ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ
Aρ. Υπόθεσης: 632/25
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
- ν -
1. Ρ. Μ
2. Σ. Η
Κατηγορούμενoι
Ημερομηνία: 05/12/25
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Μανώλη
Για τον Κατηγορούμενο 1 : κα. Α. Σαββίδου
Κατηγορούμενος : παρών
Π Ο Ι Ν Η
Ο 1ος Κατηγορούμενος, από τώρα και στο εξής « ο Κατηγορούμενος», βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η Κατηγορία), στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η κατηγορία) στην κατηγορία της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 , 255 και 272(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία), στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά τη διάρκεια της ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 296(δ), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (6η κατηγορία), στην κατηγορία της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα με σκοπό διάπραξης κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 296(ε) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (8η κατηγορία), στην κατηγορία της κατοχής αεροβόλου όπλου διαμετρήματος 4,5 χιλιοστών χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 23(1)(α)(β) του Περί Πυροβόλων Όπλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004 (10η κατηγορία), στην κατηγορία της μεταφοράς αεροβόλου όπλου διαμετρήματος 4,5 χιλιοστών χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 23(1)(α)(β) του Περί Πυροβόλων Όπλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004 (11η κατηγορία), στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (12η κατηγορία), στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 , 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (13η κατηγορία), στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (14η κατηγορία), στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (15η κατηγορία), στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 , 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (16η κατηγορία), στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (17η κατηγορία), στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξης κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (18η κατηγορία), στην κατηγορία της απόπειρας διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 292(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (19η κατηγορία), στην κατηγορία της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 272(1) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (20η κατηγορία), στην κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (22η κατηγορία), στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (23η κατηγορία), και τέλος στην κατηγορία της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 255 και 272 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (24η κατηγορία).
Με βάση τις λεπτομέρειες αδικημάτων της 1ης μέχρι - 4ης κατηγορίας, της 6ης κατηγορίας, της 8ης κατηγορίας και της 10ης - 11ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, την 09/01/25 στην Πάφο, συνωμότησε μαζί με άλλο πρόσωπο με σκοπό την διάρρηξης της κατοικίας του Κ.Τ από την Ρουμανία και τώρα στη Πάφο η οποία βρίσκεται στην οδό Α.Λ 8 στην Έμπα της Επαρχίας Πάφου, και έκλεψαν από την κατοικία αυτή, ένα αεροβόλο όπλο μάρκας FX διαμετρήματος 4,5 μ.μ χρώματος μαύρου με διόπτρα σκόπευσης αξίας 10,500 ευρώ περιουσία του Κ.Τ από την Ρουμανία και τώρα στην Πάφο. Επίσης ότι, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο μαζί με το άλλο πρόσωπο ο Κατηγορούμενος έκλεψε από τον εξωτερικό χώρο της πιο πάνω κατοικίας μια κουβέρτα καρό, περιουσία επίσης του πιο πάνω προσώπου, ενώ πριν από την διάπραξη της πιο πάνω κλοπής είχε καταδικαστεί ήδη για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις υποθέσεις με αρ. 12174/18, 9269/18, 3844/22, 14373/23, 4140/23, 1532/22 και 14381/23.
Πέραν των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος και επί τω ότι κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο και κατά την διάρκεια της ημέρας είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία ενώ προηγουμένως είχε καταδικαστεί σε ποινές φυλάκισης για κακουργήματα κατά της περιουσίας καθώς επίσης και ότι είχε καλυμμένο το πρόσωπο του με προσωπίδα ενώ και πάλι προηγουμένως είχε καταδικαστεί για κακουργήματα σε ποινές φυλάκισης στις πιο πάνω αναφερθείσες υποθέσεις.
Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος και επί τω ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο είχε στην κατοχή του το πιο αναφερόμενο αεροβόλο όπλο διαμετρήματος 4,5 μ.μ. χωρίς άδεια κατοχής από τον Αρχηγό Αστυνομίας καθώς και ότι το μετέφερε χωρίς άδεια κατοχής.
Ακολούθως, με βάση δε τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 12ης – 14ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, την 12/12/24 συνωμότησε μαζί με άλλο πρόσωπο με σκοπό να διαρρήξουν την κατοικία του Χ. Μ η οποία βρίσκεται στην οδό Μ. Π. 30 στον Μούταλλο της Επαρχίας Πάφου και να κλέψουν από την συγκεκριμένη κατοικία μια κάμερα ασφαλείας μάρκας tplink tapo χρώματος μαύρο με άσπρο αξίας 30 ευρώ καθώς και δύο χρυσά δακτυλίδια αξίας 200 ευρώ περιουσία του πιο πάνω προσώπου.
Περαιτέρω με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 15ης - 17ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος και επί τω ότι την 08/01/25 συνωμότησε μαζί με άλλο πρόσωπο και διέρρηξε την κατοικία του Γ.Λ η οποία βρίσκεται στην οδό Γ.Α 15 στην Πάφο και έκλεψε από την κατοικία αυτή τρία ρολόγια χειρός, ένα χρυσό σταυρό, ένα δακτυλίδι με διαμάντι, δύο ασημένιες καδένες λαιμού και δύο αναπτήρες ZIPPO όλα συνολικής αξίας 1000 ευρώ περιουσία του πιο πάνω προσώπου.
Επίσης, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 18ης – 20 και 22ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος επί τω ότι την 24/12/24 συνωμότησε μαζί με άλλο πρόσωπο με σκοπό να αποπειραθούν να διαρρήξουν την κατοικία του Δ. Π που βρίσκεται στην οδό Μ.Α 4 στην Τρεμιθούσα στην Πάφο αλλά και να κλέψουν από την αποθήκη της πιο πάνω κατοικίας στην οποία εισήλθαν παράνομα με σκοπό την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής, μια ηλεκτρόλυση χρώματος πορτοκαλί μάρκας KAMPRI αξίας 1200 ευρώ ενώ μάλιστα ο Κατηγορούμενος πριν από την διάπραξη της πιο πάνω κλοπής είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για το αδίκημα της κλοπής στις υποθέσεις υπ. αρ. 12174/18, 9269/18, 3844/22, 14373/23, 4140/23, 1532/22 και 14381/23.
Τέλος, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 23ης – 24ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος επί τω ότι την 12/12/24 συνωμότησε μαζί με άλλο πρόσωπο και έκλεψε δια ευρέσεως μιας γεννήτρια ενώ πριν από την διάπραξη της πιο πάνω κλοπής είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για το αδίκημα της κλοπής στις υποθέσεις υπ. αρ. 12174/18, 9269/18, 3844/22, 14373/23, 4140/23, 1532/22 και 14381/23.
Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν δοθεί στο Δικαστήριο υπό την μορφή εγγράφων (Έγγραφα Α – Ε ) τα οποία έχω μελετήσει και τα λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Δεν κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω αυτολεξεί αλλά αναφορά θα γίνει σε αυτά όπου και όποτε κριθεί από το Δικαστήριο ως απαραίτητο.
Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος με βάση το Έγγραφο ΣΤ που έχει κατατεθεί βαρύνεται με εννέα προηγούμενες καταδίκες οι οποίες έχουν ως ακολούθως :
- Αρ. Υπόθεσης 4140/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 10/11/23 για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών και άλλα συναφή αδικήματα σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 22 μηνών καθώς και για αδικήματα κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α σε ποινές φυλάκισης 2 μηνών.
- Αρ. Υπόθεσης 14381/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 10/11/23 σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 22 μηνών ενόψει του ότι η συγκεκριμένη υπόθεση λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 4140/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Αρ. Υπόθεσης 1532/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 10/11/23 σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 22 μηνών ενόψει του ότι η συγκεκριμένη υπόθεση λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 4140/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Αρ. Υπόθεσης 18216/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 10/11/23 σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 22 μηνών ενόψει του ότι η συγκεκριμένη υπόθεση λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 4140/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Αρ. Υπόθεσης 14373/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 10/11/23 σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 22 μηνών ενόψει του ότι η συγκεκριμένη υπόθεση λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 4140/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Αρ. Υπόθεσης 6495/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 01/07/25 για το αδίκημα της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας σε ποινή φυλάκισης ύψους 15 ημερών και 3 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του.
- Αρ. Υπόθεσης 3844/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 20/04/22 για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών.
- Αρ. Υπόθεσης 12174/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 07/03/19 για το αδίκημα του εμπρησμού σε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών και για τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και άλλα συναφή αδικήματα κατά της περιουσίας σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 2 ετών. Σημειώνεται ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 9269/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Αρ. υπόθεσης 9269/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 14/12/18 για το αδίκημα της συνομωσίας, της κλοπής και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία σε ποινές φυλάκισης ύψους 2 ½ ετών αφού η υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 12174/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
Η συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου στις πλείστες εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει καθώς και την παραδοχή του έστω και στο στάδιο που αυτή έγινε σε σχέση με τις κατηγορίες 14 και 17. Περαιτέρω η κα. Σαββίδου κατά την αγόρευση της κάλεσε το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η εγκληματική δραστηριότητα του Κατηγορούμενου περιορίζεται σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι από τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2024 μέχρι και την 09/01/25 η οποία και προέκυψε ένεκα της εξάρτησης του Κατηγορούμενου από τα ναρκωτικά αφού είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς ο Κατηγορούμενος δεν είχε πλήρη αυτοέλεγχο των πράξεων και ενεργειών του ενώ οι συναναστροφές του κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν ήταν και οι καλύτερες αφού συναναστρεφόταν με «κακές παρέες» οι οποίες τον είχαν παρασύρει στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων.
H κα. Σαββίδου περαιτέρω για σκοπούς μετριασμού της ποινής αγορεύοντας υιοθέτησε και την έκθεση του Γρ. Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί σε σχέση πάντοτε με τις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες του πελάτης της. Ειδικότερα σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών κατάγεται από την Λεμεσό και οι γονείς του είναι διαζευγμένοι εδώ και περίπου 10 χρόνια. Ο πατέρας του μετά τον χωρισμό του από την μητέρα του προχώρησε στην σύναψη νέας σχέσης από την οποία απέκτησε μάλιστα και ένα παιδί ηλικίας έξι ετών ενώ παράλληλα και η μητέρα του διατηρεί επίσης σχέση μαζί με άλλο άνδρα. Η δε μητέρα του Κατηγορούμενου σήμερα αντιμετωπίζει σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης προβλήματα υγείας αφού μετά από ατύχημα που έχει υποστεί τραυματίστηκε στο κεφάλι της. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης, φοίτησε μέχρι το Γυμνάσιο αλλά λόγω της χρήσης ουσιών διέκοψε την φοίτηση του και για τον ίδιο ακριβώς λόγο απαλλάχθηκε και από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις από την Εθνική Φρουρά. Στο παρελθόν εργάστηκε ως οικοδόμος, σε πλυντήριο αυτοκινήτων, ως μηχανικός ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια λόγω της χρήσης ουσιών είναι ανίκανος να εργαστεί. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση συντηρείται από παράνομες δραστηριότητες ενώ η παρούσα υπόθεση αφορά την 5η φορά που βρίσκεται έγκλειστος στο χώρο των φυλακών. Η συμβία του Κατηγορούμενου πριν από την κράτηση του απέβαλε το παιδί τους αφού βρισκόταν σε ενδιαφέρουσα. Ο Κατηγορούμενος στο παρελθόν είχε καταβάλει προσπάθεια για απεξάρτηση στην θεραπευτική κοινότητα της Αγίας Σκέπης αλλά εγκατέλειψε το πρόγραμμα ενώ σήμερα δηλώνει ότι επιθυμεί να απεξαρτηθεί από μόνος του.
Σύμφωνα με την κα. Σαββίδου ο Κατηγορούμενος πριν από την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές ζούσε μαζί με την μητέρα του και την συμβία του όπου σε μεταγενέστερο στάδιο και προ περίπου 4 μηνών η μητέρα του υπέστη ένα σοβαρό τροχαίο δυστύχημα από το οποίο έχει τυφλωθεί στο ένα της μάτι και δεν μπορεί πλέον να εργάζεται ενώ στο κεφάλι της υπάρχουν κακώσεις. Η δε συμβία του Κατηγορούμενου ενόψει του ότι απέβαλε το παιδί τους καθώς κυοφορούσε σήμερα αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και δεν μπορεί να εργαστεί με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να καταβάλλει την κάθε δυνατή προσπάθεια για να στηρίξει τόσο την μητέρα του όσο και την συμβία του ψυχολογικά ενώ η επιθυμία του σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης είναι να βρεθεί πολύ σύντομα κοντά τους για να τις στηρίξει. Σήμερα ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την κα. Σαββίδου έχει απεξαρτηθεί πλήρως από τα ναρκωτικά αφού προτίμησε παρά να ενταχθεί στο θεραπευτικό πρόγραμμα για απεξάρτηση να απεξαρτηθεί από μόνος του πράγμα το οποίο και έχει επιτύχει.
Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264).
Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632:
«το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».
Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος προνοείται ποινή φυλάκισης επτά ετών, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας επίσης προνοείται ποινή φυλάκισης επτά ετών, για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ποινή φυλάκισης πέντε ετών ενώ για το αδίκημα της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη εφόσον ο υπαίτιος, πριν από τη διάπραξη της κλοπής καταδικάστηκε για κλοπή που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 262 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε ετών.
Σε ότι αφορά το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της ημέρας αυτό προνοεί ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης τριών ετών, εαν όμως ο υπαίτιος καταδικάστηκε προηγουμένως για κακούργημα που αφορά περιουσία, όπως και εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος αυτός υπόκειται σε ποινή φυλάκισης επτά ετών. Αναφορικά με το αδίκημα της κάλυψης προσώπου με προσωπίδα ο υπαίτιος υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε πέντε ετών, ενώ αν ο υπαίτιος καταδικάστηκε ξανά για κακούργημα κατά της περιουσίας όπως συμβαίνει και στην προκείμενη περίπτωση η προβλεπόμενη ποινή αυξάνεται στα επτά έτη.
Για το αδίκημα της κατοχής και μεταφοράς αεροβόλου όπλου διαμετρήματος 4,5 χιλιοστών προνοείται με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Ν. 113(Ι)/2004 ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 3.000 Λ.Κ (το αντίστοιχο σε ευρώ) ή και στις δύο αυτές ποινές.
Σε ότι αφορά το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καθώς και της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος είναι ελαφρύτερα σε σοβαρότητα αφού κατατάσσονται από τον Νομοθέτη ως πλημμελήματα ενώ η προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή από τον Νόμο είναι τα δύο έτη.
Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:
«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας .»
Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής:
«Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη».
Ο ρυθμός με τον οποίο ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει τα υπό τιμωρία αδικήματα επιτείνει και την σοβαρότητα τους και αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο εφόσον δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Μέσα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχει προκύψει ότι η εγκληματική δραστηριότητα του Κατηγορούμενου ξεκίνησε περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2024 και επεκτάθηκε μέσα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μόνο λίγων ημερών, ήτοι μέχρι και της 09/01/25, εντός του οποίου ο Κατηγορούμενος διέπραξε σωρεία σοβαρών ποινικών αδικημάτων τα οποία κατά κύριο λόγο στρεφόντουσαν κατά της περιουσίας άλλων συμπολιτών του. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις διέρρηξε τρείς διαφορετικές κατοικίες κλέβοντας από αυτές, στην πρώτη περίπτωση ένα αεροβόλο όπλο διαμετρήματος 4,5 μμ, στην δεύτερη περίπτωση μια κάμερα ασφαλείας και δύο χρυσά δακτυλίδια ενώ στην τρίτη περίπτωση τρία ρολόγια χειρός, ένα χρυσό σταυρό, ένα δακτυλίδι με διαμάντι, δύο ασημένιες καδένες λαιμού και δύο αναπτήρες ZIPPO. Σημειώνεται ότι η συνολική αξία των πιο πάνω κλαπέντων αντικειμένων των οποίων και η τύχη τους αγνοείται μέχρι σήμερα, σύμφωνα με τους μαθηματικούς μου υπολογισμούς ανέρχεται στο ποσό των 12,930 ευρώ αφού σε αυτήν συμπεριλαμβάνεται και η αξία της περιουσίας η οποία κλάπηκε από την αποθήκη του Δ. Π στην Τρεμιθούσα και η οποία επίσης δεν έχει εντοπιστεί. Συνεπώς προκύπτει ότι η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα να αποστερηθούν μονίμως την περιουσία τους όλοι οι ιδιοκτήτες της.
Βεβαίως θα πρέπει να αναφέρω ότι πέραν της πρώτης περίπτωσης που αφορά την διάρρηξη και την κλοπή του αεροβόλου όπλου του παραπονούμενου, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο έκλεψε συν τοις άλλοις και μια κουβέρτα η οποία βρισκόταν στον εξωτερικό χώρο της συγκεκριμένης κατοικίας, ενώ μάλιστα σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος διαπράττοντας το αδίκημα της διάρρηξης είχε και στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία ενώ το πρόσωπο του το είχε καλυμμένο και με προσωπίδα ούτως ώστε να μην μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτός. Σύμφωνα πάντοτε με το Έγγραφο Α, μέσω του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης το οποίο κατέγραψε τις κινήσεις του Κατηγορούμενου, διαφάνηκε ότι αυτός φορώντας φούτερ μαύρου χρώματος, εισήλθε στην εν λόγω κατοικία ενώ μετά από λίγη ώρα εξήλθε φέροντας στο πρόσωπο του μια χειρουργική μάσκα. Με την δε κουβέρτα που έκλεψε από τον εξωτερικό χώρο της πιο πάνω κατοικίας ο Κατηγορούμενος τύλιξε μέσα σε αυτή το αεροβόλο όπλο φυσικά για να μην μπορεί να γίνει ούτε και αυτό εύκολα αντιληπτό.
Σε ότι αφορά την διάρρηξη της κατοικίας στην οδό Μ.Π 30 στον Μούταλλο, μέσα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της κατοικίας διαφάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε από την πόρτα της κουζίνας της εν λόγω κατοικίας η οποία ήταν κλειστή αλλά ξεκλείδωτη ενώ κινήθηκε εντός της πιο πάνω κατοικίας λαμβάνοντας προφυλάξεις. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος μετά την σύλληψη του ανέφερε ότι παρόλο του ότι εισήλθε εντός της συγκεκριμένης κατοικίας δεν έκλεψε καθότι αντιλήφθηκε ότι τον κατέγραψε η κάμερα και ως εκ τούτου κατά την στιγμή που έφευγε άρπαξε την συγκεκριμένη κάμερα που τον κατέγραψε και έφυγε. Αναφορικά δε με την διάρρηξη της κατοικίας στην οδό Γ. Α. αρ. 15 στην Έμπα η είσοδος στην κατοικία επιτεύχθηκε από κλειστό αλλά ανασφάλιστο παράθυρο τουαλέτας.
Πέραν των πιο πάνω δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω ότι ο Κατηγορούμενος εντός της πιο πάνω περιόδου αποπειράθηκε να διαρρήξει ακόμη μια κατοικία ενώ από την αποθήκη της έκλεψε μια ηλεκτροκόληση αξίας 1200 ευρώ. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν, Έγγραφο Δ, ο Κατηγορούμενος αφού επιχείρησε αρχικά να ανοίξει το παράθυρο της κουζίνας της εν λόγω κατοικίας με φυσική βία χωρίς να το κατορθώσει, στην συνέχεια εισήλθε στην συγκεκριμένη αποθήκη κλέβοντας την ηλεκτροκόλληση την οποία τοποθέτησε στο όχημα που τον περίμενε και το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του άλλου προσώπου που τον συνόδευε.
Υπό το φως των πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ομολόγησε ότι μαζί με το άλλο πρόσωπο που διέπραξαν τα αδικήματα είχαν γνωριστεί στις Κεντρικές Φυλακές ενώ όταν βγήκε από την φυλακή και ήρθε στην Πάφο για να τον φιλοξενήσει συμφώνησαν να προβαίνουν σε διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές που αφορούν την παρούσα υπόθεση προκύπτει αναμφίβολα ότι έδρασε με προσχεδιασμό. Τονίζεται ότι ο προσχεδιασμός με τον οποίο έδρασε ο Κατηγορούμενος όπως από τα γεγονότα προκύπτει, είναι επιβαρυντικός παράγοντας αφού πέραν των όσων υποδείχθηκαν προκύπτει άλλωστε και μέσα από την παραδοχή του στις κατηγορίες της συνωμοσίας(βλ. Tibor Domotov και Άλλος ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 328). Αξίζει να σημειωθεί ότι τα Δικαστήρια στην Αγγλία θεωρούν την συνωμοσία ως ένα είδος προσχεδιασμού και, επομένως, ως επιβαρυντικό στοιχείο (Βλ. Ward and Others (1997) 1 Cr. App. Rep. (S) 442).
Οι πιο πάνω πράξεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου αναμφίβολα καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Προκαλούν τον αποτροπιασμό και δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές.
Επίσης, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς φραγμό. Ενδεικτικό τούτου είναι ο αριθμός διαρρήξεων και κλοπών που διέπραξε σε χρονικό διάστημα μόνο λίγων ημερών. Δεν είναι, επίσης, υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζει πρωτίστως η αδιαφορία για τα δυσάρεστα αισθήματα που αυτές, προδήλως, προκάλεσαν στα θύματά του, κυρίως δε, της αγωνίας για την τύχη της περιουσίας τους.
Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση του αισθήματος της ασφάλειας των πολιτών προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία τους με τρόπο αποτελεσματικό.
Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επιτείνεται επίσης και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες για ίδιας φύσης αδικήματα. Το βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο ενός κατηγορούμενου είναι ένας καταφανώς επιβαρυντικός παράγοντας, για την ακρίβεια, αποτρεπτικός επιείκειας υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι αφού ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να ανταποκριθεί θετικά στις ευκαιρίες που του έδωσε θα επιβάλει αυστηρότερη ποινή παρά αν δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες.
Παράλληλα δεν μου διαφεύγει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου (1994) 2 ΑΑΔ 1).
Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται σύμφωνα με το Έγγραφο ΣΤ με εννέα προηγούμενες καταδίκες εκ των οποίων οι τέσσερις υποθέσεις και πιο συγκεκριμένα οι 14381/23, 1532/22, 18216/23 και η 14373/23 για τις οποίες καταδικάστηκε λήφθηκαν υπόψη στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 4140/23 ενώ η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 9269/18 λήφθηκε υπόψη στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 12174/18.
Mε βάση λοιπόν τις προηγούμενες καταδίκες προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για αδικήματα της ίδιας φύσης με τα υπό τιμωρία. Ωστόσο οι προηγούμενες του καταδίκες φαίνεται ότι δεν στάθηκαν αποτρεπτικές ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να μην διαπράξει άλλα αδικήματα παρόμοιας φύσης και μάλιστα κατ’ επανάληψη.
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να προσβλέπει στην ίδια επιείκεια του Δικαστηρίου όπως θα αναμενόταν να επιδειχθεί σε ένα Κατηγορούμενο με λευκό ποινικό μητρώο.
Τέλος κρίνω σκόπιμο να τονίσω και ότι, όλα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι έχει διαπράξει παρουσιάζουν συνεχώς όλο και περισσότερο ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις αυτής της φύσης που καταχωρούνται ενώπιον μου σχεδόν καθημερινά και που βρίσκονται στο πινάκιο του παρόντος Δικαστηρίου.
Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της.
Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police (1986) 2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police (1971) 2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες.
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο στις πλείστες εκ των κατηγοριών τις οποίες και αντιμετώπιζε, αλλά και την παραδοχή του έστω και στο στάδιο που αυτή έχει γίνει σε σχέση με την 14η και 17η κατηγορία. Επίσης την απολογία του η οποία εκφράστηκε δια μέσω της συνηγόρου του κατά την αγόρευση της.
Η παραδοχή του Κατηγορούμενου λαμβάνεται δεόντως υπόψη αφού αυτή είχε και ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Gharafi v. Αστυνομίας 2001 2ΑΑΔ 442). Έλαβα επίσης υπόψη μου την συνεργασία του Κατηγορούμενου με την αστυνομία αφού ομολόγησε στις Αρχές όλα τα αδικήματα που διέπραξε ενώ προέβηκε και σχετικές υποδείξεις σκηνών. Έλαβα επίσης υπόψη την υπόσχεση του να διάγει από τώρα και στο εξής μια νόμιμη ζωή μακριά από κακές παρέες καθώς και συναναστροφές.
Το Δικαστήριο δεν παραμένει επίσης καθόλου αδιάφορο αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου, καθώς και για τα δύσκολα παιδικά χρόνια που έχει βιώσει εξαιτίας της εξάρτησης του από τις ναρκωτικές ουσίες. Βεβαίως, στην Φραντζίδης v. Αστυνομίας (2001) 2ΑΑΔ , 77, λέχθηκε ότι «η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία».
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος σήμερα έχει απεξαρτηθεί από μόνος του από τα ναρκωτικά και ότι ο απώτερος του στόχος είναι να βρεθεί κοντά στην μητέρα του και στην συμβία του οι οποίες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας με σκοπό να της στηρίξει.
Βεβαίως η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178, όπου αναφέρθηκε ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».
Η συνήγορος της Υπεράσπισης επικαλέστηκε ως ελαφρυντικό ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε ευάλωτη κατάσταση λόγω της χρήσης ναρκωτικών και συνεπώς ότι είχε παρασυρθεί στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων από άλλα τρίτα πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα από τις «κακές παρέες» με τις οποίες συναναστρεφόταν.
Κρίνω πως το ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο εν προκειμένω είναι ο ρόλος του Κατηγορούμενου στην διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων, αφού μέσα από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου και δεν έχουν αμφισβητηθεί δεν έχει τεθεί οτιδήποτε απτό που να τεκμηριώνει και την θέση ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος παρασύρθηκε από κακές παρέες. Τουναντίον αυτό που θεωρώ ότι προκύπτει είναι ότι και ο ρόλος του Κατηγορούμενου ήταν σημαντικός και καταλυτικός, πράγμα που δικαιολογεί την διαπίστωση πως η δράση του δεν διέφερε από την δράση του άλλου προσώπου με το οποίο και συμφώνησε στην συμμετοχή της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων. Όπως ο ίδιος παραδέχτηκε συμφώνησε μαζί με το άλλο πρόσωπο από κοινού να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα και τα διέπραξαν.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέστηκε ακόμα ως ελαφρυντικό την ψυχοπνευματική κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ειδικότερα ανέφερε ότι η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά ήταν και ο κύριος λόγος της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων αφού ο ίδιος εξαιτίας της ψυχικής του κατάστασης ήταν ευάλωτος και είχε ζήτημα αντίληψης και κρίσης της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε.
Έλαβα συνεπώς υπόψη μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά τους ουσιώδεις χρόνους τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να ελέγχει επαρκώς τις πράξεις του. Κρίνω ότι επί του προκειμένου ισχύουν οι ίδιες αρχές που ισχύουν για την μέθη. Τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή Νομολογία κατέδειξαν ότι στις περιπτώσεις εκείνες που η μέθη επιδρά στην ένοχη πρόθεση που πρέπει να έχει ο δράστης αυτή λειτουργεί ως μετριαστικός παράγοντας (Βλ. Rex v. Morton (1908) 1 Cr. App. R. 225, υπόθεση που αφορούσε σε διάρρηξη κατοικίας, Tassos Savva Politis v. The Police (1973) 2 CLR 211, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή μοτοποδήλατου και Francis Kenneth Smith and Another v. The Police (1969) 2 CLR 189, υπόθεση που αφορούσε σε κλοπή και κακόβουλη ζημία). Στην υπόθεση Pernell κ.α. ν. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 417, όπου έγινε ανασκόπηση της Κυπριακής Νομολογίας, λέχθηκε ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο την διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος.
Τέλος έλαβα σοβαρά υπόψη μου και το ότι ο Κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο αφού είναι ηλικίας 26 ετών. Σύμφωνα με την Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση, σελ. 88 αναφέρεται ότι η αντιμετώπιση νεαρών παραβατών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές προέχει ισχυρή η ανάγκη για αναμόρφωση παρά η τιμωρία μιας και το ενδεχόμενο αναμόρφωσης νεαρών ατόμων είναι μεγαλύτερο από ότι σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας τα οποία είναι πλέον εξοικειωμένα με τις συνήθειες και συμπεριφορές τους. Επίσης, στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», που πιο πάνω μνημονεύεται, αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα, προφανώς, διότι επί του θέματος υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, όπως η εμπειρία που κάποιος έχει της ζωής. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικός παράγοντας φθίνει και λίγο μετρά στην επιμέτρηση της ποινής.
Στην υπόθεση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50 εκφράσθηκε και η άποψη ότι αν και δεν είναι επιθυμητό νεαρά άτομα στα αρχικά, δηλαδή, στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητάς τους, να στερηθούν της ευκαιρίας να ωριμάσουν για να κάνουν τις επιλογές τους στην ζωή, σήμερα τα πράγματα έχουν μεταβληθεί από ό,τι ήταν μερικές δεκαετίες πριν. Με την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών με τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης ο νέος σήμερα έχει καλύτερες ευκαιρίες διαμόρφωσης του χαρακτήρα του φτάνει να κάνει τις ορθές επιλογές.
Ένα Δικαστήριο δεν θα διστάσει να αντιμετωπίσει ένα νεαρό παραβάτη με ποινή φυλάκισης αν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή. Αναφέρεται ενδεικτικά και μόνο της προσέγγισης της Νομολογίας στο θέμα αυτό ότι στην υπόθεση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50, που πιο πάνω μνημονεύεται, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στους εφεσείοντες ηλικίας 19 και 23 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Ενδεικτικά αναφέρονται και οι υποθέσεις Panicos Menelaou v. R (1971) 2 CLR 146, Costakis Michael Christofi v. P (1971) 2 CLR 216, Antoniou v. P (1975) 7 JSC 986 και Christos Charalambous Savvides v. The Republic (1988) 2 CLR 51. Στην πρώτη υπόθεση οι κατηγορούμενοι ήταν ηλικίας 17 και 18 ετών και αντιμετώπιζαν το αδίκημα της απόπειρας ένοπλης ληστείας. Στην δεύτερη υπόθεση ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 22 ετών με ποινικό μητρώο και αντιμετώπιζε το αδίκημα της διάρρηξης γραφείου και κλοπής. Στην τρίτη υπόθεση ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 15 ετών και αντιμετώπιζε την κατηγορία της επίθεσης εναντίον της άρρωστης μητέρας του. Στην τελευταία υπόθεση ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 17 ½ ετών και αντιμετώπιζε το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκαν κατ’ έφεση ως θέμα αρχής.
Στην υπόθεση STEFAN ILIE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ και άλλοι v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Εφέσεις 180/11,181/11 και 182/11 ημερ. 16/05/12, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης των δύο ετών που είχαν επιβληθεί για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και τις ποινές των 18 μηνών για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία στους Εφεσείοντες – Κατηγορούμενους μετά από την παραδοχή τους στις πιο πάνω κατηγορίες. Όλοι οι Εφεσείοντες – Κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υπερβολικές υπό τις περιστάσεις, τονίζοντας ιδιαίτερα την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αυτού του είδους των αδικημάτων. Στην συγκεκριμένη υπόθεση οι Εφεσείοντες είχαν δράσει υπό την επήρεια οινοπνεύματος και επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις, ο 1ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 54 ετών πατέρας δύο παιδιών και η σύζυγος του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ο 2ος Εφεσείοντας ήταν 21 ετών και διατηρούσε δεσμό με συμπατριώτισσα του, η οποία βρισκόταν σε ενδιαφέρουσα, ενώ ο 3ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 33 ετών και είχε αποκτήσει 3 ανήλικα τέκνα. Επίσης αντιμετώπιζε και πρόβλημα υγείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο περαιτέρω δεν αποδέχτηκε ως ορθή την εισήγηση της συνηγόρου του 3ου Εφεσείοντα ότι θα έπρεπε να διαφοροποιηθεί η ποινή από το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέρ του πελάτη της σε σχέση με την ποινή που επιβλήθηκε στους άλλους Εφεσείοντες, ένεκα του ότι, η συμμετοχή του σύμφωνα με την συνήγορο του είχε περιοριστεί στο να περιμένει έξω από την οικία χωρίς ουσιαστικά να εισέλθει ο ίδιος σε αυτή.
Στην Ποιν. Έφεση 178/18 xxx BAREK v. Δημοκρατίας ημερ. 20/01/20 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδική κρίση αναφορικά με την επιβολή ποινής 3 ½ ετών στον Εφεσείοντα που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο μετά από την παραδοχή του σε δύο κατηγορίες αναφορικά με την κυρίως υπόθεση του που αφορούσαν σε αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και τρείς κατηγορίες για κλοπή, για πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, για παράνομη κατοχή περιουσίας, για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός, για μεταφορά μαχαιριού, για οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, για επίθεση σε όργανο της τάξης, για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και για κατοχή σκευών για την λήψη ναρκωτικών. Στην συγκεκριμένη υπόθεση σημειώνεται ότι είχε ληφθεί υπόψη και ακόμη μια υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Εφεσείοντας αντιμετώπιζε και πάλι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, απόπειρα διάρρηξης κτιρίου, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψως και για παράνομη κατοχή περιουσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του έκρινε ότι η ποινή που επιβλήθηκε πρωτόδικα από το Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική αλλά επιεικής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και των συνθηκών διάπραξης τους.
Τονίζεται ότι ο Εφεσείοντας στην συγκεκριμένη υπόθεση ομολόγησε ενοχή αφού παραδέχτηκε την διάπραξη των αδικημάτων ευθύς αμέσως στην αστυνομία ενώ η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν επίσης άμεση. Περαιτέρω είχε συνεργαστεί με την αστυνομία με υποδείξεις σκηνών και την παροχή λεπτομερειών. Ο Εφεσείοντας ήταν επίσης λευκού ποινικού μητρώου σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο ο οποίος έχει βεβαρυμένο ποινικό μητρώο.
Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν’ όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.
Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης.
Εν’ όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.
Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 98).
Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές :
- Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή
- Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών
- Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών
- Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών
- Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών
- Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών
- Στην 10 κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών
- Στην 11η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών
- Στην 12η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή
- Στην 13η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών
- Στην 14η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών
- Στην 15η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή
- Στην 16η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών
- Στην 17η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών.
- Στην 18η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή.
- Στην 19η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
- Στην 20η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών.
- Στην 22η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
- Στην 23η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή
- Στην 24η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών.
Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε:
«Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου».
Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορουμένη. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορουμένου ως ανωτέρω έχουν αναφερθεί όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της.
Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα συντρέχουν και η έκτιση τους μειώνεται για την περίοδο που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα από την 29/01/25
(Υπ.) ………..………………
Σ. Συμεού, Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο