Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. HASSAN FARHAT, Aρ. Υπόθεσης: 7069/19, 26/9/2025
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. HASSAN FARHAT, Aρ. Υπόθεσης: 7069/19, 26/9/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ.   

             Aρ. Υπόθεσης: 7069/19

 

                                           

                                                 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

                                                                  - ν -  

                                    

        HASSAN FARHAT

 

Ημερομηνία: 26/09/25

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου              

Για τον Κατηγορούμενο : κα. Κ. Σοφοκλέους

Κατηγορούμενος : παρόν      

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Kατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί τω ότι, την 19/10/19 στην Πάφο, είχε στην κατοχή του ένα μεταλλικό κουτί που φέρει την επιγραφή «STR8», 16 ασημένια δακτυλίδια, 22 ασημένια δακτυλίδια, 22 ασημένια σκουλαρίκια διαφόρων ειδών, 8 σταυρούς, 4 καρφίτσες, 20 ασημένιες καδένες λαιμού, 10 ασημένιες καδένες λαιμού, 26 ασημένιες καδένες λαιμού διαφόρων ειδών, 17 μενταγιόν διαφόρων ειδών, μια χρυσή καδένα, 2 ασημένια σκουλαρίκια, 2 ασημένιους σταυρούς και 3 ασημένια βραχιόλια, για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα κατηγορίας, ενώ σε ότι αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας με την σύμφωνη γνώμη  των δύο πλευρών δηλώθηκε και κατατέθηκε κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων τα οποία και αποτελούνται από τα Τεκμήρια 1, 2 και 3. Επίσης με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το νόμιμο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε αναφορικά με την διακίνηση των Τεκμηρίων τα οποία κατασχέθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας που διενεργήθηκε στο σπίτι του Κατηγορούμενου μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο αλλά και ότι τα Τεκμήρια αυτά αντιστοιχούν τόσο προς τα αντικείμενα που αποτυπώνονται στις φωτογραφίες του Τεκμήριου 2 όσο και ως προς αυτά που καταγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και του Τεκμηρίου 1. Περαιτέρω δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός ότι η αναφορά του ΜΚ1 στην κατάθεση του αναφορικά με τον εντοπισμό και την σφράγιση των αντικειμένων που εντόπισε στην κατοικία του Κατηγορούμενου την 19/10/19 αφορά στα ίδια τεκμήρια που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων Τεκμήριο 1 αλλά και στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια της υπόθεσης δεν συνδέθηκαν με οποιαδήποτε διάρρηξη ή και κλοπή.

 

Η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου στην μητρική του γλώσσα κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 4Α ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου στην Ελληνική γλώσσα Τεκμήριο 4Β αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 4Α.

 

Ακολούθως και μετά την κατάθεση και δήλωση των παραδεκτών γεγονότων, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα τον Αστ. 250 Α. Φιλίππου ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον ΟΠΕ Πάφου. Η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 η οποία και υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αποτελεί το Τεκμήριο 5. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του ΜΚ1, την 19/10/10 ο ίδιος μαζί με άλλους άνδρες του ΟΠΕ Πάφου και περί ώρα 22:30 μ.μ. μετέβηκαν στην οδό [ ] 6 στην Πάφο και πιο συγκεκριμένα στο διαμέρισμα του Κατηγορούμενου για εκτέλεση δικαστικού εντάλματος έρευνας που είχε εκδοθεί εναντίον του. Κατά την άφιξη του στο εν λόγω διαμέρισμα αφού εντόπισε τον Κατηγορούμενο και του υπέδειξε τόσο το ένταλμα έρευνας όσο και την αστυνομική του ταυτότητα, στην συνέχεια μαζί με την βοήθεια των υπολοίπων συναδέλφων του, ξεκίνησε την έρευνα στην κατοικία του η οποία και έλαβε χώρα μεταξύ των ωρών 22:30 – 23:30 μ.μ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 κατά την έρευνα εντόπισε σε ένα ξύλινο ράφι στο σαλόνι της κατοικίας του Κατηγορούμενου, ένα μεταλλικό κουτί με την επιγραφή  «STR8» εντός του οποίου εντοπίστηκαν διάφορα ασημικά, δηλαδή τα τεκμήρια της υπόθεσης. Τότε ο ΜΚ1, αφού τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και αφού τον ρώτησε σε ποιον ανήκουν τα συγκεκριμένα ασημένια κοσμήματα, ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι είναι δικά του, ενώ ακολούθως ερωτώμενος για το κατά πόσο έχει στην κατοχή του και οποιαδήποτε απόδειξη αναφορικά με την αγορά τους ούτως ώστε να μπορεί να αποδείξει την προέλευση τους, ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τον ΜΚ1 δεν του παρείχε επαρκείς εξηγήσεις με αποτέλεσμα να του δημιουργηθούν υποψίες ότι τα εν λόγω αντικείμενα είναι προϊόντα κλοπής.  Τότε ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα συλληφθεί για την κατοχή των πιο πάνω αντικειμένων και του επίστησε ξανά την προσοχή του στον Νόμο και ο Κατηγορούμενος του απάντησε «εντάξει πάμε μέσα». Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τον ΜΚ1 συνελήφθηκε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο δεν έδωσε καμία απάντηση.

 

Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 ερωτώμενος από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο του είχαν δημιουργηθεί οι υπόνοιες ότι τα τεκμήρια που κατασχέθηκαν από την κατοικία του Κατηγορούμενου αποτελούσαν προϊόντα κλοπής, απαντώντας ανέφερε ότι στην συγκεκριμένη εντύπωση στην δημιουργία εύλογης υπόνοιας συνέβαλε η πληροφορία την οποία είχε λάβει ότι ο Κατηγορούμενος έχει στην κατοχή του κλοπιμαία, ο μεγάλος αριθμός των ασημένιων κοσμημάτων τα οποία εντοπίστηκαν  στην κατοχή του αλλά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν του είχε δώσει επαρκείς εξηγήσεις.

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αναφορικά με την πιο πάνω θέση του επέμεινε στον πιο πάνω ισχυρισμό που προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του, προσθέτοντας μάλιστα ότι ήταν επίσης γνωστό στην αστυνομία ότι ο Κατηγορούμενος απασχολούσε τις αρχές με αδικήματα κατά της περιουσίας. Συνεπώς σύμφωνα με τον ΜΚ1 αυτός ήταν και ένας επιπρόσθετος λόγος ότι τα εν λόγω αντικείμενα αποτελούσαν προϊόντα κλοπών.  Από την άλλη βεβαίως ερωτώμενος ο ΜΚ1  από την πλευρά της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του για το κατά πόσο τα συγκεκριμένα αντικείμενα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου συνδέθηκαν με οποιαδήποτε διάρρηξη ή κλοπή, ανέφερε ότι παρόλο που δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης δεν είχε περιπέσει στην αντίληψη του οτιδήποτε τέτοιο ενώ σε μετέπειτα  ερώτηση που του υποβλήθηκε αναφορικά με το κατά πόσο είχαν εντοπιστεί και στην κατοικία του Κατηγορούμενου και οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα που να του είχαν δημιουργήσει την υπόνοια ότι πρόκειται για προϊόντα κλοπής, ο ΜΚ1 απάντησε χαρακτηριστικά ότι δεν θυμόταν να υπήρχε οτιδήποτε άλλο και ότι για να μην κατασχέθηκε κανένα άλλο αντικείμενο αυτό υποδηλώνει ότι δεν είχε εντοπιστεί οτιδήποτε άλλο το μεμπτό. Περαιτέρω αναφορικά με την θέση του ότι η υπόνοια που του δημιουργήθηκε αναφορικά με τα συγκεκριμένα τεκμήρια ότι ήταν κλοπιμαία ενόψει και του μεγάλου αριθμού των κοσμημάτων, η πλευρά της Υπεράσπισης κάλεσε τον ΜΚ1 να διευκρινίσει αν γνωρίζει για το κατά πόσο μπορεί να οριοθετήσει ο ίδιος τον αριθμό των κοσμημάτων που μπορεί να έχει στην κατοχή του ένα πρόσωπο ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι η περιούσια την οποία κατέχει δεν είναι προϊόν παρανομίας. Ο ΜΚ1 απαντώντας στην πιο πάνω ερώτηση ανέφερε ότι, δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο αλλά ο Κατηγορούμενος στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν του είχε δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις αναφορικά με την προέλευση τους.  Σε ότι αφορά την συγκεκριμένη θέση του, η Υπεράσπιση κάλεσε τον ΜΚ1 να αναφέρει στο Δικαστήριο το κατά πόσο γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση έδωσε πλήρη εξήγηση για την προέλευση των αντικειμένων αλλά και για το κατά πόσο ο ισχυρισμός που έδωσε ότι τα συγκεκριμένα κοσμήματα είναι της μητέρας του, έτυχε οποιασδήποτε διερεύνησης από την αστυνομία. Ο ΜΚ1 απαντώντας στις συγκεκριμένες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν εξήγησε ότι δεν γνωρίζει τι ειπώθηκε στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου αλλά και ούτε αν είχε τύχει διερεύνησης ο ισχυρισμός του, καθώς δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Τέλος, ερωτώμενος ο ΜΚ1 για το κατά πόσο το συγκεκριμένο μεταλλικό κουτί που περιείχε τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο βρισκόταν κρυμμένο εντός της κατοικίας του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το κουτί αυτό βρισκόταν σε περίοπτη θέση εντός της οικίας του Κατηγορούμενου.

 

 

 

Νομική Πτυχή

 

Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η πλευρά της Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής από το στάδιο αυτό ενόψει της μη απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας. Αντίθετη από την άλλη ήταν η εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής. Το  Δικαστήριο κατά το στάδιο αυτό καλείται καθηκόντως να εξετάσει για το  κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Δράκου (2012) 2 Α.Α.Δ 851 τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο, που το ίδιο το Δικαστήριο ακόμη και αν θέσει ζήτημα ο Κατηγορούμενος είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Εν προκειμένω σημειώνεται ότι υπήρξε εισήγηση εκ μέρους της πλευράς της Υπεράσπισης μέσω της οποίας υποδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι η Κατηγορούσα Αρχή με βάση την μαρτυρία που έχει προσάξει ενώπιον του Δικαστηρίου απέτυχε να αποδείξει και τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 309.


Η νομολογία είναι γνωστή καθώς και οι αρχές (βλ.
Azinas v. Police 1981) 2 C.L.R 9, in Re Kakos(1985) 1 CLR250. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου 1990, 2 Α.Α.Δ 133 αναλύθηκε η πληρότητα ο όρος εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Συνοπτικά σημειώνεται ότι είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο εφόσον δεν αποδείχθηκε ή ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή η μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Το εκ πρώτης όψεως στάδιο παραμένει ένα θεμελιακό στάδιο της ποινικής δίκης που προστατεύει στην ουσία τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό να δώσει μαρτυρία για λόγους που δεν άπτονται στην έννοια της καλώς νοούμενης απονομής της Δικαιοσύνης.


Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Η μαρτυρία στο στάδιο αυτό κρίνεται στην όψη της και μόνο, σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με την συμπλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί ( Παναγιώτου v. Αστυνομίας 2000, 2 Α.Α.Δ191 και Δράκου ανωτέρω). Περαιτέρω στην υπόθεση Αστυνομία v. Ι. ΣΕΛΛΑ κ.α Π.Ε 136/2019, 9 Ιουλίου 2020, ECLI:CY:AD:2020:B234 τόνισε ότι το κριτήριο αναφορικά με το κατά πόσο μια μαρτυρία είναι αντινομική ή στερείται πειστικότητας είναι αντικειμενικό γιατί το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσει του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας εφόσον το έργο αυτό επιτελείται στο τέλος της δίκης. 

 

Εξέταση της υπό κρίση περίπτωσης

 

Στην παρούσα περίπτωση όπως έχω αναφέρει ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα. Το συγκεκριμένο αδίκημα περιλαμβάνει τα εξής συστατικά στοιχεία, πρώτον την κατοχή κινητής περιουσίας και δεύτερον, την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι αυτή η περιουσία είναι κλοπιμαία. Με την απόδειξη των πιο πάνω το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στον Κατηγορούμενο να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της περιουσίας. Η εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία πρέπει να αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Η έκφραση υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης περί τούτου από οποιονδήποτε, περιλαμβανομένων των Αστυνομικών Αρχών δεν αποτελεί τέτοια απόδειξη. Αντίθετα πρέπει να προσκομισθεί τέτοια μαρτυρία ώστε αντικειμενικά εξεταζόμενη να κριθεί από το Δικαστήριο ότι στοιχειοθετείτε η απαιτούμενη εύλογη υπόνοια περί του κλοπιμαίου της περιουσίας.

 

Συστατικό στοιχείο του αδικήματος κατά το Άρθρο 309 όπως προαναφέρθηκε είναι η ύπαρξη εύλογων υπονοιών ότι η περιουσία που κατέχεται είναι κλοπιμαία. Η εμβέλεια του αδικήματος εξηγήθηκε από τον Lord Goddard. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι για να θεμελιωθεί κατηγορία βάσει του Άρθρου 309 η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι «a given date a certain person had in his possession property which some other person reasonably suspected to be stolen property». Η εύλογη υπόνοια πρέπει να προκαλείται σε κάποιο πρόσωπο που βλέπει ή βρίσκει την περιουσία στην κατοχή του Κατηγορούμενου, ενόσω η περιουσία παραμένει στην κατοχή του τελευταίου. Προκύπτει ότι το Άρθρο 309 βρίσκει εφαρμογή όταν ο Κατηγορούμενος κατέχει περιουσία υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ' αντικειμένου δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία.

 

Στρεφόμενος λοιπόν στην υπό κρίση υπόθεση και εξετάζοντας το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, σχετικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο αυτό δηλαδή της εύλογης υπόνοιας είναι φανερό ότι αυτό θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της μαρτυρίας του ΜΚ1 ο οποίος ήταν και το πρόσωπο το οποίο μετέβηκε στην κατοικία του Κατηγορούμενου εντοπίζοντας το μεταλλικό κουτί εντός του οποίου εντοπίστηκε και ο μεγάλος αριθμός ασημένιων κοσμημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι τα κατείχε παράνομα. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα καθώς και η θέση του εν λόγω αστυφύλακα περί εύλογων υπονοιών που του δημιουργήθηκαν εμπεριέχονται στο Τεκμήριο 5 το οποίο και αποτελεί την γραπτή του κατάθεση.

 

Σύμφωνα λοιπόν  με την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, καταρχήν προκύπτει αφού αυτό δηλώθηκε και ως παραδεκτό γεγονός ότι τελικά τα εν λόγω αντικείμενα που κατασχέθηκαν από τον ΜΚ1, δηλαδή τα ασημένια κοσμήματα, με αποτέλεσμα  ο Κατηγορούμενος να συλληφθεί για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και τελικά να οδηγηθεί στο Δικαστήριο, δεν αποτελούσαν προϊόν διάρρηξης ή κλοπής. Σύμφωνα όμως με την υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 72/18 ημερ. 24/10/19, ECLI:CY:AD:2019:B444 το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας βρίσκει εφαρμογή και στις περιπτώσεις όπου δεν αποδεικνύεται ότι η περιουσία η οποία ανευρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου δεν ήταν κλοπιμαία. Συνεπώς και η απόδειξη ότι αυτά ήταν κλοπιμαία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 309.

 

Σε ότι δε αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εντοπίστηκαν, ο ΜΚ1 με βάση τα όσα υπέδειξε κατά την μαρτυρία του αφού μετέβηκε στην κατοικία του Κατηγορούμενου κατόπιν πληροφορίας ότι σε αυτήν υπήρχαν κλοπιμαία αντικείμενα, κατά την έρευνα που διενήργησε μαζί με την βοήθεια άλλων ανδρών της αστυνομίας εντός του διαμερίσματος του, εντόπισε σε περίοπτη θέση και ειδικότερα πάνω σε ένα ξύλινο ράφι που βρισκόταν εντός της κατοικίας του Κατηγορούμενου, το επίδικο ασημένιο κουτί εντός του οποίου υπήρχε μεγάλος αριθμός ασημένιων κοσμημάτων. Σημειώνεται βεβαίως ότι σύμφωνα με τον ΜΚ1 εντός του διαμερίσματος του Κατηγορούμενου δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε άλλο παράνομο. Ο Κατηγορούμενος ερωτώμενος για την προέλευση των συγκεκριμένων ασημένιων κοσμημάτων ανέφερε ότι είναι δικά του ενώ σε επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε για το κατά πόσο έχει αποδείξεις αναφορικά με την προέλευση τους ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν του είχαν δοθεί από τον Κατηγορούμενο γενικά ικανοποιητικές εξηγήσεις. Επίσης ο ΜΚ1 υπέδειξε ότι ο μεγάλος αριθμός των συγκεκριμένων αντικειμένων σε συνδυασμό με την πληροφορία που έλαβε και την μη παροχή από τον Κατηγορούμενο επαρκών εξηγήσεων του δημιουργήσαν την υπόνοια ότι τα αντικείμενα αυτά ήταν κλοπιμαία. 

 

Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ευλόγως το ερώτημα για το κατά πόσο η περιστατική μαρτυρία που έχει τεθεί στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το συστατικό στοιχείο της εύλογης υπόνοιας. Το ερώτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί και να απαντηθεί με βάση τις αρχές που ανωτέρω ανέφερα και οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το σε τι συνίσταται το εύλογο των υπονοιών.  Σε ότι αφορά λοιπόν την απόδειξη του συγκεκριμένου συστατικού στοιχείου του αδικήματος του άρθρου 309, δηλαδή αυτού της εύλογης υπόνοιας, η μόνη μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο δεν είναι καμία άλλη πέραν των απλών αναφορών και των υποκειμενικών κρίσεων του ΜΚ1 ότι εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των ασημένιων κοσμημάτων τα οποία εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου σε συνδυασμό με την πληροφορία που έλαβε αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος απασχολούσε την αστυνομία με αδικήματα κατά της περιουσίας αλλά και της μη παροχής επαρκών εξηγήσεων κατά την γνώμη του από τον ίδιο,  ήταν αρκετό για να του δημιουργήσουν την εύλογη υπόνοια. Βεβαίως ο ίδιος ο ΜΚ1 δεν παραγνωρίζω ότι ερωτώμενος από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως όριο για τον αριθμό των κοσμημάτων που μπορεί να κατέχει κάποιο πρόσωπο για να θεωρηθεί ότι αυτά δεν τα κατέχει παράνομα.  Σημειώνεται επίσης ότι ο ΜΚ1 υπέδειξε ότι δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε άλλο το μεμπτό εντός της κατοικίας του Κατηγορούμενου παρά την ύπαρξη πληροφορίας αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος όταν ερωτήθηκε σε ποιόν ανήκουν τα συγκεκριμένα κοσμήματα, ανέφερε ότι είναι δικά του. Περαιτέρω ο ΜΚ1 δεν αρνήθηκε κατά την  μαρτυρία του και ότι, πράγματι το συγκεκριμένο κουτί το οποίο εμπεριείχε και τα συγκεκριμένα ασημένια κοσμήματα δεν ήταν κρυμμένο εντός της κατοικίας του Κατηγορούμενου αλλά βρισκόταν σε περίοπτη θέση.

 

Εξετάζοντας λοιπόν την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου θεωρώ ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δεν μπορεί να είναι άλλη παρά μόνο αρνητική αφού καμία απολύτως άλλη μαρτυρία δεν έχει προσαχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πλην της υποκειμενικής κρίσης του ΜΚ1 για τα όσα υπέδειξε, που να καταδεικνύει ότι υπήρχαν τέτοιες ύποπτες συνθήκες και περιστάσεις ούτως ώστε τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν ευλόγως και εξ’ αντικειμένου να μπορούσαν να δημιουργήσουν υποψίες στον αστυνομικό που ερεύνησε το διαμέρισμα ότι η περιουσία αυτή είναι κλοπιμαία. Σύμφωνα την υπόθεση Καρυπίδης v. Αστυνομίας του 2007 2ΑΑΔ 237, το εύλογο των υπονοιών του προσώπου που τις επικαλέστηκε, εν προκειμένω του αστυνομικού, δεν μπορεί να υποδειχθεί με την έκφραση της υποκειμενικής του κρίσης όπως και εν προκειμένω έπραξε ο ΜΚ1 αλλά πρόκειται για ζήτημα αντικειμενικό. Εν προκειμένω αφής στιγμής τα συγκεκριμένα αντικείμενα βρισκόντουσαν σε περίοπτη θέση, ενώ σύμφωνα και με τον ΜΚ1 τελικά δεν εντοπίστηκε και οτιδήποτε άλλο το μεμπτό εντός της κατοικίας του Κατηγορούμενου παρά την αναφορά του στην πληροφορία η οποία και συντέλεσε στην έκδοση του εντάλματος έρευνας ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε μεγάλο αριθμό κλοπιμαίων οικιακών συσκευών και άλλων αντικειμένων αλλά και ενόψει του γεγονός ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι τα αντικείμενα αυτά είναι της μητέρας του χωρίς βεβαίως όπως εξήγησε να τύχει ουδεμίας απολύτως διερεύνησης εκ μέρους της αστυνομίας, κρίνω ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εντοπίστηκαν τα συγκεκριμένα αντικείμενα δεν μπορούν να καταδείξουν τέτοιες ύποπτες περιστάσεις που να μπορούν να δημιουργήσουν εξ’ αντικειμένου το εύλογο των υπονοιών ότι επρόκειτο για κατοχή κλοπιμαίας περιουσίας.

 

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 309 δηλαδή αυτό της εύλογης υπόνοιας.  

 

Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. Τα τεκμήρια που βρίσκονται στην κατοχή της Αστυνομίας να επιστραφούν στον  νόμιμο δικαιούχο.

 

                                                                       (Υπ.)  ……………………………

                                                                                       Σ. Συμεού, Ε.Δ                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο