Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CONSTANTINE DANIEL HARTIE, Aρ. Υπόθεσης: 6556/20, 26/9/2025
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. CONSTANTINE DANIEL HARTIE, Aρ. Υπόθεσης: 6556/20, 26/9/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ.   

             Aρ. Υπόθεσης: 6556/20

 

                                           

                                                 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

                                                                  - ν -  

                                    

CONSTANTINE DANIEL HARTIE

 

Ημερομηνία: 26/09/25

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου              

Για τον Κατηγορούμενο : κα. M. Σαββίδου

Κατηγορούμενος : παρόν      

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Kατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί τω ότι, την 10/03/20 στην Πάφο είχε στην κατοχή του μια τηλεόραση μάρκας SAMSUNG χρώματος μαύρου αγνώστου αξίας για την οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας ενώ σε ότι αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας, με την σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών κατατέθηκε υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία ενώ ο Κατηγορούμενος από πλευράς του τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπιση του.

 

Παραδεκτά Γεγονότα

 

Ειδικότερα δηλώθηκε ότι η τηλεόραση η οποία περιλαμβάνεται στο έγγραφο με τίτλο «Τεκμήρια της υπόθεσης» αποτελεί την τηλεόραση η οποία ανευρέθηκε εντός της κατοικίας του Κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο και η οποία για σκοπούς της διαδικασίας αποτελεί το Τεκμήριο 1. Η ίδια τηλεόραση σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα απεικονίζεται και στο Τεκμήριο 2 στο οποίο φαίνονται και τα στοιχεία της όπως π.χ ο συριακός της αριθμός, ενώ το Τεκμήριο 7 αποτελεί αντίγραφο του φύλλου οδηγιών της συγκεκριμένης τηλεόρασης το οποίο και παρέδωσε ο Κατηγορούμενος στην αστυνομία.

 

 

Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής – Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 2770 Δ. Ιωάννου ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι μετά την παράδοση από τον Κατηγορούμενο στην αστυνομία του φύλλου οδηγιών της επίδικης τηλεόρασης προχώρησαν σε νέα έρευνα στην κατοικία του ούτως ώστε να εντοπιστεί η απόδειξη για την αγορά της, χωρίς όμως να ανευρεθεί οτιδήποτε το σχετικό.

 

Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος σε σχέση με το τελευταίο ζήτημα ανέφερε ότι στην οικία του Κατηγορούμενου είχε προηγηθεί και άλλη έρευνα κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας, ενώ η έρευνα που είχε διενεργηθεί από τον ίδιο ήταν κατόπιν συγκατάθεσης που δόθηκε εκ μέρους του ίδιου του Κατηγορούμενου. Ερωτώμενος περαιτέρω για ποιο ακριβώς λόγο είχε κατασχεθεί από την αστυνομία η επίδικη τηλεόραση από την κατοικία του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 απαντώντας εξήγησε ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι η συγκεκριμένη τηλεόραση είχε αγοραστεί από το κατάστημα με την ονομασία PUBLIC στην Πάφο καταρρίφθηκε αφού από σχετικές ενέργειες που ακολούθησαν, διαφάνηκε ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Επίσης σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος δεν παρέδωσε καμία απολύτως απόδειξη ενώ ερωτώμενος για το κατά πόσο η συγκεκριμένη τηλεόραση πωλείται και σε άλλα καταστήματα εκτός από το PUBLIC δεν διαφώνησε. Επίσης ο ΜΚ1 εξήγησε ότι δεν διαπιστώθηκε στο τέλος  της ημέρας η συγκεκριμένη τηλεόραση να ήταν κλοπιμαία καθότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική καταγγελία για κλοπή της.

 

Αντεξεταζόμενος επίσης ο ΜΚ1 δεν διαφώνησε με την πλευρά της Υπεράσπισης σε σχετική ερώτηση που του είχε υποβληθεί, ότι είναι εντελώς ανθρώπινο και λογικό κάποιος να μην έχει στην κατοχή του την απόδειξη αγοράς για ένα προϊόν που έχει αγοράσει προηγουμένως και ιδιαίτερα όταν την συγκεκριμένη τηλεόραση την είχε αποκτήσει ως δώρο. Από την άλλη όμως ο ΜΚ1 εξήγησε ότι εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος αδυνατούσε να δώσει επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με την ιδιοκτησία της.

 

Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση. Διαφάνηκε μάλιστα κατά την μαρτυρία του ότι δεν ήταν μεροληπτικός ενάντια στον Κατηγορούμενο αλλά τουναντίον απαντούσε με ειλικρίνεια για όσα γεγονότα είχαν περιέλθει στην αντίληψη του ως εξεταστής της υπόθεσης και ήταν αντικειμενικός. Ο ΜΚ1 ήταν σταθερός και σαφής στην θέση του ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου αναφορικά με την αγορά της τηλεόρασης είχε καταρριφθεί, αφής στιγμής από ενέργειες που έγιναν κατόπιν του ισχυρισμού που ο ίδιος είχε προβάλει στην γραπτή του κατάθεση αναφορικά με την αγορά της τηλεόρασης, διαφάνηκε ότι δεν ευσταθούσε. Ο ΜΚ1 ήταν κατηγορηματικός επίσης στην θέση του χωρίς να κλονιστεί κατά την αντεξέταση του ότι οι λόγοι που ώθησαν την αστυνομία να κατάσχει την συγκεκριμένη τηλεόραση ήταν οι μη επαρκείς εξηγήσεις που είχαν δοθεί από τον Κατηγορούμενο αναφορικά με την προέλευση της τηλεόρασης, η μη παρουσίαση οποιασδήποτε σχετικής απόδειξης για την αγορά της καθώς και το γεγονός ότι ως διαφάνηκε από την γραπτή του κατάθεση του είχε προβάλει τον ανυπόστατο ισχυρισμό για την προέλευση της.  

 

Ο ΜΚ1 γενικά μου άφησε καλή εντύπωση και συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της.

 

Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 2821 Μ. Νικολάου η κατάθεση του οποίου και αποτελεί το Τεκμήριο 9. Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του, κλήθηκε να αναγνωρίσει τα Τεκμήρια 1,2 και 7 ενώ ερωτώμενος τι είχε σκεφτεί μόλις είχε εντοπίσει κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στην κατοικία του Κατηγορούμενου την τηλεόραση, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ερωτώμενος για το κατά πόσο του ανήκει η συγκεκριμένη τηλεόραση έδωσε σαφή και ξεκάθαρη απάντηση ότι την είχε αγοράσει πριν από τρείς μήνες από το κατάστημα PUBLIC το οποίο βρίσκεται στο πολυκατάστημα MALL στην Πάφο. Τότε, σύμφωνα με τον ΜΚ2 τον ρώτησε για το κατά πόσο είχε στην κατοχή του την απόδειξη της αγοράς της τηλεόρασης και ο Κατηγορούμενος του απάντησε αρνητικά. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 το σπίτι του Κατηγορούμενου βρισκόταν σε άθλια κατάσταση κατά την έρευνα και η συγκεκριμένη τηλεόραση του είχε κινήσει ιδιαίτερα την περιέργεια καθότι ήταν και καινούργια. Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τον ΜΚ2 έδωσε ξεκάθαρη απάντηση αναφορικά με την προέλευση της τηλεόρασης ενώ ερωτώμενος δεν προέβαλε κανένα απολύτως ισχυρισμό ότι η συγκεκριμένη τηλεόραση είχε αποκτηθεί ως δώρο. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος όταν συνελήφθηκε σύμφωνα με τον ΜΚ2, απάντησε με την φράση « its mine».

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε για την θέση του ότι του είχαν δημιουργηθεί εύλογες υπόνοιες αναφορικά με τον εντοπισμό της τηλεόρασης. Ερωτώμενος μάλιστα για το τι πληροφορία είχε δοθεί στην αστυνομία με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του Κατηγορούμενου το σχετικό ένταλμα έρευνας, ο ΜΚ2 απαντώντας εξήγησε ότι το ένταλμα έρευνας αφορούσε την οικία του Κατηγορούμενου καθότι υπήρχε η πληροφορία ότι εκεί αποκρύπτεται κλοπιμαία περιουσία όπως χρυσαφικά και ηλεκτρονικές συσκευές. Η τηλεόραση σύμφωνα με τον ΜΚ2 η οποία βρισκόταν εντός του υπνοδωματίου του σπιτιού, του ήγειρε εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία ενόψει του ότι ήταν καινούργια και επειδή ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παρόλο που ανέφερε ότι ήταν δική του, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι δεν είχε την απόδειξη της. Επίσης σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι την είχε αγοράσει από το PUBLIC δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια καθότι μετά από τις έρευνες που ακολούθησαν διαφάνηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ευσταθούσε.

 

Ο ΜΚ2 επίσης μου άφησε θετική εντύπωση. Ο ΜΚ2 ήταν κατηγορηματικός στις θέσεις του ενώ η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Υποστήριξε με σθεναρότητα μάλιστα την θέση του ότι η ύπαρξη της συγκεκριμένης τηλεόρασης εντός της κατοικίας του Κατηγορούμενου του δημιούργησε εύλογες υπόνοιες αναφορικά με την προέλευση της, ότι δηλαδή δεν είχε αποκτηθεί νόμιμα αλλά ότι πιθανόν να ήταν κλοπιμαία, τεκμηριώνοντας τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του όχι μόνο ενόψει της άθλιας κατάστασης που επικρατούσε στο σπίτι του Κατηγορούμενου αλλά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η τηλεόραση ήταν καινούργια και ο Κατηγορούμενος δεν είχε την απόδειξη για την αγορά της. Επίσης επέμεινε στην θέση του ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου αναφορικά με την προέλευση της τηλεόρασης διαψεύσθηκε.  Ο ΜΚ2 φάνηκε μέσα από τις απαντήσεις που έδινε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του ότι ήταν αντικειμενικός και ειλικρινείς και συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη και αληθινή στην ολότητα της.

 

Ο Κατηγορούμενος

 

Ο Κατηγορούμενος ως άλλωστε ήταν δικαίωμα του τήρησε το δικαίωμα της σιωπής.

 

Όσον αφορά την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου – Τεκμήρια 6Α και 6Β – σημειώνονται τα ακόλουθα.  Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179    δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας.  Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. 

 

Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ’ ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, R v. Hamand (1985) 82 Cr App R. 65, R v. Sharp (1988) 1 All E R 65).  Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια.  Στην υπόθεση R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά.  Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία.    

 

Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: 

 

«Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή*

 

Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ’ εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο όμως να δώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».

 

Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004.  Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ’ ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9).  Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9).     

 

Στην γραπτή του κατάθεση ο Κατηγορούμενος προβαίνει σε απαλλακτικές μόνο δηλώσεις. Συναφώς δεν παραδέχεται ότι απέκτησε παράνομα το Τεκμήριο 1. Οι δηλώσεις του Κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτές. Πρόκειται περί δηλώσεων οι οποίες είναι απαλλαχτικές ενοχής  και για τον λόγο αυτό και μόνο δέον είναι να αντικριστούν με καχυποψία αφού το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να μην είπε την αλήθεια επί του προκειμένου ώστε να απαλλάξει τον εαυτό του από την ευθύνη δεν μπορεί να αποκλεισθεί.  Επίσης, δεν υποστηρίχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενόρκως  ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να έχει την δυνατότητα να εξετάσει τον Κατηγορούμενο επί αυτών.  Τέλος οι ισχυρισμοί του δεν υποστηρίζονται  από άλλη μαρτυρία. 

 

Υπό το φως των πιο πάνω το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό.       

 

Ευρήματα

 

Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την αποδεχθείσα μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα :

 

Την 10/03/30 και περί ώρα 17:25 μ.μ ο ΜΚ2 μαζί με άλλους άνδρες του ΟΠΕ Πάφου μετέβηκαν στην κατοικία του Κατηγορούμενου καθότι εκκρεμούσε δικαστικό ένταλμα έρευνας. Κατά την άφιξη του στην εν λόγω κατοικία. ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε στην κατοικία του και αφού ο ΜΚ1 του αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και του υπέδειξε και το ένταλμα έρευνας που είχε στην κατοχή του άρχισαν την έρευνα στην παρουσία του. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 17:35 μ.μ στο υπνοδωμάτιο της εν λόγω κατοικίας εντοπίστηκε από τον ΜΚ1 το Τεκμήριο 1 και τότε ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε αν έχει απόδειξη για την αγορά της συγκεριμένης τηλεόρασης. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ1 ότι η τηλεόραση είναι δική του και ότι την είχε αγοράσει από το κατάστημα PUBLIC που βρίσκεται στο Mall στην Πάφο αλλά ότι δεν είχε οποιαδήποτε απόδειξη για την αγορά της. Σημειώνεται ότι το σπίτι του Κατηγορούμενου κατά την έρευνα ήταν σε άθλια κατάσταση ενώ η τηλεόραση που ανευρέθηκε εντός της κατοικίας του ήταν καινούργια. Τότε ο ΜΚ1 παρέλαβε την συγκεκριμένη τηλεόραση από το σπίτι του Κατηγορούμενου μαζί με το καλώδιο και το τηλεχειριστήριο της αφού του δημιουργήθηκαν οι υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία και επέστησε την προσοχή στον Νόμο στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος τότε του απάντησε ότι « αγόρασα την εν έχω χαρτιά ρε μάστρε». Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι είναι υπό σύλληψη και αυτός απάντησε « Its mine». Κατά την διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο.

 

Η αστυνομία διερευνώντας τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου αναφορικά με την προέλευση του Τεκμηρίου 1, έλαβε κατάθεση από τον Παύλο Ιωάννου την 11/03/20 ο οποίος είναι ο διευθυντής του καταστήματος PUBLIC το οποίο στεγάζεται στο πολυκατάστημα KINGS AVENUE MALL στην Πάφο ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι την είχε αγοράσει προ τριών μηνών από το συγκεκριμένο κατάστημα. Ο Παύλος Ιωάννου μετά από έλεγχο που διενήργησε για το κατά πόσο το Τεκμήριο 1 είχε αγοραστεί από το συγκεκριμένο κατάστημα μέσω των αρχείων του, διαπίστωσε ότι ουδέποτε είχε γίνει μια τέτοια πώληση. Το κατάστημα σύμφωνα με τον Παύλο Ιωάννου διαθέτει προς πώληση την ίδια τηλεόραση η αξία της οποίας και κοστολογείται περί τα 400 ευρώ.

 

Την 10/02/20 η Αστ. 4552 Ε. Φράγκου έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με την βοήθεια διερμηνέα ενώ ο Αστ. 1299 Σ. Γιούπης την 11/03/20 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του  στον Νόμο αυτός απάντησε « δεν παραδέχομαι».

 

Νομική Πτυχή - Κατάληξη

 

Στην παρούσα περίπτωση όπως έχω αναφέρει ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα. Το συγκεκριμένο αδίκημα περιλαμβάνει τα εξής συστατικά στοιχεία, πρώτον την κατοχή κινητής περιουσίας και δεύτερον, την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι αυτή η περιουσία είναι κλοπιμαία. Με την απόδειξη των πιο πάνω το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στον Κατηγορούμενο να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι απέκτησε νόμιμα την κατοχή της περιουσίας. Η εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία πρέπει να αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Η έκφραση υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης περί τούτου από οποιονδήποτε, περιλαμβανομένων των Αστυνομικών Αρχών δεν αποτελεί τέτοια απόδειξη. Αντίθετα πρέπει να προσκομισθεί τέτοια μαρτυρία ώστε αντικειμενικά εξεταζόμενη να κριθεί από το Δικαστήριο ότι στοιχειοθετείτε η απαιτούμενη εύλογη υπόνοια περί του κλοπιμαίου της περιουσίας.

 

Συστατικό στοιχείο του αδικήματος κατά το Άρθρο 309 όπως προαναφέρθηκε είναι η ύπαρξη εύλογων υπονοιών ότι η περιουσία που κατέχεται είναι κλοπιμαία. Η εμβέλεια του αδικήματος εξηγήθηκε από τον Lord Goddard. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι για να θεμελιωθεί κατηγορία βάσει του Άρθρου 309 η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι «a given date a certain person had in his possession property which some other person reasonably suspected to be stolen property». Η εύλογη υπόνοια πρέπει να προκαλείται σε κάποιο πρόσωπο που βλέπει ή βρίσκει την περιουσία στην κατοχή του Κατηγορούμενου, ενόσω η περιουσία παραμένει στην κατοχή του τελευταίου. Προκύπτει ότι το Άρθρο 309 βρίσκει εφαρμογή όταν ο Κατηγορούμενος κατέχει περιουσία υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ' αντικειμένου δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία.

 

Το αδίκημα του άρθρου 309 του Κεφ. 154 με πλαγιότιτλο την «Παράνομη Κατοχή Περιουσίας», αποτελεί μέρος της ενότητας του Ποινικού Κώδικα που αφορά τους κλεπταποδόχους και το αδίκημα της κλεπταποδοχής που αναφέρεται στο άρθρο 306.  Το άρθρο 309, αποτελεί ένα ιδιώνυμο και ιδιότυπο αδίκημα τα συστατικά στοιχεία του οποίου είναι η κατοχή κινητών, χρημάτων, αξιογράφων ή άλλης περιουσίας για τα οποία υπάρχουν εύλογες  υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία.  Σύμφωνα με τη νομολογία, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή περιουσίας και ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η περιουσία αυτή είναι κλοπιμαία.  Σχετική είναι και η απόφαση στη Ferenz v. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 507, ECLI:CY:AD:2014:B454.  Σύμφωνα όμως με την υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 72/18 ημερ. 24/10/19, ECLI:CY:AD:2019:B444 το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας βρίσκει εφαρμογή και στις περιπτώσεις όπου δεν αποδεικνύεται ότι η περιουσία η οποία ανευρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου δεν ήταν κλοπιμαία. Συνεπώς και η απόδειξη ότι αυτά τα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 309. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν τόσο στην υπόθεση xxx NARMARIA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ και xxx OCHIGAVA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Εφέσεις 4/18 και 5/18 ημερ. 03/04/19 όσο και στην απόφαση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 26/22 ημερ. 07/04/23, ECLI:CY:AD:2023:B132.

 

Στρεφόμενος λοιπόν στην συγκεκριμένη περίπτωση η κατοχή του Τεκμηρίου 1 από τον Κατηγορούμενο είναι δεδομένη αφού εκτός του ότι δεν αμφισβητείται ανευρέθηκε στην κατοικία του. Η υπόνοια ότι η περιούσιά αύτη ήταν κλοπιμαία κρίνω επίσης ότι ήταν εύλογη υπό το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρθηκαν τόσο από τον ΜΚ1 όσο  και από τον ΜΚ2 και έγιναν αποδεκτά, αφής στιγμής ο Κατηγορούμενος ενώ ανέφερε ότι την είχε αγοράσει από συγκεκριμένο κατάστημα σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή εντούτοις διαφάνηκε ότι ουδέποτε είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Η τηλεόραση ήταν επίσης καινούργια και ο Κατηγορούμενος ενώ είχε στην κατοχή του το φύλλο οδηγιών της τηλεόρασης εντούτοις δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη αναφορικά με την αγορά της παρόλο που είχε αγοραστεί ως ισχυρίστηκε προσφάτως.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευριπίδη Χρίστου, Ποινική Έφεση 20/15, ημερομηνίας 28.9.17 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο:        

 

«Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, 268-269, συνοψίζει τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς το ζήτημα του τι συνιστά «ψεύδος κατηγορουμένου:

 

«(3) Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:-

 

(α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο.

(β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα.

(γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό.

(δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα».

 

Δεν μου διαφεύγει ότι στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 260, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε, ακόμα, ότι σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζεται στην Κύπρο στο θέμα «Ψέματα του Κατηγορούμενου» ισχύουν, επίσης, οι ακόλουθες αρχές.  Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει απορρίψει την εκδοχή του κατηγορούμενου δεν συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής.  Επίσης, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.  Σχετικές είναι και οι αποφάσεις Vouniotis v. Republic (1975) 2 CLR 34, Αλ-Χάματ και Άλλων ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 117 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 172.

 

Με την πιο πάνω δήλωσή του είναι έκδηλο ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να αποσυνδέσει τον εαυτό του από το ουσιώδες και καίριο ζήτημα του κατά πόσο είχε αποκτήσει νόμιμα την τηλεόραση.  Ο Κατηγορούμενος κατέφυγε στο πιο πάνω ψεύδος έχοντας ως κίνητρο την φόβο της αποκάλυψης της αλήθειας.  Ήταν, λοιπόν, το ψεύδος του Κατηγορούμενου ηθελημένο, αναφερόταν σε ουσιώδες ζήτημα, το κίνητρο για το ψεύδος ήταν η επίγνωση της ενοχής από μέρους του Κατηγορούμενου και ο φόβος της αλήθειας στην προσπάθειά του Κατηγορούμενου να αποστασιοποιηθεί από στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύνδεσή του με εγκληματική συμπεριφορά.  Τέλος, αυτό αποδείχθηκε με ανεξάρτητη μαρτυρία ήτοι την μαρτυρία η οποία λήφθηκε από τον Παύλο Ιωάννου. 

 

Υπό το φως των πιο πάνω περιστάσεων και γεγονότων ως αυτά έχουν προκύψει μέσα από την αποδεχθείσα μαρτυρία και συνεπακόλουθα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις οι υπόνοιες ήταν εξ’ αντικειμένου εύλογες.

 

Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος ενώ κλήθηκε σε απολογία δεν έδωσε καμία απολύτως μαρτυρία η οποία να μπορεί να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η κατοχή της τηλεόρασης από πλευράς του αποκτήθηκε νόμιμα.

 

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω καταληκτικά ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.

                                                                       (Υπ.)  ……………………………

                                                                                       Σ. Συμεού, Ε.Δ                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο