ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 4091/25
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
v.
Μ. Α
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 27/11/25
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. M. Αντωνίου
Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Σιαηλής
Κατηγορούμενος : Παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο κατηγορούμενος βρέθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 255 και 272 (1) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1ηη κατηγορία) καθώς και στην κατηγορία της παράνομης εισόδου σε περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
Τα γεγονότα της υπόθεσης αποτελούνται από τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 07/10/25. Τα λαμβάνω υπόψη για σκοπούς της επιμέτρησης της ποινής και δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω ξανά αυτολεξεί. Αναφορά θα γίνει από το Δικαστήριο όταν κα εφόσον αυτό κριθεί ως απαραίτητο.
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 το οποίο κατατέθηκε με την σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με έξι (6) προηγούμενες καταδίκες οι οποίες έχουν ως ακολούθως :
- Αρ. Υπόθεσης 3268/20 του Ε.Δ Πάφου, όπου την 05/09/25 επιβλήθηκαν στο Κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 40 ημερών για δύο αδικήματα κλοπής και ποινή φυλάκισης 30 ημερών για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας.
- Aρ. Υπόθεσης 1688/24 του Ε.Δ Πάφου, όπου την 03/06/24 επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης ύψους 15 μηνών για το αδίκημα της κλεπταποδοχής.
- Αρ. Υπόθεσης 167/22 του Ε.Δ Πάφου, όπου την 19/04/2022, είχαν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 και 10 μηνών αντίστοιχα στις κατηγορίες της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη, ποινή φυλάκισης 10 μηνών στην κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος και ποινή φυλάκισης 3 μηνών στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής περιουσίας.
- Αρ. Υπόθεσης 4187/21 του Ε.Δ Πάφου, όπου την 30/09/21, είχαν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών για το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος και ποινή φυλάκισης 2 μηνών για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης.
- Αρ. Υπόθεσης 4058/16 του Ε.Δ Πάφου, όπου την 04/08/17 είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας, 6 μηνών για το αδίκημα της συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος, 3 ετών για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία καθώς και άλλες μικρότερες σε έκταση ποινές για άλλα ομοειδή αδικήματα. Σημειώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 είχαν ληφθεί υπόψη και άλλες 21 στον αριθμό ποινικές υποθέσεις για σκοπούς επιβολής ποινής.
- Αρ. Υπόθεσης 565/19 του Ε.Δ Πάφου, όπου την 19/04/22 είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 20 ημερών για το αδίκημα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ποινή η οποία βεβαίως σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ποιν. Έφεση υπ. αρ. 90/22 ημερ. 28/09/22 παραμερίστηκε για τους λόγους που επεξηγούνται στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης που έχει κατατεθεί.
Κατά την αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, αναγνωρίζοντας την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος από το Δικαστήριο μετά την έκδοση της καταδικαστικής του απόφασης, υπέδειξε ότι ενόψει του ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος επειδή διαφωνεί με το σκεπτικό και συνακόλουθα με την κατάληξη του Δικαστηρίου σχετικά με την ενοχή του στις κατηγορίες που αντιμετώπισε, η αγόρευση του αναγκαστικά θα πρέπει να επικεντρωθεί στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες που τον περιβάλλουν ως αυτές άλλωστε αναλύονται και μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Ως εκ τούτου ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης υιοθετώντας για σκοπούς της αγόρευσης την συγκεκριμένη έκθεση του Γρ. Ευημερίας, πρόσθεσε ότι η οικογένεια του Κατηγορούμενου που έχει αποκτήσει μαζί με την γυναίκα με την οποία συμβιώνει κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα και δη η συμβία του και τα δύο ανήλικα τέκνα του, βρίσκονται σήμερα σε δεινή οικονομική κατάσταση ενόψει του εκγλησμού του Κατηγορούμενου στις Κεντρικές Φυλακές. Ειδικότερα ο κ. Σιαηλής αγορεύοντας αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, υπέδειξε ότι το μικρότερο από τα δύο ανήλικα παιδιά που έχει αποκτήσει με την συμβία του, αντιμετωπίζει αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας με την καρδιά του αφού αφήνεται και ανοικτό το ενδεχόμενο να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στην καρδιά. Περαιτέρω υπέδειξε ότι η οικογένεια του Κατηγορούμενου έχει επέλθει εξαιτίας του εγκλεισμού του στις Κεντρικές Φυλακές σε άθλια οικονομική κατάσταση καθότι η μητέρα των δύο ανήλικων τέκνων του δεν μπορεί να εργαστεί και ως εκ τούτου λόγω του ότι υπήρχε αδυναμία πληρωμής των ενοικίων του σπιτιού στο οποίο μέχρι σήμερα διέμεναν να αναγκαστούν να υποστούν έξωση. Σύμφωνα βεβαίως με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης για ευτύχημα κάποιο πρόσωπο προσφέρθηκε να παραχωρήσει άλλη κατοικία στην συμβία του Κατηγορούμενου καθώς και στα δύο ανήλικα τέκνα τους υπό την προϋπόθεση ότι το ενοίκιο θα αρχίσει να του καταβάλλεται μετά την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου.
Με γνώμονα τα πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης κάλεσε να λάβει το Δικαστήριο υπόψη τα αποτελέσματα και τις συνέπιες που έχει ο εγκλεισμός του Κατηγορούμενου σε άλλα πρόσωπα του κοντινού του περιβάλλοντος και δη στα δύο ανήλικα τέκνα του που τον χρειάζονται.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα της κλοπής στο οποίο ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία είναι ιδιαίτερα σοβαρό αφού μάλιστα σύμφωνα με τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου, πρόσωπο που έχει καταδικαστεί πριν από τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής για κλοπή που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 262, όπως και εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος, αφού σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταδικάστηκε προηγουμένως στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 4058/16, η ποινή φυλάκισης αυξάνεται σε πέντε έτη σε αντίθεση με την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή για το αδίκημα της κλοπής η οποία φτάνει τα τρία έτη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.
Αδιαμφισβήτητα η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται αρχικά από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο σχετικός Νόμος, εξ ου και εν προκειμένω είναι φανερό ότι ο Νομοθέτης ήθελε να προβλέψει αυστηρότερη ποινή από την ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα της κλοπής, ενόψει του όταν ένα πρόσωπο έχει ήδη καταδικαστεί για κλοπή και καταδικάζεται ξανά για το ίδιο αδίκημα καταδεικνύεται και ότι το πρόσωπο αυτό δεν συμμορφώθηκε μετά την επιβολή της ποινής που του είχε επιβληθεί με αποτέλεσμα η επανάληψη του ίδιου αδικήματος να θεωρείται ποιοτικά πιο επιβαρυντική. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο Νομοθέτης επιθυμώντας να αποτρέψει τους δράστες από το να συνεχίσουν την ίδια παραβατική συμπεριφορά όπως και εν προκειμένω έπραξε ο Κατηγορούμενος, θέλησε να προβλέψει την επιβολή αυστηρότερης ποινής με σκοπό την αποτροπή αλλά και την προστασία της κοινωνίας από επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά. Έτσι με την αυστηροποίηση της εν λόγω ποινής θεωρώ ότι το δίκαιο στέλνει και ένα μήνυμα προς το κοινωνικό σύνολο ότι η υποτροπή αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα ενώ η συνεχιζόμενη προσβολή της ξένης περιουσίας από συμπεριφορές αυτού του είδους δεν θα παραμείνουν ατιμώρητες και ανεκτές χωρίς σοβαρότερες συνέπειες. Ούτως η άλλως βέβαια αυτό που θα πρέπει να υποδειχθεί είναι ότι το αδίκημα της κλοπής είναι εκ της φύσεως του σοβαρό αφού χαρακτηρίζεται από τον Νόμο ως κακούργημα.
Το αδίκημα της κλοπής είναι ιδιαίτερα σοβαρό και για τον επιπρόσθετο ακόμη λόγο ότι ενέχει και το στοιχείο της παράνομης αποστέρησης κατοχής και απόλαυσης της περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Η διάπραξη τέτοιου αδικήματος φανερώνει ασέβεια και καταπατεί κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Η πολιτεία οφείλει μέσω τη θέσπισης και εφαρμογής ποινικών νομοθεσιών αλλά και άλλων κατάλληλων μηχανισμών να διασφαλίσει το δικαίωμα σεβασμού της απρόσκοπτης κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της, το οποίο κατοχυρώνεται συνταγματικά από το άρθρο 23 του Συντάγματος.
Πέραν των ποινών που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος είναι αδικήματα που βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό υποθέσεων οι οποίες καταχωρούνται σχεδόν καθημερινά. Συνεπώς το καθήκον των Δικαστηρίων να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές είναι χωρίς αμφιβολία επιτακτικό. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 71).
Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη.
Αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης εισόδου με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος αυτό είναι επίσης σοβαρό καθότι καταπατεί το συνταγματικό δικαίωμα της απόλαυσης της ιδιοκτησίας αλλά σαφώς είναι ελαφρύτερο σε σοβαρότητα από το αδίκημα της κλοπής αφού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο έτη.
Ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω ενήργησε με τρόπο που καταδεικνύει δίχως άλλο την έλλειψη κάθε σεβασμού αλλά και την περιφρόνηση του προς τους νόμους της πολιτείας. Επιβαρυντικό στοιχείο επίσης στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι αποτελεί και η μεγάλη αξία της κλοπιμαίας περιουσίας η οποία ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 5,200 ευρώ και η οποία δεν έχει ανευρεθεί. Επίσης επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι η περιουσία που ο Κατηγορούμενος έκλεψε αφορούσε αντικείμενα που χρησιμοποιούσε ο παραπονούμενος για τους σκοπούς της εργασίας του καθότι είναι υπεργολάβος καλουψιής και στον συγκεκριμένο χώρο που αυτά είχαν κλαπεί τα είχε τοποθετήσει με σκοπό να τα φυλάξει. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι αναμφίβολα οι πράξεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία, αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Δεν είναι, επίσης, υπερβολή να λεχθεί ότι η πράξη του Κατηγορούμενου να κλέψει την περιουσία του παραπονούμενου χαρακτηρίζεται από εγωισμό, αναίδεια και αδιαφορία για τα δυσάρεστα αισθήματα που του προκάλεσε, κυρίως δε, της αγωνίας για την τύχη της περιουσίας του. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές όπως αυτή που επέδειξε ο Κατηγορούμενος. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών με τρόπο αποτελεσματικό.
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ( HUSEYIN VEDAT v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Π.Ε. 142/12 ημερ. 22.11.12 2ΑΑΔ 787) επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης ύψους 18 μηνών που είχε επιβληθεί πρωτόδικα στον Εφεσείοντα για το αδίκημα της κλοπής χρηματικού ποσού ύψους €370 ευρώ. Η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή ήταν αυτή των τριών ετών και όχι των πέντε ετών που προνοείται στην παρούσα περίπτωση αναφορικά με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Επίσης στην συγκεκριμένη υπόθεση η κλοπιμαία περιουσία ήταν και κατά πολύ μικρότερη σε αξία και μέγεθος από την παρούσα περίπτωση.
Στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην προηγούμενη διαγωγή του Εφεσείοντα και ότι αυτός ουσιαστικά δεν είχε ανταποκριθεί στην επιείκεια που του είχε δοθεί αφού βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσης αδικήματα εκ των οποίων στη μία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης ύψους 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης στην απόφαση του, ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα ο οποίος είχε οικογενειακές υποχρεώσεις αφού είχε αποκτήσει 5 παιδιά δεν μπορούσαν από μόνες να καθορίσουν υπερβολικότητα στην ποινή. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα κλαπέντα είχαν επιστραφεί, αυτό σύμφωνα με το Εφετείο δεν αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία με αναφορά στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων αφού στη μία περίπτωση ο Εφεσείων είχε συλληφθεί από την αστυνομία επ’ αυτοφώρο.
Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επιτείνεται επίσης και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνετε με έξι προηγούμενες καταδίκες οι πλείστες εκ των οποίων αφορούν αδικήματα που στρέφονται κατά της περιουσίας. Το βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο ενός Κατηγορούμενου είναι ένας αποτρεπτικός της επιείκειας παράγοντας υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι αφού ο Κατηγορούμενος έχει αποτύχει να ανταποκριθεί θετικά στις ευκαιρίες που του έδωσε θα επιβάλει αυστηρότερη ποινή παρά αν δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες.
Παράλληλα δεν μου διαφεύγει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου (1994) 2 ΑΑΔ 1).
Ο Κατηγορούμενος βαρύνετε με έξι προηγούμενες καταδίκες εκ των οποίων σημειώνεται ότι στην μία εξ αυτών λήφθηκε υπόψη πολύ μεγάλος αριθμός υποθέσεων για σκοπούς επιβολής ποινής και ειδικότερα 21 ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις. Όλες οι πιο πάνω καταδίκες του Κατηγορούμενου αδιαμφισβήτητα δεν στάθηκαν αποτρεπτικές ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να μην επιδείξει ξανά άλλη παρόμοια παραβατική συμπεριφορά.
Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο βαθμός επιείκειας που θα μπορούσε να επιδειχθεί στον Κατηγορούμενο από το Δικαστήριο μειώνεται ουσιωδώς.
Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά, δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομίας, (2008) 2 Α.Α.Δ.575). Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την αποδοχή αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου, (Αρ.2) (2001) 2 Α.Α.Δ.285).
Για προσδιορισμό, λοιπόν, της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο την σοβαρότητα του αδικήματος, καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας, αλλά και ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη του.
Σε κάθε περίπτωση προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως αυτές εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης και περιλαμβάνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί. Το Δικαστήριο δεν παραμένει καθόλου αδιάφορο ούτε μπροστά στην δεινή οικονομική κατάσταση που αντιμετωπίζει η οικογένεια του Κατηγορουμένου ένεκα του εγκλεισμού του στην φυλακή αλλά ούτε και μπροστά στο σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει το ένα εκ των δύο ανήλικων παιδιών του καθώς και το ενδεχόμενο το ανήλικο να υποστεί χειρουργική επέμβαση στο μέλλον. Τουναντίον συμμερίζεται το Δικαστήριο την αγωνία του Κατηγορούμενου για την τύχη της οικογένειας του τόσο σε ότι αφορά τα προβλήματα υγείας που υφίστανται όσο και την κακή οικονομική τους κατάσταση. Την ίδια όμως στιγμή πρέπει να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου (2001) 2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 430).
Περαιτέρω τονίζεται ότι θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο ένας Κατηγορούμενος προτού εγκληματήσει, να αναλογιστεί τις συνέπειες των πράξεων του και το κακό που προκαλεί στους άλλους. Όπως λέχθηκε και στην Tibor Domotov κ.α v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6215 και 6216, ημερομηνίας 20/12/96, «οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων. Δεν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής. Εξάλλου, στην κρινόμενη περίπτωση, δόθηκε η δέουσα σημασία στον παράγοντα αυτό, που συνέβαλε στην εφαρμογή της αρχής της εξατομίκευσης».
Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τον Κατηγορούμενο.
Επισημαίνω ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με έξι προηγούμενες καταδίκες. Μάλιστα οι προηγούμενες καταδίκες αφορούν παρόμοιας φύσεως αδικήματα ήτοι αδικήματα κατά την περιουσίας. Αυτό που διαφαίνεται και προκύπτει τόσο μέσα από την έκθεση του γραφείου ευημερίας όσο και από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο Κατηγορούμενος τα τελευταία χρόνια εμπλέκεται και απασχολεί τις Αρχές με την διάπραξη αδικημάτων κατά της περιουσίας χωρίς να υπάρχουν σημάδια συμμόρφωσης. Τέτοια ζητήματα ασφαλώς δεν εγείρονται για να τιμωρηθεί ξανά ένας Κατηγορούμενος. Η σημασία των καταδικών του έγκειται στο ότι η προηγούμενη διαγωγή υποδηλώνει ή, εν πάση περιπτώσει, είναι ενδεικτική της στάσης του έναντι της νομιμότητας. Εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος, όχι μόνο έδειξε να μη σωφρονίζεται, αλλά επανήλθε σε παράνομη συμπεριφορά της ίδιας φύσης. Όπως είναι πάγια νομολογημένο η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα με τον αριθμό του χρόνου και τη φύση των παλαιών αδικημάτων την επιείκεια που δύναται να επιτευχθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ. 17.)
Έχω προβληματιστεί αναφορικά με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να χειριστεί τον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση υπό το φως όλων των ανωτέρω.
Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν’ όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.
Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος κατόπιν δικής της παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης.
Εν’ όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.
Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 98).
Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
- Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών.
- Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Επισημαίνω εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν. 186(Ι)/03 στον περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου.
Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου προσφέρουν οι υποθέσεις Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2) (2005) 2 Α.Α.Δ. 327 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161.
Στην υπόθεση Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, επισημάνθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος το σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.
Καθοδηγούμενος, λοιπόν, από τις πιο πάνω νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη αφενός τη σοβαρότητα του αδικήματος και των περιστατικών της υπόθεσης, και αφετέρου όλους του παράγοντες που έχουν προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορουμένου. Με δεδομένη τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και την ανησυχητική έξαρση που έχει τονιστεί ανωτέρω σε ότι αφορά τα αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά της περιουσίας, κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοια χαρακτηριστικά στο σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του κατηγορούμενου, τα οποία συνολικά ορώμενα, στο παρόν στάδιο, είναι τέτοιου είδους ή αρκετά ώστε να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας για προστασία του πολίτη. Σε τέτοια περίπτωση ο σκοπός της νομοθεσίας θα υπονομευόταν και η αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας θα εξουδετερωνόταν. Ωστόσο επαναλαμβάνω πως όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες και οι περιστάσεις της υπόθεσης λήφθηκαν σοβαρά υπόψη για τη δραστική μείωση του ύψους της ποινής που του επιβλήθηκε ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μεγάλο αριθμό προηγούμενων καταδικών για συναφή αδικήματα, χωρίς αυτό επαναλαμβάνω να σημαίνει ότι ο Κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά για τις προγενέστερες πράξεις του.
Συνεπώς, η επιβληθείσες ποινές φυλάκισης θα είναι άμεσες, θα συντρέχουν και η έκτισης τους μειώνεται από την 14/07/25 ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης.
Τέλος, σημειώνεται με βάση τα όσα λέχθηκαν στο Δικαστήριο αναφορικά με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος σήμερα πέραν του ότι βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης εκτίει συν τοις άλλοις και ποινή φυλάκισης ύψους επτά μηνών της οποίας η ενεργοποίηση έλαβε χώρα κατά την επιβολή ποινής φυλάκισης 40 ημερών στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 3268/20, διασαφηνίζω ότι τέθηκε ξεκάθαρα εκ μέρους και των δύο πλευρών ότι η επιβολή της παρούσας ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο σήμερα από το Δικαστήριο δεν διαδραματίζει κανένα απολύτως ρόλο σε ότι αφορά την έκτιση της διαδοχικά με την ποινή που ήδη εκτίει ο Κατηγορούμενος και έχει ενεργοποιηθεί, αφής στιγμής το Δικαστήριο ως ανωτέρω υποδείχθηκε ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος διέταξε την έκτιση της ποινής φυλάκισης των 2 ½ ετών από την 14/07/25 ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τέθηκε σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση. Συνεπώς και δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα εξέτασης της αρχής της συνολικότητας της ποινής.
(Υπ.) ………..….……………
Σ. Συμεού , Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο