ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ
Aρ. Υπόθεσης: 6634/19
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
- ν -
MALAK SHAWKI FARAG NESSIM
Ημερομηνία: 19/11/25
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Μανώλη
Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ε. Μαλά
Κατηγορούμενος : παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (1η κατηγορία), την κατηγορία της απειλής (2η κατηγορία), την κατηγορία της παράνομης παραμονής στην Δημοκρατία (3η κατηγορία) και την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης (4η κατηγορία).
Πιο συγκεκριμένα, με βάση τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί τω ότι, την 26/09/19 σε κατοικία που βρίσκεται στο χωριό xxxxxxxxxxxx της Επαρχίας Πάφου επιτέθηκε εναντίον της Mary Patricia Ashworth από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη αλλά και ότι την απείλησε με την φράση « Ι will destroy you, fuck you, I fuck your house, I will cut you” και την εξύβρισε με την φράση « fuck you.
Επίσης ο Κατηγορούμενος κατηγορείται και επί τω ότι ενώ είναι αλλοδαπός από την Αίγυπτο, και την 07/01/19 καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δύο μηνών για αδικήματα κλοπής και παράνομης παραμονής στην Δημοκρατία στην υπόθεση υπ. αρ. 98/19, ακολούθως μετά την αποφυλάκιση του από τις Κ. Φυλακές δεν αποτάθηκε για ανανέωση της άδειας παραμονής του και έκτοτε διέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Για την υπόθεση Κατηγορούσας αρχής κλήθηκε και κατέθεσε μόνο μια μάρτυρας κατηγορίας, δηλαδή η παραπονούμενη ενώ το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 27/09/19 το οποίο εκδόθηκε από την Δρ. Ιφιγένεια Χαραλάμπους η οποία εργαζόταν στο ΤΑΕΠ της Π. Χρυσοχούς κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός (Τεκμήριο 4).
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση στην 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις υπόλοιπες τρείς κατηγορίες και μετά από ενδιάμεση απόφασή που εκδόθηκε κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία στην 1η, 2η και 4η κατηγορία. Από την αντίπερα όχθη, ο Κατηγορούμενος αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του κατάθεσε ενόρκως ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του.
Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής
Η βασικότερη μάρτυρας για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής είναι αδιαμφισβήτητα η ΜΚ1 η οποία είναι η εν πρώην συμβία του Κατηγορούμενου με τον οποίο και διατηρούσαν ερωτική σχέση. Η ΜΚ1 κατά την παρουσία της στο Δικαστήριο αφού υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τις γραπτές τις καταθέσεις, Τεκμήρια 1, 2 και 3 υπέδειξε κατά την μαρτυρία της τόσο τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες είχε εξελιχθεί το επίδικο περιστατικό όσο και το πως είχε εξελιχθεί η σχέση της μαζί με τον Κατηγορούμενο λόγω της συμπεριφοράς του κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην απόφαση να του πει να χωρίσουν, γεγονός το οποίο σύμφωνα με την ίδια ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αποδεχτεί και ήταν επιθετικός μαζί της.
Από την άλλη βεβαίως αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 αμφισβητήθηκε για τα όσα υπέδειξε σχετικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες είχε επισυμβεί το επίδικο περιστατικό στην οικία των φιλικών τους προσώπων, αφού της υποβλήθηκε η θέση ότι η ίδια ένεκα του ότι δεν μπορούσε να αποδεχτεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος την είχε χωρίσει λόγω του ότι ήταν μεγάλη σε ηλικία και δεν μπορούσε πλέον να αποκτήσει παιδιά, επιτηδευμένα είχε μεταβεί στο συγκεκριμένη κατοικία μαζί με τον γιο της καθότι γνώριζε ότι εκεί συχνάζει και ο Κατηγορούμενος με σκοπό να του δημιουργήσει προβλήματα αφού γενικά τον ενοχλούσε εξαιτίας του ότι την χώρισε και δεν τον άφηνε στην ησυχία του. Η ΜΚ1 απαντώντας στις πιο πάνω θέσεις αρνήθηκε ότι ισχύει οτιδήποτε τέτοιο επαναλαμβάνοντας πολλές φορές την θέση ότι, ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι τον είχε χωρίσει και ότι μάλιστα κατά τον επίδικο χρόνο την είχε χτυπήσει στο πρόσωπο, την είχε απειλήσει και την είχε εξυβρίσει. Μάλιστα όπως υπέδειξε η ίδια αμέσως μετά το περιστατικό μετέβηκε στον μουχτάρη της Περιστερώνας τον Αντρέα με σκοπό να του αναφέρει το τι επακριβώς είχε συμβεί, ο οποίος και της υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε να του μιλήσει καθότι τον γνώριζε.
Ο δε Κατηγορούμενος κατά την μαρτυρία του αφού υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή αναφορικά με το τί συνέβη τόσο στην σχέση του μαζί με την ΜΚ1 όσο και κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα μάλιστα με τα όσα ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στην γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 5, από το έτος 2017 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2019 διατηρούσε σχέση μαζί με την ΜΚ1 στην οποία και ανέφερε ότι θα έπρεπε να χωρίσουν, λόγω του ότι εκείνη ήταν 60 ετών και δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά καθότι ο ίδιος επιθυμούσε να αποκτήσει την δική του οικογένεια και να έχει και τα δικά του παιδιά. Ως εκ τούτου επειδή σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, η ΜΚ1 δεν μπορούσε να δεχτεί τον χωρισμό τους και μετά από το γεγονός αυτό επί καθημερινής βάσης τον ενοχλούσε και του δημιουργούσε προβλήματα ο ίδιος αναγκάστηκε να μεταβεί και στην αστυνομία με σκοπό να την καταγγείλει ενώ σύμφωνα με τον ισχυρισμό του η αστυνομία είχε επικοινωνήσει μαζί της και την συμβούλευσε να σταματήσει να του δημιουργεί προβλήματα. Ο Κατηγορούμενος επίσης υποστήριξε τόσο στην γραπτή του κατάθεση όσο και ενόρκως ότι ουδέποτε τσακώθηκε με την ΜΚ1 και ότι ουδέποτε την είχε χτυπήσει. Σε ότι αφορά δε το επίδικο περιστατικό αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενο ότι ενώ βρισκόταν στο σπίτι των φιλικών τους προσώπων μετέβηκε η ΜΚ1 εκεί με σκοπό να του δημιουργήσει προβλήματα και τότε αυτός της ανέφερε να μην ξαναπάει ούτε στο σπίτι του ούτε οπουδήποτε αλλού συχνάζει ο ίδιος. Η ΜΚ1 σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο άρχισε να φωνάζει και να τον εξυβρίζει επανηλημμένα μπροστά στον φίλο του τον Amir και έτσι και οι δύο αποφάσισαν να εισέλθουν εντός του σπιτιού και να κλείσουν την πόρτα ενώ η ΜΚ1 αφού παρέμενε για λίγο ακόμη έξω από το σπίτι και συνέχιζε να φωνάζει και να βρίζει στην συνέχεια έφυγε.
Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος αμφισβητήθηκε έντονα για την αλήθεια των όσων υποστήριξε τόσο στην γραπτή του κατάθεση όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία. Ειδικότερα κατά την αντεξέταση του ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο χωρισμός του μαζί με την ΜΚ1 επήλθε μετά από το επίδικο συμβάν ενώ υποστήριξε και ότι η ΜΚ1 του δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα αφού τακτικά μετέβαινε στο σπίτι του είτε όταν ήταν σπίτι είτε όταν αυτός έλειπε αλλά και ότι επισκεπτόταν και στους φίλους του προκαλώντας του έτσι πολλά προβλήματα. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο μάλιστα λόγω της παρενόχλησης που δεχόταν από την ΜΚ1 αυτός μετέβηκε και στην αστυνομία με σκοπό να την καταγγείλει αλλά η αστυνομία τον έδιωχνε και δεν δεχόντουσαν της καταγγελίες του.
Ερωτώμενος ο Κατηγορούμενος αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, ισχυρίστηκε ότι κατά το επίδικο βράδυ βρισκόταν στο σπίτι του φίλου του Amir το οποίο βρίσκεται πλησίον του δικού του και καθόντουσαν μαζί με τον ίδιο την γυναίκα του και τα παιδιά του. Τότε σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο αφίχθηκε η ΜΚ1 με το όχημα της με σκοπό να του δημιουργήσει προβλήματα αφού άρχισε να φωνάζει και να τον εξυβρίζει αρνούμενος από την άλλη ότι ο ίδιος εξύβρισε, απείλησε και χτύπησε την ΜΚ1.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820).
Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14).
Η ΜΚ1 κατά την μαρτυρία της, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης και αφού αντιπαρέβαλα αυτό, τόσο με την δια ζώσης μαρτυρία της όσο και με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου από την ίδια προφορικά, κρίνω ότι η ΜΚ1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η ΜΚ1 απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με σαφήνεια, αμεσότητα και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της ενώ παράλληλα δεν διαφάνηκε ότι η καταγγελία της είχε γίνει για αλλότριους λόγους εναντίον του Κατηγορούμενου επειδή δήθεν η ίδια δεν μπορούσε να αποδεχτεί τον χωρισμό τους. Τουναντίον θα έλεγα. Η ΜΚ1 ήταν σταθερή και περιγραφική στις θέσεις της τόσο αναφορικά με το πως εξελίχθηκε η σχέση της μαζί με τον Κατηγορούμενο κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα από το επίδικο περιστατικό όσο και για τα όσα ανέφερε σε σχέση με αυτό. Εξάλλου η μαρτυρία της αναφορικά με την θέση της ότι ο Κατηγορούμενος την είχε χτυπήσει υποστηρίζεται και από το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 4 σύμφωνα με το οποίο πέραν του ότι ή ίδια ανέφερε στην ιατρό ότι είχε πόνο στην αριστερή πλευρά του προσώπου της αλλά και στον αριστερό της μηρό αφού σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς της ήταν δύο από τα σημεία του σώματος της όπου δέχτηκε επίθεση εκ μέρους του Κατηγορούμενου τόσο με το χέρι του όσο και με το πόδι του, διαπιστώθηκε ότι έφερε οίδημα και μώλωπα στο αριστερό της χέρι στη βάση του αντίχειρα κάτι που επιβεβαιώνει και την θέση της ότι ο Κατηγορούμενος την είχε αρπάξει από το αριστερό της χέρι και την κρατούσε τραβώντας την προς το μέρος του. Σε ότι αφορά τις φράσεις που εκστόμισε τόσο σχετικά με την απειλή εναντίον της όσο και για την εξύβριση, η ΜΚ1 αντεξεταζόμενη παρέμεινε σταθερή στα όσα ισχυρίστηκε χωρίς να κλονιστεί. Γενικά εξετάζοντας την μαρτυρία της ΜΚ1 στο σύνολο της και αφού αντιπαρέβαλα και τις γραπτές τις καταθέσεις με το περιεχόμενο της δια ζώσης μαρτυρίας της, δεν διαπίστωσα να έχει υποπέσει σε καμιά απολύτως ουσιώδη αντίφαση ενώ οι απαντήσεις της και γενικότερα οι θέσεις της χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και ειλικρίνεια.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, η ΜΚ1 κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της.
Από την αντίπερα όχθη, ο Κατηγορούμενος δεν μου άφησε καθόλου θετική εντύπωση και αυτό διότι η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει ούτε πειστικότητα ούτε συνοχή αλλά ούτε και λογική. Ειδικότερα ενώ ο Κατηγορούμενος από την μια ισχυρίστηκε ότι ο χωρισμός του με την ΜΚ1 επήλθε την 26/09/19 μετά από αυτό δηλαδή το επίδικο περιστατικό, από την άλλη στην γραπτή του κατάθεση ισχυρίστηκε κάτι εντελώς διαφορετικό και πιο συγκεκριμένα ότι από τον Σεπτέμβριο του 2019 που είχε χωρίσει με την ΜΚ1 η τελευταία μετέβαινε καθημερινά τόσο στο σπίτι του όσο και στους φίλους του και τον ενοχλούσε δημιουργώντας του αλλεπάλληλα προβλήματα γι’ αυτό και απευθύνθηκε και στην αστυνομία. Η πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου με όλο τον σεβασμό προς τον ίδιο τον Κατηγορούμενο δεν χαρακτηρίζεται καθόλου από ειλικρίνεια αλλά και λογική. Και αυτό διότι προκύπτει το εύλογο ερώτημα πως είναι δυνατόν από την μια ο ίδιος να υποστηρίζει ότι ο μεταξύ τους χωρισμός είχε επέλθει μετά το επίδικο περιστατικό ενώ από την άλλη να ισχυρίζεται ότι ενώ δεν είχαν χωρίσει με την ΜΚ1 η τελευταία πριν από το επίδικο περιστατικό να τον ενοχλεί συνεχώς και να του δημιουργεί προβλήματα την στιγμή που η ίδια δεν γνώριζε για τον χωρισμό τους. Εξάλλου η θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι η ΜΚ1 ήταν αντιδραστική ενόψει του ότι την είχε χωρίσει. Σημειώνεται σε ότι αφορά τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό του, ο Κατηγορούμενος ενόρκως δεν υποστήριξε σε καμία περίπτωση ότι η ΜΚ1 τον ενοχλούσε συνεχώς αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό είχε συμβεί συνολικά μόνο σε τρείς ή τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις . Σε ότι δε αφορά την θέση του Κατηγορούμενου ότι εξαιτίας της παρατεταμένης παρενόχλησης που δεχόταν από την ΜΚ1 αναγκάστηκε να μεταβεί και στην αστυνομία με σκοπό να την καταγγείλει, τονίζεται ότι ενώ από την μια ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στην γραπτή του κατάθεση ότι πρόεβηκε σε σχετικό παράπονο εναντίον της και η αστυνομία συνομίλησε μαζί της για να σταματήσει να τον ενοχλεί, αντεξεταζόμενος από την άλλη ισχυρίστηκε κάτι παντελώς διαφορετικό και πιο συγκεκριμένα ότι η αστυνομία δεν του έδινε καμία απολύτως σημασία και τον έδιωχναν.
Αναφορικά με το τι είχε επισυμβεί επίσης κατά το επίδικο βράδυ, διαπιστώνω ακόμη ότι, ενώ ο Κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι παρών στο επίδικο περιστατικό ήταν μόνο ο φίλος του ο Amir και κανένα άλλο πρόσωπο αντεξεταζόμενος και μετά από σχετική ερώτηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής διαφοροποίησε παντελώς αυτόν τον αρχικό ισχυρισμό του αποδεχόμενος τελικά ότι παρών στο μέρος ήταν και άλλα πρόσωπα δηλαδή η γυναίκα και τα παιδιά του Amir, επιβεβαιώνοντας έτσι τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της ΜΚ1 για την παρουσία και των άλλων παρισταμένων προσώπων, αφού ανέφερε ότι παρών στο μέρος ήταν τόσο η σύζυγος του Amir όσο και τα παιδιά του. Περαιτέρω σημειώνεται και ότι, ενώ η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 της υπέβαλε την θέση ότι στο εν λόγω περαστικό παρών ήταν και ο γιός της ο οποίος μάλιστα είχε ενεργό ανάμιξη, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος από την άλλη αντεξεταζόμενος ουδέποτε υποστήριξε έναν τέτοιο ισχυρισμό, αφού η θέση που προωθήθηκε κατά την μαρτυρία του από τον ίδιο, ήταν ότι η ΜΚ1 είχε αφιχθεί ξαφνικά στο σπίτι του Amir μόνη με το όχημα της και άρχισε να φωνάζει και να τον εξυβρίζει με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος όσο και ο Amir να κλείσουν την πόρτα και να μπουν μέσα στο σπίτι.
Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο και συνεπώς απορρίπτεται αφού ο Κατηγορούμενος κρίνεται αναξιόπιστος.
Ευρήματα
Με βάση την πιο πάνω αποδεχθείσα μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, βρίσκω ότι η ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος είχαν συνάψει σχέση η οποία και έληξε εκ μέρους της ΜΚ1 αφού αυτή το ανακοίνωσε στον Κατηγορούμενο στις 18/09/19. Επειδή η ΜΚ1 διέμενε μόνιμα στην Αγγλία μετά τον χωρισμό της από τον Κατηγορούμενο επέστρεψε στην χώρα της στις 18/08/10 ενώ μετέβηκε και πάλι στην Κύπρο την 12/09/19. Από την επιστροφή της και μετέπειτα είδε τον Κατηγορούμενο κάποιες φορές ενώ τι είχε μεσολαβήσει με την ΜΚ1 και τον Κατηγορούμενο περιγράφεται επί του Τεκμηρίου 1.
Την 26/09/19 η ΜΚ1 πήγε για να επισκεφθεί κάποιους κοινούς τους φίλους που ζουν στο χωριό Περιστερώνα της Επαρχίας Πάφου και ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί. Κατά την δεδομένη χρονική στιγμή παρών στο εν λόγω σπίτι δεν βρισκόταν ο φίλος του Κατηγορούμενου ο Αmir παρά μόνο μέσα στο σπίτι ήταν η σύζυγος του η Maya μαζί με τα τρία ανήλικα παιδιά τους.
Καθώς η ΜΚ1 έβγαινε από το όχημα της με το οποίο είχε αφιχθεί κατευθυνόμενη προς το σπίτι των πιο πάνω προσώπων και ο Κατηγορούμενος την αντιλήφθηκε άρχισε να της φωνάζει και να την καλεί να πάει πίσω στο σπίτι της να κοιμηθεί. Η ΜΚ1 αφού του απάντησε αρνητικά συνέχισε να κατευθύνεται προς το σπίτι των φιλικών τους προσώπων ενώ ο Κατηγορούμενος αφού επανάλαβε τα όσα της είχε αναφέρει προηγουμένως της είπε ξανά να πάει στο σπίτι της να κοιμηθεί αποκαλώντας την και πουτάνα. Η ΜΚ1 του ανέφερε ότι δεν είναι το αφεντικό της και τότε ο Κατηγορούμενος την αποκάλεσε και πάλι πουτάνα, ενώ της ανέφερε και την φράση, γαμώ σε πουτάνα. Αμέσως εμφανίστηκε η σύζυγος του Amir, δηλαδή η Maya, και στάθηκε ανάμεσα τους γιατί ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να την χτυπήσει. Η δε θυγατέρα της Maya, η Μiriam, προσπαθούσε να τραβήξει τον Κατηγορούμενο μακριά ενώ συνομιλούσαν μεταξύ τους όλοι στα αραβικά. Τότε ο Κατηγορούμενος χτύπησε την ΜΚ1 στην αριστερή πλευρά του προσώπου της με το χέρι του ενώ την κλώτσησε και στον αριστερό της μηρό. H δε Μaya και η Miriam προσπαθούσαν να κρατήσουν τον Κατηγορούμενο μακριά από την ΜΚ1, ενώ ο Κατηγορούμενος κατάφερε και την άρπαξε από το αριστερό της χέρι και άρχισε να την τραβά προς το μέρος του αναφέροντας της ότι θα την καταστρέψει. Πιο συγκεκριμένα της είπε την φράση, της είπε την φράση γαμώ σε, θα σε καταστρέψω, θα σου γαμήσω το σπίτι και θα σε κόψω. Η ΜΚ1 την στιγμή εκείνη αφού κατάφερε να απελευθερώσει το χέρι της με την βοήθεια της Mayas η Miriam τον γύρισε από την άλλη και φώναζαν ο ένας στον άλλο στα αραβικά ενώ ο Κατηγορούμενος είπε την ΜΚ1 ξανά πουτάνα. Τότε η ΜΚ1 πήρε το τηλέφωνο της για να πάρει την αστυνομία ενώ η Maya της ζήτησε να τον περιμένουν να ηρεμήσει. Tότε ο Κατηγορούμενος που ο οποίος καθόταν σηκώθηκε και ήρθε και πάλι προς το μέρος της ΜΚ1 ενώ η Maya έσπρωξε την ΜΚ1 πίσω της ενώ ταυτόχρονα έσκυψε και ικέτευε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Το περιστατικό αυτό σημειώνεται ότι έγινε αντιληπτό και από τα άλλα δύο μικρά παιδιά της Mayas. Ακολούθως η ΜΚ1 μετέβηκε στο όχημα της και αφού στην συνέχεια συνάντησε τον μουχτάρη της Περιστερώνας ο οποίος γνωρίζει και τον Κατηγορούμενο αναφέροντας του το τι επακριβώς είχε συμβεί μετέβηκε στο χωριό Στενή στο εστιατόριο Νερόμυλος και ήπιε ένα ποτήρι κρασί συζητώντας τα όσα είχαν συμβεί και με τoν σερβιτόρο με το όνομα Archie. Η ΜΚ1 από την συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και από τα λόγια που της είχε εκστομίσει ένιωσε φόβο για την ζωή της.
Την 27/09/19 η ΜΚ1 μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό και αφού προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου επισκέφθηκε και το Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς όπου εξετάστηκε από την επί καθήκοντι ιατρό Δρ. Ιφιγένεια Χαραλάμπους η οποία και εξέδωσε το ιατρικό πιστοποιητικό με τα ευρήματα της, Τεκμήριο 4.
Ο Κατηγορούμενος ακολούθως ανακρίθηκε γραπτώς και δεν παραδέχθηκε ενοχή.
Νομική Πτυχή
Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ως ακολούθως :
«Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».
«Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».
Επίθεση (assault) αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (Βλ. R v. Venna (1975) 3 All E R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται και με την έννοια της πραγματικής χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο πρόσωπο (battery) χωρίς την συναίνεσή του (consent) και χωρίς νόμιμη δικαιολογία (lawful excuse) με πρόθεση ή απερίσκεπτα. Η βία περιλαμβάνει ακόμα και το άγγιγμα όσο ανεπαίσθητο αυτό και αν είναι νοουμένου ότι γίνεται παράνομα (Βλ. Collins v. Wilcock (1984) 3 All E R 374). Η επίθεση συντελείται όταν κάποιος αγγίζεται με πρόθεση χωρίς την συγκατάθεσή του και χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Η βία που ασκείται δεν είναι απαραίτητο να είναι εχθρική (hostile) ή αναιδής (rude) ή βάναυση (aggressive) (Βλ. Faulkner v. Talbot (1981) 3 All E R 468 και Wilson v. Pringle (1987) QB 203).
Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα είναι, στην μεν περίπτωση του assault, πρόθεση (intention) από μέρους του κατηγορούμενου να προκαλέσει σε κάποιον τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία στο πρόσωπό του ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα προκληθεί μια τέτοια αντίληψη στο μυαλό κάποιου, στην δε περίπτωση του battery, πρόθεση (intention) από μέρους του κατηγορούμενου να ασκήσει βία σε κάποιο ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο τέτοια βία θα ασκηθεί. Η απερισκεψία που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος είναι τύπου Cunningham, δηλαδή, ο κατηγορούμενος πρέπει να προβλέψει τον κίνδυνο ότι θα προκαλέσει σε κάποιον τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία στο πρόσωπό του ή τον κίνδυνο ότι μια τέτοια βία θα ασκηθεί αναλόγως της περίπτωσης (Βλ. Spratt (1991) 2 All E R 210 και Parmenter (1991) 2 All E R 225).
Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574 λέχθηκε ότι ο Νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια η διάπραξη του αδικήματος συντελείται όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία.
Αφ’ ης στιγμής στοιχειοθετείται η επίθεση απομένει μόνο να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η επίθεση προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο είναι ζήτημα αιτιώδους συνάφειας και δεν απαιτείται η απόδειξη περαιτέρω ένοχης διάνοιας ή παράλειψης (Βλ. R. v. Roberts (1971) 56 Cr App Rep 95 και το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 8η έκδοση, σελίδα 437).
Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police (1985) 2 CLR επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Βλ., επίσης, R v. Miller (1954) 2 All E R 529, 534 και Αστυνομία ν. Ιωάννου (1989) 2 ΑΑΔ 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι ιδιαίτερα σοβαρό (really serious) (Βλ. το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 8η έκδοση, σελίδα 437) ή μόνιμου χαρακτήρα.
Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος με το που αντίκρισε την ΜΚ1 να φτάνει έξω από το σπίτι των φιλικών τους προσώπων εκνευρίστηκε και αφού και της επιτέθηκε χτυπώντας την με το χέρι του στο κεφάλι, κλωτσώντας της με το πόδι του στον μηρό της και αρπάζοντας την με το χέρι του από το χέρι της τραβώντας την προς το μέρος του, της προκάλεσε τις σωματικές βλάβες που περιγράφονται επί του Τεκμηρίου 4.
Συνεπώς με βάση την αποδεχθείσα μαρτυρία και συνακόλουθα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι, ο Κατηγορούμενος με τις πιο πάνω ενέργειες του άσκησε βία στην ΜΚ1. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορούμενου έγιναν χωρίς την θέληση ή την συγκατάθεση της ΜΚ1 και με πρόθεση ως από την μαρτυρία που αποδέχθηκα οι εν λόγω ενέργειες του συνάγονται. Σχετικά με το τελευταίο είναι τα περιστατικά που περιβάλλουν την άσκηση βίας, όπως η όλη συμπεριφορά και στάση του Κατηγορούμενου απέναντι στην ΜΚ1 η οποία αναδεικνύει μια έντονη εχθρική διάθεση εναντίον της και η οποία οριοθετούσε τον στόχο του που δεν ήταν άλλος από την επιβολή βίας στο πρόσωπο της. Η επίθεση, επομένως, στοιχειοθετήθηκε. Οι τραυματισμοί δε που προκλήθηκαν στην ΜΚ1 από την επίθεση του ως περιγράφονται στο Τεκμήριο 4 εντάσσονται εντός της έννοιας της πραγματικής σωματικής βλάβης σύμφωνα με την Νομολογία.
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:
«91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».
Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
1. Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.
2. Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή
ανησυχία.
Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής :
«το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής».
Στην υπό κρίση περίπτωση με βάση την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί και συνακόλουθα με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος μόλις αντίκρισε την ΜΚ1 να φτάνει στο σπίτι των κοινών τους φίλων εκνευρίστηκε και την καλούσε να φύγει εκστομίζοντας της διάφορες φράσεις. Ο Κατηγορούμενος ήταν οργισμένος ένεκα της παρουσίας της στο εν λόγω σημείο καθώς και των όσων είχαν προηγηθεί μεταξύ τους με αποτέλεσμα η ΜΚ1 να τον χωρίσει. Με βάση την όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά την δεδομένη χρονική στιγμή είχε δίχως άλλο πρόθεση να εκφοβίσει την ΜΚ1 με σκοπό αυτή να φύγει από το σπίτι των κοινών τους φίλων στο οποίο είχε μεταβεί για επίσκεψη. Εξ ου και της εκστόμισε την φράση « i will destroy you, fuck you, I fuck your house, I will cut you».
Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η φράση αυτή εμπεριέχει παράνομη πράξη και συνεπώς συνιστά απειλή. Μάλιστα από την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί προκύπτει ότι η ΜΚ1 από την απειλή που ο Κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον της φοβήθηκε γι’ αυτό και μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε στην επίδικη καταγγελία εναντίον του.
Υπό το φως των πιο πάνω δοσμένων περιστάσεων προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 2η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, που έχει ως ακολούθως:
«Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος…».
Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι:
- η εξύβριση άλλου προσώπου
- σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο μη δημόσιο με τρόπο ή κάτω από συνθήκες που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και
- κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση.
Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens (1972) 2 ALL ER 1297:
«An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it».
Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 89 λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99 είναι ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή, κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ. ΓΕ v. Ναταλία Καζίνα (1999) 2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 98).
Όσον αφορά στην έννοια του δημόσιου χώρου αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε:
«δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος προς την ΜΚ1 και που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Επίσης με βάση την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί, ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την πιο πάνω φράση προς την ΜΚ1, ενώ φώναζε και ήταν αρκετά εκνευρισμένος. Σε ότι αφορά τον χώρο όμως που βρισκόταν τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, μέσα από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία παρά το γεγονός ότι αφήνεται να νοηθεί ότι βρισκόντουσαν σε μη δημόσιο χώρο εντούτοις δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος κατά την στιγμή που επεσυνέβησαν τα πιο πάνω γεγονότα βρισκόντουσαν εκτός του σπιτιού δηλαδή στην αυλή του ή σε οποιοδήποτε σημείο του που να εντάσσεται εντός της έννοιας του μη δημόσιου χώρου ή αν αυτοί από την άλλη βρισκόντουσαν σε χώρο δημόσιο. Βεβαίως θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη και ότι αν αποδεχόμουν ότι την ώρα που ο Κατηγορούμενος εξύβρισε την ΜΚ1 βρισκόταν σε χώρο μη δημόσιο σε καμία περίπτωση δεν συνηγορεί με οτιδήποτε που να διαφαίνεται ότι η φράση αυτή ήταν ενδεχόμενο να ακουστεί σε χώρο δημόσιο από άλλα πρόσωπα.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την 4η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην συγκεκριμένη κατηγορία.
(Υπ.) ……………………………
Σ. Συμεού, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο