ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, E. Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2296/20
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ
και
GEORGIOS SYMONIDIS
Ημερομηνία : 26/09/25
Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Μ. Αντωνίου
Για τον Κατηγορούμενο : κα. Α. Σαββίδου
Κατηγορούμενος : παρόν
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, κατά παράβαση του άρθρου 137 Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος την 18η Δεκεμβρίου του 2018, στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, ανυπάκουσε νόμιμη διαταγή από πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα, δηλαδή ανυπάκουσε σε δικαστικό διάταγμα με αρ. 44/18 που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, με το οποίο διατασσόταν να δώσει αποτυπώματα και άλλες λήψεις για σκοπούς απομόνωσης γενετικού υλικού.
Μαρτυρία
Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο με την σύμφωνη γνώμη της υπεράσπισης πέντε συνολικά τεκμήρια τα οποία αφορούν σε έγγραφα εκ των οποίων τα πρώτα τέσσερα, δηλαδή τα Τεκμήρια 1 – 4, δηλώθηκαν και στην συνέχεια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 5Α και 5Β αυτό αφορά στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου.
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και το κλείσιμο της υπόθεσης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανόμωτι δήλωση από την θέση που βρίσκεται ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του.
Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και συνεπώς αποτελούν και τα ευρήματα μου, την 17/12/18, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην παρουσία του Λοχ. 407 Α. Κανάρη ο οποίος εμφανίστηκε για τον Αιτητή που ήταν ο Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου, εξέδωσε διάταγμα με βάση το οποίο διατασσόταν η λήψη από την αστυνομία φωτογραφιών και δειγμάτων τριχών από τον Κατηγορούμενο προς τον σκοπό διερεύνησης των αδικημάτων της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, βιασμού, απαγωγής και επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης.
Ακολούθως, ο Λοχ 2639 Ζ. Ζήνωνος ο οποίος και υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και πιο συγκεκριμένα στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, στις 18/12/18 και ώρα 20:50 μ.μ. μετέβηκε με τον Αστ. 495 Γ. Δημητρίου στα αστυνομικά κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου όπου στην παρουσία του Αστ. 2607 Μιχάλη Χριστοδούλου ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν κρατούμενος για υπόθεση βιασμού, απαγωγής, συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ότι εξασφαλίσθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με το οποίο να διατάσσεται όπως η αστυνομία λάβει από τον ίδιο δείγματα σάλιου και τριχών καθώς και αποτυπωμάτων. Στην συνέχεια ο Λοχ. 2639 Ζ. Ζήνωνος επέδωσε στην συνέχεια το σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 17/12/18 στον Κατηγορούμενο αλλά αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει και τότε αυτό τοποθετήθηκε στην προσωπική του περιουσία. Στην συνέχεια αφού ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για το σχετικό διάταγμα και πληροφορήθηκε υπήρχε πρόθεση να του ληφθούν δείγματα σάλιου σε σχέση με την διερευνώμενη υπόθεση για την οποία τελούσε υπό κράτηση, η ώρα 21:15 μ. μ χρησιμοποιώντας τις ανάλογες υπό τις περιστάσεις βία με την βοήθεια του Αστ. 2607, έλαβε από αυτόν δύο παρειακά επιχρίσματα, τα οποία και συσκεύασε σε χακί χάρτινο φάκελο τον οποίο σφράγισε με αστυνομική ταινία και του έδωσε τα διακριτικά Ζ. Ζ και υπέγραψε. Ο δε Κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει τη σφράγιση του εν λόγω φακέλου. Στις 19/12/18 και ώρα 07:00 π.μ ο Λοχ. 2639 παρέδωσε το πιο πάνω τεκμήριο της υπόθεσης στον εξεταστής της αναφερόμενης υπόθεσης Αστ. 3731 Ηλία Μιχαήλ.
Ο Αστ. 3699 Μάριος Ιωάννου του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου την 21/07/19 και μεταξύ των ωρών 13:55 – 14:05 μ.μ στο Γραφείο Μικροπαραβάεων Πάφου με την συνδρομή της διερμηνέα Ειρήνας Πατρόκλου κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο στην Ρωσική γλώσσα και αφού του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε « ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο».
Ο Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος με την ανωμοτί δήλωση στην οποία προέβηκε ανέφερε ότι είναι αθώος και ότι δεν έκανε οτιδήποτε.
Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police (1987) 2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Μπορεί, όμως, από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά.
Η ανώμοτη δήλωση – όπως και η σιωπή – σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police (1981) 2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic (1977) 2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 359).
Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου:
«Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση».
Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε η ανώμοτη δήλωση δεν προσφέρεται για απόδειξη γεγονότων και η αξία της είναι μόνο πειστική. Η αξία της δε αυτή προκύπτει μέσα από την εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει προσαχθεί καμία μαρτυρία από την πλευρά του Κατηγορούμενου πλην από την δήλωση του ότι είναι αθώος.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι η ανώμοτη δήλωση στερείται αποδεικτικής αξίας και καμία βαρύτητα δεν μπορώ να προσδώσω στην δήλωση του Κατηγορούμενου αφού αυτή εξάλλου δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία.
Ευρήματα
Σημειώνεται ότι τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο αποτελούν συνακολουθά και τα ευρήματα μου τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω κατωτέρω αυτολεξεί.
Νομική πτυχή - Συμπεράσματα
Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας βασίζεται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:
«137. Όποιος ανυπακούει σε διάταγµα, ένταλµα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί µε οποιαδήποτε επίσηµη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτηµένο για αυτό, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια µε τέτοια ανυπακοή».
Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες του επίδικου στην παρούσα αδικήματος, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία αυτού είναι τα ακόλουθα:
1. Η ύπαρξη διατάγματος που εκδόθηκε από Δικαστήριο,
2. Η ανυπακοή του κατηγορούμενου στο εν λόγω διάταγμα.
Περαιτέρω ως λέχθηκε στην Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του κατηγορούμενου προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ’ εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου (βλ. και Θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α. (2009) 2 Α.Α.Δ 634).
Απαιτείται επίσης να αποδειχθεί ότι ο Kατηγορούμενος είχε γνώση του εν λόγω διατάγματος. Σε ποινικές υποθέσεις δεν απαιτείται η γνώση να λαμβάνεται με συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης όπως καθορίζεται στα πλαίσια της αστικής καταφρόνησης (βλ. και Αστυνομία v. Γ. Κυριακίδη (1988) 2 C.L.R. 172).
Το δε διάταγμα θα πρέπει να είναι σαφές και να εξειδικεύει ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα (βλ. Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd (1932) 1 All E.R. 176 και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others (1968) 1 All E.R. 963).
Τέλος ως λέχθηκε στην Θεοφάνους ανωτέρω, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα και η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα :
Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε από Δικαστήριο την 17/12/18 και ότι ο Κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση του περιεχομένου του την 18/12/18 αφού ενημερώθηκε προσωπικά από τον ο Λοχ 2639 Ζ. Ζήνωνος αναφορικά με αυτό αφού τον είχε επισκεφθεί στα κρατητήρια όπου τελούσε υπό το καθεστώς κράτησης για διερευνώμενη υπόθεση, με σκοπό να προβεί στην επίδοση του. Ειδικότερα ο Λοχ. 2639 Ζ. Ζήνωνος επέδωσε το σχετικό διάταγμα στον Κατηγορούμενο αλλά αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει και τότε αυτό τοποθετήθηκε στην προσωπική του περιουσία. Στην συνέχεια μάλιστα ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι υπήρχε πρόθεση να του ληφθούν δείγματα σάλιου και ως εκ τούτου επειδή ο ίδιος δεν συγκατατίθετο χρησιμοποίησε τις ανάλογες υπό τις περιστάσεις βία με την βοήθεια του Αστ. 2607 με αποτέλεσμα να λάβει από αυτόν δύο παρειακά επιχρίσματα. Ο Κατηγορούμενος μάλιστα στην συνέχεια εξακολουθούσε να αρνείται να συνεργαστεί αφού δεν υπέγραφε ούτε τις σφραγίσεις των φακέλων εντός των οποίων τοποθετήθηκαν τα παρειακά επιχρίσματα που του λήφθηκαν.
Με βάση λοιπόν όλες τις πιο πάνω περιστάσεις και ιδιαίτερα τις ενέργειες του Κατηγορούμενου να αρνηθεί να παραλάβει το διάταγμα που είχε εκδοθεί αλλά και να συναινέσει ούτως ώστε να του ληφθούν τα παρειακά του επιχρίσματα καθώς και στην συνέχεια η άρνηση του να υπογράψει τις συγκεκριμένες σφραγίσεις των φακέλων στους οποίους και τοποθετήθηκαν, καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος απείθησε στο επίδικο διάταγμα και ότι η ανυπακοή του ήταν ηθελημένη δηλ. είχε την απαραίτητη πρόθεση ανυπακοής στο Διάταγμα.
Τέλος σε ότι αφορά την θέση της κας. Σαββίδου η οποία τονίζεται ότι δεν αποτέλεσε εισήγηση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση αλλά αναφέρθηκε από την ίδια γενικά στο Δικαστήριο κατά τις τελικές τις αγορεύσεις, ότι δηλαδή το άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, ως τροποποιήθηκε, Ν. 73(Ι)/2004 είναι αντισυνταγματικό καθότι παραβιάζει και το τεκμήριο της αθωότητας, αρκεί απλά και μόνο να αναφερθώ σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου Αίτηση για παραπομπή 1/25 ημερ. 12/09/25 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα :
«Η επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής, απόρροια της λήψης από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση των δειγμάτων, μετρήσεων και λοιπών στοιχείων που παρατίθενται στο ΄Αρθρο 25(1)(α)(β) του Νόμου, δεν είναι ούτε γενικευμένη ούτε και αυθαίρετη. Συναρτάται, είτε με συγκατάθεση του υπό αναφορά προσώπου είτε, σε περίπτωση που αυτό δεν συναινεί, με παροχή σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, η έκδοση του οποίου δεν είναι εκ του νόμου υποχρεωτική αλλά αποτέλεσμα δικανικής κρίσης. Εδραζόμενης σε σειρά παραγόντων, με υπόβαθρο τα δεδομένα της κάθε ξεχωριστής υπόθεσης, μεταξύ άλλων τη φύση και σοβαρότητα της επικαλούμενης παράβασης, την συνδρομή εύλογης υπόνοιας εμπλοκής του προσώπου και, σε κάθε περίπτωση, προς εξέταση και κάτ.΄ εφαρμογή, των βασικών αρχών της αναλογικότητας και αναγκαιότητας προς έκδοση διατάγματος. Με βασικό ζητούμενο την εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής και αφετέρου της ανάγκης προστασίας της δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας τάξης και των δικαιωμάτων των πολιτών».
Στη βάση των πιο πάνω, η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν ότι το ΄Αρθρο 25 του Νόμου δεν παραβιάζει, ούτε και αντίκειται προς το ΄Αρθρο 15 του Συντάγματος.
Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας.
Καταληκτικά ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ............................................
Σ. Συμεού, Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο