ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Π. Π., Υπόθεση αρ. 2317 / 2026, 21/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Π. Π., Υπόθεση αρ. 2317 / 2026, 21/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 2317 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Π. Π.

__________________________

 

Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης για την κατηγορούσα Αρχή

Σ. Αδάμου (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές σε συνολικά 79 κατηγορίες κλοπής. Αυτή η διατύπωση θα ήταν παραπλανητική, αν δεν διευκρινιζόταν πως η κάθε μία από όλες αυτές τις κατηγορίες αφορά αναλώσιμα προϊόντα χαμηλής αξίας, ήτοι δύο καφέδες POKKA συνολικής αξίας €2,90 ή €3,40 (Κατηγορίες 1-41), δύο καφέρες MR. BROWN συνολικής αξίας €3,20 (Κατηγορία 42), δύο ενεργειακά ποτά HELL συνολικής αξίας €1,90 (Κατηγορίες 43-55), τέσσερα ή δύο ή έξι Ice Tea Arizona συνολικής αξίας €6,00 ή, αντίστοιχα, €3,00, ή €9,00 (Κατηγορίες 56-65), δύο Ice Tea Arizona και πέντε Ice Tea LIFE συνολικής αξίας €10,65 (Κατηγορία 66), δύο Ice Tea LIPTON και δύο Ice Tea LIFE συνολικής αξίας €5,15 (Κατηγορία 67), δύο Ice Tea LΙFE και τέσσερα Ice Tea LIPTON συνολικής αξίας €6,90 (Κατηγορία 68), έξι Ice Tea LIPTON συνολικής αξίας €5,25 (Κατηγορία 69), έξι Ice Tea XIXO συνολικής αξίας €4,20 (Κατηγορία 70), πέντε Ice Tea XIXO και ένα Ice Tea LIPTON συνολικής αξίας €4,37 (Κατηγορίες 71-72), έξι Ice Tea XIXO συνολικής αξίας €4,20 (Κατηγορίες 73-74), πέντε Ice Tea LIPTON και ένα Ice Tea XIXO συνολικής αξίας €5,07, από το ίδιο περίπτερο (Κατηγορία 75), ένα Ice Tea XIXO, τρία Ice Tea LIPTON και δύο αναψυκτικά MENTOS συνολικής αξίας €6,32 (Κατηγορία 76), έξι αναψυκτικά MENTOS συνολικής αξίας €9,00 (Κατηγορίες 77-79). Όλες οι κλοπές διαπράχθηκαν από το περίπτερο με την ονομασία “[]”, στην οδό [], στη Λεμεσό, το χρονικό διάστημα από την 13.4.2022 μέχρι την 30.6.2024, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας. Πρακτικά, ο λόγος είναι για έναν άνθρωπο ο οποίος προμηθευόταν από το συγκεκριμένο περίπτερο καφέδες, ενεργειακά ποτά ή παγωμένο τσάι, κάθε φορά που τα χρειαζόταν, χωρίς να τα πληρώνει.

 

Είναι υπόψη του Δικαστηρίου η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, για το αδίκημα της κλοπής, που, στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά όλες τις κατηγορίες, είναι το άρθρο 272 § 1 ΠΚ, που αναφέρεται σε κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη. Ο νομοθέτης προβλέπει, σε αυτή την περίπτωση, επαυξημένη ποινή φυλάκισης, μέχρι τα πέντε έτη. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές επιμέτρησης των ποινών, όπως συντίθενται μέσα από τη νομολογία. Με βάση αυτές, η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος ή η αντικειμενική σοβαρότητα[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατήσουν την επιείκεια του Δικαστηρίου, δηλαδή να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται αναλογεί με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία, για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας, στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, συνηθέστερα, καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής, όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και, παράλληλα, το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης, όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα έχουν καταγραφεί πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Τα αδικήματα προέκυψαν μετά από καταγγελίες, στην Αστυνομία, από τον Μ1, σύμφωνα με τις καταθέσεις του οποίου, στα χρονικά διαστήματα και κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος περνούσε από το υποστατικό που αναφέρεται, άνοιγε το ψυγείο, και έκλεβε τα προϊόντα που αναφέρονται. Ο Κατηγορούμενος είχε εκλάβει την ανοχή του ιδιοκτήτη ως επιείκεια προς το πρόσωπό του. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη και παραδέχτηκε άμεσα στις Αρχές τις πράξεις του. Ο μεγάλος αριθμός, η επανάληψη, η ομοιομορφία της δράσης και το γεγονός ότι όλες οι αφαιρέσεις στρέφονταν κατά της ίδιας επιχείρησης προσδίδουν, στην παραβατική συμπεριφορά, χαρακτηριστικά συστηματικότητας. Περαιτέρω, μολονότι η οικονομική απώλεια από κάθε επιμέρους κλοπή ήταν μικρή, η διαδοχική αφαίρεση εμπορευμάτων επέφερε σωρευτική περιουσιακή βλάβη στον ίδιο παθόντα, που προέβη και στη σχετική καταγγελία. Η έκταση της επανάληψης και η συγκέντρωση των προσβολών στην ίδια περιουσία δεν παραγνωρίζονται, κατά την εκτίμηση της συνολικής βαρύτητας των αδικημάτων. Από την άλλη, τα πραγματικά χαρακτηριστικά κάθε πράξης περιορίζουν αισθητά την αντικειμενική σοβαρότητά της. Οι κλοπές αφορούσαν αποκλειστικά μικρές ποσότητες ευτελούς εμπορικής αξίας αναλώσιμων προϊόντων, προορισμένων για άμεση, καθημερινή κατανάλωση. Η αξία των αφαιρεθέντων κυμαινόταν, ανά περίπτωση, μεταξύ €1,90 και €10,65, με αποτέλεσμα ουδεμία από τις 79 πράξεις να εμφανίζει, αυτοτελώς εξεταζόμενη, αξιόλογη οικονομική διάσταση. Ούτε ο τρόπος τέλεσής τους παρουσιάζει ιδιαίτερη εγκληματική επιτήδευση. Από τα γεγονότα, δεν προκύπτει προηγούμενη οργάνωση, προπαρασκευή ή εφαρμογή κάποιας σύνθετης μεθόδου αφαίρεσης. Αντιθέτως, πρόκειται για απλές, επαναλαμβανόμενες αφαιρέσεις περιορισμένων ποσοτήτων προϊόντων από το ίδιο περίπτερο, χωρίς να αναφέρεται οποιαδήποτε πρόσθετη υλική βλάβη πέραν της απώλειας των εμπορευμάτων. Η διαπιστούμενη συστηματικότητα δεν μπορεί, χωρίς περαιτέρω πραγματικό έρεισμα, να εξομοιωθεί με οργανωμένη ή προσχεδιασμένη εγκληματική δράση. Ο αριθμός των κλοπών καταδεικνύει την επανάληψη της συμπεριφοράς, όχι κατ' ανάγκην ιδιαίτερη μεθοδικότητα ή αυξημένη ένταση κατά την τέλεση της κάθε πράξης. Ούτε η χρονική έκταση των περιστατικών μεταβάλλει τη φύση και την περιορισμένη οικονομική βαρύτητα των επιμέρους αφαιρέσεων. Στην προκειμένη, δε, περίπτωση, η συστηματικότητα της παραβατικής συμπεριφοράς, ιδωμένη σε συνάρτηση με το είδος των αφαιρεθέντων προϊόντων, την ευτελή αξία τους, τον τρόπο διάπραξης των αδικημάτων και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Κατηγορουμένου, αποκτά τη διάσταση του ότι δεν επρόκειτο για οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα, με επιδίωξη την αποκόμιση σημαντικού περιουσιακού οφέλους, αλλά για την επαναλαμβανόμενη προσφυγή ενός ανθρώπου, αντιμέτωπου με σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές δυσχέρειες, στην αφαίρεση προϊόντων καθημερινής κατανάλωσης, ως μέσο κάλυψης αναγκών της διαβίωσής του.

 

Συναφώς, λαμβάνεται υπόψη η ένδεια του Κατηγορουμένου, όχι ως δικαιολογία για την παραβατική συμπεριφορά του ή ως στοιχείο που αναιρεί την απαξία των πράξεών του, αλλά ως πραγματική συνθήκη, που φωτίζει το πλαίσιο, εντός του οποίου αυτές εκδηλώθηκαν. Η οικονομική αποστέρηση, ιδίως όταν συνυπάρχει με ευρύτερες προσωπικές και κοινωνικές δυσχέρειες, δεν παραγνωρίζεται, κατά την εξατομίκευση της ποινής. Η σχετική επισήμανση δεν εξαλείφει, ασφαλώς, την καταγγελλόμενη περιουσιακή βλάβη, που υπέστη ο παραπονούμενος.

 

Δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες. Λαμβάνεται υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι τα αδικήματα ανατρέοχουν στην περίοδο 2022-2024.

 

Λαμβάνεται υπόψη και η θετική στάση του Κατηγορούνεμου προς τις Αρχές, και η απολογία του.

 

Λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψη όλες οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, στον βαθμό που καθίστανται γνωστές6. Περιλαμβάνουν την ηλικία του, περίπου 50 ετών, και τις πολύ σοβαρές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, ως προς τη διαχείριση των ατομικών και κοινωνικών του αναγκών. Αναφέρθηκαν τα προβλήματα που είχε, σε όλο το παρελθόν του, που συνθέτουν μία τραγική κατάσταση. Ήταν, μέχρι πρότινος, άστεγος, στο περιθώριο. Κάθεται σε προαύλιο εκκλησίας, κάθε Κυριακή, ή και σε άλλες περιοχές, απομονωμένος, αναμένοντας βοήθεια από τους περίοικους, λαμβάνει επιδοματική βοήθεια, που δρομολογήθηκε με τη βοήθεια τρίτων ατόμων. Αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Η όλη κατάσταση του Κατηγορούμενου δεν προκύπτει μόνον από όσα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, την ώρα του μετριασμού. Κατά την χθεσινή εμφάνισή του, έπειτα από παρατεταμένες απουσίες, ο Κατηγορούμενος προσήλθε, με τη συνδρομή της συνηγόρου του, ενώ σημειώθηκε και περιστατικό ιδιαίτερα προσωπικού χαρακτήρα, σχετιζόμενο με την αδυναμία διατήρησης της σωματικής του υγιεινής. Χωρίς να αποδίδεται στο περιστατικό οποιαδήποτε συγκεκριμένη ιατρική εξήγηση, η εικόνα που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος υπήρξε αποκαλυπτική των δυσχερειών που αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο συνεκτιμά όσα περιήλθαν στην άμεση αντίληψή του, με τον επιβαλλόμενο σεβασμό στην προσωπική αξιοπρέπεια του Κατηγορουμένου, ως πρόσθετα στοιχεία της ιδιαίτερα επιβαρυμένης προσωπικής του κατάστασης.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η σχετικά άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, στην οποία αποδίδεται η αντίστοιχη αυξημένη ελαφρυντική βαρύτητα.

 

Υπό τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης, και αφού συνεκτιμήθηκαν όλα τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αρμόζουσα μεταχείριση του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να συνεπάγεται ούτε τη στέρηση της ελευθερίας του, ούτε την επιβολή υποχρεώσεων δυσανάλογων προς τις πραγματικές του δυνατότητες. Η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη μεταχείριση του Κατηγορουμένου. Παρέχει τη δυνατότητα ουσιαστικότερης αντιμετώπισης της παραβατικής συμπεριφοράς του. Η διαπιστούμενη επανάληψη των κλοπών, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη φύση των αφαιρεθέντων προϊόντων και την προσωπική κατάσταση του Κατηγορουμένου, καθιστά εύλογη την εκτίμηση ότι η αποτροπή περαιτέρω παραβατικότητας δεν εξαρτάται, αποκλειστικά, από την απειλή ή την επιβολή δυσμενέστερων ποινικών συνεπειών. Συνδέεται και με τη δυνατότητά του να αντιμετωπίζει, με νόμιμα μέσα, τις στοιχειώδεις ανάγκες της καθημερινής του διαβίωσης. Αυτή ακριβώς τη δυνατότητα επιδιώκει να ενισχύσει το Δικαστήριο, με την επιλογή της κηδεμονίας. Το άρθρο 4 του Ν. 46(Ι)/1996 δεν περιορίζει τον ρόλο του κηδεμονικού λειτουργού στην επιτήρηση της διαγωγής του καταδικασθέντος. Περιλαμβάνει, μεταξύ των καθηκόντων του, την παροχή συμβουλών, βοήθειας και συμπαράστασης. Η κηδεμονία επιτρέπει την ανάπτυξη μιας σχέσης εποπτείας και υποστήριξης, προσαρμοσμένης στις προσωπικές δυσχέρειες του Κατηγορουμένου και προσανατολισμένης στην πρόληψη νέων αδικημάτων. Εν προκειμένω, η επιτήρηση κρίνεται σκόπιμο να επικεντρωθεί στην προσπάθεια εξεύρεσης πρακτικών τρόπων αντιμετώπισης των καθημερινών αναγκών του Κατηγορουμένου, με τη συνδρομή του αρμόδιου κηδεμονικού λειτουργού και, όπου χρειάζεται, με την αξιοποίηση διαθέσιμων υπηρεσιών κοινωνικής στήριξης. Δεν επιδιώκεται να ανατεθεί στον Κατηγορούμενο η εκπλήρωση απαιτήσεων που ενδέχεται να υπερβαίνουν τις προσωπικές του δυνατότητες, αλλά να του παρασχεθεί η ευκαιρία, μέσα σε ένα πλαίσιο κρατικής εποπτείας, να αναζητήσει και να αξιοποιήσει τη βοήθεια που χρειάζεται, για τη διαχείριση της καθημερινής του ζωής. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η κοινωνική υποστήριξη δεν εγγυάται την αποτροπή της υποτροπής. Κρίνει, ωστόσο, ότι, υπό τα ιδιαίτερα δεδομένα της υπόθεσης, αποτελεί προσφορότερη παρέμβαση, από την επιβολή φυλάκισης, η οποία δεν διαφαίνεται να προσφέρει αντίστοιχη προοπτική αντιμετώπισης των συνθηκών με τις οποίες συνδέεται η επίδικη συμπεριφορά. Η επιλογή αυτή δεν υποβαθμίζει την απαξία των 79 κλοπών, ούτε παραγνωρίζει το δικαίωμα του παραπονουμένου στην προστασία της περιουσίας του. Αποβλέπει στην αποτελεσματικότερη αποτροπή νέων προσβολών της, μέσα από την προσπάθεια περιορισμού των συνθηκών που ευνοούν την επανάληψη της παραβατικότητας. Για τους λόγους αυτούς, και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων που έχουν εκτεθεί, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμη την έκδοση διατάγματος κηδεμονίας, με περιορισμένους και εξατομικευμένους όρους, οι οποίοι θα επιτρέπουν την ουσιαστική εποπτεία του Κατηγορουμένου και την παροχή της κατάλληλης, κατά το δυνατόν, συνδρομής, για τη διαχείριση των προσωπικών και κοινωνικών του αναγκών.

 

Πριν από την έκδοση του διατάγματος, εξηγούνται προφορικά στον Κατηγορούμενο, σε απλή και καταληπτή γλώσσα, ο σκοπός, οι όροι και οι έννομες συνέπειές του. Για τους σκοπούς της διατύπωσης της απόφασης, διευκρινίζεται ότι η έκδοση διατάγματος κηδεμονίας δεν ανατρέπει τη διαπίστωση της ενοχής του για τα αδικήματα στα οποία έχει παραδεχτεί ενοχή, ενώ οι έννομες συνέπειες της καταδίκης διέπονται από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 46(Ι)/1996. Εξηγείται ότι, κατά τη διάρκεια ισχύος του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος θα τελεί υπό την επιτήρηση κηδεμονικού λειτουργού, με τον οποίον οφείλει να συνεργάζεται και να συμμορφώνεται με τους όρους που θα καθοριστούν. Η επιτήρηση έχει ως σκοπό της τόσο την παρακολούθηση της διαγωγής του και την αποτροπή νέων αδικημάτων, όσο και την παροχή καθοδήγησης και υποστήριξης, ιδίως ως προς την αντιμετώπιση των δυσχερειών που παρουσιάζει στην καθημερινή του διαβίωση. Εξηγείται, περαιτέρω, ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με οποιονδήποτε από τους όρους του διατάγματος μπορεί να επιφέρει τις συνέπειες που προβλέπει το άρθρο 8 του Νόμου. Ειδικότερα, εάν περιέλθει ενώπιον δικαστή του Δικαστηρίου επιτήρησης πληροφορία για παράβαση όρου, δύναται να εκδοθεί κλήση για την εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου ή, εφόσον η πληροφορία είναι γραπτή και ενόρκως επιβεβαιωμένη, ένταλμα σύλληψης. Εάν διαπιστωθεί παράβαση, το Δικαστήριο δύναται, σύμφωνα με τον Νόμο, είτε να επιβάλει την προβλεπόμενη χρηματική ποινή, χωρίς να επηρεάζεται η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος, είτε να το ακυρώσει και να μεταχειριστεί τον Κατηγορούμενο, για τα αδικήματα για τα οποία εκδόθηκε, όπως θα μπορούσε να τον μεταχειριστεί εάν είχε μόλις καταδικαστεί γι' αυτά. Εξηγείται, επίσης, ότι, εάν κατά τη διάρκεια της περιόδου κηδεμονίας διαπράξει άλλο αδίκημα και καταδικαστεί και τύχει μεταχείρισης γι' αυτό, είναι δυνατόν, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου, να κληθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και να τύχει περαιτέρω μεταχείρισης και για τα αδικήματα για τα οποία εκδίδεται σήμερα το διάταγμα. Τέλος, διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο που εκδίδει το διάταγμα διατηρεί την εξουσία να το ακυρώσει, να το τροποποιήσει ή να το αναθεωρήσει, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης του Κατηγορουμένου ή του αρμόδιου κηδεμονικού λειτουργού. Καθίσταται σαφές στον Κατηγορούμενο ότι αναμένεται από αυτόν η ουσιαστική συνεργασία του με τον κηδεμονικό λειτουργό, προκειμένου να αξιοποιήσει τη δυνατότητα υποστήριξης που του παρέχεται και να αποφύγει την επανάληψη της παραβατικής συμπεριφοράς.

 

Με βάση όσα έχουν αναφερθεί:

 

Για σκοπούς καταχώρισης, με αναφορά στην 1η Κατηγορία, αλλά λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των κατηγοριών επί του κατηγορητηρίου, εκδίδεται διάταγμα κηδεμονίας, δυνάμει του άρθρου 5 του περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμου, Ν. 46(Ι)/1996, με τους ακόλουθους όρους:

 

1.        Η περίοδος κηδεμονίας ορίζεται σε 24 μήνες από σήμερα.

 

2.        Ως επαρχία διαμονής και επιτήρησης του Κατηγορουμένου ορίζεται η Επαρχία Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος οφείλει να γνωστοποιεί στον αρμόδιο κηδεμονικό λειτουργό οποιαδήποτε μεταβολή της διεύθυνσης διαμονής του και να τον ενημερώνει εγκαίρως για τυχόν πρόθεσή του να εγκατασταθεί σε άλλη επαρχία, ώστε να γίνουν οι αναγκαίες διευθετήσεις, σύμφωνα με τον Νόμο.

 

3.        Κατά τη διάρκεια ισχύος του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος οφείλει:

 

(α) Να συνεργάζεται με τον αρμόδιο κηδεμονικό λειτουργό και να συμμορφώνεται με τις εύλογες και νόμιμες οδηγίες του, οι οποίες αφορούν την εφαρμογή του διατάγματος, την παρακολούθηση της διαγωγής του και την αποτροπή νέων αδικημάτων.

 

(β) Να διατηρεί τακτική επικοινωνία με τον κηδεμονικό λειτουργό και να παρουσιάζεται ενώπιόν του, κατά τα χρονικά διαστήματα και με τον τρόπο που θα καθορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων και δυνατοτήτων.

 

(γ) Να δέχεται τις επισκέψεις του κηδεμονικού λειτουργού, εφόσον αυτές κρίνονται αναγκαίες για την εφαρμογή του διατάγματος, με προηγούμενη συνεννόηση, όπου τούτο είναι εφικτό.

 

(δ) Να συνεργάζεται, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, στην προσπάθεια εντοπισμού και αξιοποίησης διαθέσιμων μορφών κοινωνικής, οικονομικής και πρακτικής υποστήριξης, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση των βασικών αναγκών της καθημερινής του διαβίωσης.

 

4.        Η επιτήρηση του Κατηγορουμένου να ασκείται με ιδιαίτερη έμφαση, πέραν της παρακολούθησης της διαγωγής του, στη συμβουλευτική και πρακτική υποστήριξή του. Προς τούτο, ο αρμόδιος κηδεμονικός λειτουργός, στο πλαίσιο των προβλεπόμενων στον Νόμο καθηκόντων του, να διερευνήσει, σε συνεργασία με τον Κατηγορούμενο και, όπου χρειάζεται, με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, τις δυνατότητες πρόσβασής του σε κατάλληλες μορφές κοινωνικής και οικονομικής συνδρομής, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διαχείριση των καθημερινών του αναγκών. Η προσπάθεια αυτή να προσαρμόζεται στις πραγματικές δυνατότητες και στις προσωπικές δυσχέρειες του Κατηγορουμένου, χωρίς να απαιτείται από αυτόν η επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος ως προϋπόθεση συμμόρφωσης με το διάταγμα.

 

5.        Για σκοπούς άμεσης έναρξης της εφαρμογής του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος οφείλει, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από σήμερα, να μεριμνήσει για την πραγματοποίηση πρώτης επικοινωνίας με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας Λεμεσού, με τη συνδρομή της συνηγόρου του, εφόσον αυτή είναι διαθέσιμη να τον συνδράμει. Η επικοινωνία αυτή θα αποσκοπεί στον καθορισμό του τρόπου και του χρόνου της πρώτης επαφής του Κατηγορουμένου με τον αρμόδιο κηδεμονικό λειτουργό. Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων προσωπικών του δυσχερειών, η πρώτη επαφή δύναται να πραγματοποιηθεί με τον πρακτικά προσφορότερο τρόπο, περιλαμβανομένης, εφόσον χρειάζεται, της επίσκεψης του κηδεμονικού λειτουργού στον τόπο διαμονής του.

 

6.        Σε περίπτωση που η αρχική επικοινωνία δεν καταστεί δυνατή, ο αρμόδιος κηδεμονικός λειτουργός να αναλάβει την πρωτοβουλία επικοινωνίας με τον Κατηγορούμενο, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα στοιχεία και, όπου είναι εφικτό, τη συνδρομή της συνηγόρου του.

 

7.        Ο αρμόδιος κηδεμονικός λειτουργός να υποβάλλει στο Δικαστήριο έκθεση ανά έξι μήνες, αναφορικά με τη διαγωγή του Κατηγορουμένου, τον βαθμό συνεργασίας και συμμόρφωσής του με τους όρους του διατάγματος και την πορεία της υποστηρικτικής παρέμβασης. Στις εκθέσεις, να περιλαμβάνεται, στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την αξιολόγηση της εφαρμογής του διατάγματος, αναφορά στις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση των προσωπικών και κοινωνικών δυσχερειών του Κατηγορουμένου και στις τυχόν πρακτικές δυσκολίες που ανέκυψαν.

 

8.        Ο κηδεμονικός λειτουργός δύναται να υποβάλει συμπληρωματική έκθεση σε οποιοδήποτε στάδιο, ιδίως εάν διαπιστώσει ότι οι όροι του διατάγματος χρειάζονται αναθεώρηση για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του.

 

Το διάταγμα να διαβιβαστεί αμέσως από τον Πρωτοκολλητή στον κηδεμονικό λειτουργό που είναι αποσπασμένος στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 5(8) του Νόμου, για την περαιτέρω διαβίβασή του στον λειτουργό που θα αναλάβει την επιτήρηση του Κατηγορουμένου.

 

Περαιτέρω, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη στον Νόμο διαδικασία, αντίγραφο του διατάγματος να αποσταλεί αυθημερόν από τον Πρωτοκολλητή στο αρμόδιο Επαρχιακό Γραφείο Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Λεμεσού, με την επισήμανση της ανάγκης άμεσης ανάθεσης της επιτήρησης και διευθέτησης της πρώτης επαφής με τον Κατηγορούμενο.

 

Αντίγραφο του διατάγματος να δοθεί και στον Κατηγορούμενο, μέσω της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 5(8), καθώς και στη συνήγορό του.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Οι ψηφιακοί δίσκοι με τα πλάνα από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

 

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο