Δημοκρατία ν. Πανίκος Χρυσοστόμου, Αρ. Υπόθεσης: 11057/25, 29/7/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Πανίκος Χρυσοστόμου, Αρ. Υπόθεσης: 11057/25, 29/7/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.

Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.

Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 11057/25

 

Δημοκρατία

 

ν.

 

  Πανίκος Χρυσοστόμου

 

Κατηγορούμενος

- - - - - - - - - - - - - -

 

Ημερομηνία: 29.7.2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Φωτιάδου

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Σάββα

Κατηγορούμενος παρών

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 46 ετών περίπου, κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή στην 4η κατηγορία που αφορά σε παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως A, με σκοπό την προμήθεια  σε άλλο πρόσωπο.

 

Ειδικότερα, παραδέχτηκε ότι την 12.8.2025 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, ήτοι 7 κιλά και 993,92 γραμμάρια κοκαΐνης, με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο.    

 

Οι λοιπές κατηγορίες (κατηγορίες 1, 2,  3,  5 και 6), έχουν διακοπεί από την Κατηγορούσα Αρχή. 

 

Τα γεγονότα ως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«1. Την 12.8.2025 λήφθηκε πληροφορία από την Υ.ΚΑ.Ν ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με την διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών τα οποία φυλάττει σε όχημα μακριά από την οικία του. Ως εκ τούτου μέλη της Υ.ΚΑ.Ν έθεσαν υπό παρακολούθηση την οικία του κατηγορουμένου επί της οδού Αριστοφάνη 2Γ στο Κολόσσι.

 

2. Περί ώρα 12:00 της ίδιας ημέρας ο Αστ. 3489 Α.Αριστείδου είδε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] με οδηγό τον κατηγορούμενο να σταθμεύει έξω από την οικία του. Μετά την πάροδο τριών περίπου λεπτών το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] αναχώρησε από την οικία με οδηγό τον κατηγορούμενο και σταμάτησε έξω από συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων. Ο κατηγορούμενος εξήλθε από το όχημα του και προσέγγισε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το συνεργείο και του οποίου εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο αδερφός του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος άνοιξε το χώρο αποσκευών του οχήματος, έσκυψε σε αυτόν και στη συνέχεια τον έκλεισε.

 

3. Περί ώρα 12:30 ο κατηγορούμενος αναχώρησε από το σημείο με το όχημα του ([ ]) και πήγε στην οικία του.

 

4. Περί ώρα 13:05 ο κατηγορούμενος και  πάλι αναχώρησε από την οικία του και περί ώρα 13:10 στάθμευσε έξω από το συνεργείο αυτοκινήτων που βρισκόταν προηγουμένως. Ακολούθως εξήλθε του οχήματος και προσέγγισε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ]. Ο κατηγορούμενος άνοιξε τον χώρο αποσκευών του οχήματος και πήρε από μέσα ένα νάιλον μαύρο σακούλι, έκλεισε το χώρο αποσκευών και εισήλθε στο όχημα του με αρ. εγγραφής [ ].

 

5. Περί ώρα 13:11 ο Αστ. 3670 Χρ. Χρυσάνθου που βρισκόταν στο σημείο ως παρατηρητής μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής [ ]. Υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα στον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε για τις υποψίες ότι η εν λόγω σακούλα περιείχε πιθανόν ναρκωτικά, του την υπέδειξε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε ‘Εν ηξέρω τίποτε’.

 

6. Ο Αστ. 3670 άνοιξε τη μαύρη νάιλον σακούλα μέσα στην οποία υπήρχε ένα διαφανή πλαστικό δοχείο μαζί με το πώμα του καθώς επίσης και αριθμός νάιλον διαφανή συσκευασιών εντός των οποίων υπήρχε άλλη διαφανή νάιλον συσκευασία με άσπρη συμπαγή ουσία ομοιάζουσα με κοκαΐνη. Ο Αστ. 3670 υπέδειξε τα πιο πάνω στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι πιθανό να είναι κοκαΐνη, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε ‘εν ηξέρω τι ένι’. Ακολούθως ο Αστ. 3670  δημιούργησε τομή στη μία εκ των διαφανών νάιλον συσκευασιών και διενήργησε προκαταρτικό έλεγχο με θετική ένδειξη στην κοκαΐνη. Αφού υπέδειξε το αποτέλεσμα στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι πρόκειται για κοκαΐνη της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή  του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «Εν έχω να πω τίποτε». Ακολούθως συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α.

 

7. Περί ώρα 14:15 ο Αστ.3437 Α. Αριστοτέλους υπέδειξε το όχημα με αρ. εγγραφής ΡΝΧ754 στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι κατά την παρακολούθηση την ίδια μέρα θεάθηκε να ανοίγει τον χώρο αποσκευών του και να παίρνει από μέσα τη μαύρη νάιλον σακούλα εντός της οποίας ανευρέθηκαν συσκευασίες με κοκαΐνη, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε ‘Εν ηξέρω τι έσσιει μέσα.’

 

8. Ακολούθησε έρευνα στο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] όπου εντοπίστηκαν στο χώρο αποσκευών του οχήματος:

 

Μία βαλίτσα πλάτης χρώματος μπλε μέσα στη μεσαία θήκη της οποίας εντοπίστηκε: μια συσκευασία περιτυλιγμένη με κολλητική ταινία, πάνω στην οποία υπήρχε επικολλημένο ένα αυτοκόλλητο με την επιγραφή CAR εντός της οποίας υπήρχε άσπρη συμπαγής ουσία, μια μπαταρία ηλεκτρονικού τρυπανιού και ένα πλαστικό δοχείο εντός του οποίου υπήρχε κρέμα. Μέσα στη τρίτη θήκη της βαλίτσας εντοπίστηκαν  5 συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία πάνω στις οποίες υπήρχε επικολλημένο ένα αυτοκόλλητο με την επιγραφή CAR  εντός των οποίων υπήρχε άσπρη συμπαγής ουσία και μια κλειστή νάιλον συσκευασία μέσα στην οποία υπήρχε μια συσκευασία περιτυλιγμένη με κολλητική ταινία πάνω στην οποία υπήρχαν γραμμένα με κόκκινη μπογιά οι αριθμοί 11:11 εντός της οποίας υπήρχε άσπρη συμπαγής ουσία.

 

9. Τα πιο πάνω τεκμήρια υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο και πληροφορήθηκε ότι η συμπαγή ουσία πιθανόν να ήταν κοκαΐνη της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και αυτός απάντησε ‘Θέλω να μιλήσω με τον δικηγόρο μου’.

 

10. Η ώρα 18:55 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Αστ. 3437 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, ο τελευταίος απάντησε ‘Στο παρόν στάδιο δεν έχω να πω τίποτε’.

 

11. Μεταξύ των ωρών 19:50-20:05 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του όπου ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε στο παρών στάδιο να προβεί σε κατάθεση ζητώντας χρόνο να συμβουλευθεί το δικηγόρο του.

 

12. Την 14.8.2025 και μεταξύ των ωρών 18:20-22:40 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, λήφθηκε 2η ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του στην οποία ανέφερε ότι πρόσωπο που δεν επιθυμούσε να κατονομάσει του τηλεφώνησε την 11/8/2025 προκειμένου να παραλάβει την ανευρεθείσα ποσότητα ναρκωτικών και να την θέσει υπό την φύλαξη του. Ο ίδιος παρέλαβε την ανευρεθείσα ποσότητα ναρκωτικών και την τοποθέτησε στο όχημα του αδελφού του.

 

13. Την 3.4.2026 και μεταξύ των ωρών 11:00-12:45 μετά από επιθυμία του κατηγορούμενου λήφθηκε νέα κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία κατονόμασε το πρόσωπο το οποίο του έδωσε οδηγίες προκειμένου να παραλάβει και να φυλάξει τις ναρκωτικές ουσίες.

 

14. Από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους στα προαναφερθέντα τεκμήρια, διαπιστώθηκε ότι η άσπρη συμπαγής ουσία που εντοπίστηκε ήταν κοκαΐνη συνολικού βάρους 7 κιλών και 996,93 γραμμαρίων. Ο Κατηγορούμενος  είχε στην κατοχή του την εν λόγω ποσότητα κοκαΐνης με σκοπό να την προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο.»

 

Λέχθηκε επίσης από την Κατηγορούσα Αρχή και συμφώνησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, ότι αυτός βαρύνεται με μια προηγουμένη καταδίκη στην Ποινική Υπόθεση 5147/99 Ε.Δ. Λεμεσού. Πρόκειται για καταδίκη ημερομηνίας 14/9/1999, η οποία, όπως προκύπτει από την Ένδειξη Β, που είναι το Ποινικό Μητρώο του Κατηγορούμενου, αφορά στο αδίκημα της ένοπλης ληστείας και της μεταφοράς κυνηγετικού όπλου χωρίς άδεια κατοχής. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση, επέβαλε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 ετών στην κατηγορία της ένοπλης ληστείας, ενώ δεν επέβαλε ποινή στην δεύτερη κατηγορία.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του, γραπτή και προφορική, ορθά αναφέρθηκε στη σοβαρότητα του  αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, αφού για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου. Ο κ. Σάββα, αφού αναφέρθηκε στη σημασία της παραδοχής του Κατηγορούμενου και της έμπρακτης συνεργασίας του με την αστυνομία, στις προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέπραξε τo αδίκημα, στον ρόλο του στη διάπραξη του αδικήματος και εξέθεσε όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που, σύμφωνα με την εισήγηση του, θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο μετέφερε, τέλος, προς το Δικαστήριο την απολογία και την μεταμέλεια του Κατηγορούμενου και ζήτησε την επιείκεια του.      

 

Ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, κρίνουμε σκόπιμο να μεταφέρουμε αυτούσια τα όσα ανέφερε στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του:

«Από τα ίδια τα γεγονότα της κατηγορούσας Αρχής προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος φύλαττε τις εν λόγω ποσότητες ναρκωτικών για λογαριασμό άλλου προσώπου.

 

Σχετική είναι η προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην υπόθεση  Δημοκρατία ν. Χρίστου Μέτου κ.ά (14500/13), όπου αναγνωρίστηκε η συμμετοχή του κάθε κατηγορούμενου έχει σημασίας τόσο ως προς είδος όσο και ως προς το ύψος της ποινής. Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας  στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Χρίστου Μέτου κ.ά αναγνώρισε το κακουργιοδικείο τον μειωμένο ρόλο κατηγορούμενου και ανάφερε συγκεκριμένα ότι:  

 

Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα και των ενεργειών του τρίτου Κατηγορούμενου, ο οποίος αναμφίβολα είχε αντιληφθεί ότι εμπλεκόταν σε μία παράνομη ενέργεια, εν τούτοις ο ρόλος αυτού είναι πιο περιορισμένος από τους άλλους δύο Κατηγορούμενους. Άλλωστε αυτό αντανακλάται και στην κατηγορία που ο τρίτος Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, σε αντίθεση με τους άλλους δύο Κατηγορούμενους οι οποίοι παραδέχθηκαν όλες τις κατηγορίες που επιφέρουν πολύ σοβαρότερες ποινές.

 

Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η συμμετοχή του κάθε Κατηγορούμενου ενέχει τη σημασία της κατά την επιβολή ποινής, όσον αφορά το είδος και το ύψος της, και έτσι θεωρούμε ότι οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με την ίδια σειρά όσον αφορά τη σοβαρότητα της ποινής που θα τους επιβληθεί. Ειδικότερα, ο πρώτος Κατηγορούμενος θα πρέπει να τύχει αυστηρότερης μεταχείρισης από τους άλλους δύο, λόγω ακριβώς του πρωταρχικού του ρόλου, ο δεύτερος Κατηγορούμενος θα αντιμετωπιστεί με πιο μικρή ποινή από τον πρώτο, ενώ ο τρίτος Κατηγορούμενος δικαιούται να τύχει της πιο μικρής ποινής λόγω του περιορισμένου ρόλου του στην όλη υπόθεση.’

 

Με κάθε σεβασμό υποβάλλω ότι η πιο πάνω προσέγγιση βρίσκει πλήρη εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι το πρόσωπο που θα διέθετε τα ναρκωτικά στη αγορά ούτε το πρόσωπο που θα αποκόμιζε το οικονομικό όφελος από την περαιτέρω διακίνηση τους.

 

Δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο της υπόθεσης ότι ο Κατηγορούμενος θα ήταν τελικός αποδέκτης των κερδών που θα προέκυπταν από την εμπορική εκμετάλλευση της συγκεκριμένη ποσότητας κοκαΐνης.

 

Αντίθετα από το σύνολο των περιστάσεων προκύπτει ότι ο ρόλος του ήταν καθαρά εκτελεστικός, χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή στον σχεδιασμό, στη χρηματοδότηση, στην οργάνωση ή στην εμπορία  εκμετάλλευση της συγκεκριμένης ποσότητας.»

 

 

Αρχικά λαμβάνουμε υπόψη μας την παραδοχή του Κατηγορούμενου την οποία εκλαμβάνουμε ως άμεση. Ο Κατηγορούμενος μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου και προέβη σε παραδοχή στην συγκεκριμένη κατηγορία (4η κατηγορία) ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες μετά την παραδοχή του έχουν ανασταλεί. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου  συνοδεύτηκε από έκφραση μεταμέλειας, η οποία, μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους (2010) 2 Α.Α.Δ. 288, 296 και Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 458, 463).  Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή, η οποία επαναλήφθηκε πολύ πρόσφατα στην Κεσίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 4/2025, απόφαση ημερ. 8.10.2025, ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου». Στη Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 127/19, απόφαση ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B88 λέχθηκε ότι, «η παραδοχή ενός κατηγορούμενου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως στοιχείο μεταμέλειας…». 

 

Αναφέρουμε από τώρα πως χωρίς την παραδοχή του Κατηγορούμενου, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν στενά.  Από την άλλη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι ο Κατηγορούμενος καταλήφθηκε από την αστυνομία ουσιαστικά να έχει στην κατοχή του την πιο πάνω ποσότητα ναρκωτικών, την οποία προσπάθησε να απαλλαγεί με το να πετάξει την σακούλα εντός της οποίας ήταν τοποθετημένη, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να διαφύγει του ελέγχου και της σύλληψης του από την Αστυνομία  (Inloo ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441).

 

Σημαντικός μετριαστικός παράγοντας που προσμετρά προς όφελος του Κατηγορούμενου, τον οποίο και λαμβάνουμε υπόψη, αποτελεί η ουσιαστική  συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία κατέληξε και σε ουσιαστικό μέχρι στιγμής αποτέλεσμα. 

 

Ο Κατηγορούμενος μετά την σύλληψη του, συνεργάστηκε με την Αστυνομία και παραδέχθηκε ότι κατείχε τα ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο  πρόσωπο, αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης και έδωσε σημαντικές λεπτομέρειες της δικής του εμπλοκής και του ρόλου του.    

 

Μεταγενέστερα δε, μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, στις 3.4.2026, έδωσε,  μετά από επιθυμία του, νέα κατάθεση στην οποία  κατονόμασε το πρόσωπο από το οποίο έλαβε οδηγίες για την παραλαβή και την φύλαξη των ναρκωτικών.  Η κατάθεση και η συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί το πιο πάνω πρόσωπο ενώπιον της δικαιοσύνης με την καταχώρηση υπόθεσης εναντίον του ενώπιον Κακουργιοδικείου. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε  επίσης ότι είναι πρόθυμος και έτοιμος να δώσει μαρτυρία εναντίον του πιο πάνω προσώπου, ως μάρτυρας κατηγορίας. Με αυτά τα δεδομένα η συνεργασία του κρίνεται ότι ήταν ουσιαστική. Μέσα από αυτή τη συνεργασία του συνάγεται και η έμπρακτη μεταμέλεια του για ό,τι έπραξε, έχοντας λάβει υπόψη μας και τον κίνδυνο που έχει  εκθέσει τον εαυτό του ο Κατηγορούμενος με αυτή του την ενέργεια.     

 

Όπως αναφέρθηκε στη Mbakoup ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 119: «Η έμπρακτη συνεργασία με την Αστυνομία θεωρείται άλλωστε πάντοτε από τη νομολογία ως μετριαστικός παράγων και αυτό πρέπει να είναι στη γνώση των κατηγορουμένων προσώπων». Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η υπόθεση  Λευκαρίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 135/14 (σχ. με 138/14), απόφαση ημερ. 22.11.2016, όπου το Εφετείο σημείωσε πως η ουσιαστική βοήθεια του Εφεσείοντα 2 προς τις ανακριτικές αρχές και η συνεργασία του με αυτές, έπρεπε να είχε και την ανάλογη μείωση στο ύψος της ποινής φυλάκισης. 

 

Συνεπώς, λαμβάνουμε υπόψη μας την πιο πάνω στάση του Κατηγορούμενου, η οποία φανερώνει  ειλικρινή πρόθεση εκ μέρους του για συνεργασία με την Αστυνομία, αλλά δεικνύει και την μεταμέλεια του για την αξιόποινη συμπεριφορά του, καθότι είναι έτοιμος όχι μόνο να δεχθεί την τιμωρία του για ό,τι έπραξε αλλά και να συνδράμει αποτελεσματικά και καταλυτικά στην τιμωρία άλλου προσώπου που έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διακίνηση της μεγάλης αυτής ποσότητας σκληρής ναρκωτικής ουσίας, κοκαΐνης βάρους σχεδόν 8 κιλών. Ο Κατηγορούμενος, όπως μας μεταφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του, «δέχτηκε επανειλημμένες απειλές κατά της ζωής του και της σωματικής του ακεραιότητας, οι οποίες συνδέονται με τη συνεργασία του με τις Διωκτικές Αρχές και την ιδιότητα του ως βασικού μάρτυρα στην υπόθεση που έχει πλέον καταχωρισθεί.» 

 

Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου από τη σύλληψη του μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης και της στάσης που τηρεί ως υπόδικος, λαμβάνεται επίσης υπόψη ως ενδεικτικό στοιχείο της μεταμελείας του. Όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος του ανάφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ο Κατηγορούμενος, επιδεικνύει άψογη διαγωγή και συμπεριφορά ως υπόδικος και εργάζεται στην καντίνα των φυλακών (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ελευθερίου, Ποιν. Έφ. 263/2023, απόφαση ημερ. 20.5.2026).  

 

Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε κατά τρόπο απερίσκεπτο αφού συμφώνησε να συμμετάσχει για λογαριασμό άλλου προσώπου στη φύλαξη, στη διακίνηση και στην παράδοση των ναρκωτικών, εμπλέκοντας με αυτό τον τρόπο τον εαυτό του στο όλο σχέδιο και χωρίς να προκύπτει ότι ενήργησε για κάποιο οικονομικό ή άλλο όφελος, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι με αυτή του την ενέργεια θα διοχετευόταν στην αγορά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και ότι είναι μετά από την έγκαιρη παρέμβαση της Αστυνομίας που έχει αποφευχθεί η διοχέτευσή τους (Μemic v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) Α.Α.Δ. 276). Για το θέμα αυτό παραπέμπουμε στην Ghοli v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 30, 33, όπου αναφέρθηκαν εξής:  

 

«Τα δικαστήρια της Κύπρου, όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών.  Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου.  Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμα τους.  Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της.  Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας: βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996.  Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών.  Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.»

 

Ούτε αγνοούμε ότι «η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεσή τους δεν διαφέρει.  Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο. Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος» (Salaryand ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η απόφαση στην Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 144/16 κ.ά., απόφαση ημερ. 21.2.17, όπου επαναλήφθηκε ότι οι μεταφορείς των ναρκωτικών αποτελούν ένα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα διακίνησης και διασποράς τους στη χώρα μας. Στην Αναστασιάδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 242/18, απόφαση  ημερ. 31.5.19, λέχθηκε πως «ούτε μπορεί να παραγνωριστεί ο ρόλος του εφεσείοντα ως μεταφορέα στην ουσία των ναρκωτικών ουσιών, από την άποψη ότι δέχθηκε να διακινήσει τον Σ. ο οποίος εν γνώσει του μετέφερε ναρκωτικά που είχε στην κατοχή του». Τέλος, θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε και στη Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 400, 406, όπου, χρόνια πριν, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Άσχετα με τη διάρκεια της κατοχής των ναρκωτικών από τον εφεσείοντα κυρίαρχο στοιχείο της εγκληματικής του συμπεριφοράς ήταν η διευκόλυνση του κατηγορούμενου 1 στο να αποφύγει της συνέπειες της εγκληματικής δράσης του.  Αυτό αποτελεί ένα άκρως επιβαρυντικό παράγοντα.» 

 

Ακόμη πιο πρόσφατα, η ανάγκη για επιβολή αυστηρής τιμωρίας στους συνεργούς των εμπόρων ναρκωτικών, στους οποίους συγκαταλέγονται οι διακινητές, επαναλήφθηκε στη Γεωργίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.15/24, απόφαση ημερ. 20.5.25:

 

«Ο Εφεσείων δεν ήταν άβουλο όργανο στα χέρια των εντολέων του αλλά αποδέχτηκε εκουσίως να ενεργήσει ως διακινητής των ναρκωτικών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος (βλ. R v. Boakye a.o. [2012] EWCA Crim 833, Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 144/2016 κ.ά., ημερ. 21.2.2017). Στην Xhaferi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/2021, ημερ. 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στις ακόλουθες επισημάνσεις σε σχέση με την ποινολογική μεταχείριση των διακινητών ναρκωτικών:

 

‘Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του.’

 

 

Ακόμη και στις υποθέσεις όπου τα κίνητρα εμπλοκής ενός προσώπου σε αυτού του είδους υποθέσεις σχετίζονται με τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, αυτά, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν συνιστούν δικαιολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λ.Κ. Κυριάκου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 154: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.»

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις οικογενειακές – προσωπικές του περιστάσεις, υιοθετώντας το περιεχόμενο έκθεσης του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε για τους σκοπούς της νομικής αρωγής και αναφέρθηκε και στα προβλήματα υγείας που αυτός αντιμετωπίζει.

 

Σημειώνουμε αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες ότι αυτός είναι παντρεμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 15 ετών που είναι μαθήτρια. Επίσης και το γεγονός ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, αφού παλιότερα είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο, παρουσιάζει χοληστερόλη και αρτηριακή πίεση και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

 

Στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής, θα λάβουμε υπόψη μας τα πιο πάνω και ό,τι αφορά στις προσωπικές και άλλες συνθήκες του Κατηγορούμενου, αφού όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί, δεν πρέπει να δίδεται η εντύπωση κατά την επιβολή ποινής ότι οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων δεν λαμβάνονται υπόψη, παρά το ότι μνημονεύονται. Για το θέμα αυτό παραπέμπουμε στη Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 221, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Ο συνήγορος τόνισε ενώπιον του Εφετείου τη θέση του ότι το Κακουργιοδικείο παρά την αναφορά στις προσωπικές και άλλες συνθήκες του εφεσείοντος στην ουσία τις εξουδετέρωσε εφόσον ανέφερε ότι η σημασία των προσωπικών συνθηκών ήταν μειωμένη.  Κρίνεται ότι η επιβληθείσα ποινή της 12ετούς φυλάκισης ήταν απόλυτα ισορροπημένη μετά από σφαιρική αντίληψη και εικόνα και των αδικημάτων και των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντος, έχοντας υπόψη πάντοτε και το μέγεθος των ναρκωτικών που βρέθηκαν, ήτοι, 11 κιλά και 538,61 γρ. ποινή δωδεκαετούς φυλάκισης επιβλήθηκε από το Εφετείο για λιγότερη ποσότητα ξηρής φυτικής κάνναβης στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, μειώνοντας ποινή δεκατεσσάρων χρόνων μετά από παραδοχή με μια προηγούμενη καταδίκη.  Η ίδια ποινή επιβλήθηκε και στη Μαυρικίου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 359, για λιγότερη ποσότητα της ίδιας ναρκωτικής ουσίας σε έγγαμο άτομο, πατέρα ανήλικου και με λευκό ποινικό μητρώο.

 

Το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε και ορθά, να αναφερθεί και στα λεχθέντα στην Victor Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211, (μείωση ποινής στα 11 και 13 χρόνια για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 23,805 κιλών κάνναβης) όπου αναφέρθηκε ότι δεν θα πρέπει να δίνεται η εντύπωση κατά την επιβολή της ποινής ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν λαμβάνονται ουσιαστικά καθόλου υπόψη, παρά το ότι μνημονεύονται.  Αποτελεί βέβαια πάντοτε ζήτημα βαθμού το πώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετωπίζει και εξισορροπεί τους διάφορους παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής.  Αναμφίβολα κάθε κατηγορούμενος δικαιούται σε εξατομίκευση της ποινής του, η οποία μπορεί να είναι μικρής ή μεγάλης έκτασης ανάλογα με το είδος του αδικήματος και τα γεγονότα που το περιβάλλουν.  Όπως λέχθηκε ήδη το Κακουργιοδικείο έχοντας σφαιρική άποψη για την όλη υπόθεση, επέβαλε το ορθό μέτρο ποινής υπό τις περιστάσεις.»

 

 

Όσον αφορά στη προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου, είναι γνωστό ότι ουδείς τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί.  Σύμφωνα με την νομολογία,  η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του Κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17).  Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγοντας περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787, Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 565). Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, τα προηγούμενα αδικήματα που ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει, περιόρισαν τα περιθώρια επιείκειας με αποτέλεσμα το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει την έφεσή του.  Για τη σημασία και τη βαρύτητα των προηγούμενων καταδίκων, και η οποία, επαναλαμβάνουμε, έχει να κάνει με την επιείκεια, παραπέμπουμε, επίσης, στην πολύ πρόσφατη Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/23, απόφαση ημερ. 28.1.2026. 

 

Στην προκειμένη περίπτωση η προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου απέχει κατά πολύ χρονικά αφού πρόκειται για καταδίκη του 1999 όταν αυτός ήταν ηλικίας 19 ετών. Ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης 27 έτη αργότερα, διένυσε δηλαδή μια μεγάλη περίοδο της ζωής του χωρίς να απασχολήσει την δικαιοσύνη. Με αυτό το σκεπτικό αντιμετωπίζουμε την προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου, η ύπαρξη της οποίας βρίσκουμε ότι δεν εξαντλεί ούτε αναιρεί τα περιθώρια επιείκειας που μπορούμε να επιδείξουμε στο πρόσωπο του.

 

Το αδίκημα κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια είναι από τα πλέον σοβαρά αδικήματα, γεγονός που αντανακλάται στην προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, η οποία είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Τη σοβαρότητα του αδικήματος αναγνώρισε χωρίς περιστροφές και ο ευπαίδευτος συνήγορος του, γεγονός το οποίο φαίνεται να κατανόησε και ο Κατηγορούμενος. 

 

Η προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γενικός  Εισαγγελέας v. Πέτρου (1993) 2 Α.Α.Δ. 9, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248).  Όπως τέθηκε στη Λεβέντης v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632: «Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου, καθώς και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, αφού η εξατομίκευση της ποινής αποτελεί συνθετικό στοιχείο του παρονομαστή της τιμωρίας (Salaryand (ανωτέρω)).

 

            Στη Mallouk v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 711, λέχθηκε ότι η πρόθεση κέρδους αυτοκαθορίζει τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής.

 

Θα πρέπει εδώ να επαναλάβουμε ότι, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο και, σε τέτοιες περιπτώσεις, το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου υπερτερεί έντονα. Στη Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 109 και 110 για τη μάστιγα των ναρκωτικών:

 

«Τα ναρκωτικά αποτελούν τη μάστιγα μιας σύγχρονης κοινωνίας, ιδιαιτέρως σε μια χώρα όπως την Κύπρο η οποία έχει ιδιαίτερα προβλήματα τα οποία ανάγονται στην κατοχή μέρους της χώρας μας από τα τουρκικά στρατεύματα και της αναγκαιότητας στήριξης της νεολαίας.  Τα ναρκωτικά, ως επί το πλείστον, έχουν στόχο νεαρά πρόσωπα.  Η αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της μορφής, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, που για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, και για το αδίκημα της κατοχής ιδίας φύσεως, με σκοπό την προμήθεια προς τρίτα πρόσωπα, η προβλεπόμενη ποινή είναι φυλάκιση δια βίου.  Αυτό καταδεικνύει την αγωνία της κοινωνίας και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου για αδικήματα αυτής της μορφής.  Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών. Βλ. Hadavand v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359».

 

 

Τέλος, στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 551). 

 

Πληθώρα αποφάσεων του Εφετείου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών το αδίκημα  που ο κατηγορούμενος  διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Εφετείου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής.  Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου.  Και τούτο διότι η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαίτερες συνθήκες του παραβάτη (Μιχαήλ v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 123 και Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1).  Η αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217).

           

Πρόσφατα, στη Χατζηχαμπής v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 24/2023 κ.ά., ημερ. 26.3.2026, οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κρίθηκαν ένοχοι μετά από ακρόαση, μεταξύ άλλων, ότι κατείχαν κοκαΐνη βάρους 510,56 γρ. με σκοπό την προμήθεια.  Πρωτόδικα επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 ποινή φυλάκισης 8 ετών και στους κατηγορούμενους 2 και 3 ποινή φυλάκισης 10 ετών.  Το Εφετείο επανέλαβε την πάγια νομολογημένη αρχή ότι δεν είναι ανεκτή η άνιση μεταχείριση ίσων ή η ίση μεταχείριση των άνισων. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη τον όμοιο ρόλο που αποδιδόταν σε κάθε κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος, δεν δικαιολογείτο διαφοροποίηση στην ποινή.  Η μειωμένη ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 οφειλόταν στα προβλήματα υγείας του, τα οποία επηρέαζαν δυσμενώς το προσδόκιμο της ζωής του. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.

 

Στη Hijazi v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 99, ο εφεσείων ηλικίας 33 ετών παντρεμένος με τέσσερα παιδιά βρέθηκε ένοχος με δική του παραδοχή ότι είχε στην κατοχή του σκευάσματα 9,9 γραμμαρίων που περιείχαν 98% κοκαΐνη με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο που θα του εξασφάλιζε βίζα για να μεταφέρει το παιδί του για σκοπούς θεραπείας.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών.  Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση τόνισε μεταξύ άλλων ότι οποιοσδήποτε και αν είναι ο σκοπός της εμπορίας ναρκωτικών, ο σκοπός αυτός δεν αγιάζει τα μέσα και οποιοσδήποτε ανθρωπιστικός λόγος δε δικαιολογεί  την εμπορία ναρκωτικών. 

 

Στη Hadavand v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 359 η κατηγορούμενη συνελήφθη μετά από σωματική έρευνα ενώ αναχωρούσε από το αεροδρόμιο Λάρνακας έχοντας κρυμμένα κάτω από τα ενδύματα της 1.867,20 γρ. ηρωίνης.  Παραδέχθηκε κατηγορία για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια.  Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6½ ετών, η οποία επικυρώθηκε.

 

Στη Mallouk v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 711, λέχθηκε ότι η πρόθεση κέρδους αυτοκαθορίζει τη σοβαρότητα της υπόθεσης.  Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της ποινής.  Στην εν λόγω υπόθεση επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών για κατοχή 237,20 γρ. ηρωίνης με σκοπό την προμήθειά της σε τρίτα πρόσωπα παρόλο που λήφθηκε υπόψη, ανάμεσα σε άλλα, η παραδοχή του εφεσείοντα αμέσως μετά τη σύλληψή του και η μετέπειτα συνεργασία του με την Αστυνομία για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης καθώς και άλλων υποθέσεων που ενδιέφεραν την Αστυνομία.

Στη Jokarbozorgi v. Αστυνομίας, (2001) 2 Α.Α.Δ. 726, ο εφεσείοντας μετέφερε 12,266 γραμμάρια ηρωίνης και την προόριζε προς πώληση.  Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών.  Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση επεσήμανε ότι η ποινή ήταν όντως αυστηρή πλην όμως δεν ξέφευγε του μέτρου που διαγράφει η Νομολογία ώστε να δικαιολογείτο η επέμβασή του.

 

Στην El Kara v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 239, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε κατηγορίες κατοχής ναρκωτικών και κατοχής αυτών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα.  Επρόκειτο για ηρωίνη βάρους 247,183 γρ.  Η κατηγορούμενη είχε αναλάβει την πώληση των ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα για το ποσό των Λ.Κ.10.250.  Η ίδια θα αμειβόταν με το ποσό των Λ.Κ.2.000.  Της επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 και 7 ετών αντίστοιχα.  Το Εφετείο επικύρωσε τις πιο πάνω ποινές παρόλο που είχε γίνει εισήγηση ότι η κατάσταση της υγείας της κατηγορουμένης είχε επιδεινωθεί μετά την καταδίκη της.  Τόνισε δε πως τα αποτελέσματα της εμπορίας ναρκωτικών και μάλιστα σκληρών είναι ολέθρια.

 

Στη Sikaf v. Δημοκρατίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 467 επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, μετά από παραδοχή ποινές φυλάκισης 7 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 587,3412 γραμμάρια κοκαΐνης.  Ο κατηγορούμενος κατονόμασε τους συνεργάτες του.  Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Dos Santos (2005) 2 ΑΑΔ 297 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο στον νεαρό κατηγορούμενο για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 1,021 γραμμαρίων κοκαΐνης, αυξήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 9 έτη.

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak (2005) 2 Α.Α.Δ. 377, η ποινή φυλάκισης 5 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο  μετά από παραδοχή για κατοχή 391,25 γραμμάρια ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα αυξήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 8 χρόνια φυλάκιση. 

 

Στη Ρεσλάν ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 127, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 χρόνων μετά από ακροαματική διαδικασία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 199,1013 γραμμαρίων ηρωίνης.  

 

Στη Hassan v. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 356, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 χρόνων μετά από παραδοχή για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 227,82 γραμμαρίων ηρωίνης.

 

Στην Κυριάκου v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 96, ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή φαρμάκων τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα.  Επρόκειτο για 189.20 γρ. κοκαΐνης και 4 κιλά και 96.1575 γρ. κάνναβης.  Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 8 και 12 ετών αντίστοιχα.  Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του κατηγορούμενου ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα στη σελίδα 99:

 

«Η ποινή που επέβαλε το κακουργιοδικείο είναι μεν αυστηρή, αλλά μέσα στα πλαίσια των ποινών που εγκρίνονται για τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα, και δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε συνεχώς τα ίδια αναφορικά με τη σοβαρότητα αυτών των αδικημάτων.»

 

Στη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124, ο εφεσείοντας ηλικίας 21 ετών παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν την κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 1.910 δισκία ecstasy συνολικού βάρους 373,1873 και της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 80 δισκία ecstasy σε άγνωστα πρόσωπα  ως επίσης και της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α.  Λήφθηκε υπόψη ακόμη μία υπόθεση η οποία αφορούσε στο αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και συγκεκριμένα 24,27651 γραμμάρια κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.  Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 ετών για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια και για το αδίκημα της προμήθειας.  Το Εφετείο θεώρησε τις ποινές αυστηρές, όχι όμως έκδηλα υπερβολικές και απέρριψε την έφεση του κατηγορούμενου.

 

Στην Tomatari v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 169, ο εφεσείων, ηλικίας 25 ετών, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής, ανάμεσα σε άλλες κατηγορίες, στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.  Επρόκειτο για 498.6158 γρ. οπίου.  Η ποινή φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα χαρακτηρίστηκε ως αυστηρή αλλά με κανένα τρόπο έκδηλα υπερβολική που να δικαιολογεί την παρέμβαση του Εφετείου.

 

Στη Saliba v. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 388, ο εφεσείων ηλικίας 26 ετών αφίχθηκε στην Κύπρο μεταφέροντας στο στομάχι του 62 σκευάσματα τα οποία περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 130.2612 γραμμαρίων.  Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και παραδέχθηκε ενοχή ενώπιον του Κακουργιοδικείου σε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της εισαγωγής, της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια.  Το Κακουργιοδικείο επέβαλε στα αδικήματα της εισαγωγής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών.  Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επεσήμανε ότι η ποσότητα των ναρκωτικών δεν ήταν μικρή απέρριψε την έφεση.  Ως ανέφερε, η επιβληθείσα ποινή αν και αυστηρή δεν ήταν υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή του. 

 

Στη Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 59, ποινές φυλάκισης 12 και 8 ετών που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα για τα αδικήματα της εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 1.045 γραμμάρια κοκαΐνης μειώθηκαν σε 10 και 6 χρόνια για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση.

 

Στην Gorko κ.α. v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 458, οι εφεσείουσες καταδικάστηκαν από το Κακουργιοδικείο σε επταετή ποινή φυλάκισης για κατηγορίες που αφορούσαν την κατοχή και την κατοχή με σκοπό την προμήθεια κοκαΐνης ποσότητας 202 γραμμαρίων στην περίπτωση της 1ης εφεσείουσας και 206 γραμμαρίων στην περίπτωση της 2ης εφεσείουσας.  Οι ποινές μειώθηκαν κατ’ έφεση σε ποινή φυλάκισης 5 ετών για κάθε εφεσείουσα ως προς τις κατηγορίες της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, και σε 3 έτη ως προς την εφεσείουσα 1 σε σχέση με την κατηγορία της κατοχής, ενόψει του ότι το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής προηγούμενες καταδίκες που δεν αποδείχθηκαν και εσφαλμένα αποφάσισε να αποδώσει στη στάση των εφεσειουσών τη μη εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου.  Να σημειώσουμε ότι από την απόφαση του Εφετείου συνάγεται πως η ποινή των 7 ετών «ενδεχομένως να μην ήταν υπερβολική σε απόλυτους αριθμούς στην περίπτωση τέτοιας κατηγορίας».

 

Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 231, επιβλήθηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας ποινές φυλάκισης 9 ετών για τα αδικήματα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι 389.36 γρ. κοκαΐνης και της κατοχής των πιο πάνω ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους.  Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής σημείωσε ότι η κοκαΐνη είναι σκληρό ναρκωτικό, για να καταλήξει ως ακολούθως:

 

«Η έξαρση των αδικημάτων, εισαγωγής ναρκωτικών στη χώρα μας, αποτελεί στοιχείο αρκούντως επιβαρυντικό, που καθιστά, άμεση και επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών.  Όπως επαναλήφθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι προσωπικές συνθήκες του καταδικασθέντα για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά, υποχωρούν έναντι της ευρύτερης αναγκαιότητας προστασίας του κοινωνικού συνόλου και της εκδήλωσης απαρέσκειας της κοινωνίας για την εγκληματική συμπεριφορά, αυτού του είδους.

 

Τούτου δοθέντος, της προβλεπόμενης ποινής, όπου βάσει του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 1977 (Ν.29/77) όπως τροποποιήθηκε, τα αδικήματα της εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο, τιμωρούνται με μέγιστη ποινή, δια βίου φυλάκιση, η οποία αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα, που ήθελε να προσδώσει στο αδίκημα, ο νομοθέτης, (βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 248), δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής ούτε θεωρούμε την ποινή που επιβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική.  Η έφεση κατά της ποινής απορρίπτεται.»

 

Στη Μemic (πιο πάνω), ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο 915.27 γρ. κοκαΐνης.  Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών αφού λήφθηκε προς όφελος του υπόψη, μεταξύ άλλων, και η καθυστέρηση των 3 ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος.  Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή.  Σημείωσε όμως ότι, «(μ)όνο ως εκ της δικής μας εκτίμησης των γεγονότων θεωρούμε ότι θα μπορούσε να είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα πρωτοδίκως οριακά χαμηλότερη ποινή, που, όμως, ακριβώς για το λόγο αυτό, δε δικαιολογείται η παρέμβασή μας.»

 

Στη Mbakoub ν. Δημοκρατίας (2015) 2 ΑΑΔ 119, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών, κατόπιν παραδοχής για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια.  Επρόκειτο για 351,4198 γρ. κοκαΐνης.  Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να συνεργαστεί με την Αστυνομία, παρόλο που κατείχε σημαντικές πληροφορίες. 

 

Στην Andrei Marius ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 155/14, απόφαση ημερ. 27.05.2015, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 11 ετών, κατόπιν παραδοχής για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικού φαρμάκου τάξεως Α.  Επρόκειτο για 883,4463 γρ. κοκαΐνης.  Η ποινή βεβαίως κρίθηκε αρκετά αυστηρή, όχι όμως σε βαθμό «που θα μπορούσε αντικειμενικά να χαρακτηριστεί έκδηλα υπερβολική».

 

Στην Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, , Ποιν. Έφ. 242/18, απόφαση ημερ. 31.05.2019, ECLI:CY:AD:2019:B205, το Εφετείο αρνήθηκε να παρέμβει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Έτσι επικύρωσε ποινή φυλάκισης 4 ετών σε κατηγορία που αφορούσε σε κατοχή με σκοπό την προμήθεια 600,9 γραμμαρίων κοκαΐνης.  Λήφθηκε ιδιαίτερα υπόψη η περιστασιακή εμπλοκή του εφεσείοντα στη διάπραξη του αδικήματος, ο οποίος είχε περιορισμένο ρόλο.  Στην εν λόγω υπόθεση επαναλαμβάνεται για άλλη μια φορά ότι «οι προηγούμενες αποφάσεις επί ποινών δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση για τον απλό λόγο ότι σπάνια υπάρχει ταυτοσημία επί όλων των γεγονότων». 

 

Στη Leandro Soares De Almeida v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 22/15, απόφαση ημερ. 07.07.2017, ECLI:CY:AD:2017:B248, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών για τα αδικήματα της εισαγωγής και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α’ (κοκαΐνη βάρους 2.831,9 γρ.).  Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 23 ετών, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ενώ η σύζυγος του ήταν ηλικίας μόλις 16 ετών.  Το Εφετείο, σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, βρήκε ότι λήφθηκαν δεόντως υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αρνήθηκε να παρέμβει στην επιβληθείσα ποινή. 

 

Στη Viorel Cosmin Maciuca ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 72/15, απόφαση ημερ. 22.01.2018, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 13½ ετών για αδικήματα που αφορούσαν σε εισαγωγή και σε κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών Τάξεως Α’ (κοκαΐνη βάρους 3 κιλών και 750 γρ. περίπου). Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική.  Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Σχετικά με την ποινή, έχοντας κατά νουν τη φύση του σκληρού ναρκωτικού που εισήξε ο εφεσείων στην Κύπρο, τη μεγάλη της ποσότητα και το γεγονός ότι δεν παραδέχθηκε ενοχή, σε συνδυασμό με την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα, με σκοπό την προστασία της κοινωνίας, δεν μπορούμε παρά να επιβεβαιώσουμε την πρωτόδικη ποινή των 13 ½ ετών φυλάκισης, ως μη έκδηλα υπερβολική.»

 

Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466, επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο ο οποίος κατά το χρόνο της έφεσης ήταν ηλικίας 25 ετών, ποινή φυλάκισης έξι ετών στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο 1.5 σχεδόν κιλών κάνναβης.  Η έφεση κατά της ποινής που καταχώρισε ο κατηγορούμενος απορρίφθηκε.

 

Τέλος, στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σωκράτη, Ποιν. Έφ.  67/21, απόφαση ημερ. 17.3.2023, επιβλήθηκε πρωτόδικα στον κατηγορούμενο, 21 ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, ποινή φυλάκισης 6 ετών μετά από δική του παραδοχή σε κατηγορία κατοχής 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την έφεση για ανεπάρκεια της ποινής, αύξησε την ποινή σε 10 έτη τονίζοντας ότι:  

 

«Η συνεργασία ενός κατηγορούμενου με τις διωκτικές αρχές και στη συνέχεια η  παραδοχή του στο Δικαστήριο, αναμφίβολα αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα.  Στην παρούσα όμως περίπτωση, ο παράγοντας «συνεργασία» του Εφεσίβλητου, ήταν πολύ περιορισμένης αξίας.  Αφενός γιατί συνελήφθη επ' αυτοφώρω για κατοχή ναρκωτικών και ο εντοπισμός της μεγάλης ποσότητας που απέκρυπτε στο διαμέρισμα του ήταν αναπόφευκτη, ακόμα και χωρίς τη δική του υπόδειξη και αφετέρου, η μη αποκάλυψη του ιθύνοντα νου, μείωσε στο ελάχιστο την αξία της συνεργασίας, στοιχεία στα οποία το Κακουργιοδικείο φαίνεται να μην είχε προσδώσει την δέουσα σημασία.   Η δε έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση των μελών της αστυνομίας, ήταν αυτή που τερμάτισε την εγκληματική συμπεριφορά του Εφεσίβλητου και απέτρεψε την εκ μέρους του διακίνηση και διάθεση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών στην κυπριακή κοινωνία».

 

 

Η παραδοχή του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου και στην Αστυνομία, η μεταμέλειά του, η ουσιαστική μέχρι τώρα συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές,  οι προσωπικές του περιστάσεις και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διέπραξε τo αδίκημα, καθώς και όλα τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιόν μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης, όχι όμως το είδος της. Σημειώνουμε εδώ, ξανά, πως χωρίς την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου και ειδικότερα χωρίς την καταλυτική συνεργασία του με την Αστυνομία,  η ποινή που αποφασίσαμε να επιβάλουμε και επιβάλλουμε στη συνέχεια, θα ήταν αισθητά υψηλότερη ενόψει του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών.

 

Κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις, ως αρμόζουσα ποινή την οποία και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο στην 4η κατηγορία αυτή των 10 ετών η οποία μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 21.08.2025.

 

 

(Υπ.) ……..….………………….

   Κ. Κουνίδου-Κυριακίδου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

(Υπ.) ……..….………………….

Χρ. Χατζηευτυχίου, Α.Ε.Δ.

 

 

 

 

(Υπ.) ……..….………………….

Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ.

 

 

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο