 7Α και 7Β) ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως είχε χωρίσει με την Παραπονούμενη κατά το έτος 2022, κατά την προφορική του μαρτυρία διευκρίνισε πως η εν λόγω αναφορά ήταν λανθασμένη, αποδίδοντάς την στη σύγχυση υπό την οποία τελούσε κατά τον χρόνο της ανάκρισης του. Προσέθεσε πως στο σπίτι της Παραπονούμενης μετακόμισε όταν η ίδια ήταν περίπου 6 μηνών έγκυος και αποχώρησε τον Ιούλιο του 2023, ενώ περαιτέρω υποστήριξε πως ο οριστικός χωρισμός τους επήλθε τον Οκτώβριο του 2023.
Το ότι χώρισαν τον Οκτώβρη του 2023 το δέχεται και η Παραπονούμενη, πλήν, όμως, εντοπίζεται διάσταση στις θέσεις της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου όσον αφορά τον μήνα της μετακόμισης και της αποχώρησης του από την οικία της, ζήτημα το οποίο δεν καθίσταται ουσιώδες έχοντας υπόψη αφενός ότι οι θέσεις της Παραπονούμενης αφορούν κατά βάση στην ίδια περίοδο, αφετέρου πως μέχρι τον οριστικό χωρισμό συνέχισαν να έχουν επαφή και επικοινωνία. Κοινό τόπο αποτελεί και το ότι ο Κατηγορούμενος μετακόμισε στο σπίτι της Παραπονούμενης κατόπιν παρότρυνσης της μητέρας της και πως μέχρι τότε, βρίσκονταν σχεδόν καθημερινά είτε στο δικό του σπίτι είτε στο δικό της.
Σε ό,τι αφορά στην εγκυμοσύνη της Παραπονούμενης, αποτελεί κοινό τόπο πως η Παραπονούμενη δεν επιθυμούσε τη χρήση προφυλακτικού κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής καθώς επίσης ότι η Παραπονούμενη ενημέρωσε κλαίγοντας τον Κατηγορούμενο για την εγκυμοσύνη της όταν ήταν ήδη τριών μηνών. Αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ τους για το κατά πόσον ο ίδιος θα εκσπερμάτωνε στον κόλπο της Παραπονούμενης, θέση επί της οποίας παρέμεινε σταθερός χωρίς αμφιταλαντεύσεις. Εν πάση περιπτώσει, η σεξουαλική επαφή της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο που οδηγήσε στην εγκυμοσύνη έλαβε χώρα περί τον Οκτώβριο του 2023, καθ’ ον χρόνο η Παραπονούμενη επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή με τον Κατηγορούμενο, εξ’ ου και οι κατηγορίες 1 εως 3 που αφορούσαν την περίοδο αυτή διακόπηκαν.
Κατά τη διάκρεια της αντεξέτασής του ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε επισταμένα αναφορικά με την γνησιότητα του διπλώματος (βλ. Τεκμήριο 18) και του πιστοποιητικού λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Τεκμήριο 19) τα οποία παρουσίασε. Αν και εντοπίζουμε κάποια ασάφεια στα λεγόμενα του Κατηγορούμενου αναφορικά με το Τεκμήριο 18, κρίνουμε πως δεν είναι τέτοια ώστε να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την άποψη που σχηματίσαμε για αυτόν, μιας και το ζήτημα δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 19, η υποβολή της κας Κόλιαρου πως ο Κατηγορούμενος έχει διερευνηθεί από τις αρχές της χώρας του στο παρελθόν για αδικήματα παρόμοιας φύσεως με αυτά που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση παρέμεινε μετέωρη εφόσον ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς υποστήριξη της. Ουσιώδες δε είναι πως η Παραπονούμενη ουδέν στοιχείο είχε που να δικαιολογεί το φόβο που ανέφερε πως ένιωθε για τον Κατηγορούμενο, πέραν των όσων ισχυρίστηκε πως ο ίδιος άφηνε να νοηθεί ως προς τον χαρακτήρα του.
Ερχόμενοι στο Τεκμήριο 21 που αποτελεί βεβαίωση των εργοδοτών του Κατηγορούμενου για την περίοδο 9.10.2021 – 6.6.2024 σημειώνουμε πως από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο αρχικά πως είναι πλαστό και αργότερα πως είναι κατασκευασμένο λόγω των σχέσεων που είχε με τους εργοδότες του. Το ποίες ήταν οι σχέσεις αυτές και γιατί ο εργοδότης θα κατασκεύαζε ένα πλαστό πιστοποιητικό για χάρη του Κατηγορούμενου παρέμειναν στοιχεία εντελώς άγνωστα καθιστώντας τη θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής επί του προκειμένου παντελώς αβάσιμη. Μελετώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21, παρατηρούμε πως σε αυτό αναφέρεται πως ο Κατηγορούμενος εργαζόταν κατά την πιο πάνω περίοδο σε πλήρη απασχόληση, με εξαήμερη εργασία, κάτι που, άλλωστε, προκύπτει και από τα Τεκμήρια 20 και 22. Σημειώνεται, επίσης, πως ο Κατηγορούμενος δεν απουσίαζε αδικαιολόγητα ούτε με άδεια ασθενείας, στοιχείο που επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο 22 και το ποσό που εισέπραττε ως μισθό κάθε μήνα, ενώ επίσης αναφέρεται πως δεν έπαιρνε όλη την άδεια ανάπαυσης, ως και ο ίδιος ισχυρίστηκε.
Εκτενής αντεξέταση έγινε και σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τούτο προκειμένου να καταδειχθεί πως απώτερος σκοπός του ήταν να αποκτήσει παιδί με την Παραπονούμενη ώστε να νομιμοποιήσει το καθεστώς παραμονής του στην Κύπρο. Δεν θεωρούμε ότι οι θέσεις που προβλήθηκαν σχετικά από την Κατηγορούσα Αρχή είναι βάσιμες.
Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται πως ο Κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί την κατηγορία υπ’ αρ. 26 που αφορά το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία κατά την περίοδο 14/12/2024-31/5/2025, ενώ αξίζει επίσης να λεχθεί πως ο ίδιος δέχθηκε με ειλικρίνεια πως κατά τον χρόνο της γνωριμίας του με την Παραπονούμενη ήταν αιτητής ασύλου και πως το καθεστώς του μπορούσε να αλλάξει εάν αποκτούσε παιδί με Κύπρια πολίτη. Προκύπτει, επομένως, ότι προτού καταστεί παράνομη η διαμονή του στη Δημοκρατία, είχε προηγηθεί κάποια περίοδος νόμιμης παραμονής του ενώ κατέστη παράνομος σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο του χωρισμού του με την Παραπονούμενη. Ουδόλως, δε, έχει καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε υποβάλει αίτηση στο Τμήμα Μετανάστευσης και, μετέπειτα, συναφή προσφυγή εν γνώση του ότι τα διαβήματα αυτά θα αποτύγχαναν, ενώ δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί του ότι κατά την επίδικη περίοδο είχε προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για νομιμοποίηση του καθεστώτος διαμονής του στη βάση του ότι απέκτησε παιδί με Κύπρια πολίτη. Πέραν τούτου, ως αναφέραμε και πιο πάνω, η σεξουαλική επαφή του με την Παραπονούμενη που οδήγησε στην εγκυμοσύνη της ήταν συναινετική και, επίσης, ουδόλως διαφαίνεται οποιοσδήποτε λόγος, εάν έτσι είχαν τα πράγματα, ο Κατηγορούμενος να συνέχιζε τις σεξουαλικές επαφές και τη διατήρηση σχέσης με την Παραπονούμενη για αρκετό καιρό μετά την εγκυμοσύνη της και έτι περαιτέρω την καταβολή διατροφής και την υποβολή αίτησης επικοινωνίας με την κόρη του.
Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Κατηγορούμενου, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο διάφορα μηνύματα τα οποία, ως η θέση της, ο ίδιος απέστειλε στην Παραπονούμενη και τα οποία επιβεβαιώνουν αρκετούς από τους ισχυρισμούς της. Τα μηνύματα αυτά δεν είχαν παρουσιαστεί από την Παραπονούμενη στο πλαίσιο της μαρτυρίας της αν και έκανε επανειλημμένως αναφορά σε αυτά. Ο Κατηγορούμενος δεν αναγνώρισε τα διάφορα έγγραφα που του υποδείχθηκαν σχετικά, με αποτέλεσμα αυτά να κατατεθούν ως Τεκμήρια Α-Ε προς αναγνώριση και το Δικαστήριο να μην μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο τους (βλ. σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2η έκδοση, σελίδες 396 και 397). Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό απόδειξη αγοράς ημερ. 12.9.2022 (βλ. Τεκμήριο Στ προς αναγνώριση)
Ο Κατηγορούμενος απέρριψε με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό πως η Παραπονούμενη φοβόταν και ότι την πίεζε με τα λόγια και τη συμπεριφορά του ώστε να έχουν σεξουαλική επαφή. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του περί συναινετικών σεξουαλικών επαφών, κάνοντας, μάλιστα, αναφορά στο πως η Παραπονούμενη τον προσέγγιζε ώστε να έχουν σεξουαλική επαφή. Ουδεμία αντίφαση ή αδυναμία εντοπίστηκε στη θέση του περί συναινετικών σεξουαλικών επαφών ενώ προσέθεσε πως ουδέποτε με τα λόγια ή τη συμπεριφορά της ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο του έδειξε πως δεν συναινούσε. Ερωτώμενος ως προς το πως ήταν 100% βέβαιος ότι η Παραπονούμενη συναινούσε, απάντησε ως εξής, θέση η οποία και μας ικανοποιεί (βλ. πρακτικό ημερ. 16/6/2026):
«Α: Θα μιλήσω με δύο τρόπους. Εγώ πηγαίνοντας σε αυτήν, εάν εγώ πήγαινα σε αυτήν για να κάνουμε έρωτα, θα την άγγιζα, θα ανταποκρινόταν και αυτή αγγίζοντας με, με φιλούσε, θα με έπιανε από τα οπίσθια μου, θα άρχιζε να με χουφτώνει και αυτό ισχύει και προς εμένα, θα την χούφτωνα και εγώ θα άγγιζα τα στήθη της και αυτό είναι αμοιβαίο όταν θα ερχόταν σε εμένα, θα με φιλούσε, θα με άγγιζε και θα εκάναμε αυτά που έπρεπε να κάνουμε».
Ήταν, επίσης, σαφής πως στις περιπτώσεις όπου η Παραπονούμενη του έλεγε πως δεν επιθυμούσε σεξουαλική επαφή, αυτός το σεβόταν και δεν προχωρούσε περαιτέρω.
Η δε θέση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος περί προτίμησης της Παραπονούμενης να συνευρίσκονταν ερωτικά στο αυτοκίνητο ή σε άλλα απόμερα μέρη συνάδει με την μετάβαση τους σε ερημική τοποθεσία ώστε εκεί να έχουν σεξουαλική επαφή, ως και οι δύο κατέθεσαν στο Δικαστήριο.
Σε ό,τι αφορά στις σχέσεις του με το ανήλικο παιδί του, αποδεχόμαστε την μαρτυρία του ως προς τις προσπάθειες που κατέβαλλε ώστε να έχει επικοινωνία μαζί της, θέση που συνάδει με τα όσα η Παραπονούμενη προέβαλε περί επισκέψεων τους στο σπίτι του στο Ζακάκι και επισκέψεων του Κατηγορούμενου στο δικό τους σπίτι για το σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης γονικής μέριμνας ώστε να διασφαλιστεί η επικοινωνία με το παιδί του, διαδικασία που πυροδότησε την υποβολή της παρούσας καταγγελίας από την Παραπονούμενη, ως και η ίδια δέχτηκε. Η δε προσπάθεια της Παραπονούμενης να παρουσιάσει τον Κατηγορούμενο ως πλήρως αδιάφορο και αποστασιοποιημένο με τα θέματα του παιδιού δεν ήταν επιτυχής. Ο Κατηγορούμενος υπήρξε ειλικρινής αναφορικά με την μη καταβολή διατροφής στην Παραπονούμενη για το ανήλικο παιδί τους για κάποιους μήνες και την προσπάθεια του να καλύψει τα οφειλόμενο ποσό, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από την Παραπονούμενη. Το δε γεγονός ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ποιος γιατρός διενήργησε τον τοκετό δεν ενισχύει τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής περί αδιαφορίας του μιας και, ως η Παραπονούμενη ανέφερε, ήταν η ίδια που δεν τον άφησε να εισέλθει στο μαιευτήριο μαζί της.
Σταθερός παρέμεινε και σε σχέση με τα όσα του αποδίδονται αναφορικά με το περιστατικό 12/9/2022, αρνούμενος κατηγορηματικά πως αυτό έλαβε χώρα.
Αποτιμώντας τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου στο σύνολό της, θεωρούμε ότι χαρακτηρίζεται από λογική, συνοχή και σταθερότητα ενώ σε σχέση με τα όσα η κα Κόλιαρου εγείρει περί μη αναγνώρισης των εγγράφων που του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση, ουδέν στοιχείο τέθηκε ενώπιον μας περί του ότι το έπραττε σκόπιμα και αναληθώς, ούτε και η έτερη θέση της περί αντιφατικών αναφορών του Κατηγορούμενου στην αίτηση που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο, Τεκμήριο 24, αναιρεί την αξιοπιστία του Κατηγορούμενου εφόσον η αίτηση είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα, την οποία δεν ομιλεί ο Κατηγορούμενος, ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του και δεν υπογράφεται από τον ίδιο.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου ως αληθή και ειλικρινή.
Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως πιο πάνω λεπτομερώς καταγράφεται, εξάγονται ευρήματα ανάλογα της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου και ειδικότερα και χωρίς περιορισμό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως οι ερωτικές επαφές του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη ήταν συναινετικές και πως ο Κατηγορούμενος ουδέποτε απείλησε ή πίεσε την Παραπονούμενη ώστε αυτή να συναινέσει υπό συνθήκες φόβου ή απειλής, ούτε αδιαφόρησε με οποιοδήποτε τρόπο αναφορικά με τη συναίνεση της Παραπονούμενης στις εν λόγω πράξεις.
Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου
Οι κατηγορίες υπ’ αρ. 4 – 21 αφορούν το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Πονικού Κώδικα που προνοεί τα εξής:
«144. Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεση του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου.».
Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει πως για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε παράνομη συνουσία είτε χωρίς τη συναίνεση του προσώπου, εδώ της Παραπονούμενης, είτε με τη συναίνεση της, η οποία, όμως, να δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου.
Όπως προκύπτει στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο αμφισβητούμενο στοιχείο που αφορά τις κατηγορίες υπ΄αρ. 4-21 είναι αυτό της συναίνεσης και ειδικότερα κατά πόσο αυτή δόθηκε υπό το κράτος φόβου ή απειλής.
Στην υπόθεση Brierley ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ.476 είχαν αναφερθεί τα εξής:
«Η παραπομπή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση R. v. Court [1988] 2 All E.R.221, ως προς το αδίκημα του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα είναι ορθή. Σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που έχουν αναπτυχθεί αναλύοντας το εν λόγω άρθρο, ο βιασμός συντελείται όταν υπάρχει παράνομη συνουσία, χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης, ή, με τη συναίνεση της εφόσον αυτή δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης. Πρέπει να αποδεικνύεται εισδοχή του πέους στον κόλπο, (όπως και εδώ), έστω και αν είναι ελάχιστου βαθμού. Ο βιασμός συντελείται έστω και εάν δεν τραυματίστηκε ο παρθενικός υμένας ή δεν υπήρξε εκσπερμάτωση, (Archbold: Criminal Pleadings Evidence and Practice, 40η έκδ., σελ. 1410, παρ. 2878 και Russell on Crime, 12η έκδ., σελ. 708-709).
Η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει, όπως και απέδειξε εδώ, ότι η σεξουαλική πράξη έλαβε χώραν στην απουσία συγκατάθεσης. Έστω και αν υπήρξε αρχική συγκατάθεση στις ερωτικές περιπτύξεις, το αδίκημα συντελείται εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση για συνουσία και χρησιμοποιείται γι' αυτή βία, απειλές ή άλλες παράμετροι που κάμπτουν την αντίδραση του θύματος, (R. v. Howard [1965] 3 All E.R.684, Archbold - πιο πάνω - σελ. 1411-2, παρ. 2881 και Russell - πιο πάνω - σελ. 709-710).»
Καθόλα κατατοπιστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bejandi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/2012, ημερ. 17.12.2014:
«Ο ορισμός του βιασμού εντοπίζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[2] . Στο βαθμό και την έκταση που μας αφορά το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: «Είχε συναινέσει η παραπονούμενη κατά το χρόνο της συνουσίας ή όχι; Και αν ναι, η συναίνεση της δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή όχι;» Δεν απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι είχε ασκηθεί βία ή υπήρχε φόβος για σωματική βλάβη, η απόδειξη της οποίας απαιτείται μόνο εφόσον υπήρχε «συναίνεση». Ούτε απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συναίνεσης της, όμως η κατηγορούσα αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συναίνεσης.
Για την έννοια της «συναίνεσης», θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Dunn, LJ στην υπόθεση R. ν. Olugboja [1981] EWCA Crim 2:
« Although "consent" is an equally common word it covers a wide range of states of mind in the context of intercourse between a man and a woman, ranging from actual desire on the one hand to reluctant acquiescence on the other. We do not think that the issue of consent should be left to a jury without some further direction. What this should be will depend on the circumstances of each case. The jury will have been reminded of the burden and standard of proof required to establish each ingredient, including lack of consent, of the offence. They should be directed that consent, or the absence of it, is to be given its ordinary meaning and if need be, by way of example, that there is a difference between consent and submission; every consent involves a submission, but it by no means follows that a mere submission involves consent, (per Coleridge J. in R. ν Day (1841) 9 C. & P. 722, at page 724). In the majority of cases, where the allegation is that the intercourse was had by force or the fear of force, such a direction coupled with specific references to and comments on the evidence relevant to the absence of real consent will clearly suffice. In the less common type of case where intercourse takes place after threats not involving violence or the fear of it, as in the examples given by Mrs. Trewella, to which we have referred earlier in this judgment, we think that an appropriate direction to a jury will have to be fuller. They should be directed to concentrate on the state of mind of the victim immediately before the act of sexual intercourse, having regard to all the relevant circumstances, and in particular the events leading up to the act, and her reaction to them showing their impact on her mind. Apparent acquiescence after penetration does not necessarily involve consent, which must have occurred before the act takes place. In addition to the general direction about consent which we have outlined, the jury will probably be helped in such cases by being reminded that in this context consent does comprehend the wide spectrum of states of mind to which we earlier referred, and that the dividing line in such circumstances between real consent on the one hand and mere submission on the other may not be easy to draw. Where it is to be drawn in a given case is for the jury to decide, applying their combined good sense, experience and knowledge of human nature and modern behaviour to all the relevant facts of that case.»
Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να συναινέσει κάποιο πρόσωπο και του να ενδώσει στη σεξουαλική επαφή. Το πρώτο περιλαμβάνει το δεύτερο. Όμως το να ενδώσει απλώς στη σεξουαλική επαφή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι συναινεί.»
Πέραν των ως άνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και την ύπαρξη ένοχης σκέψης από πλευράς του κατηγορουμένου, εάν δηλαδή η σεξουαλική πράξη η οποία διενεργείται στην απουσία πραγματικής συναίνεσης, διενεργείται από πλευράς κατηγορουμένου εν γνώση του ότι δεν υφίσταται πραγματική συναίνεση ή αδιαφορώντας για το ζήτημα (βλ. σχετικά Ν.Χ. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 503).
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2000, §20-33:
«It must be proved that at the time of the non-consensual intercourse, the defendant either knew that the victim was not consenting or that he was reckless as to whether she or he was consenting:
...........................
Sexual intercourse is a continuing act, which ends upon withdrawal. If therefore, a man becomes aware that the other person is not consenting after intercourse has commenced and he does not desist, he will be guilty of rape from the moment that he realizes that she or he is not consenting;»
Σχετική παραπομπή γίνεται και στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice 2000, στην παράγραφο F7.16.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.119(Ι)/2000, επί του οποίου, επίσης, εδράζονται οι κατηγορίες υπ’ αρ. 4-21, το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, δύναται να θεωρηθεί ότι έχει διαπραχθεί από σύζυγο εναντίον συζύγου, αν με βάση τα γεγονότα θα στοιχειοθετείτο σε περίπτωση που δράστης και θύμα δεν ήταν συζευγμένοι. Τέλος, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5(α) του Ν. 115(Ι)/2021, το αδίκημα του βιασμού λογίζεται ως αδíκημα εναντίον γυναίκας.
Προχωρώντας με τα υπόλοιπα επίδικα αδικήματα, σημειώνονται τα εξής:
Το αδίκημα της κοινής επίθεσης στηρίζεται στο άρθρο 242 του Κεφ.154 το οποίο προνοεί τα εξής:
«242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Σύμφωνα με τη νομολογία, επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 574 υποδείχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες «assault», που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και «battery», που είναι η φυσική επαφή.
Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δικαιολογεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού.
Σε σχέση με το αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια, το άρθρο 3(1) του Ν.119(1)/2000, προνοεί ότι:
«3.-(1) Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.»
Σύμφωνα με το εδάφιο (4) του εν λόγω άρθρου, άσκηση τέτοιας βίας αποτελεί αδίκημα, ενώ με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του ίδιου Νόμου, η έννοια του «μέλους της οικογένειας» περιλαμβάνει άνδρα και γυναίκα που συζούν ή συζούσαν ως ανδρόγυνο.
Σε σχέση, τώρα, με το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 6 του Ν. 115(Ι)/2021 που προνοεί τα εξής:
«6. Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές».
Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι, συνεπώς, τα εξής:
1. Οποιαδήποτε συμπεριφορά προσώπου εναντίον γυναίκας
2. Η οποία να εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές και
3. Η οποία πλήττει σοβαρά την ψυχολογική της ακεραιότητα ή της προκαλεί πραγματικό φόβο.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «γυναίκα» σημαίνει πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη εντάσσεται στην πιο πάνω έννοια του Νόμου και ότι είναι γυναίκα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου (βλ. άρθρο 2), «εξαναγκασμός» σημαίνει (α) την κάμψη της ελεύθερης βούλησης προσώπου με τη χρήση βίας ή απειλών ή κατά κατάχρηση ή εκμετάλλευση σχέσης εμπιστοσύνης ή εξουσίας ή επιρροής ή/και ευάλωτης θέσης ή με τη χρήση άλλων μέσων απαγορευμένων διά Νόμου, με σκοπό την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βλάβης ή πόνου ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας του στον δημόσιο ή ιδιωτικό βίο ή τη σύναψη αναγκαστικού γάμου.
Εξετάζοντας κατά πόσο η Kατηγορούσα Aρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαραίτητο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. μεταξύ άλλων Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. 40, Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71), κρίνουμε πως η απόρριψη της μαρτυρίας της Παραπονούμενης η οποία ήταν και η μοναδική μάρτυρας αναφορικά με τα καταγγελλόμενα περιστατικά και η αποδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου από την οποία δεν προκύπτει οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο για τον ίδιο, ούτε στοιχεία που υποδηλώνουν παραδοχή του έστω σε κάποια από τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες, αναπόδραστα οδηγούν σε συμπέρασμα αποτυχίας της Κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό.
Επιπροσθέτως των όσων σημειώνονται πιο πάνω και σε σχέση με την κατηγορία αρ. 24 ειδικά, παρατηρούμε πως δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία περί πρόκλησης ψυχικής βλάβης, ενώ σύμφωνα με την Μ.Κ. 7 δεν είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη ψυχικής διαταραχής στην Παραπονούμενη.
Σε ό,τι τέλος αφορά στις θέσεις της Υπεράσπισης περί παραλείψεων της Αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, περιοριζόμαστε να σημειώσουμε πως από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας ως προς το ζήτημα αυτό και η οποία δεν αμφισβητήθηκε δεν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μας, το όλο ζήτημα καθίσταται ακαδημαϊκής σημασίας.
Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες υπ. αρ. 4-25.
(Υπ.) .................................................
Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ..............................................
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.) .................................................
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο