Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Aρ. Υπόθεσης: 3571/24, 10/10/2025
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Aρ. Υπόθεσης: 3571/24, 10/10/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ   

 

 

         Aρ. Υπόθεσης: 3571/24

 

                                           

                                          Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

                                                           - ν -

 

 

 ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

 

                                                                                                 Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 10/10/25

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου

Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου  

Κατηγορούμενος : παρόν  

 

 

Π Ο Ι Ν Η

Ο Κατηγορούμενος, βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), στην κατηγορία διάρρηξης κτιρίου κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 294 (α)  του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η Κατηγορία), στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία) και στην κατηγορία της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα με σκοπό διάπραξης κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 296 (ε) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία).

 

Με βάση τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 27-28/09/23 στην Πάφο, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κακουργήματα δηλαδή το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και της κλοπής και πιο συγκεκριμένα να εισέλθουν στο Εθνογραφικό Μουσείο που βρίσκεται στην οδό (…………….) στην Πάφο και να κλέψουν από αυτό όλα τα αντικείμενα που αναγράφονται στην 3η κατηγορία συνολικής αξίας 20,050 ευρώ τα οποία ήταν περιουσία της ιδιοκτήτριας του Εθνογραφικού Μουσείου και του Μουσείου. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε και ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο και κατά την διάρκεια της νύχτας είχε καλυμμένο το πρόσωπο του με προσωπίδα με σκοπό την διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης.

 

Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν δοθεί στο Δικαστήριο υπό την μορφή εγγράφου (Έγγραφο Α). Τα έχω μελετήσει και τα λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Αναφορά θα γίνει σε αυτά όπου και όποτε κριθεί από το Δικαστήριο ως απαραίτητο.

 

Κατόπιν παράκλησης της Υπεράσπισης και με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έδωσε την άδεια όπως ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και η ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου υπ. αρ. 2462/21 στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η και 10η κατηγορία), την κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η και 7η κατηγορία), την κατηγορία της κλοπής από κατοικία (3η και 8η κατηγορία) την κατηγορία της κλοπής (4η κατηγορία), την κατηγορία της κακόβουλης βλάβης (5η και 9η κατηγορία) την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας (6η κατηγορία) και την κατηγορία της διάρρηξης κτιρίου κατά παράβαση του άρθρου 295 του Ποινικού Κώδικά (11η κατηγορία). 

 

Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 1 μέχρι και 6, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι μεταξύ των ημερομηνιών 27 – 30/11/20 στην Πάφο, συνωμότησε μαζί με άλλο πρόσωπο με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και της κλοπής από αυτή και πιο συγκεκριμένα να κλέψει όλη την περιουσία η οποία αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας η οποία είχε συνολική αξία 12,225 ευρώ και ήταν ιδιοκτησίας του G. Z. Επίσης ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και επί τω ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο έκλεψε το όχημα του πιο πάνω προσώπου μάρκας Mercedes αξίας 5,000 ευρώ καθώς και ότι, προκάλεσε τόσο στο παράθυρο όσο και στην καμινάδα της κατοικίας του πιο πάνω προσώπου ζημιά συνολικής αξίας 697 ευρώ. Τέλος ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και επί τω ότι, την 26/03/21 στην Πάφο είχε στην κατοχή του ένα σκεύος για το οποίο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίο.

 

Αναφορικά με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 7 – 9, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 26-27/12/20 στην Πάφο διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Μ. Χ η οποία βρίσκεται στην (……………) της Επαρχίας Πάφου και έκλεψε από αυτήν οικιακά σκεύη και έπιπλα διαφόρων ειδών συνολικής αξίας 8,080 ευρώ. Επίσης ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο προκάλεσε και ζημιά και στο γυαλί του υπνοδωματίου της πιο πάνω κατοικίας, αξίας 50 ευρώ.

 

Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 9 – 11 κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος επίσης κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 26 – 27/12/20 στην Πάφο, διέρρηξε και εισήλθε στο κοσμηματοπωλείο – εργαστήριο χρυσοχοΐας με την ονομασία «………………….. JEWELLERY» που βρίσκεται στην οδό (……………….) στην Πάφο με σκοπό την κλοπή.

 

Τα γεγονότα αναφορικά με την πιο πάνω υπόθεση, επίσης δόθηκαν στο Δικαστήριο υπό την μορφή εγγράφων. Ειδικότερα σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 6 τα γεγονότα περιλαμβάνονται στο Έγγραφο Β, αναφορικά με τις κατηγορίες 7 - 9 στο Έγγραφο Γ ενώ σε σχέση με τις κατηγορίες 10 – 11 στο Έγγραφο Δ. Τα έχω επίσης μελετήσει και τα λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής.

 

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Ο συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και την  παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω και στο στάδιο που αυτή έχει γίνει.  Επίσης μετέφερε στο Δικαστήριο την ειλικρινή απολογία του Κατηγορουμένου και την υπόσχεση του ότι από τώρα και στο εξής θα αλλάξει συνήθειες και τρόπο ζωής και ότι ουσιαστικά θα απέχει από τις κακές παρέες οι οποίες τον οδήγησαν στο να εξαρτηθεί από τα ναρκωτικά από πολύ νεαρή ηλικία. Αυτός ήταν και ο λόγος σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης, που ο Κατηγορούμενος ένεκα των κακών συναστροφών που είχε από την παδική του ηλικία όταν ζούσε μαζί με τους γονείς του στην Ελλάδα, δηλαδή από την ηλικία των 10 ετών, άρχισε την χρήση κάνναβης ενώ στην πορεία μετατράπηκε σε χρήστης σκληρών ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί και σε δύο περιπτώσεις στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας ενώ σε δύο μάλιστα περιπτώσεις είχε αποπειραθεί να θέσει και τέρμα στην ζωή του.  Προς υποστήριξη μάλιστα της συγκεκριμένης θέσης του, ο κ. Αλεξάνδρου ζήτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα Έγγραφα Ε, ΣΤ1 και ΣΤ2 τα οποία επιβεβαιώνουν και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε νοσηλευτεί λόγω των σοβαρών ψυχικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε εξαιτίας της χρήσης σκληρών ναρκωτικών ουσιών στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας μετά από αιτήματα της οικογένειας του.  

 

Σε ότι αφορά τα περιστατικά που περιβάλλουν τα αδικήματα της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 2462/21, ο κ. Αλεξάνδρου αγορεύοντας,  εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου στο χρονικό διάστημα που αφορά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2020 κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος όπως υπέδειξε βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση εξαιτίας της χρήσης ναρκωτικών. Το Έγγραφο Ε σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης το οποίο έχει κατατεθεί, καταδεικνύει δίχως άλλο την κακή ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά την συγκεκριμένη ουσιώδη χρονική περίοδο ο Κατηγορούμενος λόγω της χρήσης σκληρών ναρκωτικών ουσιών. Σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης, η χρήση ναρκωτικών ουσιών τον είχε καταστήσει πολύ ευάλωτο αλλά και επιρρεπή  ως προς την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων.

 

Δυστυχώς όμως σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου οι αλλεπάλληλες προσπάθειες του Κατηγορούμενου να απεξαρτηθεί καθ’ όλη την διάρκεια της πορείας της ζωής του και παρά την θέληση του ενόψει και του ότι είχε αποκτήσει την δική του οικογένεια, επέβησαν μοιραίες τόσο σε όλες τις περιπτώσεις που εντάχθηκε σε κλειστό πρόγραμμα για απεξάρτηση κατόπιν εκδόσεως διαταγμάτων από το Δικαστήριο, όσο και στις περιπτώσεις που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε να απεξαρτηθεί είτε από μόνος του είτε μέσω ανοιχτών προγραμμάτων. Δυστυχώς σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης τα πρόσωπα που είχαν περιτριγυρίσει τον Κατηγορούμενο, δηλαδή οι φίλοι του, δεν τον άφηναν να απεξαρτηθεί και να παραμείνει καθαρός από ναρκωτικές ουσίες. Γενικά ο κ. Αλεξάνδρου υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι η διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων τόσο της κυρίως υπόθεσης όσο και της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη είναι αποτέλεσμα της εξάρτησης του Κατηγορούμενου από τις ναρκωτικές ουσίες.

 

Περαιτέρω ο κ. Αλεξάνδρου κατά την αγόρευση του κάλεσε το Δικαστήριο πέραν των πιο πάνω, να λάβει υπόψη και όλες τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, ότι αυτός είναι πατέρας τριών ανήλικων τέκνων καθώς και ότι η διακοπή των κλειστών προγραμμάτων απεξάρτησης στα οποία είχε ενταχθεί κατά καιρούς οφειλόταν στο γεγονός ότι εξαιτίας κάποιων προστριβών που είχε μαζί με την μητέρα τους η τελευταία δεν του επέτρεπε να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί με τα παιδιά του γεγονός που τον ανάγκαζε να εγκαταλείψει τα προγράμματα θεραπείας.

 

Τέλος, ο κ. Αλεξάνδρου πέραν της υπόσχεσης του Κατηγορούμενου την οποία μετέφερε στο Δικαστήριο ότι από τούδε και στο εξής θα παραμείνει μακριά από τις ναρκωτικές ουσίες και θα επικεντρωθεί στην ανατροφή των παιδιών του, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ενώ την τελευταία φορά που είχε ενταχθεί σε κλειστό πρόγραμμα θεραπείας στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης μετά από διάταγμα που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο το είχε εγκαταλείψει, εντούτοις η θέληση του για απεξάρτηση ήταν δεδομένη αφού μετέβηκε ευθύς αμέσως σε σχετική κλινική στην Λάρνακα, Έγγραφο Ζ, για να συνεχίσει το πρόγραμμα απεξάρτησης που είχε ξεκινήσει. Το γεγονός αυτό σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης καταδεικνύει και την στάση αλλά και την θέληση του Κατηγορούμενου να αλλάξει συνήθειες και τρόπο ζωής.

 

Τέλος ο κ. Αλεξάνδρου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο εγκέφαλος των διαρρήξεων και των κλοπών τα οποία έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε.  

 

Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος.  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264). 

 

Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632:

 

«το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η    αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».

 

Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε σε σχέση με την κυρίως υπόθεση είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου επίσης προνοείται ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της κλοπής ποινή φυλάκισης 3 ετών, ενώ για το αδίκημα της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα ποινή φυλάκισης 5 ετών. Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες. 

Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:

 

«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις.  Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe  κ.ά. ν. Δημοκρατίας

 

 

Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής:

«Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 160).  Μάλιστα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση.  Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά.  Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης.  Σημειώνεται αντίθετα έξαρση.  Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη».

 

Ο ρυθμός με τον οποίο ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει τα υπό τιμωρία αδικήματα επιτείνει και την σοβαρότητα τους και αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο εφόσον δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Μέσα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχει προκύψει ότι η εγκληματική δραστηριότητα του Κατηγορούμενου ξεκίνησε από τον μήνα Νοέμβριο του 2020  μέχρι και τον Μάρτιο του 2021 ενώ επαναλήφθηκε και δύο χρόνια αργότερα, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του έτους 2023 όταν ο Κατηγορούμενος διέπραξε ξανά αδικήματα της ίδιας φύσης, δηλαδή τα αδικήματα της κυρίως υπόθεσης. Συνολικά ο Κατηγορούμενος διέπραξε δυο διαρρήξεις κτιρίων εκ των οποίων η μία διάρρηξη αφορά το Εθνογραφικό Μουσείο μέσα από το οποίο και έκλεψε διάφορα αντικείμενα μεγάλης αξίας καθώς και ακόμη μια διάρρηξη κτιρίου η οποία αφορά το κοσμηματοπωλείο με την ονομασία «………………….. JEWELLERY». Επίσης ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δύο διαφορετικές διαρρήξεις κατοικιών συνοδευόμενες από κλοπές, ενώ στην περίπτωση που αφορά την μια εκ των δύο διαρρήξεων κατοικιών ο Κατηγορούμενος έκλεψε και το όχημα του ιδιοκτήτη της κατοικίας την οποία διέρρηξε. Σε ότι αφορά επίσης τις δύο πιο πάνω διαρρήξεις κατοικιών, ο Κατηγορούμενος μαζί με το άλλο πρόσωπο προκάλεσαν και ζημιές στην περιουσία των εν λόγω κατοικιών ενώ επιπρόσθετα περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2021 βρέθηκε να έχει και στην κατοχή του και περιουσία για την οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία.

 

Αναφορικά με την διάρρηξη του Εθνογραφικού Μουσείου επιβαρυντικό στοιχείο το οποίο λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής κρίνω ότι αποτελεί και ο τρόπος δράσης του Κατηγορούμενου, αφού μέσα από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι έδρασε με προσχεδιασμό. Ειδικότερα ενώ ο Κατηγορούμενος αφού διέρρηξε το πιο πάνω Μουσείο και εισήλθε εντός αυτού μαζί με ένα άλλο πρόσωπο έγινε αντιληπτός από την οικιακή βοηθό η οποία κοιμόταν και ξύπνησε αφού άκουσε θόρυβο, ότι τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και το άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί του είχαν στα χέρια τους τοποθετημένα γάντια ενώ τα πρόσωπα τους ήταν καλυμμένα με κουκούλα ούτως ώστε να μην μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτοί. Σύμφωνα μάλιστα με τις εξετάσεις της αστυνομίας, διαφάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος μαζί με το άλλο πρόσωπο είχαν εισήλθαν εντός του Μουσείου αφού έσπασαν προηγουμένως το παράθυρο της τουαλέτας από το οποίο τελικά και εξήλθαν μόλις έγιναν αντιληπτοί, και στο οποίο μάλιστα είχαν τοποθετήσει μια πετσέτα στην οποία και αφέθηκε μια κηλίδα αίματος με την οποία και ταυτίστηκε τελικά ο Κατηγορούμενος. Ο προσχεδιασμός με τον οποίο έδρασε ο Κατηγορούμενος όπως από τα γεγονότα προκύπτει, είναι επιβαρυντικός παράγοντας αφού προκύπτει και από την παραδοχή του Κατηγορούμενου στην πρώτη κατηγορία η οποία αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας (βλ. Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 328).  Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Δικαστήρια στην Αγγλία θεωρούν την συνωμοσία ως ένα είδος προσχεδιασμού και, επομένως, ως επιβαρυντικό στοιχείο (Βλ. Ward and Others (1997) 1 Cr. App. Rep. (S) 442).  Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για την υπόθεση στην οποία λαμβάνεται υπόψη αφού ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε την κατηγορία της συνωμοσίας τόσο αναφορικά με τις κατηγορίες της διάρρηξης της κατοικίας του G. Ζ όσο και των κατηγοριών της διάρρηξης του κοσμηματοπωλείου.

 

Επιβαρυντικό επίσης στοιχείο κρίνω ότι αποτελεί τόσο το ύψος της αξίας των αντικειμένων τα οποία κλάπηκαν από το Εθνογραφικό Μουσείο αφού η κλαπείσα περιουσία ανέρχεται στο ποσό των 20,050 ευρώ, όσο και την φύση μέρους των αντικειμένων τα οποία κλάπηκαν, καθότι ο Κατηγορούμενος επέλεξε να κλέψει πέραν από την προσωπική περιουσία της ιδιοκτήτριας του Εθνογραφικού Μουσείου το οποίο κατείχε άδεια ιδιωτικής συλλογής αρχαιοτήτων από το έτος 1973 και 30 αρχαία νομίσματα της Ελληνιστικής, Ρωμαϊκής και Βυζαντινής περιόδου τα οποία σύμφωνα με την Αρχαιολογική Λειτουργό Μ.Κ ήταν αρχαιότητες ανεκτίμητης αξίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος με την πράξη και ενέργεια του να προβεί στην συγκεκριμένη διάρρηξη και συνεπακόλουθα την κλοπή ιδιαιτέρως αυτών των 30 αρχαίων νομισμάτων τα οποία εκτίθονταν στο συγκεκριμένο Μουσείο, επέδειξε συμπεριφορά ανεπίτρεπτη και καταδικαστέα εφόσον πέραν του ότι αποστέρησε τα αντικείμενα αυτά από το ίδιο το Μουσείο στο οποίο βρισκόντουσαν επί σειρά ετών, η απώλεια τους εκ του αποτελέσματος έχει αποδυναμώσει και την σύνδεση των ανθρώπων που το επισκέπτονταν με σκοπό να τα θαυμάσουν με το παρελθόν της χώρας μας αλλά και την πολιτιστική ταυτότητα της Κύπρου. Τα ανωτέρω αρχαία νομίσματα ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης χρηματικής τους αξίας αποτελούσαν κινητά μνημεία και ως εκ τούτου είχαν ιδιαίτερη και βαρύνουσα σημασία για την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της χώρας μας. Η δε πράξη του Κατηγορούμενου να επιλέξει να διαρρήξει και να κλέψει από το Εθνογραφικό Μουσείο μέρος των εκθεμάτων του, αποκτά αυξημένη απαξία δεδομένου της αφαίρεσης τους καθότι ήταν νομίσματα ανεκτίμητης πολιτισμικής αξίας η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο σε χρηματικό μέτρο αλλά συνδέεται με την διαφύλαξη της εθνικής πολιτιστικής κληρονομίας.

 

Επίσης δεν παραγνωρίζω και λαμβάνω υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος στην διάρρηξη που αφορά την κατοικία του G. Ζ στην Τάλα της Επαρχίας Πάφου και αφορά την υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη,  έκλεψε περιουσία η οποία ανέρχεται στο ποσό των 7,225 ευρώ καθώς και το όχημα του εν λόγω προσώπου αξίας 5,000 το οποίο βεβαίως και εντοπίστηκε μετά από καταδίωξη από την αστυνομία τυχαία και όχι ένεκα της συνδρομής του Κατηγορούμενου, αφού αυτό θεάθηκε να κινείται την 01/01/21, δηλαδή σε μεταγενέστερη ημερομηνία από την διάρρηξη και την κλοπή, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου χωρίς πινακίδες εγγραφής με αποτέλεσμα να ανακοπεί και να αναγνωριστεί ως το όχημα που είχε κλαπεί. Σημειώνεται ότι η σύνδεση του Κατηγορούμενου με την συγκεκριμένη διάρρηξη επίσης προέκυψε μετά από επιστημονικές εξετάσεις οι οποίες λήφθηκαν από διάφορα αντικείμενα που εντοπίστηκαν εντός του συγκεκριμένου οχήματος.

 

Όπως και στην διάρρηξη αλλά και την κλοπή που ο Κατηγορούμενος διέπραξε εναντίον της κατοικίας της Μ. Χ στην Τρεμιθούσα επίσης λαμβάνω υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο και πάλι το γεγονός ότι η κλαπείσα περιουσία ήταν μεγάλης αξίας, αφού αυτή άγγιζε το ποσό των 8,080 ευρώ. Τονίζεται ότι η συγκεκριμένη περιουσία επίσης δεν εντοπίστηκε  και συνεπώς η ιδιοκτήτρια της την αποστερήθηκε δια παντός.

 

Σε ότι αφορά την διάρρηξη του κοσμηματοπωλείου που περιλαμβάνεται στην υπόθεση η οποία λαμβάνεται υπόψη, επίσης κρίνω ως επιβαρυντικό στοιχείο τον οργανωμένο τρόπο δράσης του Κατηγορουμένου αφού διαφάνηκε μέσα από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, ότι η διάρρηξη και συνεπώς η είσοδος του Κατηγορούμενου μαζί με άλλο πρόσωπο εντός του συγκεκριμένου καταστήματος είχε επιτευχθεί αφού έσπασαν γυψοσανίδα με την χρήση εργαλείου σε τοίχο ο οποίος εφαπτόταν με το συγκεκριμένο κοσμηματοπωλείο και το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας. Σύμφωνα επίσης με τα γεγονότα που εκτέθηκαν, ο Κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο άνοιξαν μικρή οπή διαμέτρου περί τα δύο εκατοστόμετρα μέχρι προχωρημένου σημείου, εντός δηλαδή του κοσμηματοπωλείου η οποία οδηγούσε σε βιτρίνα με κοσμήματα χωρίς όμως να επιτευχθεί η πλήρη διάνοιξη της ή κλοπή κοσμημάτων από αυτή. Το δε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κατέγραψε τις κινήσεις των συγκεκριμένων προσώπων τα οποία έφεραν στα κεφάλια τους τις κουκούλες του φούτερ και στα πρόσωπα τους χειρουργικές μάσκες. Η δε σύνδεση του Κατηγορούμενου με την συγκεκριμένη διάρρηξη του κοσμηματοπωλείου επιτεύχθηκε με την ταύτιση του με το γενετικό του υλικό.

 

Οι πιο πάνω πράξεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου αναμφίβολα καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Προκαλούν τον αποτροπιασμό και δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.  Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές.

 

Επίσης, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς φραγμό. Ενδεικτικό τούτου είναι ο αριθμός διαρρήξεων και κλοπών που διέπραξε σε σύντομο χρονικό διάστημα και δη εντός των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2020 σε ότι αφορά την ποινική υπόθεση υπ. αρ. 2462/21 αλλά και της επαναληπτικής παραβατικής συμπεριφοράς την οποία επέδειξε σε σχέση πάντοτε με την κυρίως υπόθεση. Δεν είναι, επίσης, υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζει πρωτίστως η αδιαφορία για τα δυσάρεστα αισθήματα που αυτές, προδήλως, προκάλεσαν στα θύματά του, κυρίως δε, της αγωνίας για την τύχη της περιουσίας τους. Ο Κατηγορούμενος, θα έπρεπε ως πατέρας τριών ανήλικων τέκνων να έχει ως πρωταρχικό του στόχο την προσήλωση στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στα τρία ανήλικα παιδιά του, και όχι να επιδίδεται στην εγκληματική δραστηριότητα του είδους που επέδειξε συναναστρεφόμενος μάλιστα με τρίτα άτομα που επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ανήλικος ούτε και νεαρό πρόσωπο κατά τον χρόνο διάπραξης των υπο τιμωρία αδικημάτων. Συνεπώς θα έπρεπε να οριοθετήσει επιτέλους την ζωή του με κανόνες και φραγμούς ούτως ώστε να απέχει από τις κακές συναναστροφές εφόσον ο ίδιος επέλεξε να δημιουργήσει την δική του οικογένεια και να αποκτήσει παιδιά.  Η φροντίδα και η συντήρηση των παιδιών του θα έπρεπε να ήταν η πρωταρχική του επιδίωξη.

 

Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση του αισθήματος της ασφάλειας των πολιτών προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία τους με τρόπο αποτελεσματικό.        

 

Επαναλαμβάνω ότι επιβαρυντικό στοιχείο κρίνω ότι αποτελεί και η μεγάλη αξία της περιουσίας που κλάπηκε από τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τους μαθηματικούς μου υπολογισμούς, η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας σε σχέση τόσο με την κυρίως υπόθεση, όσο και για την υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη ανέρχεται στο ποσό των 35,355 ευρώ. Τονίζεται για ακόμη μια φορά ότι η κλαπείσα περιουσία δεν ανευρέθηκε πέραν του οχήματος που είχε κλαπεί από την κατοικία του παραπονούμενου στην Τάλα και το οποίο εντοπίστηκε μετά από ανακοπή του από την αστυνομία μετά από τυχαίο έλεγχο. Ως εκ τούτου την περιουσία που κλάπηκε οι ιδιοκτήτες της την αποστερήθηκαν μονίμως. Σημειώνεται ότι στο ύψος του ποσού των 35,335 ευρώ δεν περιλαμβάνεται η αξία του οχήματος που κλάπηκε εφόσον αυτό είχε ανευρεθεί και το οποίο είχε αξία περί τις 5,000.

 

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όλες οι κατηγορίες που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές εξιχνιάστηκαν από την αστυνομία όχι με την συνδρομή βεβαίως του Κατηγορουμένου, αλλά ενόψει του εντοπισμού του γενετικού του υλικού από τα τεκμήρια που είχαν περισυλλεχθεί απο τις αρχές κατά την διερεύνηση των υποθέσεων.  

 

Τέλος κρίνω σκόπιμο να τονίσω και ότι, όλα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι έχει διαπράξει παρουσιάζουν συνεχώς όλο και περισσότερο ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις αυτής της φύσης που καταχωρούνται ενώπιον μου σχεδόν καθημερινά και που βρίσκονται στο πινάκιο του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν.  Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του.  Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. 

 

Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση.  Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης.  Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα.  Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ.  Antoniades v. Police (1986) 2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224).  Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 CLR 248).  Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police (1971) 2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη.  Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες.      

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο καθώς και την απολογία του η οποία εκφράστηκε δια μέσω του συνηγόρου του κατά την αγόρευση του. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου λαμβάνεται δεόντως υπόψη αφού αυτή είχε και ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Gharafi v. Αστυνομίας 2001 2ΑΑΔ 442). Έλαβα επίσης υπόψη, ως σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα το λευκό του ποινικό μητρώο αλλά και την υπόσχεση του να διάγει από τώρα και στο εξής μια νόμιμη ζωή μακριά από κακές παρέες καθώς και συναναστροφές.   

 

Το Δικαστήριο δεν παραμένει επίσης καθόλου αδιάφορο αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου, καθώς και για τα δύσκολα παιδικά χρόνια που έχει βιώσει εξαιτίας της εξάρτησης του από τις ναρκωτικές ουσίες.  Βεβαίως, στην Φραντζίδης v. Αστυνομίας (2001) 2ΑΑΔ , 77, λέχθηκε ότι «η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία».

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων και ότι υπέρτατος και μελλοντικός του στόχος και σκοπός είναι η πλήρης αφοσίωση του στα τρία ανήλικα τέκνα του και η απεξάρτηση του από τις ναρκωτικές ουσίες.

Βεβαίως η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178,  όπου αναφέρθηκε ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».

Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης επικαλέσθηκε ως ελαφρυντικό ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους των υποθέσεων καθότι βρισκόταν σε ευάλωτη κατάσταση και συνεπώς ότι είχε παρασυρθεί στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων από άλλα τρίτα πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα από τις «κακές παρέες» με τις οποίες συναναστρεφόταν.

 

Κρίνω πως το ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο εν προκειμένω είναι ο ρόλος του Κατηγορούμενου στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων, αφού μέσα από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου και δεν έχουν αμφισβητηθεί δεν έχει τεθεί οτιδήποτε απτό που να τεκμηριώνει και την θέση ότι πράγματι ο ιθύνων νους της υπόθεσης ήταν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συνεργάστηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο.  Τουναντίον αυτό που θεωρώ ότι προκύπτει είναι ότι και ο ρόλος του Κατηγορούμενου ήταν σημαντικός και απαραίτητος, πράγμα που δικαιολογεί την διαπίστωση πως η δράση του δεν διέφερε από την δράση άλλων προσώπων με τα οποία συμμετείχε στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Εξάλλου η συγκεκριμένη εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου τέθηκε στο Δικαστήριο παντελώς γενικά και αόριστα χωρίς να δοθούν οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν και τα όσα υποδείχθηκαν επί του ζητήματος τούτου. Πάντως αυτό που προκύπτει μέσα από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο για την διάρρηξη του Εθνογραφικού Μουσείου όσο και για την διάρρηξη του κοσμηματοπωλείου, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος είχε ενεργήσει σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο με απώτερο στόχο να επιτύχουν και τον ίδιο σκοπό ενώ σε ότι αφορά τις υπόλοιπες διαρρήξεις που διέπραξε δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου απτό που να μπορεί να δικαιολογήσει και την εν λόγω εισήγηση.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέστηκε ακόμα ως ελαφρυντικό την ψυχοπνευματική κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Ειδικότερα ανέφερε ότι η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά ήταν και ο κύριος λόγος της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων αφού ο ίδιος εξαιτίας της ψυχικής του κατάστασης ήταν ευάλωτος και είχε ζήτημα αντίληψης και κρίσης της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε.  Προς υποστήριξη μάλιστα των ισχυρισμών του παρέθεσε στο Δικαστήριο και σχετικά έγγραφα τα οποία όντως καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας λόγω της χρήσης παρανόμων ουσιών.

 

Έλαβα συνεπώς υπόψη μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τους ουσιώδεις χρόνους τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να ελέγχει επαρκώς τις πράξεις του. Κρίνω ότι επί του προκειμένου ισχύουν οι ίδιες αρχές που ισχύουν για την μέθη. Τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή Νομολογία κατέδειξαν ότι στις περιπτώσεις εκείνες που η μέθη επιδρά στην ένοχη πρόθεση που πρέπει να έχει ο δράστης αυτή λειτουργεί ως μετριαστικός παράγοντας (Βλ. Rex v. Morton (1908) 1 Cr. App. R. 225, υπόθεση που αφορούσε σε διάρρηξη κατοικίας, Tassos Savva Politis v. The Police (1973) 2 CLR 211, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή μοτοποδήλατου και Francis Kenneth Smith and Another v. The Police (1969) 2 CLR 189, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή και κακόβουλη ζημία).  Στην υπόθεση Pernell κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 417, όπου έγινε ανασκόπηση της Κυπριακής Νομολογίας, λέχθηκε ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο την διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω είμαι διατεθειμένος να δεχθώ την άσχημη ψυχολογική κατάσταση υπό την οποία ο Κατηγορούμενος τελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως παράγοντα που τείνει να μετριάσει την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων αφού ως έχει άλλωστε έχει αναφερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης και δεν έχει αμφισβητηθεί, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε τόσο άσχημη ψυχολογική κατάσταση με αποτέλεσμα να επιχειρήσει στο παρελθόν σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις να θέσει και τέρμα στην ζωή του.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Νομολογία τα προβλήματα υγείας ενός Κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων και προβλημάτων ψυχικής υγείας, λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, όχι, όμως, σε βαθμό που να υπερφαλαγγίζουν την αποτελεσματικότητα του Νόμου, όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων ή όπου η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής κρίνεται υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη (Βλ. The Attorney – General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another (1967) 2 CLR 20).  Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέδειξε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί την μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (Βλ. A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93 και The Attorney – General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer And Another (1967) 2 CLR 20).          

 

Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε προσπάθειες για απεξάρτηση με σκοπό να επανενταχθεί στην κοινωνία και να διάγει μια νόμιμη ζωή μακριά από ναρκωτικές ουσίες. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος άρχισε την χρήση των ναρκωτικών από την τρυφερή ηλικία των 10 ετών ενόψει του ότι άλλα πρόσωπα του φιλικού του περιβάλλοντος τον είχαν μυήσει στα ναρκωτικά και πιο συγκεκριμένα με την χρήση κάνναβης ενώ κατά την πορεία της ζωής του εξαρτήθηκε και από άλλα πιο σκληρά ναρκωτικά. Λαμβάνω υπόψη μου την θέληση του Κατηγορούμενου, από την άλλη όμως είναι αδύνατο να παραγνωρίσω το γεγονός ότι, ενώ ο Κατηγορούμενος επιθυμούσε πάση θυσία να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά και ως εκ τούτου και το ίδιο το Δικαστήριο του είχε παράσχει την ανάλογη βοήθεια με σκοπό να ενταχθεί σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης για να απεξαρτηθεί με σχετική διαταγή τόσο στην κυρίως υπόθεση όσο και στην υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις ο ίδιος αποφάσιζε να εγκαταλείψει τα συγκεκριμένα προγράμματα απεξάρτησης για λόγους που δεν μπορούν να κριθούν ούτε λογικοί αλλά ούτε και ικανοποιητικοί. Εφόσον ο απώτερος σκοπός και η επιθυμία του Κατηγορούμενου ήταν να καταφέρει να βγει από την μάστιγα των ναρκωτικών ουσιών με τα οποία έμπλεξε από την παιδική του ηλικία, ο ίδιος θα έπρεπε να επιδείξει και την ανάλογη ανοχή και αντοχή ούτως ώστε ως ενήλικο πλέον πρόσωπο να επιτύχει τον σκοπό του. Το ίδιο το Δικαστήριο του έδωσε τις ευκαιρίες που αποζητούσε αλλά ο ίδιος δυστυχώς δεν τις άρπαξε αλλά και ούτε τις εκμεταλλεύτηκε. Εξάλλου ως λέχθηκε και στην πολύ πρόσφατή απόφαση Άγγελο v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 125/24 ημερ. 03/07/24 το δικαίωμα σε διάταγμα θεραπείας δεν προσφέρεται γενικά και απεριόριστα σε οποιοδήποτε χρήστη ή ουσιοεξαρτώμενο πρόσωπο. Πόσο μάλλον εν προκειμένω όπου στον Κατηγορούμενο δόθηκαν δύο ευκαιρίες.

 

Σε ότι αφορά την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και την όλη στάση που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ως ενδεικτική της επιθυμίας του για απεξάρτηση, εφόσον ενώ είχε εγκαταλείψει το κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης στο οποίο είχε ενταχθεί με σχετική διαταγή του Δικαστηρίου εντάχθηκε σε άλλο ιδιωτικό πρόγραμμα απεξάρτησης στην Λάρνακα και πιο συγκεκριμένα στο Veresie Medical Center  για να μπορέσει να απεξαρτηθεί, αρκεί μόνο να υποδείξω τα όσα αναφέρθηκαν στην Ποινική Έφεση 136/25 ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ημερ. 26/05/25 αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα:

 

«Το δικαστικό Διάταγμα Θεραπείας δεν είναι ούτε αξιόγραφο ούτε ιατρική συνταγή η οποία δύναται να εξαργυρωθεί σε οποιοδήποτε κέντρο θεραπείας επιλέγει ένας Κατηγορούμενος κατά το δοκούν».  

 

Η εν λόγω συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος θεωρώ ότι ομιλεί από μόνη της και συνεπώς κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε oυσιαστική βαρύτητα στα όσα αναφέρθηκαν επί του συγκεκριμένου ζητήματος προς όφελος του.   

 

Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως μετριαστικό στοιχείο την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 27-28/09/23 και το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 12/08/24, δηλαδή 11 μήνες μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Η Νομολογία άλλωστε έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης – με την καταχώρηση της υπόθεσης – λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2) (2001) 2 ΑΑΔ 623). Συνεπώς λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό αυτό διάστημα που έχει διαρρεύσει.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης.  Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος.  Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. 

 

Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλο και είναι της τάξης των δύο ετών.  Δεν μου διαφεύγει, όμως, ότι στην καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και μετέπειτα και για την περίοδο του ενός έτους που διέρρευσε, ευθύνεται αποκλειστικά ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αφού ενώ και κατά την πρώτη εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 12/08/24 απάντησε με μη παραδοχή, ως ήταν άλλωστε δικαίωμα του, ενώ ταυτοχρόνως αιτήθηκε να ενταχθεί και σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης με αποτέλεσμα να εκδοθεί το σχετικό διάταγμα στις 13/12/24. Ο Κατηγορούμενος αφού εντάχθηκε στο συγκεκριμένο πρόγραμμα παρέμεινε μέχρι και την 29/04/25 όπου και το εγκατέλειψε. Έτσι εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και εκ τότε ήταν καταζητούμενο πρόσωπο μέχρι και την 09/05/25 όπου και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οικειοθελώς. Στην συνέχεια αφού διατάχθηκε και πάλι η κράτηση του, ο Κατηγορούμενος αιτήθηκε εκ νέου την ένταξη του σε ανοιχτό πρόγραμμα απεξάρτησης και αφού το Δικαστήριο και πάλι διαβίβασε το αίτημα του προς την Συμβουλευτική Επιτροπή η οποία έχει συσταθεί με βάση τις πρόνοιες του Ν. 41(Ι)/2016, με ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε την 29/08/25 το απέρριψε. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή την 17/09/25 τόσο στην κυρίως υπόθεση όσο και στην υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη.

 

Είναι σαφώς νομολογημένο ότι όταν η πάροδος χρόνου μεταξύ της διάπραξης και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορούμενου οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο χρόνος αυτός δεν λαμβάνεται υπόψη προς όφελός του.  Από την άλλη, η Νομολογία αναγνωρίζει ότι όταν ο χρόνος αυτός είναι μεγάλος δεν μπορεί να παραγνωρισθεί, θα πρέπει δε σε αυτόν να προσδίδεται η δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα.  Τέτοια ώστε η επιβληθεισόμενη ποινή να μην εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα του νόμου.    

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρίστος Γενεθλίου, Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.16 αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά τα ακόλουθα:  

«Από την πορεία της υπόθεσης διαφαίνεται ότι μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου. Παραμένει, βέβαια, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, μεγάλος και αυτό έχει τη δική του επίπτωση στην ποινή που επιβάλλεται. Όμως, έχοντας υπόψη τη συμβολή του ίδιου του εφεσίβλητου στη μεγάλη αυτή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην επιβαλλόμενη ποινή. Σίγουρα, η καθυστέρηση θα πρέπει να συνυπολογίζεται, ελαφρυντικά, στην επιμέτρηση της ποινής, όχι όμως σε βαθμό που να εξουδετερώνονται όλοι οι άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση».

Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου είναι μεγάλος.  Με δεδομένα, όμως, την αποκλειστική υπαιτιότητα του Κατηγορούμενου στην καθυστέρηση που παρατηρείται για το χρονικό διάστημα του ενός έτους που διέρρευσε ως προς  την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης καθώς και την σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων κρίνω ότι είναι αναγκαίο να παρεκκλίνω από την νομολογιακή αρχή που πιο πάνω αναφέρθηκε αφού συν τοις άλλοις έλαβα υπόψη μου ότι μέσα στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα δεν επήλθε διαφοροποίηση στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου.

 

 

Στην υπόθεση ΧΧΧ HUSSEIN v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 252/2018 ημερ. 31/05/19, ECLI:CY:AD:2019:B206  το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που είχε επιβληθεί στον Εφεσείοντα  μετά την άμεση παραδοχή του σε έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή  και σε τέσσερις κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος. Τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί στην Λεμεσό από τον Ιούνιο του 2015 μέχρι τον Μάρτιο του 2018.  Στην υπόθεση αυτή είχαν ληφθεί υπόψη άλλες 3 υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν, η πρώτη, έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και έξι για κλοπή από κατοικία που διαπράχθηκαν μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2010 και Οκτωβρίου του 2017, η δεύτερη, αφορούσε σε τροχαίες παραβάσεις και η τρίτη που αφορούσε σε αδίκημα επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου, σε αντίσταση κατά της σύλληψης, σε ανυπακοή κατά νομίμων διαταγών, πλαστοπροσωπία, σε κατοχή οργάνου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος και σε παράνομη κατοχή περιουσίας. Σε ότι αφορά τα αντικείμενα που είχαν κλαπεί από τις κατοικίες δεν είχαν ανευρεθεί ή επιστραφεί. Ο Εφεσείων  ο οποίος είχε παραδεχθεί άμεσα τις κατηγορίες, είχε βιώσει δύσκολα παιδικά χρόνια λόγων των οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας του η οποία είχε 16 παιδιά, ήταν αναλφάβητος και είχε διδαχθεί να εγκληματεί από την οικογένεια του. Ήταν επίσης 47 ετών και πατέρας 5 ανήλικων τέκνων. Το Εφετείο εξετάζοντας τους λόγους Έφεσης που είχαν προωθηθεί, τόνισε ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό διάρρηξης και κλοπής αλλά για συνολικά 16 διαρρήξεις οι οποίες είχαν διαπραχθεί σε διάστημα 3 ετών. Επίσης κρίθηκε ότι το γεγονός ότι σε κάποιες από τις διαρρήξεις δεν είχε κλαπεί οτιδήποτε δεν μείωνε την σοβαρότητα του αδικήματος της διάρρηξης. Εν κατακλείδι το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως τονίζοντας ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη μετά την διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.

 

Στην υπόθεση STEFAN ILIE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ και άλλοι v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Εφέσεις 180/11,181/11 και 182/11 ημερ. 16/05/12, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης των δύο ετών που είχαν επιβληθεί για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και τις ποινές των 18 μηνών για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία στους Εφεσείοντες – Κατηγορούμενους μετά από την παραδοχή τους στις πιο πάνω κατηγορίες. Όλοι οι Εφεσείοντες – Κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υπερβολικές υπό τις περιστάσεις, τονίζοντας ιδιαίτερα την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αυτού του είδους των αδικημάτων. Στην συγκεκριμένη υπόθεση οι Εφεσείοντες είχαν δράσει υπό την επήρεια οινοπνεύματος και επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις, ο 1ος  Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 54 ετών πατέρας δύο παιδιών και η σύζυγος του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ο 2ος Εφεσείοντας ήταν 21 ετών και διατηρούσε δεσμό με συμπατριώτισσα του, η οποία βρισκόταν σε ενδιαφέρουσα, ενώ ο 3ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 33 ετών και είχε αποκτήσει 3 ανήλικα τέκνα. Επίσης αντιμετώπιζε και πρόβλημα υγείας.

Στην Ποιν. Έφεση 178/18 xxx BAREK v. Δημοκρατίας  ημερ. 20/01/20 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδική κρίση αναφορικά με την επιβολή ποινής 3 ½ ετών στον Εφεσείοντα που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο μετά από την παραδοχή του σε δύο κατηγορίες αναφορικά με την κυρίως υπόθεση που αφορούσαν αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και τρείς κατηγορίες για κλοπή, για πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, για παράνομη κατοχή περιουσίας, για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός, για μεταφορά μαχαιριού, για οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, για επίθεση σε όργανο της τάξης, για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και για κατοχή σκευών για την λήψη ναρκωτικών. Στην συγκεκριμένη υπόθεση σημειώνεται ότι είχε ληφθεί υπόψη και ακόμη μια υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Εφεσείοντας αντιμετώπιζε και πάλι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, απόπειρα διάρρηξης κτιρίου, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψως και για παράνομη κατοχή περιουσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του έκρινε ότι η ποινή που επιβλήθηκε πρωτόδικα από το Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική αλλά επιεικής ( η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου), ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και των συνθηκών διάπραξης τους.

 

Τονίζεται ότι ο Εφεσείοντας στην συγκεκριμένη υπόθεση ομολόγησε ενοχή αφού παραδέχτηκε την διάπραξη των αδικημάτων ευθύς αμέσως στην αστυνομία ενώ η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν επίσης άμεση. Περαιτέρω είχε συνεργαστεί με την αστυνομία με υποδείξεις σκηνών και την παροχή λεπτομερειών. Σε ότι αφορά την κλοπιμαία περιουσία, αυτή ανερχόταν στο ποσό των 82,895, πολύ μεγαλύτερη δηλαδή από την αυτή που είχε κλαπεί στην υπό κρίση περίπτωση, από την άλλη όμως σε εκείνη την υπόθεση περιουσία ύψους 42,740 είχε ανευρεθεί. Συνεπώς η κλοπιμαία περιουσία που δεν ανευρέθηκε ήταν ύψους 36,245 ευρώ το ύψος της οποίας προσομοιάζει και με την περιουσία η οποία κλάπηκε στην υπό κρίση περίπτωση και δεν ανευρέθηκε.   

 

Σε αντίθεση με την υπόθεση BAREK (βλ. ανωτέρω), στην παρούσα υπόθεση έχει προκύψει ότι, ο Κατηγορούμενος δεν ομολόγησε ευθύς εξ’ αρχής την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων αλλά ούτε συνεργάστηκε με την αστυνομία με υποδείξεις σκηνών και παροχή λεπτομερειών. Η σύνδεση του με τα αδικήματα ως αναφέρθηκε προέκυψε μετά από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν. Το δε σύνολο της περιουσίας που είχε κλαπεί δεν ανευρέθηκε πλην του οχήματος που εντοπίστηκε τυχαία ενώ οι ιδιοκτήτες της περιουσίας που κλάπηκε δεν αποζημιώθηκαν ούτε και για τις υλικές ζημιές που είχαν προκληθεί στην περιουσία τους από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου αλλά και των προσώπων που είχαν δράσει μαζί του.

 

Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται ακόμη μία υπόθεση υπόψη στην οποία ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος επέδειξε παρόμοια παραβατική συμπεριφορά.  Στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων (1993) 2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ 194).

 

Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν’ όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.       

 

Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. 

 

Εν’ όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. 

 

Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 98).

 

Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές :

 

  • Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή
  • Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών
  • Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 20 μηνών
  • Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών

 

Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε:

 

«Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου».

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορουμένη. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορουμένου ως ανωτέρω έχουν αναφερθεί όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της.   

 

Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα συντρέχουν και η έκτιση τους μειώνεται για την περίοδο που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση.  Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης από την 12/08/24 μέχρι και την 13/12/24 και από την 09/05/25 μέχρι και σήμερα που του έχει επιβληθεί ποινή.

 

Λήφθηκε υπόψη η υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 2462/21.

                                                                             (Υπ.) ………..………………

                                                                                        Σ. Συμεού, Ε. Δ.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο