ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Π. Π., Υπόθεση αρ. 11166 / 2026, 5/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Π. Π., Υπόθεση αρ. 11166 / 2026, 5/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 11166 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Π. Π.

__________________________

 

Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης για την κατηγορούσα Αρχή

Α. Καφαντάρης, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, στην κατηγορία ότι την 12.6.2026, στα Κάτω Πολεμίδια, συντέλεσε, ώστε να ληφθεί, από τη Μ.Κ. από την Ελλάδα, μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο, μέσω της εφαρμογής Messenger, με το οποίο απειλείτο να φονευθεί η πιο πάνω, δηλαδή την απείλησε γράφοντας πως θα σκοτώσει την ίδια και τον άνδρα της αν δεν του δώσει €5.000 [1η Κατηγορία, γραπτές απειλές για φόνο, άρθρο 216 ΠΚ], αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τα 7 έτη.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατήσουν την επιείκεια του Δικαστηρίου, δηλαδή να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται αναλογεί με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα έχουν καταγραφεί πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας και, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, συνοψίζονται ως ακολούθως: Η παραπονούμενη, την 12.7.2026, κατήγγειλε ότι την 1.6.2026 την πήρε τηλέφωνο, μέσω της εφαρμογής Messenger, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος της ζήτησε να πάει στο σπίτι του για να τον βοηθήσει να συμπληρώσει έγγραφα για τη λήψη επιδόματος. Γνωρίζονταν από παιδιά, ενώ η ίδια είχε βοηθήσει κάποια άτομα για τον ίδιο σκοπό. Την 2.6.2026, πήγε για να τον βοηθήσει, αφιλοκερδώς. Τον βοήθησε να συμπληρώσει τα έγγραφα και ακολούθως τον πήρε με το αυτοκίνητό της στο γραφείο ευημερίας, πλην όμως, απουσίαζαν ακόμα κάποια στοιχεία, με αποτέλεσμα να μην προκύψει οτιδήποτε θετικό. Ο ίδιος είχε εκνευριστεί με τη γραφειοκρατική διαδικασία, επέστρεψαν στο σπίτι του και ξαφνικά της είπε πως του χρωστά λεφτά, επειδή δεν έγινε η δουλειά του, ασκώντας της πίεση. Προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Με συμπληρωματική κατάθεσή της, ημερομηνίας 14.7.2026, η παραπονούμενη κατήγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος, την 12.6.2026, της είχε στείλει και το μήνυμα που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος, στην ανακριτική του κατάθεση, παρέθεσε τη δική του εκδοχή, πως ο ίδιος είναι που είχε δανείσει χρήματα στην παραπονούμενη, δίδοντας διαφορετική εκδοχή για όλο το παρασκήνιο των γεγονότων, αλλά μη αρνούμενος ότι έστειλε το μήνυμα, πάνω στον θυμό του, εφόσον ήταν χρήματα που είχε ανάγκη, μη εννοώντας ότι πράγματι θα την σκοτώσει. Ήταν χρήματα που φύλαξε από επιδοματική βοήθεια που λάμβανε σε προγενέστερο χρόνο. Έδωσε διαφορετική εκδοχή σε σχέση και με τα υπόλοιπα γεγονότα.

 

Δεν πρόκειται για μεμονωμένο ή στιγμιαίο περιστατικό, αλλά για συμπεριφορά που εκδηλώθηκε σε διαδοχικά στάδια και δεν εξαντλήθηκε στην αρχική ημέρα. Στο περιεχόμενο του μηνύματος, στο οποίο κατέληξε η συμπεριφορά, γινόταν αναφορά όχι μόνο στη ζωή της παραπονούμενης, αλλά και στη ζωή του συζύγου της. Αντικειμενικά, επρόκειτο για ρητή απειλή θανάτωσης δύο προσώπων, ενταγμένη στο ίδιο πλαίσιο χρηματικής απαίτησης. Δεν απουσιάζουν, ωστόσο, στοιχεία που συγκρατούν την αντικειμενική βαρύτητα. Η απειλή διατυπώθηκε μέσω γραπτού μηνύματος, στο πλαίσιο προϋφιστάμενης προσωπικής γνωριμίας, χωρίς να συνοδευτεί από οποιαδήποτε ενέργεια προς υλοποίησή της. Δεν ασκήθηκε σωματική βία, δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο ή άλλο επικίνδυνο μέσο και δεν προκλήθηκε σωματική βλάβη. Ούτε προκύπτει προγενέστερος ή οργανωμένος σχεδιασμός, αφού η χρηματική απαίτηση φαίνεται να προέκυψε κατά την εξέλιξη της συνάντησης των μερών και ακολούθως να παρατάθηκε. Στη συνολική εικόνα της πραγματικής βλάβης συνεκτιμάται, επίσης, ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείο συγκεκριμένης ψυχικής βλάβης, ενώ η παραπονούμενη, με μεταγενέστερη ένορκη δήλωσή της, ανέφερε ότι δεν διατηρεί οποιοδήποτε παράπονο από τον Κατηγορούμενο. Η δήλωση αυτή δεν μεταβάλλει τον τρόπο τέλεσης των γεγονότων, αποτελεί όμως στοιχείο της μεταγενέστερης πραγματικής κατάστασης και, στον βαθμό αυτό, περιορίζει την εικόνα διαρκούς ή μη αναστρέψιμης βλάβης.

 

Αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες. Ειδικότερα, αναφέρθηκε προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση αρ. 5182/2018 Ε.Δ. Λεμεσού, στην οποία ο Κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης ή απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, με βάση το άρθρο 210 ΠΚ. Επρόκειτο για ένα τραγικό θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα που ανάγεται στο 2017. Επιβλήθηκαν άμεσες, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη εκείνη των τριών ετών, ενώ στερήθηκε και την άδεια οδήγησης για τρία χρόνια και έξι μήνες. Ως ημερομηνία αποφυλάκισης αναφέρεται η 15.3.2023. Τον Μάιο του 2018 διαπράχθηκαν, επίσης, αδικήματα κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος, κατοχής απαγορευμένης ουσίας, κατοχής δύο εκρηκτικών φυσιγγίων χωρίς άδεια και κατοχής απαγορευμένων μέσων θήρας. Καταχωρίστηκαν οι ποινικές υποθέσεις αρ. 1986/2023 και 21545/2019, αμφότερες Ε.Δ. Λεμεσού, η μία από τις οποίες λήφθηκε υπόψη στην άλλη, και στις 12.12.2023 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 ημερών, με τριετή αναστολή, πλέον εγγύησης. Οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου δεν παραγνωρίζονται. Η σημασία τους, ωστόσο, αποτιμάται υπό το φως τόσο της φύσης όσο και του χρόνου τέλεσης των αδικημάτων στα οποία αφορούν. Δεν πρόκειται για προηγούμενες καταδίκες για ομοειδή προς τα επίδικα αδικήματα, ώστε να μπορεί να εξαχθεί από αυτές εικόνα επαναλαμβανόμενης εκβιαστικής, απειλητικής ή ιδιοποιητικής συμπεριφοράς. Το ποινικό μητρώο, συνεπώς, λαμβάνεται υπόψη, κυρίως στον βαθμό που περιορίζει την επιείκεια της οποίας θα μπορούσε να τύχει πρόσωπο χωρίς προηγούμενες καταδίκες και ως στοιχείο της προηγούμενης επαφής του Κατηγορουμένου με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Δεν του αποδίδεται, όμως, τέτοια βαρύτητα, ώστε να εξομοιωθεί με ιστορικό ομοειδούς ή συστηματικής εγκληματικής συμπεριφοράς, ούτε βεβαίως ώστε ο Κατηγορούμενος να τιμωρηθεί εκ νέου για πράξεις για τις οποίες έχει ήδη καταδικαστεί.

 

Συνεκτιμάται η συναισθηματική φόρτιση του Κατηγορουμένου, όπως αυτή προκύπτει από το πλαίσιο της προσωπικής του σχέσης με την παραπονούμενη. Ακόμη και υπό τη δηλωμένη πεποίθηση περί ύπαρξης χρέους και τη συναφή οικονομική πίεση, βεβαίως, η διεκδίκηση οποιασδήποτε απαίτησης οφείλει να γίνεται με νόμιμα μέσα.

 

Λαμβάνονται υπόψη η θετική στάση προς τις Αρχές, η απολογία και η μεταμέλεια που εκφράστηκαν, η τελευταία δε, σε συνάρτηση με τη συμφιλίωση του Κατηγορουμένου με την παραπονούμενη και τα λοιπά δεδομένα της υπόθεσης, προσλαμβάνει και έμπρακτη διάσταση.

 

Λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψη όλες οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, στον βαθμό που καθίστανται γνωστές6. Περιλαμβάνουν την ηλικία του, περίπου 34 ετών, και το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο που βίωσε τη φυλάκιση λόγω θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος και έκτοτε, μετά την αποφυλάκισή του, προσπαθεί να ορθοποδήσει με τη στήριξη της οικογένειάς του, παρά την έλλειψη επαρκών πόρων, επιδιώκοντας να προσφέρει τόσο στην οικογένειά του όσο και στο κοινωνικό σύνολο.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η σχετικά άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, στην οποία αποδίδεται η αντίστοιχη αυξημένη ελαφρυντική βαρύτητα.

 

Η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αντανακλά τη σοβαρότητα με την οποία ο νομοθέτης αντιμετωπίζει τη συμπεριφορά που περιέχεται στην 1η Κατηγορία. Το νομοθετικό ανώτατο όριο, όμως, καλύπτει δυνητικά ευρύ φάσμα συμπεριφορών. Ως προς το είδος της ποινής, και λαμβάνοντας υπόψη όσα προαναφέρθηκαν σε συνάρτηση με την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, κρίνεται ότι κάποια ποινή μη στερητική της ελευθερίας, όπως χρηματική ή άλλη εναλλακτική ποινή, δεν θα αντανακλούσε επαρκώς την απαξία της συμπεριφοράς. Η επιβολή ποινής φυλάκισης κρίνεται, ως εκ τούτου, αναγκαία.

 

Σχετικά με την έκταση της ποινής, τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου απομακρύνουν αισθητά την παρούσα περίπτωση από τις βαρύτερες εκδοχές του συγκεκριμένου αδικήματος. Δεν πρόκειται για οργανωμένη ή προσχεδιασμένη δράση ούτε για συστηματική οικονομική εκμετάλλευση. Η σύγκρουση προέκυψε αιφνίδια στο πλαίσιο προϋφιστάμενης προσωπικής σχέσης και, κατά τη δηλωμένη θέση του Κατηγορουμένου, υπό την πεποίθησή του ότι υφίστατο ιδιωτική οφειλή της παραπονούμενης προς αυτόν. Αυτό ουδόλως νομιμοποιεί την αυτοδικία ούτε μειώνει τη σημασία της επιλογής παράνομων μέσων για την ικανοποίηση οποιασδήποτε απαίτησης, περιλαμβανομένης της γραπτής απειλής για φόνο. Διαφοροποιεί, όμως, ουσιωδώς τα πραγματικά χαρακτηριστικά της υπόθεσης από άλλες περιπτώσεις. Χρήσιμη, για σκοπούς σύγκρισης και παρά τη διαφορετική νομική βάση, είναι η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303. Εκεί, ποινή φυλάκισης τριών μηνών με αναστολή και πρόστιμο £500 κρίθηκαν κατ’ έφεση έκδηλα ανεπαρκή και η ποινή αντικαταστάθηκε με άμεση φυλάκιση ενός έτους. Τα πραγματικά περιστατικά, όμως, ήταν ουσιωδώς βαρύτερα. Είχαν προηγηθεί επανειλημμένες απειλές και πράξεις εκφοβισμού, περιλαμβανομένης καταστροφής επίπλων από πρόσωπα που συνδέθηκαν με τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη απειλήθηκε ότι τρίτοι θα αναλάμβαναν να τη σκοτώσουν, εάν δεν του παραχωρούσε το 50% της επιχείρησής της ή δεν αποχωρούσε από αυτήν. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η απειλή έγινε «εν ψυχρώ», στο πλαίσιο σχεδιασμού για εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων του κατηγορουμένου. Τα δεδομένα εκείνα απέχουν ουσιωδώς από την αυθόρμητη, προσωπικά φορτισμένη και μη οργανωμένη συμπεριφορά που εξετάζεται εδώ. Σοβαρότερη ήταν και η Hussein ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 94, που περιλάμβανε και άλλα αδικήματα, πλην του αδικήματος του άρθρου 216 ΠΚ. Η επιμέτρηση χρειάζεται να παραμείνει εξατομικευμένη και να αποδώσει την προσήκουσα βαρύτητα, όχι μόνο στη νομοθετική σοβαρότητα της εκβίασης ως κατηγορίας αδικήματος, αλλά και στον συγκεκριμένο βαθμό με τον οποίον η απαξία αυτή πραγματώθηκε στην υπό κρίση περίπτωση. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, μαζί με όλους τους παράγοντες που έχουν ήδη εκτεθεί, κρίνεται ότι δικαιολογείται ουσιώδης περιορισμός της ποινής σε σχέση με το ευρύ νομοθετικό πλαίσιο του άρθρου 216 ΠΚ, χωρίς η ποινή να υποχωρεί σε επίπεδο που να μην αντανακλά την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται, δυνάμει του άρθρου 117 § 1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από την 24.7.2026.

 

Εξετάζεται η εισήγηση που έγινε, για αναστολή της εκτέλεσης τυχόν εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει, πλέον, διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σε αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].

 

Το αδίκημα είναι εκ φύσεως σοβαρό. Η πίεση προς την παραπονούμενη είχε διάρκεια και ακολούθησε γραπτή απειλή κατά της ζωής της ίδιας και του συζύγου της. Δεν παραγνωρίζεται, επίσης, ότι το αδίκημα τελέστηκε ενώ εξακολουθούσε να ισχύει προηγούμενο διάταγμα αναστολής ποινής φυλάκισης. Το τελευταίο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, το οποίο περιορίζει το περιθώριο επιείκειας. Δεν κρίνεται, όμως, απομονωμένα. Οι προηγούμενες καταδίκες δεν αφορούν ομοειδή συμπεριφορά, ενώ τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζονται ανάγονται αρκετά έτη πριν από τα παρόντα. Δεν προκύπτει, συνεπώς, επαναλαμβανόμενο πρότυπο απειλητικής συμπεριφοράς. Στην παρούσα υπόθεση, δεν ασκήθηκε σωματική βία, δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο ή άλλο επικίνδυνο μέσο, δεν προκλήθηκε τραυματισμός και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενέργεια προς υλοποίηση της απειλής. Δεν διαπιστώνεται προγενέστερος σχεδιασμός ή οργανωμένη δράση. Σημασία αποδίδεται, περαιτέρω, στη μεταγενέστερη συμφιλίωση των μερών και στην ένορκη δήλωση της παραπονούμενης ότι δεν διατηρεί οποιοδήποτε παράπονο από τον Κατηγορούμενο. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούν ούτε τη διάπραξη ούτε τη σοβαρότητα του αδικήματος, αποτελούν όμως ουσιώδη δεδομένα της μεταγενέστερης πραγματικής κατάστασης και συνεκτιμώνται κατά την εκτίμηση της ανάγκης περαιτέρω εγκλεισμού. Ιδιαίτερη σημασία, για το παρόν στάδιο, έχει και η πραγματική στέρηση της ελευθερίας που έχει ήδη προηγηθεί. Ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση από την 24.7.2026 και ο χρόνος αυτός προσμετράται στην τρίμηνη ποινή φυλάκισης. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για περίπτωση κατά την οποία η αναστολή θα είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρξει πραγματική στερητική της ελευθερίας συνέπεια. Ο προσμετρώμενος χρόνος κράτησης καλύπτει ήδη το μεγαλύτερο μέρος της τρίμηνης διάρκειας της ποινής, ώστε το ζήτημα περιορίζεται πλέον στο κατά πόσον είναι αναγκαίος ο περαιτέρω εγκλεισμός για το περιορισμένο τυχόν υπόλοιπο. Η ήδη πραγματική κράτηση δεν αποκλείει, καθαυτή, την αναστολή της περαιτέρω εκτέλεσης της ποινής, όπως προκύπτει και από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583. Επίσης, αναφέρθηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενο ότι, καθ’ όλο τον χρόνο της κράτησής του, ο Κατηγορούμενος είχε πολύ καλή διαγωγή. Υπήρξε ασφαλώς ο προβληματισμός, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος και της ύπαρξης προηγούμενης ανασταλείσας ποινής. Υπό το σύνολο, όμως, των περιστάσεων, και έχοντας ιδίως υπόψη ότι έχει ήδη επέλθει ουσιαστική στερητική της ελευθερίας συνέπεια, δεν κρίνεται ότι η συνέχιση του εγκλεισμού, για το περιορισμένο τυχόν υπόλοιπο, είναι απόλυτα αναγκαία για την εξυπηρέτηση των σκοπών της ποινής. Η αναστολή, υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μετατρέπει την ποινή σε ονομαστική ούτε εξουδετερώνει τον αποτρεπτικό της χαρακτήρα, η ίδια θα παρέχει δυνατότητα περαιτέρω ελέγχου της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου σε βάθος χρόνου. Αφορά μόνο το μέρος που τυχόν απομένει μετά τη μείωση της περιόδου έκτισης λόγω της ήδη διανυθείσας κράτησης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, κρίνεται δικαιολογημένη η αναστολή της περαιτέρω εκτέλεσης της ποινής κατά το μέρος αυτό. Η εκτέλεση της ποινής, κατά το μέρος που τυχόν απομένει, αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα.

 

[εξετάζεται η αναστολή]

 

Απομένει η εξέταση της προηγούμενης ανασταλείσας ποινής φυλάκισης των 15 ημερών. Κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, βρισκόταν ακόμη σε ισχύ η τριετής περίοδος αναστολής της. Λαμβάνεται, όμως, υπόψη ότι είχε ήδη διανυθεί το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αναστολής, ότι η προηγούμενη ποινή ήταν περιορισμένης διάρκειας και αφορούσε αδικήματα διαφορετικής φύσης, τα πραγματικά περιστατικά των οποίων ανάγονταν στο 2018. Συνεκτιμώνται, επίσης, η αρχή της συνολικότητας, η ποινή που επιβάλλεται σήμερα και η πραγματική περίοδος κράτησης που έχει ήδη μεσολαβήσει στην παρούσα υπόθεση. Υπό το σύνολο αυτών των περιστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση ολόκληρης της προηγούμενης ανασταλείσας ποινής δεν θα εξέφραζε απερίφραστα το δίκαιο. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 §1(δ) του Ν. 95/1972, δεν λαμβάνεται οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή των 15 ημερών.

 

Δεν υπάρχουν έξοδα και τεκμήρια.

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο