ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ
EΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.
Ν. Φακοντής, Ε.Δ.
Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 4399/25
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
v.
Π. Σ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 16.12.2025
Εμφανίσεις:
Για Δημοκρατία: κ. Α. Χατζηκύρου
Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου
Κατηγορούμενος: Παρών
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος φόνου εκ προμελέτης, παράνομης κατοχής, μεταφοράς και χρήσης πυροβόλου όπλου κατηγορίας Γ8, καθώς και παράνομης κατοχής, μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών.
Με απόφασή του ημερομηνίας 24.07.25, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου παρέπεμψε τον κατηγορούμενο σε δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου και διέταξε, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση εκκρεμούσης της δίκης του αφού διαπίστωσε την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας καθώς και διάπραξης νέων αδικημάτων, σε περίπτωση που αυτός παραμείνει ελεύθερος. Η πλευρά της Υπεράσπισης δεν είχε φέρει, τότε, ένσταση στο αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά της να ενστεί σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του Κακουργιοδικείου.
Στις 30.09.25, όταν η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μας, ο συνήγορος του κατηγορούμενου έκανε αναφορά σε κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τα οποία κατά τη θέση του δεν αντιμετωπίζονται δεόντως από τη διεύθυνση των φυλακών στο Δικαστήριο. Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 20.10.25 και ο συνήγορος του κατηγορούμενου δεν έφερε ένσταση στη συνέχιση της κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι εκείνη την ημερομηνία επιφυλάσσοντας και πάλι “το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε σχέση με το θέμα της κράτησής του στην ημερομηνία που ήδη έχει ορίσει το Δικαστήριο ενόψει του ότι εκκρεμεί και αίτηση για νομική αρωγή για να τον εκπροσωπήσω”. Το αίτημα κράτησης εγκρίθηκε.
Στις 20.10.25 ζητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης χρόνος για απάντηση του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ενόψει του ότι εκκρεμούσε ακόμη προς εξέταση το αίτημα που ο τελευταίος είχε υποβάλει για παροχή νομικής αρωγής. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για απάντηση στις 31.10.25 και, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση, η συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους του κατηγορούμενου δεν έφερε ένσταση στη συνέχιση της κράτησης επιφυλάσσοντας το δικαίωμα της Υπεράσπισης να υποβάλει ένσταση σε κατοπινό στάδιο.
Ο συνήγορος του κατηγορούμενου διορίστηκε βάσει πιστοποιητικού νομικής αρωγής στις 31.10.25. Εκείνη την ημερομηνία ζήτησε όπως η υπόθεση παραμείνει εκ νέου για απάντηση, ενόψει του ότι, ως ανέφερε, υπολείπετο μέρος του μαρτυρικού υλικού, αίτημα στο οποίο συγκατατέθηκε και η Κατηγορούσα Αρχή. Αναφορικά με το ζήτημα συνέχισης της κράτησής του κατηγορούμενου μέχρι την επόμενη ημερομηνία, ήτοι στις 27.11.25, η πλευρά της Υπεράσπισης ανέφερε ότι δεν θα είχε ένσταση στη συνέχιση της κράτησής του, επιφυλάσσοντας και πάλι το δικαίωμά του να ενστεί στο μέλλον. Μετέφερε, εκ νέου, το παράπονο του κατηγορούμενου ότι η διεύθυνση των φυλακών έχει “αποτύχει” να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου.
Στις 27.11.25, ο κατηγορούμενος απάντησε “μη παραδοχή” στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 25.02.26. Όταν ετέθη αίτημα συνέχισης της κράτησής του από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στο αίτημα, ζητώντας μάλιστα όπως δοθεί άδεια στον κατηγορούμενο να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζονται από τη διεύθυνση των φυλακών τα σοβαρά προβλήματα υγείας του.
Ερωτηθείς, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, εάν η ένσταση της Υπεράσπισης περιορίζεται στο ζήτημα των συνθηκών κράτησης του κατηγορούμενου ενόψει των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, και άρα κατά πόσο το αίτημα κράτησης θα πρέπει να εξεταστεί εξ υπαρχής ή να ιδωθεί ως επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης και να εξεταστεί μόνο σε συνάρτηση με τις συνθήκες κράτησής του, ο συνήγορος του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι, πέραν από το ότι οι συνθήκες κράτησης του κατηγορούμενου συνιστούν παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του και αποτελούν αυτοτελή λόγο για αποφυλάκισή του, τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου συνυφαίνονται και με την ύπαρξη ή μη κινδύνου φυγοδικίας ενώ ανεξαρτήτως τούτων, είναι η θέση του ότι δεν υφίσταται, βάσει των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων στο μέλλον. Ζήτησε, λοιπόν, όπως το αίτημα κράτησης εξεταστεί εξ υπαρχής.
Οι δύο πλευρές ζήτησαν, από κοινού, όπως η υπόθεση οριστεί στις 02.12.25 για ακρόαση του αιτήματος κράτησης, όπως και έγινε. Κατά την ακρόαση του αιτήματος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με αναφορά στην αρχή του δεδικασμένου, κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα μόνο σε συνάρτηση με νέα δεδομένα που προέκυψαν έπειτα από την έκδοση του διατάγματος κράτησης του κατηγορούμενου (όπως την κατ’ ισχυρισμό μη δέουσα αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του από τη διεύθυνση των φυλακών), εντούτοις θεώρησε ορθό όπως αγορεύσει στο Δικαστήριο πλήρως, επί όλων των προβαλλόμενων λόγων κράτησης του κατηγορούμενου εκκρεμούσης της δίκης του, παραπέμποντας μας σε σημεία του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης καθώς και στο ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Η πλευρά της Υπεράσπισης, κάλεσε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο του μάρτυρα ζητώντας του να παραθέσει τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και τις συνθήκες κράτησής του σε σχέση με αυτά και, έπειτα, ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχή επί αυτών των ζητημάτων. Με το πέρας της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, ο συνήγορος του αγόρευσε στο Δικαστήριο υποστηρίζοντας τη θέση ότι η πλημμελής αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου από τη διεύθυνση των φυλακών θα πρέπει να οδηγήσει στην αποφυλάκισή του. Επιχειρηματολόγησε περαιτέρω ότι, ενόψει των δεσμών του κατηγορούμενου με την Κύπρο σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας του, δεν υφίσταται κίνδυνος φυγοδικίας του κατηγορούμενου, εάν αυτός αφεθεί ελεύθερος. Παράλληλα, εισηγήθηκε ότι το ιστορικό του κατηγορούμενου δεν καταδεικνύει κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον.
Έχουμε ακούσει με προσοχή τις θέσεις και των δύο πλευρών και τις έχουμε αποτιμήσει.
Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης Κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α. (2001) 2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση Κατηγορουμένου και είναι οι εξής:
1. Η πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
2. Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων.
3. Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων.
Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω λόγων για να διαταχθεί τέτοια κράτηση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 7).
Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση του πρώτου σκέλους της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο οποίος αφορά το κατά πόσο υφίσταται εν προκειμένω, κίνδυνος φυγοδικίας του κατηγορούμενου ή κίνδυνος αυτός να διαπράξει άλλα αδικήματα σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, θα μας απασχολήσει το κατά πόσο δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις, (α) η εξ υπαρχής εξέταση του αιτήματος κράτησης με αναφορά σε στοιχεία ή γεγονότα που λήφθηκαν ήδη υπόψη από το παραπέμπον Δικαστήριο κατά την έκδοση του αρχικού διατάγματος κράτησης (ή θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη εάν ετίθεντο ενώπιον του, νοούμενου ότι ήταν εις γνώση της πλευράς της Υπεράσπισης) ή (β) η εξέτασή του αιτήματος μόνο στη βάση νέων διαφοροποιητικών δεδομένων, ήτοι αυτών που, εν προκειμένω, άπτονται της αντιμετώπισης των προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου από τη διεύθυνση των φυλακών - ζήτημα, το οποίο, προφανώς, προέκυψε μεταγενέστερα της έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης του παραπέμποντος Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με την σχετική επί του θέματος νομολογία, οι διαπιστώσεις ενός Δικαστηρίου για γεγονότα που άπτονται της κράτησης υπόδικου και δεν είναι μεταβλητά δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας (βλ. Ζορπάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 103/24, ημερ. 03.06.24). Μετά την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής, αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την κρίση του θέματος κράτησης και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξαρχής (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 260/24, ημερ. 16.12.24).
Υφίσταται, βεβαίως, δικαίωμα σε κατηγορούμενο να επιφυλάξει το δικαίωμά του να ενστεί σε αίτημα για κράτηση. Νοείται ότι σε τέτοια περίπτωση, όταν εν τέλει προβληθεί η ένσταση, το αίτημα εξετάζεται εξ υπαρχής. Η επιφύλαξη, όμως, πρέπει να γίνεται για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος θα πρέπει να συναρτάται με θέμα το οποίο άπτεται της άσκησης του δικαιώματος ένστασης, υπό συνθήκες οι οποίες δεν θέτουν την υπεράσπιση σε μειονεκτική θέση έναντι της κατηγορούσας αρχής. Τέτοιοι λόγοι θα μπορούσαν να σχετίζονται με τη μη αποκάλυψη στην υπεράσπιση του μαρτυρικού υλικού επί του οποίου εδράζεται το αίτημα κράτησης, ή της μη εκπροσώπησης του κατηγορούμενου από δικηγόρο της επιλογής του κατά το χρόνο προώθησης του αιτήματος κράτησης (νοείται ότι, στην απουσία άλλου λόγου επιφύλαξης δικαιώματος ένστασης, η ένσταση αναμένεται να υποβληθεί κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου όπου ο κατηγορούμενος θα εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του) ή γενικότερα, όπου η επιφύλαξη συνδέεται με παράγοντα που άπτεται του θέματος κράτησης και της παροχής λογικής ευκαιρίας στην πλευρά του κατηγορούμενου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αιτιολογημένη του ένσταση. Η ένσταση θα πρέπει να εγείρεται αμέσως όταν ο ειδικός αυτός λόγος επιφύλαξης παύει να υφίσταται. Δεν είναι επιτρεπτή η επιφύλαξη του δικαιώματος ένστασης αόριστα έτσι ώστε η δυνατότητα υποβολής της από μέρους της υπεράσπισης να παραμένει χωρίς όρια ως προς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τέτοια μπορεί να προβληθεί (βλ. Ivanov v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 85/24, ημερ. 30.04.24 και BASHAR TURK κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 76/2025, 77/2025, 4/6/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, η επιφύλαξη του δικαιώματος κράτησης από την πλευρά του κατηγορούμενου δεν συνδέθηκε ρητά από μέρους της Υπεράσπισης με κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ως απαιτεί η νομολογία, πέραν του ζητήματος που άπτεται της αντιμετώπισης των προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου από τη διεύθυνση των φυλακών. Παρεμβάλλεται ότι τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου ήταν, σαφώς, εις γνώση του ίδιου κατά την πρώτη εμφάνιση του ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου και άρα, σε αντίθεση με τον τρόπο που αυτά αντιμετωπίζονται από τη διεύθυνση των φυλακών, αυτά δεν αποτελούν “νέο δεδομένο” που να δικαιολογεί την υποβολή ένστασης με τέτοια καθυστέρηση.
Εντούτοις, ακόμη και εάν η πλευρά της Υπεράσπισης ουδέποτε συνέδεσε ρητά την επιφύλαξη του δικαιώματος ένστασης με την εκκρεμότητα της αίτησης για παροχή νομικής αρωγής, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου διορίστηκε βάσει πιστοποιητικού νομικής αρωγής στις 27.11.25, ήτοι μια δικάσιμο πριν από την υποβολή της υπό κρίση ένστασης, ενώ παράλληλα σε προηγούμενες δικασίμους είχε κάνει αναφορά στο γεγονός ότι εκκρεμούσε ακόμη ο διορισμός του, έστω και εάν αυτό αναφέρθηκε στο πλαίσιο αιτήματος παροχής χρόνου στον κατηγορούμενο για να απαντήσει στις κατηγορίες που του προσάπτονται και όχι ειδικά με την επιφύλαξη του δικαιώματος ένστασης στην κράτησή του.
Αν και θα ήταν ορθό και επιθυμητό όπως η επιφύλαξη του δικαιώματος ένστασης στην προκειμένη περίπτωση να συνδεόταν ρητά με την εκκρεμότητα της αίτησης για νομική αρωγή, κρίνουμε ότι το στοιχείο αυτό, το οποίο άπτεται της νομικής εκπροσώπησης του κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, πριν τις 27.11.25, μέρος του μαρτυρικού υλικού δεν είχε ακόμη δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή στην πλευρά της Υπεράσπισης, διαχωρίζει την παρούσα υπόθεση από άλλες περιπτώσεις όπου η υποβολή ένστασης σε αίτημα συνέχισης κράτησης έγινε εκτός λογικών χρονικών ορίων μη συναρτώμενων με κάποιο παράγοντα που άπτεται του θέματος κράτησης και της παροχής λογικής ευκαιρίας στην πλευρά του κατηγορούμενου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αιτιολογημένη του ένσταση.
Διαφοροποιείται, επί τούτου, κατά την κρίση μας, η παρούσα υπόθεση με την υπόθεση Ivanov (πιο πάνω) στην οποία κρίθηκε η ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το αίτημα κράτησης, αφού ο εκεί κατηγορούμενος, έπειτα από την επιφύλαξη του δικαιώματός για ένσταση, είχε διορίσει, εν τέλει, δικηγόρο της επιλογής του (χωρίς να προηγηθεί καταχώρηση αίτησης για παροχή νομικής αρωγής) και η υποβολή της ένστασης από τον δικηγόρο του έγινε τρεις δικάσιμους έπειτα από το διορισμό του, ήτοι με περισσότερη - και ως κρίθηκε αδικαιολόγητη - καθυστέρηση συγκριτικά με την προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το όλο ζήτημα επηρεάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορούμενου στην ελευθερία, κρίνουμε ορθότερο όπως εξετάσουμε εξ υπαρχής το πραγματικό και νομικό πλαίσιο επί του οποίου στηρίχθηκε το αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου, έχοντας ακούσει πλέον (και για πρώτη φορά) τις θέσεις της πλευράς της Υπεράσπισης ως προς τους λόγους επί τους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα κράτησης από την Κατηγορούσα Αρχή, χωρίς να περιορίζουμε την εξέταση του αιτήματος με αναφορά μόνο σε νέα στοιχεία που προέκυψαν έπειτα από την έκδοση της απόφασης του παραπέμποντος Δικαστηρίου.
Εφόσον το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας, με βάση τη σχετική νομολογία, αυτός ο παράγοντας εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων αντικειμενικών παραμέτρων όπως είναι (α) η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, (β) η εκτιμούμενη πιθανότητα για την καταδίκη του με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία και (γ) η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί (Βλ. ενδεικτικά Γενικός Εισαγγελέας ν Γ.Ν., Ποιν. Εφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 271/23, ημερ. 24.1.24)
Εν προκειμένω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου αποδέχτηκε, ουσιαστικά, ότι πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία σε σχέση με την κατάδειξη ορατού κινδύνου φυγοδικίας του κατηγορούμενου σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος - θέση η οποία μας βρίσκει σύμφωνους. Ως είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε, έχοντας διεξέλθει των θέσεων που τέθηκαν ενώπιον μας, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εξαιρετικά σοβαρές κατηγορίες (με τη σοβαρότερη να είναι αυτή του φόνου εκ προμελέτης), σε περίπτωση καταδίκης του θα του επιβληθεί η ποινή δια βίου φυλάκισης ενώ από το μαρτυρικό υλικό που είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε στην ολότητά του, χωρίς να το αξιολογούμε στο παρόν στάδιο ή να προβαίνουμε σε ευρήματα γεγονότων, αναφύεται ορατή πιθανότητα καταδίκης του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς να αποκλείεται, σε καμία περίπτωση, η πιθανότητα αθώωσης του. Ειδικότερα, σε σχέση με την πιθανολόγηση καταδίκης, παραπέμπουμε ενδεικτικά στο Κυανούν 1Β, ήτοι την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου στην οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να ομολογεί ότι πυροβόλησε το θύμα, σύντροφο της πρώην γυναίκας του κατηγορούμενου, στον Κυανούν 1 το οποίο αποτελεί κατάθεση του Λοχία 3070 ο οποίος περιγράφει, μεταξύ άλλων, τις υποδείξεις σκηνών (τον τόπο όπου φέρεται να έκρυψε το πυροβόλο όπλο και τα φυσίγγια που φέρεται να είχε στην κατοχή του) στις οποίες προέβη αυτοβούλως ο κατηγορούμενος και στον Κυανούν 36 που αποτελεί το πιστοποιητικό αιτιών θανάτου του θύματος και στο οποίο καταγράφεται ότι αυτός απεβίωσε λόγω εσωτερικής αιμορραγίας προκληθείσας από πυροβολισμό. Το μαρτυρικό υλικό που έχει προσκομισθεί αρκεί για να καταδείξει ορατή πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στις εξαιρετικά σοβαρές κατηγορίες που αντιμετωπίζει και για τις οποίες, σε περίπτωση καταδίκης, αναμένεται να του επιβληθεί ποινή δια βίου φυλάκισης. Έπεται ότι, στη βάση των αντικειμενικών παραγόντων που θέτει η νομολογία, ο κίνδυνος φυγοδικίας του κατηγορούμενου σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος αναφύεται, υπό τις περιστάσεις, ως εξαιρετικά μεγάλος.
Πέραν των πιο πάνω, κατά την εκτίμηση του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόδικου κατά τη δίκη, συνυπολογίζονται και οι ιδιαίτερες περιστάσεις του υπόδικου. Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου, η ηλικία, υγεία, απασχόληση και οικογενειακή κατάσταση. Σαφώς, οι δεσμοί του υποδίκου με την Κύπρο συνιστούν σημαίνοντα παράγοντα για την κράτηση ή μη υποδίκου. Εντούτοις, οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί του παραβάτη με την Κύπρο δεν επενεργούν πάντοτε ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ’ επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (βλ. Σάββα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 176/2017 ημερ. 20.09.17), ECLI:CY:AD:2017:D308. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.α. (2008) 2 Α.Α.Δ. 319, οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν την σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης.
Ως ανέφερε η πλευρά της υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος είναι άτομο σχεδόν 80 ετών, συνταξιούχος, με χαμηλό εισόδημα, Κύπριος υπήκοος με δεσμούς με την Κύπρο, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Πάσχει από “ινσουλινοεξαρτόμενο σαγχαρώδη διαβήτη, υπέρταση, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, κακόηθες νεόπλασμα του προστάτη, λιθίαση ουροποιητικού, γεροντικό καταρράκτη, εκφυλιστική αρθροπάθεια γονάτων και λαμβάνει την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή” (βλ. Ιατρική Βεβαίωση - Τεκμήριο Γ). Παρεμβάλλεται ότι, πέραν από την παράθεση των προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου και ειδικότερα του καρκίνου στον προστάτη που αντιμετωπίζει, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο προσδόκιμο ζωής του, έστω κατά προσέγγιση.
Σαφώς, τα πιο πάνω στοιχεία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και δεν αμφιβάλλουμε ότι λειτουργούν, σε κάποιο βαθμό, περιοριστικά ως προς την ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να φυγοδικήσει σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος. Παράλληλα, όμως, οι περιστάσεις του κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας του, δεν τον εμποδίζουν πρακτικά από το να φυγοδικήσει σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος.
Υπενθυμίζεται ότι όσο πιο σοβαρό είναι το αδίκημα που αντιμετωπίζει κάποιος κατηγορούμενος, τόσο πιο μεγάλο είναι το κίνητρο να φυγοδικήσει. Εφόσον το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, μεταξύ και άλλων σοβαρών αδικημάτων, τιμωρείται με τη μεγαλύτερη προβλεπόμενη ποινή, ήτοι φυλάκιση δια βίου, οι πιθανότητες φυγοδικίας βρίσκονται στο απόγειό τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαταγή κράτησης είναι δικαιολογημένη, εκτός και εάν συντρέχουν προϋποθέσεις που καθιστούν εξ αντικειμένου αδύνατη τη φυγοδικία (βλ. ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφ. 204/2025, ημερ. 13/8/2025 και Χαμντ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/2021, ημερ. 27.10.21), ECLI:CY:AD:2021:B485. Δεν έχουμε εντοπίσει στοιχεία τέτοιας δυναμικής στην προκειμένη περίπτωση.
Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, την αυστηρότητα της ποινής που ενδέχεται να του επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης αλλά και την πιθανολόγηση καταδίκης του στη βάση του μαρτυρικού υλικού, κρίνουμε ότι οι υποκειμενικοί παράγοντες που έχουν τεθεί ενώπιον μας δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, εξαιρετικά αποτρεπτικοί και συνεπώς ικανοί να καταστήσουν αδύνατο (ή έστω να μειώσουν ουσιωδώς) τον κίνδυνο φυγοδικίας, ο οποίος παραμένει αρκετά μεγάλος.
Αποτελεί κατάληξή μας ότι, στη βάση των πιο πάνω, θεμελιώνεται εγγενής και αντικειμενικός κίνδυνος φυγοδικίας του κατηγορούμενου, ο οποίος δεν δύναται να αντισταθμιστεί με την επιβολή οποιωνδήποτε όρων, περιλαμβανομένων και αυτών που εισηγήθηκε η πλευρά της Υπεράσπισης.
Αναφορικά με τον δεύτερο παράγοντα επί του οποίου στηρίχθηκε το αίτημα κράτησης, ήτοι του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, προς υποστήριξη της θέσης του, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής παρέθεσε το ποινικό ιστορικό του κατηγορούμενου. Η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου στην υπόθεση με αρ. 333/25 για αδικήματα άσκησης ψυχολογικής βίας και απειλής κατά της πρώην συζύγου του, τα οποία διαπράχθηκαν στις 05.01.25 έγινε δεκτή από την πλευρά της Υπεράσπισης όπως δεκτή έγινε και εκκρεμότητα της ποινικής υπόθεσης με αρ. 1568/25 για αδικήματα απειλής, εισόδου σε ξένη περιουσία, δημόσιας εξύβρισης, άσκησης ψυχολογικής βίας και πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά της θυγατέρας του, τα οποία φέρεται να διαπράχθηκαν τον Μάρτιο του 2025. Πρόκειται για αδικήματα που φέρεται να διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο πρόσφατα, εντός του 2025, κατά διαφορετικών προσώπων. Σαφώς, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος καταχώρησε έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης στην υπόθεση με αρ. 333/25 δεν δύναται να αλλοιώσει τη δυναμική της ύπαρξης της εν λόγω προηγούμενης καταδίκης για τους περιορισμένους σκοπούς εκτίμησης του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο.
Έχοντας εξετάσει το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, αντίγραφο του κατηγορητηρίου που αφορά στην εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του σε συνδυασμό με τα όσα του καταλογίζονται στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, κρίνουμε ότι αυτά, σωρευτικά ιδωμένα, αρκούν για να δημιουργήσουν ισχυρή εντύπωση ότι, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να προχωρήσει στη διάπραξη άλλων αδικημάτων στο μέλλον.
Η κράτηση του, λοιπόν, κρίνεται αναγκαία και στη βάση του δεύτερου παράγοντα στον οποίο στηρίχθηκε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής.
Πέραν των πιο πάνω, παρά το ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης ως προς το ζήτημα της επιμήκυνσης του χρόνου κράτησης του κατηγορούμενου, το εξετάσαμε αυτεπαγγέλτως και κρίνουμε ότι η περίοδος της κράτησής του, ήτοι από τις 22.07.25 μέχρι τις 25.02.26, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, δεν ξεφεύγει το πλαίσιο του εύλογου υπό τις περιστάσεις, ώστε να δικαιολογείται η αποφυλάκισή του για αυτόν το λόγο.
Έχοντας καταλήξει ότι η κράτηση του κατηγορούμενου παραμένει αναγκαία, τόσο λόγω του κινδύνου φυγοδικίας όσο και λόγω του κίνδυνου διάπραξης άλλων αδικημάτων σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, στρεφόμαστε να εξετάσουμε το δεύτερο σκέλος της ένστασης που προβλήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, ήτοι κατά πόσο η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου συναρτώμενη με το επίπεδο ιατρικής περίθαλψης που του παρέχεται στις φυλακές είναι απολύτως ασυμβίβαστη με την κράτησή του, ώστε να συνιστά παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.
Στα πλαίσια τούτης της πτυχής, ο κ. Χατζηκύρου κατέθεσε χωρίς ένσταση επιστολή του ημερ. 15.10.2025 (Έγγραφο Α) προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Τμήμα Φυλακών, με το οποίο επισυνάπτει σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 30.09.2025 όπου εμπεριέχονται παράπονα του κατηγορουμένου ως προς τις συνθήκες κράτησης του, ειδικότερα όσον αφορά την υγεία του. Κατέθεσε, επίσης, επιστολή (απάντηση) του Τμήματος Φυλακών (Έγγραφο Β). Να σημειωθεί ότι ο κ. Αλεξάνδρου, αν και δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση του Εγγράφου Β, δήλωσε ότι δεν αποδέχεται το περιεχόμενο του.
Ακριβώς για την ίδια πτυχή και μόνο για σκοπούς της παρούσας Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος έδωσε προφορική μαρτυρία ενώπιον μας αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής:
Όταν μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές κατά τον Αύγουστο του 2025, πληροφόρησε αρμόδιο άτομο για τα προβλήματα υγείας του, με σκοπό να υποβάλλεται σε κάθε αναγκαία θεραπεία.
Σε σχέση με την κακοήθεια στο προστάτη παρά του ότι ανέφερε στους λειτουργούς των Φυλακών ότι στις 04.09.25 είχε ραντεβού στο Γερμανικό Ογκολογικό στη Λεμεσό για να ενημερωθεί για την κατάσταση του και να του χορηγηθεί ένεση που βάζει κάθε τρεις μήνες, αυτοί τον αγνόησαν. Μάλιστα, ούτε επικοινώνησαν με το Γερμανικό Ογκολογικό για να ενημερωθούν ως προς τη θεραπεία που υποβαλλόταν και ζήτησαν όπως μεσολαβήσει ο υιός του για να τους την στείλει .Έτσι ήταν ο υιός του που φρόντισε για αυτό το θέμα και όταν τελικά έλαβαν τις πληροφορίες από το Γερμανικό Ογκολογικό, δεν τον ενημέρωσαν άμεσα. Αποτέλεσμα ήταν να του χορηγηθεί η εν λόγω αγωγή δυόμιση μήνες μετά, αντί στις 04.09.25, ως έπρεπε. Κατά την ημερομηνία που του χορηγήθηκε η ένεση του έδωσαν και τα φάρμακα του τα οποία δεν είχε λάβει για δυόμιση μήνες. Επιπρόσθετα, ενώ πριν τη προφυλάκιση του, υποβαλλόταν σε αξονική εξέταση μία με δύο φορές μηνιαίως, μέχρι και την τελευταία ημερομηνία που είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο δεν έκανε τέτοια εξέταση, παρά τις εκκλήσεις του στους αρμόδιους. Επιπρόσθετα πριν τη προφυλάκιση του και ενόσω παρακολουθείτο από το Ογκολογικό στη Λεμεσό, κάθε μήνα έκανε αναλύσεις. Αναλύσεις όμως ενόσω κρατείται στις Φυλακές έκανε μια φορά για τον προστάτη και τις είδε γιατρός στη Λευκωσία. Κατά τη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος εξέφρασε, επίσης, παράπονο ότι παρά του ότι από τον Αύγουστο ξεκίνησε να νιώθει πόνο στο στήθος όταν περπατά, κάτι που συνεχίζεται, οι αρμόδιοι στις κεντρικές φυλακές δεν διευθέτησαν ώστε να εξεταστεί από καρδιολόγο. Σε σχετικά επίμονα παράπονα του, αυτοί του θύμωναν. Έκανε επίσης παράπονο στις Κεντρικες Φυλακες ότι νιώθει πόνους τη μέση του. Σε ερώτηση του κ Αλεξάνδρου κατα πόσο διευθέτησαν ώστε να μεταφερθεί σε ορθοπαιδικό, είτε για αξονικό, απάντησε αρνητικά. Όταν δε ζήτησε κάποιο καλύτερο στρώμα ενόψει του πόνου της μέσης, υπεύθυνος αξιωματικός του απάντησε ότι θα μείνει πολύ καιρό μέσα, οπότε αν χρειάζεται καινούργιο στρώμα θα πρέπει να αγοράσει ο ίδιος με δικά του χρήματα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν του χορηγούν ικανοποιητική δόση για τον διαβήτη, αφού οι μετρήσεις ζάχαρης που έκανε έδειξαν πολύ ψηλό ποσοστό ζάχαρης. Επιπρόσθετα κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι όταν είχε ψηλή πίεση (17,5) το προσωπικό στις φυλακές άργησε να του χορηγήσει κατάλληλη θεραπεία. Ανέφερε επίσης ότι ενόσω κρατείται έκανε αναλύσεις χωρίς όμως να τον είχαν ειδοποιήσει να μην λάμβανε τροφή προηγουμένως. Πρόσθεσε ότι το κουδούνι που υπάρχει στο δωμάτιο του (που χρησιμεύει στο να ειδοποιεί το προσωπικό σε περίπτωση ανάγκης) είναι χαλασμένο εδώ και τρεις μήνες παρά του ότι τους το ανάφερε πολλές φορές.
Κατά την αντεξέταση συμφώνησε ότι για το θέμα της κακοήθειας στον προστάτη το Ογκολογικό της Λευκωσίας συνεννοήθηκε με το Γερμανικό Ογκολογικό (παραπέμφθηκε στο Ογκολογικό της Λευκωσίας το οποίο είναι ενήμερο για την κατάσταση). Όμως πρόσθεσε ότι μέχρι να γίνει αυτή η διευθέτηση είχε διακοπεί εν τω μεταξύ η θεραπεία του για 2 ½ μήνες.
Δεν αρνήθηκε ότι τον μετέφεραν στο Ογκολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 09/10/2025 και 05/11/2025. Πρόσθεσε ότι την 09/10/2025 του έδωσαν φάρμακα και του χορήγησαν και την ένεση. Την δεύτερη φορά, ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε οτιδήποτε και τους ζήτησε να κλείσουν ραντεβού για να υποβληθεί σε αξονικό. Κατόπιν άλλων ερωτήσεων συμφώνησε ότι την 10.10.2025 τον μετέφεραν σε διαβητολόγο σημειώνοντας ότι τούτο έγινε μετά από διάστημα 4 μηνών που βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές. Αμφισβήτησε την κατάρτιση των ιατρών των Κεντρικών Φυλακών. Για παράδειγμα όταν αντιμετώπισε δυσκολία στην κατάποση, του είχαν δώσει αρχικά αναποτελεσματικό φάρμακο και ακολούθως του έδωσαν φάρμακο το οποίο τον βοήθησε, ενώ μόνο κατόπιν επιμονής του του έδωσαν και δεύτερο μπουκάλι του ίδιου φαρμάκου. Πρόσθεσε, επίσης, ότι όταν αντιμετώπισε πρόβλημα με τα μάτια του του έδωσαν κολλύριο το οποίο έκαιγε τα μάτια του όταν το λάμβανε και αφού τους παραπονέθηκε του χορήγησαν αλοιφή η οποία ήταν τελικά αποτελεσματική. Επέμενε στην εκδοχή του ότι το στρώμα που του έδωσαν είναι προβληματικό σημειώνοντας ότι σε άλλους κρατούμενους έδωσαν καινούργια στρώματα. Αρνήθηκε υποβολή ότι λαμβάνει την κατάλληλη αγωγή και παρακολούθηση από τους αρμόδιους γιατρούς και επέμενε στην εκδοχή του.
Αποτέλεσε κεντρική θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι ο κατηγορούμενος, ηλικίας σχεδόν 80 ετών, αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας για τα οποία οι αρμόδιοι λειτουργοί των φυλακών απέτυχαν να φροντίσουν ώστε να αντιμετωπιστούν με τον δέοντα τρόπο ενόσω ο κατηγορούμενος κρατείται στις φυλακές. Σε σχέση με την πτυχή αυτή ο κ. Αλεξάνδρου επικαλέστηκε το άρθρο 35 του Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το άρθρο 7(α) του Συντάγματος ενώ παρέπεμψε και στην υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Affaire Farbtuhs v. Lettonie, 4672/02, 2 Δεκεμβρίου 2004.
H θέση του κ. Χατζηκύρου ήταν ότι ο κατηγορούμενος λαμβάνει όλη την απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κάτι που αποφασίζουν οι αρμόδιοι ιατροί.
Το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνει γενική υποχρέωση στα κράτη να απελευθερώνουν κρατουμένους για λόγους υγείας όμως επιβάλλει υποχρέωση προστασίας της υγείας παρέχοντας την απαιτούμενη ιατρική αρωγή. Μόνο δε σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η κατάσταση της υγείας του ασθενούς είναι απολύτως ασυμβίβαστη με την κράτηση του, το άρθρο 3 μπορεί να επιτάσσει την αποφυλάκιση υπό ορισμένες προϋποθέσεις. (Βλ την υπόθεση Κώστα ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 205/20 ημερ 22.12.2021 και την Shimon Mistriel Aykout v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ 47/2025 ημερ. 24.03.2025). Επιπρόσθετα, όπου εγείρονται ισχυρισμοί περί μη αναγκαίας ιατρικής περίθαλψης, χρειάζεται η δέουσα τεκμηρίωση τους για να μπορούν να υιοθετηθούν από το Δικαστήριο. Όπως επισημαίνεται στην Krivolapov ν. Ukraine, Application No 5406/07, ημερ. 02.01.2019 (αναφορά στην οποία γίνεται στην Aykout πιο πάνω):
«…an unsubstantiated allegation that medical care has been non-existent, delayed or otherwise unsatisfactory is normally insufficient to disclose an issue under Article 3 of the Convention. A credible complaint should normally include, among other things, sufficient reference to the medical condition in question; medical treatment that was sought, provided, or refused; and some evidence - such as expert reports - which is capable of disclosing serious failings in the applicant's medical care (see, for example, Valeriy Samoylov v. Russia, no. 57541/09, § 80, 24 January 2012, and Yevgeniy Bogdanov v. Russia, no. 22405/04, § 93, 26 February 2015)».
(Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Το δε βάρος απόδειξης παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ είναι ψηλό με το επίπεδο απόδειξης των γεγονότων να είναι πέραν λογικής αμφιβολίας (Shimon Mistriel Aykout v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ 237/2024, ημερ. 10.10.2024.
Έχουμε δώσει τη μέγιστη προσοχή στα παράπονα τα οποία εξέφρασε ο κατηγορούμενος ενώπιον μας. Είναι γεγονός ότι τα όσα αναφέρονται στην ιατρική βεβαίωση (Τεκμήριο Γ) όπου καταγράφονται τα ιατρικά προβλήματα του κατηγορούμενου κατά τη περίοδο όπου αρχικά μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και συνεπώς διαπιστώνουμε ότι το περιεχόμενο του Τεκμηριου Γ αποτυπώνει την κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα, τα όσα ανέφερε ως προς το πότε και ποιους γιατρούς είδε από την εισαγωγή του στις Κεντρικές Φυλακές και οι αναφορές του ως προς το ποια φαρμακευτική αγωγή του χορηγήθηκε, σε τι εξετάσεις υποβλήθηκε και ποια τα αποτελέσματα τους ενόσω κρατείται στις φυλακές επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί (χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δόθηκε λεπτομερής περιγραφή από πλευράς του κατηγορούμενου ως προς την ακριβή ιατρική περίθαλψη που του χορηγείται). Επιπρόσθετα το παράπονα του ότι το κουδούνι του κελιού του είναι χαλασμένο, ο πόνος στη μέση του και η δυσαρέσκεια του για το στρώμα καθώς και οι αναφορές του για τα συμπτώματα πόνου στο στήθος δεν έχουν αμφισβητηθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου δεν είναι τέτοια ώστε από μόνα τους να αποτελούν κατάσταση υγείας απολύτως ασυμβίβαστη με την κράτηση του. Ούτε και προωθήθηκε ευθέως τέτοια θέση από τον κ. Αλεξάνδρου. Το κρίσιμο ζητούμενο, όπως προωθήθηκε από την πλευρά του κατηγορούμενου, είναι κατά πόσο η ιατρική φροντίδα που του χορηγείται ενόσω κρατείται είναι πλημμελής σε συνδυασμό και με τις γενικότερες συνθήκες κράτησης του, ώστε τελικά να παραβιάζονται τα δικαιώματα του σε βαθμό μάλιστα που να απαιτείται η άμεση απόλυση του. Τούτη η θέση όμως του κατηγορούμενου δεν υποστηρίζεται από ιατρική μαρτυρία ώστε να μπορούμε να την αξιολογήσουμε για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ούτε, για παράδειγμα, μπορούμε να αποφασίσουμε χωρίς ιατρική μαρτυρία πόσο συχνά χρειάζεται αξονική τομογραφία βασιζόμενοι μόνο στο πόσο συχνά προέβαινε σε αξονική τομογραφία πριν την κράτηση του, είτε ποια φαρμακευτική αγωγή χρειάζεται, βασιζόμενοι μόνο στις αναφορές του κατηγορούμενου ως προς τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε πριν την κράτηση του καθώς και τη συχνότητα της. Ακόμη και για το παράπονο ότι είχε προβεί σε αναλύσεις χωρίς να είχε ειδοποιηθεί προηγουμένως για να μην λάμβανε τροφή, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε επεξήγηση ότι επρόκειτο για αναλύσεις οι οποίες όντως χρειαζόταν να μην είχε πάρει οποιαδήποτε τροφή προηγουμένως. Επισημαίνεται δε ότι στην υπόθεση Affaire Farbtuhs v. Lettonie, (πιο πάνω) την οποία επικαλέστηκε ο κ. Αλεξάνδρου υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό ιατρικής μαρτυρίας (βλ. αναφορές σε «medical reports»).
Αναφορικά με το παράπονο για το στρώμα, έχουν τεθεί ικανοποιητικές εξηγήσεις από την Κατηγορούσα Αρχή. Συμφώνησε με υποβολή ότι αρμόδιος υπάλληλος των φυλακών τον πληροφόρησε ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς των φυλακών σε περίπτωση που επιθυμεί άλλο στρώμα θα πρέπει να επωμιστεί ο ίδιος τα έξοδα. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον μας δεν ισχυρίστηκε ότι στερείται ο ίδιος ή η οικογένεια του τέτοιας οικονομικής δυνατότητας. Παρεμβάλλεται ότι η παροχή νομικής αρωγής δεν μπορεί αυτόματα να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα για σκοπούς αγοράς ενός στρώματος. Επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό που κατέθεσε (Έγγραφο Γ) δεν γίνεται αναφορά σε πρόβλημα στη σπονδυλική στήλη.
Υπάρχουν βέβαια πτυχές οι οποίες δεν περνούν απαρατήρητες π.χ. ουδεμία επεξήγηση δόθηκε από την πλευρά των Κεντρικών Φυλακών ως προς το παράπονο του κατηγορούμενου για το χαλασμένο κουδούνι. Από την άλλη (και παρά του ότι δεν υποτιμούμε το θέμα), δεν συνδέθηκε η πτυχή αυτή από τον κατηγορούμενο με συγκεκριμένο περιστατικό όπου να χρειάστηκε το κουδούνι και να αντιμετώπισε πρακτικό ανυπέρβλητο πρόβλημα (π.χ. δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο οι δεσμοφύλακες είναι σε τέτοια μακρινή απόσταση από το κελί του ώστε να μην μπορούν εύκολα να ακούσουν τον κατηγορούμενο αν αυτός τους χρειαστεί για κάποιο λόγο).
Επιπρόσθετα δεν μένει απαρατήρητο, μεταξύ άλλων, το παράπονο του κατηγορούμενου για πόνο στο στήθος που ένιωσε καθώς περπατούσε και για τον οποίο δεν εξετάστηκε ακόμη από καρδιολόγο. Από την άλλη και χωρίς να μπορούμε να αποφανθούμε ότι πρόκειται για καρδιολογικό πρόβλημα, σύμφωνα με τη μαρτυρία, τον έχουν δει μέχρι σήμερα γιατροί έστω άλλης ειδικότητας όμως δεν διευκρινίστηκε από τον κατηγορούμενο κατά πόσο ενημέρωσε τους συγκεκριμένους γιατρούς για το συγκεκριμένο πρόβλημα, ώστε να παραπεμφθεί σε ειδικό γιατρό ή να λάβει σχετική θεραπεία (εάν τέτοια είναι αναγκαία).
Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να παρατεθεί το εξής απόσπασμα από την Shimon Mistriel Aykout v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ 237/2024, ημερ. 10.10.2024:
«Από την έρευνα μας δεν έχουμε εντοπίσει νομολογία του ΕΔΑΔ η οποία να υποστηρίζει ότι οποτεδήποτε διαπιστωθεί ότι οι συνθήκες συνεχιζόμενης κράτησης παραβιάζουν το Άρθρο 3 της Σύμβασης, η άρση της παραβίασης επιβάλλει την άμεση απόλυση ή αποφυλάκιση του κρατούμενου. Αντίθετα εκείνο το οποίο φαίνεται να προκύπτει από τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ότι η άρση της παραβίασης είναι συνυφασμένη με τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης. Τούτο επιτυγχάνεται με την καθιέρωση από το Κράτος μέλος κατάλληλου μηχανισμού προσφυγής για τέτοιου είδους παραβιάσεις, εφοδιασμένου με ανάλογο εύρος εξουσιών ώστε να δύναται να διατάξει τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, περιλαμβανομένης της εξουσίας επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ……………………………………………………..………………………..
Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας για την κράτηση ή απόλυση υποδίκου υπό όρους εγγύησης βάσει του Άρθρου 157 της Ποινικής Δικονομίας, δεν περιβάλλεται γενικά με τέτοιο εύρος εξουσιών. Παρά ταύτα σε περίπτωση που κατά την ενώπιον του διαδικασία διαφανεί ότι οι συνθήκες κράτησης παραβιάζουν το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να συνυπολογιστεί κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας ένεκα του θεμελιακού χαρακτήρα και φύσης του δικαιώματος.»
Στη δε υπόθεση Shimon Mistriel Aykout v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ 47/2025 ημερ. 24.03.2025, επισημαίνεται ότι έστω σε περίπτωση που για κάποιο χρονικό διάστημα δεν παραχωρείται η αναγκαία ιατρική περίθαλψη κατά τρόπο ασυμβίβαστο με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, αλλά υπάρχει στο μεταξύ συμμόρφωση με την εν λόγω υποχρέωση δεν επιβάλλεται η απόλυση του κρατούμενου εκτός αν η κατάσταση της υγείας του είναι απολύτως ασυμβίβαστη με την κράτηση.
Καταληκτικά, εξετάζοντας κάθε παράπονο του κατηγορούμενου ξεχωριστά (ακόμα και όπου δεν γίνεται ρητή αναφορά πιο πάνω) αλλά και το σύνολο των σχετικών παραγόντων με μόνο ερώτημα κατά πόσο θα παραμείνει υπό κράτηση ή όχι και, παρά τους επιμέρους προβληματισμούς μας για κάποια παράπονα του κατηγορούμενου ως προς τις συνθήκες κράτησης του, δεν διαπιστώνουμε να έχει τεκμηριωθεί παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ είτε των άλλων νομοθεσιών που επικαλέστηκε ο κ. Αλεξάνδρου. Τα στοιχεία που με κάποια αοριστία τέθηκαν ενώπιον μας από την πλευρά της Υπεράσπισης δεν αρκούν για να οδηγήσουν σε τέτοια κατάληξη ενώ, παρά την αρχική ισχυριζόμενη καθυστέρηση στη χορήγηση κάποιων φαρμάκων, προκύπτει από την ενώπιον μας μαρτυρία, ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του, η διεύθυνση των φυλακών έχει ήδη φροντίσει ώστε ο κατηγορούμενος να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις και να λάβει φαρμακευτική περίθαλψη προς αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Κρίνουμε, περαιτέρω, ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου είναι απολύτως ασυμβίβαστη με την κράτησή του ώστε να δικαιολογείται άνευ έτερου η αποφυλάκισή του για αυτό το λόγο.
Ενόψει των πιο πάνω, η κράτηση του κατηγορούμενου εκκρεμούσης της δίκης του κρίνεται αναγκαία και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης περί του αντιθέτου δεν μας βρίσκει σύμφωνους και απορρίπτεται.
Εκδίδεται διάταγμα για την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την 25.02.2026, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση έχει οριστεί ενώπιον μας για ακρόαση. Επίσης, εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνη την ημερομηνία.
Σε κάθε περίπτωση να υπερτονίσουμε ότι αναμένεται όπως η Διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών δώσει κάθε προσοχή ώστε ο κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του, να τυγχάνει της αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κάθε απαραίτητης και επιτρεπτής διευκόλυνσης σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης του.
(Υπ)…………………………………….
Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.
(Υπ)………………………………………
Ν. Φακοντής, Ε.Δ.
(Υπ)……………………………………….
Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο