ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 9662 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
__________________________
Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Κατηγορία και διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, ότι την 26.6.2026, στη Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Α.Η., από τη Λεμεσό, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή κλοπής [1η Κατηγορία, άρθρα 291, 292(α) ΠΚ] και ότι έκλεψε από την ίδια κατοικία το χρηματικό ποσό των €30.000 και διάφορα κοσμήματα συνολικής αξίας €15.000, όλα περιουσία του προσώπου που αναφέρεται [2η Κατηγορία, άρθρα 255, 266(β) ΠΚ].
O Κατηγορούμενος παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης Κατηγορίας, αλλά δεν παραδέχτηκε τη 2η Κατηγορία, αναφορικά με την οποία διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Παρουσιάστηκε, από την κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία των Αστ.3981 Α. Παπανεοκλέους (ΜΚ1), Αστ.4472 Α. Αριστοτέλους (ΜΚ2) και Μ.Η. (ΜΚ3). Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, επέλεξε να μην δώσει ένορκη μαρτυρία. Η πλευρά της Υπεράσπισης προσκόμισε μαρτυρία από τη μητέρα του Κατηγορούμενου, Ν.Σ. (ΜΥ1). Μετά την παρουσίαση του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων.
Μαρτυρία
Τα γεγονότα που σχετίζονται με τη σύλληψη του Κατηγορούμενου και την αλυσίδα των τεκμηρίων είναι παραδεκτά (Τ1, Τ2), όπως και η επεξεργασία του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και η αναγνώριση του Κατηγορούμενου στα πλάνα που εξασφαλίστηκαν (Τ10).
Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, Τ3, στην οποία αναφέρθηκε στη διαδικασία της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, Τ4, και στην έρευνα που διεξήχθη στην οικία του, όπου δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση. Στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 1.7.2026, Τ4, ο Κατηγορούμενος είχε απαντήσει, σε όλες τις ερωτήσεις, με τη φράση «δεν λέω τίποτε», ενώ αρνήθηκε να υπογράψει. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως η έρευνα στην οικία του Κατηγορούμενου έγινε καθότι υπήρχε εύλογη υποψία ότι η περιουσία που αναφέρθηκε ως κλοπιμαία θα βρίσκεται εκεί, πλην όμως, δεν είχε εντοπιστεί οτιδήποτε. Ο ίδιος δεν θυμάται κάποια περιγραφή των κοσμημάτων που αναφέρθηκαν ως κλοπιμαία, αξίας €15.000. Είχαν εξεταστεί όλοι οι χώροι της κατοικίας του Κατηγορούμενου. Επίσης, ο μάρτυρας δεν θυμάται να έπραξε οτιδήποτε ως προς την εκτίμηση της αξίας κάποιων κοσμημάτων. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο, ως το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεσή του.
Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 4.7.2026, Τ5, στην οποία αναφέρεται τα εξής, ως προς τα γεγονότα: Ενόσω υπηρετούσε στο κλιμάκιο διαρρήξεων, την 26.6.2026, ώρα 19:20, καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού, από την Α.Η., 89 ετών, ότι την ίδια ημέρα, και μεταξύ των ωρών 09:20-18:30, διαρρήχτηκε η οικία της και κλάπηκαν από το υπνοδωμάτιο της, και συγκεκριμένα από το ερμάρι, το χρηματικό ποσό των €30.000, και αριθμός κοσμημάτων συνολικής αξίας €15.000. Την ίδια ημέρα, ώρα 19:30, ο ΜΚ2 μετέβη στη σκηνή, όπου διενήργησε επιτόπιες εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε επίτευξη της εισόδου στην οικία από αλουμινένια πόρτα του υπνοδωματίου, η οποία παραβιάστηκε με φυσική βία, αφού προηγουμένως παραβιάστηκε και η εξωτερική αλουμινένια περσιανόπορτα και πάλι με φυσική βία. Δεν υπάρχει σύστημα συναγερμού ή ασφάλεια έναντι κλοπής. Στην κατοικία, εξωτερικά, και συγκεκριμένα στη βορειοανατολική πλευρά της πρόσοψης, υπάρχει εγκατεστημένη κάμερα, η οποία ήταν σε λειτουργία κατά τις επιτόπιες εξετάσεις και επιθεωρήθηκε, στην παρουσία του Μ.Η, ΜΚ3. Κατά την επιθεώρηση των πλάνων, διαπιστώθηκε ότι την 26.6.2026, ώρα 10:49:05, άνδρας με αμάνικη φανέλα που έφερε άσπρο σύμβολο στο στήθος, μαύρο κοντό παντελόνι με κόκκινη ρίγα, γυαλιά ηλίου στο κεφάλι, που κουβαλούσε άσπρη νάιλον τσάντα, προσέγγισε την οικία, κοντοστάθηκε στο πλαϊνό κάγκελο, και ακολούθως περπάτησε στο πεζοδρόμιο, προς νότια κατεύθυνση, και η ώρα 11:09:29, ο ίδιος επέστρεψε από τη νότια κατεύθυνση, πεζός, χωρίς να κρατά τη νάιλον τσάντα και η ώρα 11:09:38 πετάχτηκε πάνω από το κάγκελο της οικίας, μπήκε στην πλαϊνή αυλή (δέκα πόδια) και κατευθύνθηκε προς την πίσω πλευρά της οικίας. Για το τι παρατήρησε στα σχετικά πλάνα, έγινε καταχώριση στο ημερολόγιο ενεργείας (Τ9). Την ίδια ημέρα, ώρα 20:00, ο ΜΚ3 έστειλε τα αρχεία «14417» και «14416», μέσω της εφαρμογής στο υπηρεσιακό τηλέφωνο, περάστηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αποθηκεύτηκαν σε USB, συσκευάστηκαν και τέθηκαν σχετικά διακριτικά (Τ8). Την 2.7.2026, ώρα 10:55, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης, έλαβε παρειακά επιχρίσματα από τον Κατηγορούμενο, που συσκευάστηκαν στην παρουσία του και τέθηκαν σχετικά διακριτικά. Ο Κατηγορούμενος φορούσε φανέλα που ομοίαζε με τη φανέλα του δράστη, η οποία κατασχέθηκε, με την περιγραφόμενη διαδικασία (Τ7). Ο ΜΚ3 κατέθεσε και την κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη, Α.Η. την 26.6.2026 (Τ6). Στο Τ6, η παραπονούμενη ανέφερε πως στο σπίτι της διαμένει με την οικιακή της βοηθό. Την 26.6.2026, βγήκαν από το σπίτι, αφού την πήρε ο ιός της στον γιατρό και ακολούθως την πήρε μαζί του στο γραφείο, μέχρι την 18:30, που την επέστρεψε στο σπίτι. Πριν φύγουν από το σπίτι, έκλεισε και κλείδωσε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Όταν επέστρεψαν, βρήκε ανοικτή την αλουμινένια πόρτα του υπνοδωματίου και σπασμένα τα φυλλαράκια, ενώ στο δωμάτιο, υπήρχε ακαταστασία. Η πόρτα του υπνοδωματίου ήταν κλειστή και κλειδωμένη και δεν διαπίστωσε άλλη ακαταστασία μέσα στο σπίτι. Στην αυλή, γύρω από το σπίτι, υπάρχει ακαταστασία και είναι σπασμένα τα φυλλαράκια σε άλλα δύο παράθυρα. Δεν ξέρει τι έχει κλαπεί από το υπνοδωμάτιο της και θα κοίταζε να δει. Ως προς τα πλάνα του Τ8, που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο, ο ΜΚ2 εξήγησε πως η κάμερα λειτουργεί με ανίχνευση κίνησης και καταγράφει όταν εντοπίζει κίνηση. Στο αρχείο «14416», που υπάρχουν πλάνα ημερομηνίας 26.6.2026, ώρα 11:09:22, εμφανίζεται ο δράστης, ο οποίος αρχικά προσπαθεί να ανοίξει το κάγκελο εισόδου της διπλανής οικίας, στη συνέχεια προχωρά προς την οικία της παραπονούμενης, ώρα 11:09:39 πετάγεται από το κάγκελο εισόδου και εισέρχεται στην αυλή της οικίας, και προχωρά στον διάδρομο που οδηγεί προς αυτήν. Στο αρχείο «14417», που υπάρχουν πλάνα ημερομηνίας 26.6.2026, προγενέστερης ώρας, την 10:49:02, ο ίδιος άνδρας είχε εμφανιστεί στην οικία της παραπονούμενης, κρατώντας, στο δεξί του χέρι, μία τσάντα άσπρη νάιλον, μεγάλη, που από τον τρόπο που την κρατά, φαίνεται να έχει βάρος. Κοντοστέκεται έξω από την οικία της παραπονούμενης, ωστόσο προχωρά και κατευθύνεται προς τις διπλανές οικίες και εισέρχεται σε χώρο δίπλα από την τελευταία εξ αυτών, που είναι στη σειρά, που δεν διακρίνεται αν είναι είσοδος προς υπόγειο χώρο στάθμευσης ή είσοδος που οδηγεί σε οποιοδήποτε άλλο σημείο. Τα δύο πλάνα δεν δείχνουν τον άνδρα σε οποιαδήποτε άλλη κίνηση. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2, ανέφερε πως στο πλάνο που απεικονίζεται ο δράστης, που δεν αμφισβητήθηκε πως είναι πράγματι ο Κατηγορούμενος, να υπερπηδά το κάγκελο της οικίας της παραπονούμενης δεν κρατά κάτι στα χέρια του, ούτε φορεί γάντια. Πάνω στην πόρτα από την οποία διαπιστώθηκε πως επιτεύχθηκε η είσοδος, δεν υπήρχε κάποια ζημιά, καθώς, όπως ανέφερε, με τη φράση «φυσική βία» εννοεί τη βία που μπορεί να προκληθεί με τα χέρια. Δεν έσπασε κάτι, να ακουστεί θόρυβος, που να καταγραφεί στη κάμερα, η οποία λαμβάνει και ήχο. Ο ίδιος δεν έκανε την εξέταση της σκηνής, αλλά έγινε από τον Α/Λοχ.2492. Η πρώτη δειγματοληψία λήφθηκε από την αλουμινένια περσιανόπορτα του κυρίως υπνοδωματίου, εσωτερικά, και η δεύτερη από κουτιά κοσμημάτων, που ήταν στο κρεβάτι του κυρίως υπνοδωματίου. Οι δειγματοληψίες στάλθηκαν στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας, αλλά δεν συνδέθηκε γενετικά ο Κατηγορούμενος με τη σκηνή. Όπως είναι τα πλάνα, πρώτα ο Κατηγορούμενος περνά από την οικία περιμετρικά με τη τσάντα και μετέπειτα εισέρχεται στην αυλή της οικίας, χωρίς αυτήν, ωστόσο, ο ΜΚ2 ανέφερε πως δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος βγήκε στη συνέχεια από την οικία, κρατώντας οτιδήποτε. Δεν υπάρχει πλάνο με τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται από την οικία, κρατώντας οτιδήποτε. Δεν υπάρχουν φωτογραφίες που να απεικονίζουν είτε τα κοσμήματα είτε τα χρήματα, η αξία των κοσμημάτων είναι ό,τι ανέφερε η παραπονούμενη και ο υιός της.
Ο ΜΚ3, υιός της παραπονούμενης, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 27.6.2026 (Τ11), στην οποία ανέφερε ότι η μητέρα του, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της και της κατάστασής της μετά τη διάρρηξη, δεν ήταν σε θέση να καταθέσει, εξουσιοδοτώντας τον ίδιο να αναφέρει την κλοπιμαία περιουσία. Ανέφερε πως, από το ερμάρι του υπνοδωματίου της, σε κρύπτη στο έδαφος, κλάπηκε το χρηματικό ποσό των €30.000, που είχε τοποθετήσει μετά την πώληση χωραφιού. Επίσης, κλάπηκαν μία καδένα χρυσή 24κ, 4 βραχιόλια χρυσά, 1 δακτυλίδι με πετράδι χρυσό 18κ και δύο αρραβώνες χρυσές του γάμου της. Αυτά θυμόταν, χωρίς να είναι σίγουρη. Η αξία τους είναι €15.000, ήταν όλα δώρο από τον μακαριστό πατέρα του και συναισθηματικής αξίας. Την ημέρα της διάρρηξης, 26.6.2026, ο ίδιος πήγε γύρω στις 08:20 και πήρε τη μητέρα του, για να την πάρει μαζί του στο γραφείο. Γύρω στις 09:00 ήταν εκεί, έφυγαν και πήγαν στο γραφείο του, επιστρέφοντας γύρω στις 18:30. Ο ίδιος δεν κατέβηκε, την άφησε έξω μαζί με την κοπέλα που την προσέχει και έφυγε. Μετά από περίπου 5 λεπτά, έλαβε τηλεφώνημα από τη μητέρα του, η οποία του είπε να επιστρέψει καθώς διέρρηξαν το σπίτι της. Έσπασαν την μπροστινή περσιανόπορτα του υπνοδωματίου, δοκίμασε και την πίσω, αλλά δεν άνοιξε. Μπήκαν μέσα, η είσοδος που συγκοινωνεί με το σπίτι ήταν κλειστή, έγινε προσπάθεια να σπάσει, χωρίς αποτέλεσμα. Μέσα στο δωμάτιο, ήταν όλα άνω-κάτω, από ερμάρια μέχρι κρεβάτια, κομοδίνα, τα πάντα, δεν άγγιξαν οτιδήποτε. Πήραν την Αστυνομία, μετέβησαν στο σημείο, τους είπαν να μην αγγίξουν κάτι και θα γίνονταν εξετάσεις την επομένη. Έκλεισαν το δωμάτιο και την επομένη πήγε η Αστυνομία και πήρε δείγματα. Τους είπαν να ελέγξουν τι λείπει. Είδαν ότι η κρυψώνα ανοίχτηκε, χάθηκαν τα πράγματα από μέσα, χάθηκαν και τα χρυσαφικά και αυτά. Ο ίδιος γνώριζε για την ύπαρξη του ποσού καθώς ήταν από την πώληση οικοπέδου, ήθελε το ποσό εκεί σε μετρητά η μητέρα του, να τα έχει εκεί. Τα χρυσαφικά του τα είχε δείξει. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ3 ανέφερε πως η μητέρα του διέμενε με τον πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε την 11.1.2025. Την ώρα της διάρρηξης, η μητέρα του ήταν στο γραφείο, μαζί του. Ο ίδιος δεν λαμβάνει ειδοποιήσεις στο κινητό του από τη κάμερα, λόγω του τρόπου λειτουργίας της. Όταν επέστρεψαν και πήγε και ο ίδιος φαίνεται πως έσπασαν την πόρτα, η οποία ήταν κλειδωμένη. Τα ρούχα από το ερμάρι ήταν στο δάπεδο, από τα κομοδίνα ήταν όλα έξω, τα μαξιλάρια ήταν κάτω, έλειπε ένα μαξιλαρόντυμα από το μαξιλάρι, υποθέτοντας ότι χρησιμοποιήθηκε από τον δράστη, για να τοποθετήσει τα πράγματα σε αυτό. Το ακίνητο από το οποίο είχαν προκύψει τα χρήματα ήταν ένα χωράφι, στις Πλάτρες, αλλά ο ίδιος δεν είχε κάτι μαζί του, τη δεδομένη χρονική στιγμή, για να δείξει. Η πληρωμή είχε γίνει με επιταγή, αλλά η μητέρα του είχε ζητήσει οι €30.000 να αφαιρεθούν από το τίμημα και να της δοθούν σε μετρητά, να τα έχει. Ερωτώμενος πού φυλάχτηκαν, ανέφερε «σε χώρο που ούτε ο Θεός δεν το βρίσκει αυτό το πράγμα εκεί που ήταν» «ήταν στο ερμάρι, κάτω από το ερμάρι, στο έδαφος, με καπάκια από πάνω, βιδωμένα και όλα». Υπάρχει οικιακή βοηθός, την οποία είχε για περίπου ένα χρόνο. Για την κρύπτη, γνώριζαν μόνον οι γονείς του και ο ίδιος. Δεν έχει κάποια φωτογραφία. Τα κοσμήματα τα έφερνε ο πατέρας του το 1965 από το Λίβανο, όπου ταξίδευε. Παλιά τα είχε πάρει ο ίδιος ο ΜΚ3 σε κοσμηματοπώλη και είχε εκτιμήσει την αξία τους, γιατί απλώς ήθελε να την γνωρίζει, αλλά αυτό έγινε πριν από περίπου τρία χρόνια. Δεν γνωρίζει ξεχωριστά την αξία αυτών.
Η ΜΥ1, μητέρα του Κατηγορούμενου, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της στην Αστυνομία, ημερομηνίας 3.7.2026, στην οποία ανέφερε ότι ο υιός της μένει μόνος του, δεν εργάζεται και λαμβάνει αναπηρικό επίδομα. Παρόλο που διαμένουν χωριστά, τον βλέπει καθημερινά. Επειδή ο υιός της αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, φροντίζει να τον βλέπει κάθε μέρα. Δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την υπόθεση ούτε πρόσεξε να έχει στην κατοχή του πολλά λεφτά ή κοσμήματα το τελευταίο χρονικό διάστημα. Την Παρασκευή 26.6.2026, το πρωί, γύρω στις 10:00, είχαν βρεθεί και της ζήτησε €30 γιατί ήθελε να πάει στη Λευκωσία, να δει μία φίλη του. Στη συνέχεια, της ζήτησε και τον πήρε σε ένα καφενείο, κοντά στο Λανίτειο, και τον άφησε και έφυγε. Την Κυριακή τη νύκτα, της τηλεφώνησε ότι επέστρεψε στο σπίτι του και τη Δευτέρα το πρωί πήγε και του πήρε στάντουιτς και του έδωσε και €20 γιατί δεν κρατούσε λεφτά. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι σχέσεις της με τον υιό της είναι πολύ καλές. Καθημερινά η ίδια πήγαινε και τον έβλεπε, παίρνοντάς του φαγητό. Την 26.6.2026 της είπε ότι μπορεί να πάει στη Λευκωσία, τον ρώτησε αν έχει λεφτά, της είπε πως είχε €20 και του έδωσε επιπλέον €30. Δεν ξέρει αν τελικά πήγε, την επόμενη τελικά της είπε πως δεν είχε πάει, όμως την 26.6.2026, ήθελε να τον πάρει κάπου, τον πήρε, τον άφησε και αν πήγαινε στη Λευκωσία θα πήγαινε με το λεωφορείο. Με δεδομένο πως της είπε πως θα απουσίαζε, δεν του πήρε μετέπειτα φαγητό, την ίδια ημέρα. Όμως, ήταν καθημερινά που τον έβλεπε, τον βοηθούσε όσο μπορούσε και δεν πιστεύει ότι ο γιος της έκανε τούτη την πράξη. Γνωρίζει, όπως ανέφερε, πως έμπαινε μέσα στις αυλές των σπιτιών και έπιανε παλιοσίδερα και τα πωλούσε, όταν δεν είχε, για να παίρνει τη δόση του. Δεν θυμάται αν πήγε το βράδυ της Κυριακής, όταν της τηλεφώνησε ο υιός της, πήγε όμως το επόμενο πρωί. Ότι δεν είχε πάει στη Λευκωσία, της το είχε πει την επομένη. Δεν έβγαινε έξω από το διαμέρισμά του, είχε φοβίες, έμενε μέσα στο διαμέρισμα, κάποτε του άφηνε το φαγητό επ’ έξω, επαναλαμβάνοντας πως αποκλείεται ο υιός της να το έκανε, γιατί μεταξύ του υιού της και της ίδιας υπάρχει και φιλία, ξέρει τα πάντα για τη ζωή του, και δεν πιστεύει ότι έκανε την πράξη που του καταλογίζουν. Δεν γνωρίζει γιατί ένιωσε την ανάγκη να πει, στην κατάθεσή της, ότι ο υιός της είχε επικοινωνήσει μαζί την Κυριακή το βράδυ, αναφέροντας πως άλλα έλεγε, άλλα έγραφαν, αλλά η ίδια ορκίστηκε, θεωρώντας πως δεν έχουν σημασία αυτές οι λεπτομέρειες, ούτε θυμάται αν τη Δευτέρα το πρωί του έδωσε, εκτός από φαγητό, και χρήματα.
Αξιολόγηση
Στο πλαίσιο αυτό, είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
Η μαρτυρία του ΜΚ1 περιορίζεται ουσιαστικά στις ανακριτικές ενέργειες που διενεργήθηκαν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, στη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης και στην έρευνα της κατοικίας του. Ο μάρτυρας περιέγραψε συγκεκριμένες ενέργειες που ανάγονται στην προσωπική του υπηρεσιακή γνώση. Η εκδοχή του παρουσιάζεται συνεκτική, χωρίς να προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ της αρχικής κατάθεσής του και των διευκρινίσεων που παρείχε κατά την αντεξέταση. Ο ΜΚ1 δεν επιχείρησε να προσδώσει στην έρευνα της κατοικίας του Κατηγορούμενου αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο που πράγματι προέκυψε. Δεν απέκρυψε ούτε επιχείρησε να δικαιολογήσει την απουσία σχετικών ευρημάτων. Περιορίστηκε στην παράθεση του αποτελέσματος της έρευνας. Η στάση αυτή ενισχύει την αξιοπιστία του ως προς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Αντίστοιχα, η αδυναμία του να θυμηθεί συγκεκριμένη περιγραφή των κοσμημάτων ή κάποια ενέργεια για την εκτίμηση της αξίας τους, υπό τις περιστάσεις, δεν ξενίζει, εφόσον πρόκειται για ζητήματα ως προς τα οποία δεν επικαλέστηκε ειδική γνώση, ούτε ισχυρίστηκε ότι διενήργησε ο ίδιος διαδικασία εξακρίβωσης ή αποτίμησης. Ο ΜΚ1 δεν παρέχει οποιαδήποτε αυτοτελή επιβεβαίωση της ύπαρξης, της αξίας ή της αφαίρεσης των συγκεκριμένων αντικειμένων, που είναι και το αμφισβητούμενο ζήτημα, όσον αφορά τη 2η Κατηγορία, μα είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη στο σύνολό της, εντός των ορίων της προσωπικής του γνώσης, δηλαδή ως προς τις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβη.
Ο ΜΚ2 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, που προέβη και στην εξέταση του οπτικογραφημένου υλικού και στην περιγραφή των ευρημάτων που προέκυψαν από τις ανακριτικές ενέργειες. Υπάρχουν οι ενέργειες που πραγματοποίησε ο ίδιος, οι διαπιστώσεις που προκύπτουν αντικειμενικά από τα τεκμήρια και οι πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση του μέσω άλλων προσώπων. Ως προς την εξασφάλιση και την επεξεργασία των οπτικογραφημένων αρχείων, τη λήψη παρειακών επιχρισμάτων και την κατάσχεση της φανέλας, η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει αδυναμίες. Οι σχετικές ενέργειες περιγράφονται με συγκεκριμένη χρονική ακολουθία και συνδέονται με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Σχετικά με το περιεχόμενο των αρχείων «14416» και «14417», τα πλάνα προβλήθηκαν στο Δικαστήριο και η ταυτότητα του απεικονιζόμενου προσώπου δεν αμφισβητήθηκε. Ο ΜΚ2 περιέγραψε τον Κατηγορούμενο να προσεγγίζει αρχικά την περιοχή της κατοικίας, κρατώντας λευκή νάιλον τσάντα και, περίπου είκοσι λεπτά αργότερα, να επιστρέφει χωρίς αυτήν, να υπερπηδά το κάγκελο και να κατευθύνεται προς το εσωτερικό της αυλής. Η περιγραφή αυτή συμβαδίζει με το περιεχόμενο των οπτικογραφημένων αρχείων. Δεν διαπιστώνεται προσπάθεια του μάρτυρα να αποκρύψει ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την είσοδό του στην αυλή, δεν κρατούσε την προηγουμένως εμφανιζόμενη τσάντα. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει πλάνο που να απεικονίζει τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται από την κατοικία, κρατώντας οποιοδήποτε αντικείμενο. Παραδέχτηκε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει εάν εκείνος αποχώρησε μεταφέροντας κάτι. Δεν επιχείρησε να παρουσιάσει ως οπτικά διαπιστωμένο γεγονός κάτι που δεν προκύπτει από την καταγραφή των πλάνων. Ως προς την κατάσταση της σκηνής, ο ΜΚ2 αρχικά αναφέρθηκε σε παραβίαση της αλουμινένιας πόρτας με φυσική βία, ενώ κατά την αντεξέταση, διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε ορατή ζημιά στην ίδια την πόρτα και ότι η χρησιμοποιούμενη έκφραση περιλάμβανε τη δυνατότητα άσκησης βίας με τα χέρια. Οι αναφορές αυτές δεν είναι κατ' ανάγκην ασυμβίβαστες. Η παραβίαση μιας πόρτας δεν προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, εμφανή θραύση της, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση, γίνεται χωριστή αναφορά σε ζημιές στην εξωτερική περσιανόπορτα. Στην κατάθεσή του, ο ΜΚ2, αναφέρει ότι, κατά την αρχική καταγγελία της 26.6.2026, και ώρα 19:20, η παραπονούμενη είχε αναφέρει την κλοπή €30.000 και κοσμημάτων αξίας €15.000. Εντούτοις, στη δική της κατάθεση, της ίδιας ημερομηνίας, Τ6, η παραπονούμενη δήλωσε ότι δεν γνώριζε τι είχε κλαπεί από το υπνοδωμάτιό της, και ότι θα προέβαινε σε έλεγχο. Υπάρχει αυτή η αναντιστοιχία, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο της πρώτης γνωστοποίησης της φερόμενης κλοπιμαίας περιουσίας, που αφορά το κατά πόσον το ακριβές ποσό και η αξία των κοσμημάτων αναφέρθηκαν κατά την αρχική καταγγελία ή προέκυψαν ύστερα από μεταγενέστερο έλεγχο. Δεν αποκλείεται η αρχική πληροφορία να συμπληρώθηκε ή να αποσαφηνίστηκε αργότερα. Η χρονική ακολουθία δεν εξηγείται επαρκώς, από τη μαρτυρία του, δηλαδή δεν γνωστοποιείται, με την απαιτούμενη σαφήνεια, πότε εξακριβώθηκε η φερόμενη απώλεια, από ποιον και με ποια διαδικασία. Ωστόσο, η αναντιστοιχία αυτή δεν καθιστά τη μαρτυρία του ΜΚ2 αναξιόπιστη, και ως προς τις ανακριτικές ενέργειες που πράγματι ο ίδιος εκτέλεσε. Ο ΜΚ2 επιβεβαίωσε ότι οι γενετικές εξετάσεις δεν συνέδεσαν τον Κατηγορούμενο με τα δείγματα που λήφθηκαν από τη σκηνή. Οι δειγματοληψίες περιλάμβαναν και κουτιά κοσμημάτων που βρίσκονταν στο κρεβάτι του υπνοδωματίου. Ο ΜΚ2 δεν επιχείρησε να αποκρύψει τυχόν αδυναμίες της υπόθεσης. Τέλος, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι δεν υπήρχαν φωτογραφίες των χρημάτων ή των κοσμημάτων και ότι η αναφερόμενη αξία των τελευταίων στηριζόταν στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την παραπονούμενη και τον υιό της. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ2 ως αξιόπιστη, αναφορικά με τις προσωπικές του ανακριτικές ενέργειες, το περιεχόμενο των οπτικογραφημένων αρχείων και τα αποτελέσματα των εξετάσεων που περιέγραψε.
Ο ΜΚ3 είναι υιός της παραπονούμενης και είχε άμεση γνώση ορισμένων γεγονότων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν τη διάρρηξη. Παράλληλα, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του για την καταγγελλόμενη κλοπή στηρίζεται σε πληροφορίες που αποδίδει στη μητέρα του και σε δικές του εκτιμήσεις για την ύπαρξη και την αξία της περιουσίας. Η συγγενική σχέση του με την παραπονούμενη δεν αποτελεί λόγο δυσπιστίας, τουλάχιστον από μόνη της. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η συναισθηματική του εμπλοκή συνεπάγεται πρόθεση παραπλάνησης. Το ζήτημα είναι κατά πόσον η γνώση που επικαλείται έχει επαρκές πραγματικό υπόβαθρο και αν οι αναφορές του αντέχουν στη σύγκριση με τα αντικειμενικά δεδομένα. Καταρχάς, η μαρτυρία του για την απουσία της μητέρας του από την κατοικία, την επιστροφή της, την ειδοποίησή του για τη διάρρηξη και την κατάσταση που αντίκρισε στο υπνοδωμάτιο παρουσιάζει ουσιαστική συνοχή. Η περιγραφή της ακαταστασίας, των μετακινημένων ρούχων, των αντικειμένων που βρίσκονταν στο δάπεδο και της παραβίασης του χώρου συμβαδίζει με τη γενική εικόνα που προκύπτει από τα υπόλοιπα στοιχεία. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να αμφισβητηθεί ότι ο μάρτυρας επέστρεψε στην κατοικία και διαπίστωσε την κατάσταση που περιέγραψε. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ως προς τα συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία, άλλωστε, δεν είναι εκ των αμφισβητούμενων γεγονότων.
Δεν μπορεί να υπάρξει όμοια προσέγγιση στις αναφορές του για την αφαίρεση του χρηματικού ποσού των €30.000 και των κοσμημάτων αξίας €15.000. Ως προς το χρηματικό ποσό, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι αυτό προερχόταν από πώληση ακινήτου στις Πλάτρες. Εξήγησε ότι, μολονότι η πληρωμή πραγματοποιήθηκε με επιταγή, η μητέρα του ζήτησε να αφαιρεθεί ποσό €30.000 από το τίμημα και να της παραδοθεί σε μετρητά. Η εξήγηση αυτή δεν είναι εξ ορισμού απίθανη. Δεν είναι ασυνήθιστο ένα πρόσωπο προχωρημένης ηλικίας να προτιμά τη φύλαξη μετρητών στην κατοικία του, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η επιλογή αυτή είναι συνετή. Ο ΜΚ3 δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει την περιγραφόμενη χρηματική συναλλαγή, δηλαδή δεν παρουσιάστηκε συμφωνία πώλησης, απόδειξη καταβολής, τραπεζικό έγγραφο ή άλλη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι το συγκεκριμένο ποσό καταβλήθηκε πράγματι σε μετρητά στην παραπονούμενη. Βεβαίως, η απόδειξη της κατοχής χρημάτων δεν προϋποθέτει πάντοτε και έγγραφη τεκμηρίωση. Το πρόβλημα, στην παρούσα περίπτωση, είναι κάπως ευρύτερο. Είναι το ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν προσδιορίζει, με επάρκεια, πότε ο ΜΚ3 είδε, για τελευταία φορά, το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, υπό ποιες συνθήκες επιβεβαίωσε την παρουσία του στην κρύπτη, και με ποιον τρόπο γνωρίζει ότι ολόκληρο το ποσό εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί και κατά την ημέρα της διάρρηξης. Η γενική διαβεβαίωσή του ότι γνώριζε την ύπαρξη των χρημάτων δεν απαντά στα ερωτήματα αυτά, ενώ η γνώση ότι ένα πρόσωπο είχε, κάποτε, στην κατοχή του συγκεκριμένο ποσό δεν είναι και προσωπική γνώση ότι εξακολουθούσε να το κατέχει, στην ίδια θέση, και στο ίδιο ύψος, κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Η αμφιβολία αυτή δεν αίρεται από την περιγραφή της κρύπτης, ως προς την οποία, επίσης, υπάρχουν ορισμένα σημεία που δημιουργούν αμφιβολίες. Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε σε έναν ιδιαίτερα δυσπρόσιτο χώρο, κάτω από το ερμάρι, στο έδαφος, καλυμμένο με βιδωμένα καπάκια. Μάλιστα, χρησιμοποίησε και μία ιδιαίτερα κατηγορηματική έκφραση, για το πόσο δύσκολο ήταν να εντοπιστεί ο χώρος, με αναφορά στον Θεό. Η περιγραφή δεν απορρίπτεται, ως αναληθής. Εάν, όμως, η κρύπτη ήταν τόσο καλά αποκρυμμένη, η φερόμενη ανεύρεση και παραβίασή της, από πρόσωπο που εισήλθε στην κατοικία, αποτελεί γεγονός που προκαλεί ορισμένα ερωτηματικά. Όχι ότι αποκλείεται ένας διαρρήκτης να ανακαλύψει, ακόμη και τυχαία, μίαν επιμελώς κρυμμένη θέση φύλαξης. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθεί και αυτονόητο ότι ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος την εντόπισε, άνοιξε τα καλύμματά της και αφαίρεσε το περιεχόμενό της, όταν δεν υπάρχει και οποιοδήποτε άμεσο στοιχείο, για τις κινήσεις του στο υπνοδωμάτιο, ή για τον χρόνο που παρέμεινε εκεί. Στο ότι δεν μπορεί να είναι αυτονόητο προσθέτει το ότι η μαρτυρία πως η κρύπτη βρέθηκε ανοικτή δεν ήταν άμεση μαρτυρία, κατά την πρώτη καταγγελία από την παραπονούμενη. Να είχε βρεθεί ανοικτή η καλά κρυμμένη κρύπτη και να μην είχε τύχει άμεσης προσοχής, για αναφορά, δημιουργεί προβληματισμό και τον δημιουργεί καθώς δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή δεδομένα. Δεν προσκομίστηκαν φωτογραφίες του χώρου, όπως εντοπίστηκε από την πρώτη στιγμή, ούτε μαρτυρία άμεση, σαφής και συγκεκριμένη, για το ακριβές προηγούμενο περιεχόμενο της κρύπτης. Κατά τον ίδιο τον ΜΚ3, την ύπαρξη της κρύπτης γνώριζαν μόνον οι γονείς του και ο ίδιος. Και ο Θεός. Η πληροφορία αυτή δεν οδηγεί σε κάποιο συγκεκριμένο εναλλακτικό συμπέρασμα, μα ο ΜΚ3 δεν παρουσίασε στοιχεία, από τα οποία να μπορεί να εξηγηθεί, πώς ο Κατηγορούμενος, ξένος που εισήλθε στην οικία για να κλέψει, χωρίς να είναι γνωστός ο χρόνος που έμεινε εκεί και οι κινήσεις του στο δωμάτιο, κατόρθωσε να αποκτήσει γνώση της συγκεκριμένης θέσης, που τυχαία δεν θα μπορούσε να αποκτηθεί, να την ανοίξει, και συνάμα να μην καταστεί και άμεσα ορατό, στη συνέχεια, και σοβαρό σημείο για αναφορά, με την πρώτη καταγγελία, ότι ανοίχτηκε η κρυφή κρύπτη με ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό εντός αυτής.
Ό,τι θα μπορούσε να εκληφθεί ως οικονομικά πολυτιμότερο, στην οικία μίας ηλικιωμένης γυναίκας, ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και κοσμήματα αξίας, αναφέρθηκε, σε κατοπινό στάδιο, από τον υιό της, ότι ήταν προϊόν κλοπής. Ως προς τα κοσμήματα, ο ΜΚ3 περιέγραψε ορισμένα αντικείμενα που, όπως ανέφερε, ανήκαν στη μητέρα του και είχαν αποκτηθεί από τον αποβιώσαντα πατέρα του. Η αναφορά του ότι τα κοσμήματα του είχαν επιδειχτεί στο παρελθόν παρέχει κάποιο πραγματικό υπόβαθρο στη γνώση που επικαλείται. Δεν υπάρχει επαρκής λόγος να απορριφτεί το ότι είχε δει κοσμήματα στην κατοχή της μητέρας του. Η ακριβής ταυτότητα, η ποσότητα και η αξία εκείνων που φέρονται να αφαιρέθηκαν, όμως, είναι άλλο ζήτημα. Στην κατάθεσή του, ο ΜΚ3 αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη χρυσή καδένα, τέσσερα βραχιόλια, ένα δακτυλίδι και δύο βέρες. Παράλληλα, όμως, αναγνώρισε ότι η ανάκληση των αντικειμένων δεν ήταν απόλυτα βέβαιη. Ο ΜΚ3 δεν προσδιόρισε πότε είχε δει τελευταία φορά τα συγκεκριμένα κοσμήματα στην κατοικία, ούτε κατέθεσε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι βρίσκονταν όντως στο υπνοδωμάτιο, αμέσως πριν από την είσοδο του Κατηγορούμενου εκεί. Η εκτίμηση της συνολικής τους αξίας σε €15.000 παρουσιάζει περαιτέρω αδυναμίες. Ο μάρτυρας επικαλέστηκε εκτίμηση κοσμηματοπώλη που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε πραγματοποιηθεί περίπου τρία χρόνια προηγουμένως. Παρεμβάλλεται, χωρίς να υπονοείται οτιδήποτε πέραν αυτής της διαπίστωσης, ότι δεν εξηγήθηκαν οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο ίδιος ενδιαφέρθηκε να εξασφαλίσει εκτίμηση για τα ιστορικά αυτά κοσμήματα, εκείνο το χρονικό διάστημα. Παρεμβάλλεται, σε συνάρτηση με το ότι δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε άλλο έλαβε χώρα μετά από την ικανοποίηση της «περιέργειας», που ανέφερε, σχετικά με την αξία τους. Κατά πόσο, για παράδειγμα, εκτιμήθηκε η αξίας τους, και απλώς τοποθετήθηκαν πίσω στα κουτιά τους, από τον ίδιο, ο οποίος μπορεί να γνωρίζει και ότι παρέμειναν εκεί, για όλη την επόμενη τριετία. Δεν προσκόμισε, εξάλλου, σχετική έκθεση, ή άλλο στοιχείο αποτίμησης, δεν διευκρινίστηκε επαρκώς το περιεχόμενο της εκτίμησης, και ο ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την επιμέρους αξία κάθε αντικειμένου. Η επίκληση προηγούμενης εκτίμησης δεν επαρκεί, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, για την ασφαλή διαπίστωση της αξίας που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Ούτε η αναφορά στη συναισθηματική αξία των κοσμημάτων μπορεί να αναπληρώσει την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, για την οικονομική τους αποτίμηση. Η συναισθηματική σημασία ενός οικογενειακού κειμηλίου αποτελεί διαφορετική παράμετρο, από την αγοραία αξία του.
Ανέφερε, ο ΜΚ3, ότι από το υπνοδωμάτιο έλειπε ένα μαξιλαρόντυμα, το οποίο υπέθεσε ότι χρησιμοποιήθηκε από τον δράστη, για τη μεταφορά των κλοπιμαίων. Η συγκεκριμένη σκέψη αποτελεί υπόθεση του μάρτυρα, και όχι διαπιστωμένο γεγονός. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε μαξιλαρόντυμα, κατά την είσοδο ή την έξοδό του, ούτε εντοπίστηκε τέτοιο αντικείμενο, στην κατοχή του. Όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει απεικόνιση του χώρου, δηλαδή της αναφερόμενης ως σκηνής διάπραξης του αδικήματος, αμέσως μετά τη διάπραξή του και πριν οποιαδήποτε παρέμβαση. Ως προς τη χρονική εξέλιξη της καταγγελίας, στην αρχική της κατάθεση, Τ6, η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τι είχε κλαπεί, και ανέφερε ότι θα προέβαινε σε έλεγχο. Την επόμενη ημέρα ήταν ο ΜΚ3 που προέβη στην αναφορά της φερόμενης κλοπιμαίας περιουσίας. Η μεταγενέστερη διαπίστωση απώλειας αντικειμένων δεν είναι καθαυτή ύποπτη. Είναι απολύτως κατανοητό, μετά την ανακάλυψη μιας διάρρηξης, να προηγείται η διαπίστωση της παραβίασης και να ακολουθεί η εξέταση των αντικειμένων που ενδεχομένως λείπουν. Ενδεχομένως να υπήρχε και αναστάτωση, ταραχή, από αυτό το συμβάν της διάρρηξης. Το βασικό πρόβλημα, στη μαρτυρία του ΜΚ3, πέραν αυτών που μπορούν να βρουν εναλλακτικές εξηγήσεις, είναι πως δεν κατέθεσε, με την απαιτούμενη σαφήνεια, ποια προσωπική γνώση διέθετε, για την παρουσία των συγκεκριμένων χρημάτων και κοσμημάτων στον χώρο πριν από τη διάρρηξη, ώστε να μπορεί να βεβαιώσει, με ασφάλεια, ότι αυτά αφαιρέθηκαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Επιπλέον, η παραπονούμενη δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας κατά την ακροαματική διαδικασία. Η απουσία της δεν αξιολογείται δυσμενώς, ούτε θεωρείται αδικαιολόγητη, δεδομένης της προχωρημένης ηλικίας και της κατάστασής της, όπως τουλάχιστον αυτές περιγράφονται στη λοιπή μαρτυρία. Εντούτοις, δεν υπήρχε η δυνατότητα εξέτασης, μέσω προφορικής μαρτυρίας και αντεξέτασης της ίδιας, των στοιχείων που δεν αποτέλεσαν και αντικείμενο της ίδιας της ανάκρισης, δηλαδή το πότε είχε τοποθετήσει τα χρήματα στην κρύπτη, πότε είχε ελέγξει τελευταία φορά το περιεχόμενό της, και ποια ακριβώς κοσμήματα γνώριζε ότι διατηρούσε στον συγκεκριμένο χώρο. Οι ελλείψεις της κατάθεσης της παραπονούμενης δεν θεραπεύονται από τη μεταγενέστερη μαρτυρία του υιού της, ο οποίος φαίνεται να συγχωνεύει, όσα γνώριζε από προηγούμενη επαφή με την περιουσία της μητέρας του, όσα πληροφορήθηκε μετά τη διάρρηξη, και όσα συμπέρανε, από την κατάσταση του υπνοδωματίου. Ενοποίησε όλες αυτές τις διαφορετικές πηγές γνώσης, και προσέδωσε στην τελική του διαβεβαίωση μεγαλύτερη βεβαιότητα, από εκείνην που δικαιολογούν, αντικειμενικά, τα πραγματικά δεδομένα, στα οποία στηρίζεται. Δεν είναι πως ο ΜΚ3 επινόησε την καταγγελλόμενη απώλεια ή ότι κατέθεσε, εν γνώσει του, ψευδώς. Μια τέτοια διαπίστωση δεν στηρίζεται στη μαρτυρία. Εκείνο που διαπιστώνεται είναι ότι η προσωπική του πεποίθηση για την κλοπή των συγκεκριμένων αντικειμένων δεν συνοδεύεται από επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν την αποδοχή της ως ασφαλούς πραγματικού γεγονότος. Συνεπώς, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν είναι επαρκώς αξιόπιστη και ασφαλής η μαρτυρία του ΜΚ3 ότι, κατά την επίδικη διάρρηξη, αφαιρέθηκαν από τον συγκεκριμένο χώρο €30.000 από κρύπτη και τα περιγραφόμενα κοσμήματα αξίας €15.000.
Η ΜΥ1, μητέρα του Κατηγορούμενου, κατέθεσε κυρίως για την καθημερινότητά του, την οικονομική του κατάσταση, τις επαφές που είχε μαζί του κατά τον κρίσιμο χρόνο και την απουσία οποιασδήποτε προσωπικής της διαπίστωσης ότι αυτός κατείχε χρήματα ή κοσμήματα. Δεν προκύπτει ουσιαστικός λόγος να αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας διατηρούσε στενή σχέση με τον Κατηγορούμενο, τον επισκεπτόταν συχνά, του παρείχε φαγητό και οικονομική βοήθεια και είχε επαφή μαζί του κατά την ημέρα της διάρρηξης. Δεν είναι γεγονότα που αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας. Η περιγραφή της συνάντησης της 26.6.2026, της παράδοσης των χρημάτων και της μεταφοράς του σε καφενείο κοντά στο Λανίτειο δεν αναιρείται από κάποιο αντικειμενικό στοιχείο. Ούτε προέκυψε μαρτυρία που να καθιστά τις συγκεκριμένες αναφορές απίθανες. Οι διαφορές μεταξύ της αρχικής της κατάθεσης και των απαντήσεων κατά την αντεξέταση, ως προς το αν ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι θα μεταβεί ή ενδεχομένως να μεταβεί στη Λευκωσία, δεν είναι ουσιώδεις. Η ίδια δεν ισχυρίστηκε ότι τον συνόδευσε στη Λευκωσία, ή ότι γνώριζε πού βρισκόταν σε ολόκληρο το κρίσιμο διάστημα. Η μαρτυρία της δεν στοιχειοθετεί άλλοθι, ούτε παρουσιάστηκε ως τέτοια.
Περαιτέρω, η αναφορά της ΜΥ1 ότι δεν παρατήρησε τον υιό της να κατέχει σημαντικά χρηματικά ποσά ή κοσμήματα γίνεται αποδεκτή, ως δήλωση προσωπικής παρατήρησης, και μόνον. Δεν μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη σημασία, με δεδομένο πως η μάρτυρας δεν συγκατοικούσε με τον Κατηγορούμενο, δεν είχε διαρκή εποπτεία των κινήσεων, ή των συναλλαγών του, και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, εξαντλητικά, ποια αντικείμενα ενδεχομένως να βρίσκονταν στην κατοχή του. Το ότι δεν είδε χρήματα ή κοσμήματα, δεν αποδεικνύει ότι εκείνος ουδέποτε τα κατείχε. Ούτε, βεβαίως, μπορεί η απουσία προσωπικής της παρατήρησης να εκληφθεί ως ένδειξη ότι υπήρξε τέτοια κατοχή. Η μαρτυρία της παρουσιάζει, πάντως, αδυναμίες, ως προς την ακρίβεια ορισμένων λεπτομερειών. Η αρχική αναφορά της ότι την Κυριακή το βράδυ ο υιός της επικοινώνησε μαζί της και ότι τη Δευτέρα το πρωί του παρέδωσε φαγητό και χρήματα δεν διατηρήθηκε, με την ίδια βεβαιότητα, κατά την αντεξέταση. Η μάρτυρας δήλωσε ότι δεν θυμόταν όλες τις λεπτομέρειες και αμφισβήτησε, εν μέρει, την ακρίβεια της καταγραφής όσων είχε αναφέρει στην Αστυνομία. Η απόκλιση αυτή μειώνει την ακρίβεια της μαρτυρίας της, ως προς τις μεταγενέστερες επαφές της με τον Κατηγορούμενο. Δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι ολόκληρη η μαρτυρία της είναι ψευδής, ενώ τα συγκεκριμένα περιστατικά είναι δευτερεύοντα.
Ως προς τις γενικευμένες διαβεβαιώσεις της ΜΥ1, για τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του υιού της, και τις αναφορές της ότι ο Κατηγορούμενος δεν έβγαινε από το διαμέρισμά του, ότι αντιμετώπιζε φοβίες και ότι ήταν αδύνατο να είχε διαπράξει την πράξη που του αποδίδεται, στην απόλυτη διατύπωσή τους, αυτές οι αναφορές δεν συνάδουν με τα αντικειμενικά δεδομένα. Η ίδια περιέγραψε ότι, κατά την επίδικη ημέρα, τον μετέφερε σε καφενείο, ενώ η παρουσία του στην κατοικία της παραπονούμενης και η διάπραξη του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας είναι παραδεκτά γεγονότα. Η ενδεχόμενη κοινωνική απομόνωση του Κατηγορούμενου ή η ύπαρξη φοβιών δεν αποκλείουν την πραγματοποίηση συγκεκριμένων εξόδων ή ενεργειών. Η μάρτυρας, όμως, δεν περιορίστηκε στην περιγραφή μιας γενικής τάσης απομόνωσης. Επικαλέστηκε τα χαρακτηριστικά αυτά, για να αποκλείσει, κατηγορηματικά, τη δυνατότητα τέλεσης της πράξης. Η βεβαιότητα αυτή δεν στηρίζεται σε προσωπική γνώση των γεγονότων. Η στενή σχέση μητέρας και υιού εξηγεί την πεποίθησή της, χωρίς να την καθιστά αποδεικτικά ασφαλή. Η μάρτυρας είναι εμφανώς συναισθηματικά συνδεδεμένη με τον Κατηγορούμενο, και η διαβεβαίωση ότι γνωρίζει τα πάντα για τη ζωή του δεν συμβιβάζεται με το γεγονός ότι αγνοούσε τις πραγματικές κινήσεις του, κατά το επίδικο διάστημα. Δεν θεωρείται ότι η μητρική της ιδιότητα ή η επιθυμία προστασίας του υιού της συνεπάγονται συνειδητή ψευδολογία. Διαπιστώνεται, όμως, ότι οι απόλυτες διαβεβαιώσεις της υπερβαίνουν τη γνώση που μπορούσε πράγματι να έχει.
Ούτε η αναφορά της ΜΥ1 στα ψυχολογικά προβλήματα του Κατηγορούμενου, στο αναπηρικό του επίδομα ή στην ανάγκη οικονομικής συνδρομής μπορεί να στηρίξει συμπέρασμα περί διάπραξης ή μη διάπραξης της κλοπής. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν συνιστούν αξιόπιστους δείκτες της συγκεκριμένης συμπεριφοράς και δεν προσφέρονται για κρίσεις περί εγκληματικής προδιάθεσης. Δεν είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη η μαρτυρία της ΜΥ1, στον βαθμό που ενδιαφέρει τα αμφισβητούμενα ζητήματα, δηλαδή αυτή η κατηγορηματική της θέση ότι ο Κατηγορούμενος αποκλείεται να διέπραξε την επίδικη πράξη. Πρόκειται για προσωπική πεποίθηση, επηρεασμένη από τη στενή συγγενική σχέση, η οποία δεν στηρίζεται σε γνώση των κρίσιμων γεγονότων και δεν συμβαδίζει, ως προς τη γενικότερη περιγραφή της συμπεριφοράς του, με τα αντικειμενικά διαπιστωμένα περιστατικά.
Ευρήματα
Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, κατά την έκταση που προσδιορίστηκε ανωτέρω, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και τα γεγονότα που συνομολογούνται, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων: Την 26.6.2026, ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Α.Η., στη Λεμεσό, με σκοπό τη διάπραξη κλοπής. Πρόκειται για γεγονός το οποίο ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε, αποδεχόμενος τη διάπραξη του αδικήματος που περιγράφεται στην 1η Κατηγορία. Η Α.Η., ηλικίας 89 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, διέμενε στην κατοικία μαζί με την οικιακή της βοηθό. Την ημέρα εκείνη, ο υιός της, ΜΚ3, μετέβη στην κατοικία κατά τις πρωινές ώρες, περί τις 08:20, και παρέλαβε τη μητέρα του, την οποία μετέφερε στο γραφείο του, όπου βρίσκονταν περί τις 09:00. Η παραπονούμενη απουσίαζε από την κατοικία κατά τον χρόνο της διάρρηξης. Επέστρεψε περί τις 18:30, μαζί με την οικιακή της βοηθό, οπότε ο ΜΚ3 τις άφησε έξω από την κατοικία και αναχώρησε. Μετά την είσοδό της στην κατοικία, η παραπονούμενη διαπίστωσε ότι είχε προηγηθεί διάρρηξη. Ειδοποίησε τηλεφωνικά τον ΜΚ3, ο οποίος επέστρεψε στο σημείο. Στο υπνοδωμάτιο υπήρχε εκτεταμένη ακαταστασία. Ρούχα είχαν αφαιρεθεί από το ερμάρι και βρίσκονταν στο δάπεδο, αντικείμενα από τα κομοδίνα είχαν μετακινηθεί και μαξιλάρια βρίσκονταν επίσης στο δάπεδο. Η εξωτερική αλουμινένια περσιανόπορτα του υπνοδωματίου παρουσίαζε σημεία παραβίασης. Η είσοδος στον χώρο είχε επιτευχθεί με άσκηση φυσικής βίας. Στην ίδια την αλουμινένια πόρτα του υπνοδωματίου δεν διαπιστώθηκε ορατή ζημιά. Στην κατοικία, υπήρχε εγκατεστημένη κάμερα παρακολούθησης, στη βορειοανατολική πλευρά της πρόσοψης, η οποία λειτουργούσε με ανίχνευση κίνησης και κατέγραφε εικόνα και ήχο. Από τα οπτικογραφημένα αρχεία που εξασφαλίστηκαν και προβλήθηκαν στο Δικαστήριο, προκύπτουν οι κινήσεις του Κατηγορούμενου στην περιοχή της κατοικίας κατά τις πρωινές ώρες της 26.6.2026. Ειδικότερα, στο αρχείο «14417», περί την 10:49, ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται να προσεγγίζει την κατοικία, κρατώντας στο δεξί του χέρι μεγάλη λευκή νάιλον τσάντα. Φορούσε αμάνικη φανέλα με λευκό σύμβολο στο στήθος, μαύρο κοντό παντελόνι με κόκκινη ρίγα και γυαλιά ηλίου στο κεφάλι. Στάθηκε για λίγο έξω από την κατοικία και στη συνέχεια προχώρησε προς τις παρακείμενες κατοικίες, καταλήγοντας σε χώρο δίπλα από την τελευταία της σειράς, χωρίς να διακρίνεται η ακριβής χρήση ή η περαιτέρω διαμόρφωση του χώρου εκείνου. Στο αρχείο «14416», περί την 11:09, ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται εκ νέου στην περιοχή, χωρίς τη λευκή τσάντα. Αρχικά, προσεγγίζει το κάγκελο εισόδου της διπλανής κατοικίας και επιχειρεί να το ανοίξει. Στη συνέχεια, κατευθύνεται προς την κατοικία της παραπονούμενης και, περί την 11:09:39, υπερπηδά το κάγκελο εισόδου, εισέρχεται στην αυλή και προχωρεί στον διάδρομο που οδηγεί προς την οικία. Κατά την είσοδό του στην αυλή, δεν κρατούσε οποιοδήποτε αντικείμενο στα χέρια του, ούτε φορούσε γάντια. Τα συγκεκριμένα οπτικογραφημένα αρχεία δεν απεικονίζουν άλλες κινήσεις του Κατηγορούμενου εντός της κατοικίας ή την έξοδό του από αυτή. Δεν υπάρχει καταγραφή στην οποία να εμφανίζεται να αποχωρεί μεταφέροντας χρήματα, κοσμήματα ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο. Η ταυτότητά του ως του προσώπου που απεικονίζεται στα πλάνα είναι παραδεκτή. Την ίδια ημέρα, στις 19:20, καταγγέλθηκε η διάρρηξη στο ΤΑΕ Λεμεσού. Περί τις 19:30 διενεργήθηκαν επιτόπιες αστυνομικές εξετάσεις. Εξετάστηκε η κατάσταση του χώρου και επιθεωρήθηκε το υλικό της εγκατεστημένης κάμερας. Τα δύο οπτικογραφημένα αρχεία διαβιβάστηκαν από τον ΜΚ3, μεταφέρθηκαν σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και αποθηκεύτηκαν σε συσκευή USB, η οποία συσκευάστηκε και σημάνθηκε ως τεκμήριο. Η επεξεργασία του υλικού και η αναγνώριση του Κατηγορούμενου σε αυτό αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, όπως και τα στοιχεία που αφορούν τη σύλληψή του και την αλυσίδα φύλαξης των σχετικών τεκμηρίων. Στο πλαίσιο της διερεύνησης λήφθηκαν δείγματα από την εσωτερική πλευρά της αλουμινένιας περσιανόπορτας του κυρίως υπνοδωματίου και από κουτιά κοσμημάτων που βρίσκονταν επάνω στο κρεβάτι. Τα δείγματα διαβιβάστηκαν στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για εξέταση. Την 2.7.2026 λήφθηκαν, με γραπτή συγκατάθεση του Κατηγορούμενου, παρειακά επιχρίσματα. Κατά την ίδια διαδικασία, κατασχέθηκε φανέλα που φορούσε και η οποία ομοίαζε με εκείνη του προσώπου που απεικονίζεται στα οπτικογραφημένα αρχεία. Από τις γενετικές εξετάσεις δεν προέκυψε ταυτοποίηση που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τα δείγματα που είχαν ληφθεί από τη σκηνή. Διενεργήθηκε επίσης έρευνα στην κατοικία του Κατηγορούμενου, η οποία κάλυψε όλους τους χώρους της. Από την έρευνα δεν εντοπίστηκαν χρηματικά ποσά, κοσμήματα ή οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα που να συνδέονται με την καταγγελλόμενη κλοπή. Κατά την ανακριτική διαδικασία της 1.7.2026, ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, επαναλαμβάνοντας τη φράση «δεν λέω τίποτε», ενώ αρνήθηκε να υπογράψει την ανακριτική του κατάθεση. Σε σχέση με την περιουσία της παραπονούμενης, ο ΜΚ3 ανέφερε πως γνώριζε την ύπαρξη κρύπτης στο υπνοδωμάτιο, κάτω από το ερμάρι, στο έδαφος, η οποία καλυπτόταν με βιδωμένα καλύμματα. Ανέφερε, επίσης, πως γνώριζε ότι η μητέρα του είχε στην κατοχή της χρυσά κοσμήματα, ορισμένα από τα οποία του είχαν επιδειχθεί κατά το παρελθόν. Ανέφερε, επίσης, ότι κατά τον μη αστυνομικό έλεγχο, που ακολούθησε τη διάρρηξη, διαπίστωσε ότι ο χώρος της κρύπτης είχε ανοιχτεί. Στο υπνοδωμάτιο παρατηρήθηκε, επιπλέον, από τον ίδιο, η απουσία ενός μαξιλαροντύματος από το αντίστοιχο μαξιλάρι. Στην κατάθεση που έδωσε η παραπονούμενη στην Αστυνομία την 26.6.2026, Τ6, ανέφερε ότι δεν γνώριζε ακόμη τι είχε αφαιρεθεί από το υπνοδωμάτιό της, και ότι θα προέβαινε σε σχετικό έλεγχο. Την επομένη, 27.6.2026, ο ΜΚ3 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, Τ11, στην οποίαν ανέφερε ως κλοπιμαία περιουσία χρηματικό ποσό €30.000 από την κρύπτη και χρυσά κοσμήματα, συνολικής αξίας, κατά την εκτίμησή του, €15.000. Περιέγραψε μία χρυσή καδένα 24 καρατίων, τέσσερα χρυσά βραχιόλια, ένα χρυσό δακτυλίδι 18 καρατίων με πετράδι και δύο χρυσές βέρες. Ανέφερε ότι τα χρήματα προέρχονταν από πώληση ακινήτου στις Πλάτρες και ότι η μητέρα του είχε ζητήσει να λάβει το συγκεκριμένο ποσό σε μετρητά. Για τα κοσμήματα, επικαλέστηκε παλαιότερη εκτίμηση κοσμηματοπώλη. Δεν προσκομίστηκαν έγγραφα σχετικά με την αναφερόμενη καταβολή του χρηματικού ποσού σε μετρητά, φωτογραφίες των κοσμημάτων ή έκθεση εκτίμησης της αξίας τους. Δεν ανακτήθηκε οποιοδήποτε από τα αντικείμενα που δηλώθηκαν ως κλοπιμαία. Οι σχετικές δηλώσεις καταγράφονται ως γεγονότα της καταγγελίας, χωρίς να διατυπώνεται εύρημα περί της αφαίρεσης της συγκεκριμένης περιουσίας. Ως προς τις περιστάσεις που αφορούν τον Κατηγορούμενο, αυτός διέμενε μόνος του και διατηρούσε στενή σχέση με τη μητέρα του, ΜΥ1, η οποία τον επισκεπτόταν συχνά, φρόντιζε για τη διατροφή του και του παρείχε οικονομική βοήθεια. Ο Κατηγορούμενος δεν εργαζόταν και λάμβανε αναπηρικό επίδομα. Την 26.6.2026, περί τις 10:00, η ΜΥ1 συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος της ανέφερε ότι ενδεχομένως να μετέβαινε στη Λευκωσία για να επισκεφθεί φίλη του. Του έδωσε €30, επιπλέον του ποσού των €20 που εκείνος της είχε αναφέρει ότι διέθετε, και στη συνέχεια τον μετέφερε με το όχημά της σε καφενείο κοντά στο Λανίτειο, όπου τον άφησε. Η ΜΥ1 δεν τον συνόδευσε στη Λευκωσία και δεν είχε προσωπική γνώση των μεταγενέστερων κινήσεών του κατά την ίδια ημέρα. Κατά τις επαφές της με τον Κατηγορούμενο, η ΜΥ1 δεν παρατήρησε να έχει στην κατοχή του μεγάλα χρηματικά ποσά ή κοσμήματα.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΠΚ:
(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:
Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2) (α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-
(i) με τέχνασμα
(ii) με εκφοβισμό
(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο
(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα
(β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.
(γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής, θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα[6]:
(α) απόκτηση κατοχής ή αποκόμιση ή ιδιοποίηση πράγματος (υπαλλακτικά),
(β) το πράγμα ανήκει σ' άλλο πρόσωπο,
(γ) το πράγμα μπορεί ν' αποτελέσει αντικείμενο κλοπής,
(δ) η απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη του πράγματος,
(ε) η απουσία αξίωσης δικαιώματος με καλή πίστη,
(στ) η ύπαρξη σκοπού, κατά τον χρόνο της συμπεριφοράς αυτής, ο ιδιοκτήτης του πράγματος να στερηθεί το πράγμα αυτό μόνιμα,
(ζ) η ύπαρξη δόλου, που καλύπτει όλα τα προαναφερόμενα, δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, η διάρρηξη και η είσοδος του Κατηγορούμενου στην κατοικία της παραπονούμενης, με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα. Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε την 1η Κατηγορία, ενώ η παρουσία του στη σκηνή επιβεβαιώνεται και από το οπτικογραφημένο υλικό. Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην κατοικία επιδιώκοντας τη διάπραξη κλοπής. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται ότι η κλοπή πραγματοποιήθηκε. Η παραδοχή της πρόθεσης δεν εκτείνεται στην αφαίρεση της περιουσίας που περιγράφεται στη 2η Κατηγορία, την οποίαν ο Κατηγορούμενος αρνείται. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσον, με βάση τα ευρήματα γεγονότων, αποδείχτηκε ότι ο Κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή, αποκόμισε ή ιδιοποιήθηκε την περιγραφόμενη περιουσία, υπό τις υπόλοιπες περιστάσεις που απαιτεί το άρθρο 255 ΠΚ.
Αποδεικνύεται ότι ο Κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία και ότι, μετά τη διάρρηξη, το υπνοδωμάτιο βρέθηκε σε κατάσταση εκτεταμένης ακαταστασίας, με αντικείμενα μετακινημένα από τις συνήθεις θέσεις τους. Τα γεγονότα αυτά συνάδουν με αναζήτηση περιουσίας εντός του υπνοδωματίου. Δεν αποδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος εντόπισε και αφαίρεσε τα χρήματα και τα κοσμήματα που αναφέρονται στην 2η Κατηγορία. Η μαρτυρία του ΜΚ3 επ’ αυτού δεν έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, για τους λόγους που εξηγήθηκαν προηγουμένως. Τα οπτικογραφημένα αρχεία δεν απεικονίζουν τον Κατηγορούμενο να εξέρχεται από την κατοικία, μεταφέροντας περιουσία. Χωρίς επαρκή εξήγηση, για την απουσία πλάνων εξόδου και για την ύπαρξη μόνον πλάνων εισόδου, ενώ η κάμερα καταγράφει κινήσεις και ενώ δεν αναφέρθηκε άλλη έξοδος ή τρόπος να μην είχε καταγραφεί η έξοδος. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος δεν αφαίρεσε οτιδήποτε, δεδομένου ότι δεν υπάρχει συνεχής καταγραφή των κινήσεών του. Δεν παρέχει, όμως, και θετική επιβεβαίωση της συγκεκριμένης, καταγγελλόμενης αφαίρεσης. Ούτε η εκτενής έρευνα της κατοικίας του Κατηγορούμενου απέδωσε οποιοδήποτε σχετικό εύρημα. Δεν εντοπίστηκαν χρήματα, κοσμήματα ή αντικείμενα συνδεόμενα με την καταγγελλόμενη ως κλοπιμαία περιουσία. Δεν έγινε έρευνα για τον εντοπισμό τους, σε συνάρτηση και με τις κινήσεις του Κατηγορούμενου. Αντίστοιχα, οι γενετικές εξετάσεις δεν απέδωσαν οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τα αντικείμενα από τα οποία λήφθηκαν δείγματα, περιλαμβανομένων του κουτιών των κοσμημάτων. Αναγνωρίζεται ότι η μη ανεύρεση κλοπιμαίων ή γενετικού υλικού δεν αποτελεί αναγκαίο εμπόδιο στη στοιχειοθέτηση κλοπής. Η καταδίκη μπορεί να στηρίζεται και σε περιστατική μαρτυρία, εφόσον αυτή αποδεικνύει τα αναγκαία γεγονότα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εδώ, όμως, τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία δεν καλύπτουν την ουσιώδη έλλειψη μαρτυρίας, ως προς την ίδια την αφαίρεση της συγκεκριμένης περιουσίας. Ούτε η μετακίνηση ρούχων και άλλων αντικειμένων κατά την αναζήτηση περιουσίας θεμελιώνει, από μόνη της, κλοπή αυτών των αντικειμένων που αναφέρονται στη 2η Κατηγορία. Συνεκτιμώντας όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, διαπιστώνεται ότι αποδείχτηκαν η παράνομη είσοδος του Κατηγορούμενου στην κατοικία και η διατάραξη του υπνοδωματίου, αλλά όχι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή, αποκόμισε ή ιδιοποιήθηκε το ποσό των €30.000 ή οποιοδήποτε από τα συγκεκριμένα κοσμήματα που περιγράφονται στην 2η Κατηγορία.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν αποδείχτηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος διενήργησε τη συγκεκριμένη πράξη που του αποδίδεται στη 2η Κατηγορία. Ειδικότερα, παραμένει αμφιβολία, ουσιαστική και εύλογη, που αφορά την αφαίρεση των αναφερόμενων ως κλοπιμαίων από τον Κατηγορούμενο. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στη 2η Κατηγορία.
Το αποτέλεσμα αυτό δεν αφορά τον τρόπο με τον οποίον η κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ή προώθησε την υπόθεση, που ήταν επιμελής. Η κατάληξη ερείδεται, αποκλειστικά, στην επάρκεια και την ποιότητα της διαθέσιμης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Toumba v. The Republic (1984) 2 CLR 110.
[6] Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 CLR 174, R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, Lawrence v Commissioner of Police of the Metropolis (otherwise known as R v Lawrence) [1972] AC 262, Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 CLR 382, Azinas v. Police (1981) 2 CLR 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486, Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 700, Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 236/2018, ECLI:CY:AD:2019:B3, 11.01.2019.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο