ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Κ. Σ., Υπόθεση αρ. 597 / 2021, 15/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Κ. Σ., Υπόθεση αρ. 597 / 2021, 15/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 597 / 2021

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

2. Κ. Σ.

 

__________________________

Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή

Χρ. Χριστοφόρου, για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενος 2: παρών

 

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, για κυκλοφορία και κατοχή παραχαραγμένων νομισμάτων [2η Κατηγορία, 5η Κατηγορία], και για απόπειρα εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις [4η Κατηγορία], αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Δεκέμβριο του 2019. Είχαν προηγουμένως διακοπεί οι υπόλοιπες κατηγορίες.

 

Η κατοχή και η κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος είναι ποινικά αδικήματα με βάση τον περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα συναφή Θέματα) Νόμο 110(Ι)/2004. Η απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, όπως και η απόπειρα διάπραξης του αδικήματος αυτού, είναι ποινικά αδικήματα με βάση τον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο Κεφ.154 (ΠΚ). Οι νόμοι αυτοί προβλέπουν τις ανώτατες ποινές που μπορούν να επιβληθούν. Ειδικότερα, για το αδίκημα της κατοχής παραχαραγμένου νομίσματος, προβλέπεται στον νόμο ποινή φυλάκισης μέχρι τα 6 χρόνια[1] και για το αδίκημα της κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι τα 8 χρόνια[2]. Χαμηλότερη είναι η ποινή για το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις.

 

Τα αδικήματα που σχετίζονται με παραχαραγμένο νόμισμα είναι ιδιαιτέρως σοβαρά, καθώς πλήττουν την ασφάλεια των συναλλαγών και τη δημόσια εμπιστοσύνη στη γνησιότητα του νομίσματος. Η αξιόποινη φύση τους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την πρόκληση περιουσιακής ζημιάς σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Η θέση παραχαραγμένου νομίσματος σε κυκλοφορία εισάγει στις συναλλαγές ένα αντικείμενο χωρίς νόμιμη νομισματική αξία, το οποίο παρουσιάζεται ως γνήσιο μέσο πληρωμής, δημιουργώντας κίνδυνο εξαπάτησης και περαιτέρω διακίνησής του. Η αυστηρότητα με την οποία ο νομοθέτης αντιμετωπίζει τέτοιες συμπεριφορές αντανακλά την ανάγκη προστασίας όχι μόνο των επιμέρους συναλλασσομένων, αλλά και της αξιοπιστίας του ίδιου του νομίσματος. Η διαπίστωση, ωστόσο, αυτής της γενικής σοβαρότητας δεν υποκαθιστά την αξιολόγηση της πραγματικής έντασης κάθε συγκεκριμένης πράξης, η οποία προσδιορίζεται από τον τρόπο εκτέλεσης, την έκταση της δραστηριότητας, τον κίνδυνο που δημιουργήθηκε και τις συνέπειες που πράγματι επήλθαν.

 

Ειδικότερα, η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[3],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα πληρέστερα καταγράφονται στα πρακτικά της διαδικασίας. Την 13.12.2019, υπάλληλος του περιπτέρου, όπου μετέβη άλλο πρόσωπο που ζήτησε να αγοράσει τσιγάρα €4,90, κατήγγειλε ότι, για την πληρωμή των τσιγάρων, δόθηκε ένα χαρτονόμισμα των €50, το οποίο, αν και έφερε αριθμό, σε αυτό αναγραφόταν, επίσης, φράση που παρέπεμπε στο ότι δεν προορίζονταν για κανονική χρήση. Με εύκολο τρόπο κατάλαβε πως δεν ήταν γνήσιο, αφού έλειπαν προφανείς ενδείξεις γνησιότητας, ενώ το επιβεβαίωσε και από έλεγχο με μηχάνημα στην κατοχή του. Αμέσως, ενημερώθηκε η Αστυνομία, στη σκηνή μετέβησαν μέλη του ΤΑΕ, παραλήφθηκε το χαρτονόμισμα ως τεκμήριο, το τρίτο πρόσωπο, που συνελήφθη ως ο δράστης, ανέφερε ότι το χαρτονόμισμα του το έδωσε ο Κατηγορούμενος, με το αυτοκίνητο του οποίου μετέβησαν στο περίπτερο. Εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και έρευνας. Ακολούθησε ανακριτικό έργο που περιέλαβε την στην οικία του Κατηγορούμενου, ο οποίος άμεσα παραδέχθηκε και απολογήθηκε, αναφέροντας, μάλιστα, ότι ο ίδιος κατείχε ακόμα ένα χαρτονόμισμα των €50, το οποίο έφερε τον ίδιο αριθμό και την ίδια επιγραφή.

 

Η εξεταζόμενη συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από περιορισμένο αριθμό παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, εμφανείς ατέλειες στην απομίμησή τους, μία μεμονωμένη πράξη κυκλοφορίας και αποτυχία της επιδιωκόμενης περιουσιακής εξαπάτησης, χωρίς διαπιστωμένη οικονομική ζημιά ή ευρύτερη διασπορά. Η εμπλοκή τρίτου προσώπου αποτελεί στοιχείο του τρόπου δράσης, δεν παρέχει όμως, υπό τα διαθέσιμα δεδομένα, επαρκές έρεισμα για την απόδοση οργανωμένου ή συστηματικού χαρακτήρα στην εγκληματική δραστηριότητα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αντικειμενική σοβαρότητα των συγκεκριμένων αδικημάτων, χωρίς να παραγνωρίζεται η ιδιαίτερη φύση του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού και η ανάγκη αποτροπής ανάλογων συμπεριφορών, τοποθετείται συγκριτικά στις χαμηλότερες βαθμίδες σοβαρότητας του οικείου είδους εγκληματικότητας. Η αποτίμηση αυτή ανταποκρίνεται τόσο στην πραγματική έκταση της αξιόποινης συμπεριφοράς όσο και στη διαπιστωμένη απουσία επιζήμιων περιουσιακών συνεπειών, χωρίς να υποβαθμίζει την αυτοτελή απαξία των διαπραχθέντων αδικημάτων.

 

Λαμβάνεται υπόψη η πάροδος του χρόνου από τον Δεκέμβριο του 2019. Η υπόθεση καταχωρίστηκε τον Ιανουάριο του 2021. Η παραδοχή έγινε το 2026, ενόψει και της ακρόασης. Η πάροδος του χρόνου συνεκτιμάται με την επίδραση που είχε στην προσωπική και κοινωνική ζωή του Κατηγορούμενου.

 

Συναφώς, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές συνθήκες, όπως έχουν εκτεθεί. Περιλαμβάνουν την ηλικία, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων (21 ετών) και σήμερα, τις οικογενειακές συνθήκες, που περιλαμβάνουν τα προβλήματα υγείας του αδελφού του, την κοινωνική κατάσταση, που δείχνει, για τον Κατηγορούμενο, μία κοινωνική ζωή μακριά από την παραβατικότητα, με προοπτική συνεισφοράς στην οικογένειά του αλλά και στο κοινωνικό σύνολο.

 

Δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, γεγονός που λαμβάνεται, επίσης, υπόψη[8].

 

Λαμβάνεται υπόψη και η απολογία που εκφράστηκε και η συνεργασία που υπήρξε με την Αστυνομία, υπό τις συνθήκες που υπήρξε και με τις δυνατότητες που υπήρχαν, και η παραδοχή στο Δικαστήριο[9]. Δεν ήταν άμεση η παραδοχή στο Δικαστήριο, συνεπώς δεν μπορεί να έχει τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση που θα είχε η άμεση παραδοχή, ωστόσο εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη πως η υπόθεση για τον Κατηγορούμενο 1 έχει ανασταλεί.

 

Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής.

 

Ερχόμενο στην επιλογή του είδους της ποινής, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παραχαραγμένο νόμισμα και την ανάγκη αποτελεσματικής αποτροπής τους. Οι προβλεπόμενες από τον νομοθέτη πολυετείς ποινές φυλάκισης αποτυπώνουν τη σημασία που αποδίδεται στην προστασία της γνησιότητας του νομίσματος και της ασφάλειας των συναλλαγών. Δεν συνεπάγονται, ωστόσο, ότι η φυλάκιση αποτελεί ανεξαιρέτως την επιβαλλόμενη ποινή, ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης σοβαρότητας της εγκληματικής συμπεριφοράς. Το άρθρο 29 ΠΚ παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία επιβολής χρηματικής ποινής αντί φυλάκισης, όταν αυτό δικαιολογείται από τις περιστάσεις. Η γενική αποτροπή έχει αυξημένη σημασία για αδικήματα τέτοιας φύσης. Δεν λειτουργεί, όμως, αποκομμένη από την αρχή της αναλογικότητας, ούτε μπορεί να οδηγεί στην επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής χωρίς επαρκή συνεκτίμηση της πραγματικής έντασης της εγκληματικής συμπεριφοράς. Η ανάγκη αποτροπής επιβάλλει ποινή ουσιαστική και πρόσφορη να εκφράσει την αποδοκιμασία της έννομης τάξης, δεν προϋποθέτει όμως ότι η αποδοκιμασία αυτή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εκδηλώνεται με τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, σταθμίζοντας το σύνολο των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι αναγκαία για την επαρκή εξυπηρέτηση των σκοπών της ποινής. Μια ουσιαστική χρηματική ποινή είναι ικανή να εκφράσει τη σοβαρότητα της καταδίκης και να λειτουργήσει αποτρεπτικά, επιφέροντας ανάλογη οικονομική συνέπεια στον Κατηγορούμενο. Δεν πρόκειται για αντιμετώπιση που υποβαθμίζει την απαξία των αδικημάτων, αλλά για επιλογή η οποία ανταποκρίνεται πληρέστερα στην πραγματική τους διάσταση. Η επιβολή φυλάκισης, έστω και με αναστολή της εκτέλεσής της, θα συνιστούσε επέμβαση, η οποία, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν κρίνεται απαραίτητη.

 

Η χρηματική ποινή δεν προσδιορίζεται σε αντιστοιχία με την ονομαστική αξία των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων ή την αξία των προϊόντων που επιχειρήθηκε να εξασφαλιστούν. Αποβλέπει στην αποδοκιμασία της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς, περιλαμβανομένης της προσβολής της ασφάλειας των συναλλαγών. Το ύψος της πρέπει να είναι επαρκώς αισθητό, χωρίς να καθίσταται δυσανάλογο προς την περιορισμένη αντικειμενική σοβαρότητα των πράξεων και τις προσωπικές περιστάσεις που έχουν συνεκτιμηθεί. Το Δικαστήριο κρίνει ότι χρηματική ποινή €600 στη σοβαρότερη κατηγορία, της κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος, ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη αναλογία. Ενόψει της στενής πραγματικής συνάφειας των αδικημάτων και του γεγονότος ότι η συνολική εγκληματική συμπεριφορά έχει συνεκτιμηθεί κατά τον καθορισμό της ποινής στη σοβαρότερη κατηγορία, δεν κρίνεται αναγκαία η επιβολή πρόσθετων ποινών στις υπόλοιπες κατηγορίες.

 

Επιβάλλονται, συνεπώς, οι ακόλουθες ποινές:

 

2η Κατηγορία: Χρηματική ποινή €600.

 

4η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στη 2η Κατηγορία και της συνάφειας των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή.

 

5η Κατηγορία: Ενόψει της επιβολής ποινής στη 2η Κατηγορία και της συνολικής συνεκτίμησης της κατοχής του δεύτερου παραχαραγμένου χαρτονομίσματος, καμία επιπλέον ποινή.

 

Η χρηματική ποινή να καταβληθεί εντός έξι μηνών.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] άρθρο 5 § 2 ν.110(Ι)/2004

[2] άρθρο 5 § 1 ν.110(Ι)/2004

[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[8] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304,  Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.

[9] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο