ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 13421 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Α. Μ.
_________________
Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Π Ο Ι Ν Η
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ομολογίας ενοχής, σε 18 κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, που περιλαμβάνουν απειλή, ψυχική βλάβη, ψυχολογική βία, και ανυπακοή σε δικαστικό διάταγμα, με αναφορά στην αδελφή του και στη μητέρα του και σε δικαστικά διατάγματα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 7921/2026 Ε.Δ. Λεμεσού και της ποινικής υπόθεσης αρ.6172/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, απαγορευτικών της φυσικής προσέγγισης και της επικοινωνίας μαζί τους. Τα αδικήματα ανατρέχουν σε διάφορες ημερομηνίες την περίοδο από τον Ιούνιο του 2026 μέχρι τον Αύγουστο του 2026.
Τα γεγονότα που ανάγονται σε αυτά είναι τα εξής, στη σύνοψή τους: Οι παραπονούμενες διαμένουν μαζί. Αντιμετωπίζουν διαχρονικά προβλήματα με τον Κατηγορούμενο, λόγω της από μέρους του χρήσης ελεγχόμενων ουσιών και των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Την 16.6.2026, ο Κατηγορούμενος είχε καταγγελθεί στην Αστυνομία, λόγω της συμπεριφοράς του. Εκκρεμούν δύο ακόμα ποινικές υποθέσεις, με αρ.7921/2026 και 6172/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν δικαστικά διατάγματα, που απαγορεύουν τη φυσική προσέγγιση και την επικοινωνία του Κατηγορούμενου με τις παραπονούμενες. Ο Κατηγορούμενος διαμένει μόνος του, ωστόσο επισκέπτεται συχνά το σπίτι των παραπονουμένων και τους ζητά λεφτά. Αρκετές φορές, περιμένει κάτω από το σπίτι, για να βρει την ευκαιρία να προσεγγίσει και να ζητήσει λεφτά, ενώ προσεγγίζει και τους χώρους εργασίας των παραπονουμένων. Οι παραπονούμενες, από φόβο και προκειμένου να αποφύγουν την επιθετική συμπεριφορά, του δίνουν χρήματα. Η πρόφαση είναι όχι χρειάζεται τα χρήματα για καύσιμα ή για τροφή. Αν δεν λάβει χρήματα, δεν σταματά να επιμένει. Την 16.8.2026, ώρα 8:30, προσέγγισε τη μητέρα του στον χώρο εργασίας της, επειδή ήταν θυμωμένος. Εκείνη του ανέφερε πως, αν δεν φύγει, θα χρησιμοποιήσει το κουμπί έκτακτης ανάγκης που έχει στη διάθεσή της, για να κληθεί η Αστυνομία. Τότε, άρχισε να απειλεί «έννα σας σφάξω ούλλους». Επειδή υπήρχε κόσμος, η ίδια δεν έδωσε σημασία. Προ ημερών, είχε συλληφθεί από την ΥΚΑΝ, εκείνος, νομίζοντας ότι προδόθηκε από τους δικούς του, άρχισε να τους απειλεί «έννα δείτε ήνταμπου να πάθετε». Η μητέρα του κατέθεσε ότι ζουν μέσα στον φόβο, καθημερινά, και δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν, καθώς η κατάσταση ξέφυγε, και χρειάζεται βοήθεια. Η ίδια, όπως ανέφερε, ως η μάνα του, στεναχωριέται, να έρχεται στη θέση να καταγγέλλει συνεχώς τον υιό της, αλλά η κατάσταση, όπως είπε, πλέον, είναι ανυπόφορη. Στα αλλεπάλληλα μηνύματα που απέστειλε ο Κατηγορούμενος, ορισμένα σε χρονική απόσταση λεπτών, περιέχονται και ορισμένες απειλητικές μεν φράσεις, αλλά και συναισθηματικά φορτισμένες, που αναζητούν επίμονα βοήθεια και προσοχή. Η αδελφή του περιέγραψε ένα έντονο επεισόδιο την 5.8.2026, όταν συνεχώς ο Κατηγορούμενος, της ζητούσε χρήματα, εκείνη του έδινε, την ακολουθούσε και της ζητούσε, επίμονα, και άλλα, μέχρι που εκείνη ξέσπασε, λέγοντας πως δεν αντέχει άλλο, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ένας καταιγισμός φωνητικών μηνυμάτων, με περιεχόμενο όπως «εσένα εννα δεις ήταμπου να σου κάμω που φωνάζεις όπως τη μάνα σου την πουτάνα», κ.λπ. Την 17.8.2026, είχε αρχίσει από το πρωί τον ίδιο καταιγισμό μηνυμάτων «θα σας καταστρέψω, θα σας τα κάμω ούλλα να γίνουν οι 8 18 κατηγορίες που έχω, θα σας δείξω τι έννα γίνει» «θα φκάλω τ’ άντερά σας τζιαι εσένα, της μάνας σου, τζιαι ούλλους σας», κ.λπ.
Σοβαρότερες, από την άποψη της προβλεπόμενης στον νόμο ποινής, είναι οι κατηγορίες που σχετίζονται με τη ψυχική βλάβη και την άσκηση ψυχολογικής βίας στις παραπονούμενες (Κατηγορίες 7-10), που τιμωρούνται με ανώτατη ποινή φυλάκισης μέχρι τα 5 έτη. Με χαμηλότερες ποινές τιμωρούνται οι υπόλοιπες κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατούν την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί, δηλαδή να λειτουργούν ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Ως προς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, υπάρχει η επαναληπτικότητα και η χρονική έκταση της συμπεριφοράς. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο επεισόδιο απειλητικού λόγου, αλλά για διαδοχικές ενέργειες, σε διαφορετικές ημερομηνίες, με κοινά χαρακτηριστικά την επίμονη αναζήτηση επαφής, την απαίτηση χρημάτων και την εκδήλωση λεκτικής επιθετικότητας. Παρά την ύπαρξη δικαστικών διαταγμάτων που απαγόρευαν τη φυσική προσέγγιση και την επικοινωνία, οι ανεπιθύμητες επαφές συνεχίστηκαν. Η πρακτική προστασία που αποσκοπούσαν να εξασφαλίσουν τα διατάγματα περιορίστηκε, με αποτέλεσμα οι παραπονούμενες να εξακολουθήσουν να εκτίθενται στη συμπεριφορά από την οποία επιδιωκόταν η προφύλαξή τους. Υπήρχε ποικιλία των τρόπων προσέγγισης. Η συμπεριφορά δεν περιορίστηκε στην αποστολή μηνυμάτων ή σε περιστασιακές συναντήσεις, αλλά εκδηλώθηκε με παρουσία έξω από την κατοικία των παραπονουμένων, αναμονή για την προσέγγισή τους και επισκέψεις στους χώρους εργασίας τους. Η επέκταση των περιστατικών σε χώρους καθημερινής διαβίωσης και εργασίας περιόρισε ουσιωδώς τη δυνατότητα αποφυγής της ανεπιθύμητης επαφής. Η σημασία του στοιχείου αυτού έγκειται στην πραγματική επίδρασή του στην καθημερινότητα των παραπονουμένων, οι οποίες δεν μπορούσαν να θεωρούν ούτε την κατοικία ούτε τον χώρο εργασίας τους ανεπηρέαστους από το ενδεχόμενο νέας προσέγγισης. Βαρύτητα προσδίδει στην περίπτωση και το περιεχόμενο και η ένταση των απειλών. Οι εκφράσεις περί σφαγής, εξαγωγής των εντέρων και καταστροφής των παραπονουμένων παραπέμπουν ευθέως σε σοβαρή σωματική βλάβη ή θανάτωση. Δεν συνιστούν απλώς υβριστικές ή προσβλητικές αναφορές, αλλά ρητές εξαγγελίες ακραίας βίας. Η επανάληψή τους, ενίοτε με μηνύματα που αποστέλλονταν σε απόσταση λίγων λεπτών, ενίσχυε την απειλητική τους ένταση. Επιβαρυντικό είναι, επίσης, ότι ορισμένες απειλές διατυπώθηκαν ως αντίδραση στη συμπεριφορά των παραπονουμένων, προσλαμβάνοντας χαρακτήρα εξαγγελίας αντιποίνων. Με τον τρόπο αυτό, ο απειλητικός λόγος συνδέθηκε με συγκεκριμένες περιστάσεις της μεταξύ τους επαφής, καθιστώντας περισσότερο αισθητή την πιθανότητα επανάληψής του. Περαιτέρω, η επίμονη απαίτηση χρημάτων και η συνέχιση της πίεσης παρά την ανταπόκριση των παραπονουμένων αποτελούν αυτοτελώς αξιολογήσιμα χαρακτηριστικά του τρόπου δράσης. Από τα γεγονότα, προκύπτει ότι η χορήγηση χρημάτων δεν επέφερε πάντοτε τη λήξη της ανεπιθύμητης επαφής, αλλά ακολουθούνταν από νέες απαιτήσεις. Οι παραπονούμενες κατέληγαν να παρέχουν χρήματα από φόβο και προς αποφυγή επιθετικών αντιδράσεων. Επομένως, η συμπεριφορά δεν προκάλεσε μόνο συναισθηματική επιβάρυνση, αλλά επηρέασε εμπράκτως την ελευθερία των παραπονουμένων να αποφασίζουν ανεπηρέαστες για τη διάθεση των χρημάτων τους. Δεν προσδιορίζεται, πάντως, το συνολικό ύψος των χρημάτων που δόθηκαν, ώστε να είναι δυνατή η αυτοτελής αξιολόγηση της οικονομικής διάστασης της βλάβης. Έγινε αναφορά σε διάφορα χαμηλής αξίας ποσά. Ως προς την έκταση της ψυχικής βλάβης, η σοβαρότητα συνάγεται κυρίως από τη διάρκεια και την επανάληψη των συνθηκών φόβου. Η μητέρα περιέγραψε καθημερινή διαβίωση υπό φόβο και κατάσταση που είχε καταστεί ανυπόφορη. Η αδελφή περιέγραψε αντίστοιχα επεισόδιο κατά το οποίο η συνεχής πίεση την οδήγησε σε έντονη συναισθηματική αντίδραση, αναζητώντας και η ίδια βοήθεια από ψυχολόγο. Οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν πραγματική ψυχική καταπόνηση, η οποία υπερβαίνει την παροδική ενόχληση ή δυσφορία από μία λεκτική αντιπαράθεση. Η βλάβη εκδηλώθηκε στο επίπεδο της καθημερινής αίσθησης ασφάλειας, της ψυχικής ηρεμίας και της ελεύθερης διαχείρισης των διαπροσωπικών επαφών. Το γεγονός ότι επηρεάστηκαν δύο πρόσωπα, με διαδοχικές εκδηλώσεις της ίδιας συμπεριφοράς, διευρύνει την πραγματική έκταση των συνεπειών. Υπάρχουν, εντούτοις, και αντικειμενικά στοιχεία που περιορίζουν τη διαβάθμιση της σοβαρότητας. Δεν αναφέρεται χρήση όπλου ή άλλου επικίνδυνου αντικειμένου, άσκηση σωματικής βίας, σωματικός τραυματισμός ή συγκεκριμένη ενέργεια εκτέλεσης των διατυπωθεισών απειλών. Οι απειλές παρέμειναν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα γεγονότα, στο επίπεδο της λεκτικής και επικοινωνίας, παρά τη σοβαρότητα του περιεχομένου τους και τις επανειλημμένες φυσικές προσεγγίσεις. Το στοιχείο αυτό δεν υποβαθμίζει την ψυχολογική βία, η οποία μπορεί να ασκηθεί και να προκαλέσει σοβαρή βλάβη χωρίς φυσική επίθεση. Διαφοροποιεί, ωστόσο, την παρούσα περίπτωση από εκείνες στις οποίες η απειλή συνοδεύεται από άμεση επίδειξη μέσων βίας ή πράξεις που κατατείνουν στην υλοποίησή της. Επίσης, δεν παρουσιάζουν όλες οι επικοινωνίες την ίδια απειλητική ένταση. Μέρος των αλλεπάλληλων μηνυμάτων περιείχε εκκλήσεις για βοήθεια και προσοχή, παράλληλα με εκφράσεις επιθετικότητας. Επιπλέον, στο περιστατικό της 16.8.2026, η μητέρα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην απειλή κατά τον χρόνο εκφοράς της, λόγω της παρουσίας άλλων προσώπων. Η συγκεκριμένη αντίδραση περιορίζει όσα μπορούν να συναχθούν για την άμεση επίδραση εκείνου του επεισοδίου, χωρίς να αναιρεί τη συνολική κατάσταση φόβου που έτυχε περιγραφής. Ως προς την αποδεικνυόμενη έκταση της ψυχικής βλάβης, δεν παρατίθενται ειδικότερα στοιχεία για κλινικά διαπιστωμένη ψυχική διαταραχή, ανάγκη θεραπευτικής παρέμβασης, διαρκή λειτουργική ανικανότητα ή άλλες συγκεκριμένες μακροχρόνιες συνέπειες στις παραπονούμενες. Η απουσία τέτοιων στοιχείων δεν αναιρεί την ψυχική βλάβη που προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη διαπίστωση της σοβαρότητάς της. Δεν επιτρέπει, όμως, και την απόδοση συνεπειών μεγαλύτερης έντασης ή διάρκειας από εκείνες που πράγματι περιγράφονται.
Στα γεγονότα, γίνεται αναφορά στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από τον Κατηγορούμενο και στην ύπαρξη προβλημάτων ψυχικής υγείας. Τα δεδομένα αυτά δεν παραγνωρίζονται. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή στοιχεία ως προς τη φύση και την ένταση των συγκεκριμένων προβλημάτων κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ούτε ως προς την ενδεχόμενη επίδρασή τους στην κρίση, τη συμπεριφορά ή την ικανότητα αυτοελέγχου του Κατηγορουμένου. Δεν μπορεί, συνεπώς, να συναχθεί, αποκλειστικά από την αναφορά στην ύπαρξή τους, ότι περιορίστηκε ο βαθμός της προσωπικής του υπαιτιότητας. Ούτε θα ήταν ορθό να αποδοθεί σε αυτά συγκεκριμένη ελαφρυντική βαρύτητα, στη βάση αιτιώδους σχέσης που δεν έχει επαρκώς τεκμηριωθεί.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη, σε επίπεδο εξατομίκευσης της ποινής, η απολογία που εκφράστηκε.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στο ότι δεν υπάρχουν προηγούμενες διαθέσιμες καταδίκες, συνθήκη δεν εξετάζεται αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με τις προσωπικές του Κατηγορούμενου.
Ως προς τις προσωπικές συνθήκες, ο Κατηγορούμενος είναι 30 ετών, με τεχνική κατάρτιση στον κλάδο των ξενοδοχειακών, χωρίς εργασιακή απασχόληση, λαμβάνει κρατική επιδοματική βοήθεια, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Εξιστορίστηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος περιέπεσε στη χρήση ελεγχόμενων ουσιών και αλκοόλ.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη και η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, η οποία ήταν άμεση.
Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, αρμόζουσα είναι ποινή φυλάκισης. Δεν θα μπορούσαν, αδικήματα αυτής της φύσης, με δεδομένον τον τρόπο δράσης και την ένταση που προαναφέρθηκαν, να αντιμερωπιστούν είτε με χρηματική ποινή είτε με εναλλακτική ποινή. Όσα προαναφέρθηκαν ως ελαφρυντικά, επιδρούν στην έκτασή της. Έχοντας υπόψη ότι όλες οι κατηγορίες είναι σε κοινό πλαίσιο έκνομης συμπεριφοράς και ότι οι σοβαρότερες εξ αυτών, από άποψη προβλεπόμενης ποινής, είναι οι κατηγορίες που σχετίζονται με αδικήματα πρόκλησης ψυχικής βλάβης, θα επιβληθούν ποινές φυλάκισης στις κατηγορίες αυτές, λαμβάνοντας υπόψη και όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Οι ποινές φυλάκισης θα αφεθούν να συντρέξουν.
Επιβάλλονται:
7η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
9η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών, συντρέχουσα.
Ενόψει της επιβολής ποινής στην 7η Κατηγορία και στην 9η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες.
Ο χρόνος που ο Κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση, από την 1.9.2026, να προσμετρήσει στον χρόνο φυλάκισης.
Εξετάζεται η εισήγηση που έγινε για αναστολή της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(Ι)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].
Τα αδικήματα έχουν αντικειμενική σοβαρότητα. Έχουν τύχει επανεκτίμησης όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες, που ήδη είχαν ουσιαστική επίδραση στη ελάφρυνση της ποινής. Υπάρχει η ένταση και η επαναληπτικότητα της συμπεριφοράς, σε συνάρτηση με την επίμονη αδυναμία ανταπόκρισης σε δικαστικά διατάγματα, ωστόσο, η δράση του Κατηγορούμενου έναντι των οικείων του περιορίζεται σε απελπισμένα μηνύματα, μέσω των οποίων ο Κατηγορούμενος αναζητά βοήθεια, τρόπος συμπεριφοράς που περιορίζεται στους δικούς του ανθρώπους, από εκείνους που ο ίδιος πιστεύει ότι μπορεί ή πρέπει να βοηθηθεί. Είναι παρούσες σήμερα στο Δικαστήριο και υποστηρίζουν την προσπάθεια αυτή του Κατηγορούμενου οι ίδιες οι παραπονούμενες, δηλαδή η μητέρα και η αδελφή του. Ομοίως, και ο αδελφός του. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει βεβαρημένο ποινικό μητρώο, το οποίο να παραπέμπει σε ευρύτερη εγκληματική δράση. Κρίνεται ότι, στην παρούσα περίπτωση, οι σκοποί της ποινής δύνανται, οριακά, να εξυπηρετηθούν επαρκώς και με αναστολή της εκτέλεσής της. Τα αδικήματα, μολονότι σοβαρά, εντάσσονται στο πλαίσιο συγκεκριμένης δράσης και ανάγκης του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος, έχοντας πλέον βιώσει και τις συνθήκες του εγκλεισμού, κατανόησε τη διάσταση του προβλήματος. Παρουσίασε στοιχεία, δια της παρουσίας του, που υποδηλώνουν δυνατότητα λειτουργικής ανταπόκρισης, με τη δέουσα στήριξη. Προγραμματίζει να μπει σε πρόγραμμα θεραπείας. Υπό το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, και δεδομένου ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης εμπίπτει εντός του νομοθετικού πλαισίου που επιτρέπει την αναστολή της εκτέλεσής της, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναστολή της εναπομείνασας ποινής δύναται, στην παρούσα περίπτωση, να εξυπηρετήσει επαρκώς τους σκοπούς της ποινής, περιλαμβανομένων της αποτροπής, της ειδικής και γενικής πρόληψης, καθώς και της συμμόρφωσης του Κατηγορουμένου προς τον νόμο. Κυρίως, η απειλή ενεργοποίησης της ποινής, σε περίπτωση νέας παραβατικής συμπεριφοράς, λειτουργεί ως ουσιώδες κίνητρο συμμόρφωσης, ενώ η παράλληλη επιτήρηση μπορεί να παρέχει άμεση και πρακτική προστασία στους παραπονούμενους. Το Δικαστήριο ικανοποιείται, συνεπώς, ότι η παρούσα είναι περίπτωση στην οποία η αναστολή της ποινής δικαιολογείται, χωρίς να αποδυναμώνει την αναλογικότητα της επιβληθείσας κύρωσης, αλλά, αντιθέτως, υπηρετώντας αποτελεσματικά τους επιδιωκόμενους σκοπούς της.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για χρονική περίοδο 3 ετών από σήμερα.
Δεδομένης της ανάγκης παροχής δομημένης στήριξης προς τον Κατηγορούμενο, Δικαστήριο εξετάζει τη χρησιμότητα έκδοσης διατάγματος επιτήρησης της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, δυνάμει του άρθρου 5 του ν.95/1972, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης υπερβαίνει τους 6 μήνες. Η επιτήρηση λειτουργεί συμπληρωματικά προς την αναστολή, παρέχοντας μηχανισμό ελέγχου και καθοδήγησης της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, ιδίως σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται σταθερό μοτίβο παραβατικής συμπεριφοράς, περιλαμβανομένων αδικημάτων βίας κατά οικείων, το οποίο, αν και δεν αναιρεί πλήρως τον κίνδυνο υποτροπής, δύναται να αντιμετωπιστεί μέσω κατάλληλης εποπτείας και υποστήριξης. Παράλληλα, η επιτήρηση εξυπηρετεί και τον σκοπό της ενθάρρυνσης συμμόρφωσης και προσωπικής αναμόρφωσης του Κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε τέτοια κατηγορία περιπτώσεων, όπου η έκδοση διατάγματος επιτήρησης είναι πρόσφορη και αναγκαία.
Εκδίδεται διάταγμα, με βάση το άρθρο 5 ν.95/1972, για επιτήρηση της περιόδου αναστολής, με το οποίο ο Κατηγορούμενος τίθεται υπό την επιτήρηση επιτηρούντος λειτουργού για όση περίοδο διαρκεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης.
(1) Ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο του διατάγματος, να διαμένει στην Επαρχία Λεμεσού και ως επιτηρών λειτουργός διορίζεται ο Κηδεμονικός Λειτουργός για την περιοχή αυτή.
(2) Ο Κατηγορούμενος οφείλει να επικοινωνεί με τον επιτηρούντα Κηδεμονικό Λειτουργό, σύμφωνα με τις οδηγίες του, και να γνωστοποιεί σε αυτόν οποιαδήποτε αλλαγή του τόπου διαμονής του. Οφείλει επίσης να συμμορφώνεται και συνεργάζεται καθ' όλη την διάρκεια της περιόδου επιτήρησης με τις υποδείξεις και απαιτήσεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, τις οποίες θεωρεί αναγκαίες, για τη διασφάλιση της καλής διαγωγής του Κατηγορούμενου και της αποτροπής επανάληψης ή διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος.
(3) Δίνονται οδηγίες όπως ο επιτηρών Κηδεμονικός Λειτουργός ενημερώνει το Δικαστήριο για τη συμπεριφορά και συμμόρφωση του Κατηγορούμενου με το εν λόγω διάταγμα με την υποβολή σχετικής έκθεσης κάθε έξι μήνες. Σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος ή δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, το Δικαστήριο να ενημερωθεί αμέσως με σχετική έκτακτη έκθεση του Κηδεμονικού Λειτουργού.
(4) Αντίγραφο του Διατάγματος Επιτήρησης να αποσταλεί άμεσα από τον Πρωτοκολλητή στο επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας.
[εξηγείται η αναστολή]
Εξηγείται, επίσης, ότι: το διάταγμα επιτήρησης επιβάλλει την παρακολούθηση της διαγωγής σου στο εξής, για όσο διαρκεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, από τις υπηρεσίες του Κράτους. Εάν υπάρξει παράλειψη συμμόρφωσης προς το διάταγμα επιτήρησης, ειδικότερα εάν δεν συμμορφώνεσαι προς τις υποδείξεις του λειτουργού που θα σε επιτηρεί, δυνατόν να κληθείς να παρουσιαστείς ενώπιον του Δικαστηρίου, και χωρίς βλάβη ή επηρεασμό της ισχύος του διατάγματος αυτού, δυνατόν να σου επιβληθεί χρηματική ποινή.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο