Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΝΝΑΡΗΣ κ.α., Aρ. Υπόθεσης 3542/24, 14/10/2025
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΝΝΑΡΗΣ κ.α., Aρ. Υπόθεσης 3542/24, 14/10/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. ΣΥΜΕΟΥ, Ε.Δ   

 

          Aρ. Υπόθεσης 3542/24

 

                                           

                                       Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

                                                           - ν -

 

1.    ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΝΝΑΡΗΣ

2.    ANGEL KURTEV

3.    ILKA NEDYALKOVA

 

                                                                                                 Κατηγορούμενοι

 

Ημερομηνία: 14/10/25

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου

Για τον Κατηγορούμενο 2 : κα. Μ. Παπαδημήτρη  

Κατηγορούμενος 2 : παρόν  

 

 

Π Ο Ι Ν Η

Ο 2ος Κατηγορούμενος, από τώρα και στο εξής «ο Κατηγορούμενος», βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 (α)  του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η Κατηγορία), στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία) στην κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (5η κατηγορία), στην κατηγορία της απόπειρας διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 292(α), 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154  (7η κατηγορία), στην κατηγορία της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324(1) του Ποινικού Κώδικά Κεφ. 154 (8η κατηγορία), στην κατηγορία της απόπειρας διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση του άρθρου 292(α), 366 και 368 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (9η κατηγορία) στην κατηγορία της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 296(δ)(ιι) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (10η κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (11η κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου 29/77 (12η κατηγορία), στην κατηγορία της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου 29/77 (13η κατηγορία), στην κατηγορία της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου 86/72 (14η κατηγορία), στην κατηγορία της παράλειψης οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να συμμορφωθεί με την ένδειξη κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών 66/84 (15η κατηγορία), στην κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας και πιο συγκεκριμένα σε πινακίδα με την ένδειξη STOP κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών 66/84  και του Ν. 86/72 (16η κατηγορία), στην κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 86/72 (17η κατηγορία), στην κατηγορία της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 96(Ι)/2000 (18η κατηγορία) και τέλος στην κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί (19η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 3ης μέχρι και της 5ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 14-16/06/24 στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία που βρίσκεται στην οδό (……………..) ιδιοκτησίας της Α.Α και διέπραξε μέσα σε αυτή το κακούργημα της κλοπής, δηλαδή έκλεψε όλα τα αντικείμενα τα οποία αναφέρονται στην 4η κατηγορία περιουσία του πιο πάνω προσώπου και συνολικής αξίας 5,150 ευρώ. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και επί τω ότι την 18/06/24 είχε στην κατοχή του όλα τα αντικείμενα που αναφέρονται στην 5η κατηγορία για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία.

 

Σε ότι αφορά τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 7ης  και 8ης κατηγορίας,  ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 13-14/07/24 στην Πάφο, αποπειράθηκε να διαρρήξει το δωμάτιο με αριθμό 1504 του ξενοδοχείου (…………….) που βρίσκεται στην Πάφο και ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους 100 ευρώ στο τζάμι του πιο πάνω δωματίου του ξενοδοχείου. Αναφορικά με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 9ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος επίσης έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, την 15/07/24 και κατά την διάρκεια της νύχτας αποπειράθηκε να διαρρήξει το δωμάτιο με αριθμό 1211 του ξενοδοχείου (………………) που βρίσκεται στην Κάτω Πάφο.

 

Σύμφωνα επίσης με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 10ης και της 11ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί επίσης ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής επί τω ότι, ενώ είχε καταδικαστεί προηγουμένως σε ποινές φυλάκισης για κακουργήματα στις ποινικές υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμούς 3534/21 και 5969/23, στις 28/07/24 στην Έμπα της Επαρχίας Πάφου και κατά την διάρκεια της ημέρας, είχε στην κατοχή του διαρρηκτικά εργαλεία δηλαδή δύο κατσαβίδια άνευ νομίμου δικαιολογίας και επί σκοπό διάπραξης κακουργήματος καθώς και ότι κατείχε την περιουσία που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 11ης κατηγορίας ενώ υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι αυτή ήταν κλοπιμαία.

 

Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 12ης και της 13ης κατηγορίας, έχει κριθεί επίσης ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και επί τω ότι, την 28/07/24 στην Πάφο είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α δηλαδή μεθαμφεταμίνη βάρους 0,5 γραμμαρίων  καθώς και ότι την 27/07/24 έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α.

 

Πέραν των πιο πάνω αδικημάτων τα οποία ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε, έχει κριθεί επίσης ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και σε σειρά τροχαίων αδικημάτων τα οποία και διέπραξε την 20/07/24 στην Πάφο. Ειδικότερα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 14ης κατηγορίας μέχρι και της 18ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή καθότι οδηγούσε αλόγιστα και επικίνδυνα  το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής (………) στην οδό Τηλεμάχου στην Πάφο, ότι δεν συμμορφώθηκε  με την ένδειξη του κόκκινου φανού των φωτεινών σηματοδοτών που ρυθμίζουν την τροχαία κίνηση στην πιο πάνω συμβολή του δρόμου, ότι παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα πινακίδας με την ένδειξη « STOP», ότι οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και τέλος ότι οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης που αφορά την ευθύνη του οδηγού του οχήματος έναντι τρίτου.

 

Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 19ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και επί τω ότι, την 07/10/23 στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Πάφο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής (…………) αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία στην εκπνοή του να υπερβαίνει το καθορισμένο όριο δηλαδή να είναι 38 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής.

 

Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν δοθεί στο Δικαστήριο εγγράφως. Ειδικότερα σε ότι αφορά τις κατηγορίες 3 – 5 τα γεγονότα περιλαμβάνονται στο Έγγραφο Α, σε ότι αφορά τις κατηγορίες 7 - 9 στο Έγγραφο Β, σε ότι αφορά τις κατηγορίες 10 και 11 στο Έγγραφο Γ ενώ σε ότι αφορά τις κατηγορίες 12 – 13 στο Έγγραφο Δ. Τα έχω μελετήσει και τα λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Αναφορά θα γίνει σε αυτά όπου και όποτε κριθεί από το Δικαστήριο ως απαραίτητο. Σχετικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα τροχαία αδικήματα, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέθεσε προφορικά τα γεγονότα δηλώνοντας ότι αυτά έχουν ως λεπτομέρειες των αδικημάτων τους.

 

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με πέντε προηγούμενες καταδίκες ως αυτές παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο με την σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης και περιλαμβάνονται επί του Εγγράφου Ε.

 

Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί την 19/04/24 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 8969/23 για το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α σε ποινή φυλάκισης 1 μηνός , της  παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α σε ποινή φυλάκισης 1 μηνός, για το αδίκημα της κλεπταποδοχής σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών και για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Οι ποινές που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είχε διαταχθεί να συντρέχουν και η έκτιση του άρχιζε από την 10/10/23.

 

Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί την 15/12/21 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και στην ποινική υπόθεση υπ. αρ. 3534/21 για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, για το αδίκημα της κλοπής σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, για το αδίκημα της κλοπής σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας σε ποινή φυλάκισης 7 μηνών, για το αδίκημα της αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών, για το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών και για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β επίσης σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές που του επιβλήθηκαν είχε διαταχθεί να συντρέχουν. Σημειώνεται ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση είχαν ληφθεί υπόψη τόσο η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 2367/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία αφορούσε αδικήματα πρόκλησης πραγματικής βλάβης και κλοπής όσο και οι ποινικές υποθέσεις υπ. αρ. 5950/18 και υπ. αρ. 8192/20. Η πρώτη από τις δύο υποθέσεις σημειώνεται ότι αφορούσε σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών ενώ η δεύτερη ποινική υπόθεση  σε αδικήματα απειλής, κοινής επίθεσης, ανησυχίας, δημόσιας εξύβρισης και εισόδου σε ξένη περιουσία επί σκοπού διαπράξεως ποινικού αδικήματος.

 

Κατόπιν παράκλησης της Υπεράσπισης και με την σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο έδωσε την άδεια όπως ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και η ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου υπ. αρ. 6220/23 στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής αντικειμένου οποιασδήποτε περιγραφής κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 113(Ι)/2004, (1η κατηγορία), την κατηγορία της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και τις κατηγορίες αλήτες και πλάνητες κατά παράβαση των άρθρων 189 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (3η και 4η κατηγορία).  

 

Η συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο και την ειλικρινή του απολογία. Ειδικότερα η κα. Παπαδημήτρη αγορεύοντας μετέφερε την υπόσχεση του Κατηγορούμενου να αλλάξει τρόπους και συνήθειες ζωής και ότι από τώρα και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή.  

 

Σε ότι αφορά τις προσωπικές του συνθήκες η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη, το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας το οποίο ετοιμάστηκε την 08/07/25 προς όφελος του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την συγκεκριμένη έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών και εργαζόταν πριν από την σύλληψη του ως ιδιωτικός υπάλληλος με μηνιαίο μισθό ύψους 1,300 ευρώ. Είναι άγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ενώ πρόκειται για το μικρότερο παιδί μονογονεϊκής οικογένειας η οποία κατάγεται από την Βουλγαρία. Οι γονείς του σύμφωνα με την έκθεση χώρισαν λίγο μετά την γέννηση του, ενώ τόσο ο ίδιος όσο και η αδερφή του ,κράτησαν επικοινωνία και με τον πατέρα τους. Ο πατέρας του Κατηγορούμενου απεβίωσε το έτος 2018 λόγω προβλημάτων υγείας ενώ ο  Κατηγορούμενος εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το έτος 2016 για μια καλύτερη ζωή. Κατά την παραμονή του στην Δημοκρατία ο Κατηγορούμενος σύναψε δεσμό με ομοεθνή του με την οποία και απέκτησε δύο παιδιά ηλικίας σήμερα 7,5 και 6,5 ετών. Το ζεύγος όμως ήρθε σε διάσταση λόγω της παρεμβατικής συμπεριφοράς της μητέρας της συμβίας του Κατηγορούμενου η οποία όπως ισχυρίστηκε ο τελευταίος ασκούσε αφόρητη πίεση και εξανάγκαζε την συμβία του να συνάψει λευκό γάμο με άτομο από το Μπαγκλαντές έναντι αμοιβής. Τότε ο Κατηγορούμενος ανέλαβε την φύλαξη του ενός εκ των δύο παιδιών του ενώ το άλλο του παιδί παρέμεινε με την μητέρα του. Ενώ η οικογένεια επανασυνδέθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα τελικά περί το έτος 2020 χώρισαν.

 

Ο Κατηγορούμενος επίσης ανέφερε ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών αλλά και αλκοόλ για περίπου 20 χρόνια και έτσι οδηγήθηκε στην ανάπτυξη παραβατικής συμπεριφοράς, ενώ κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα καταβάλλει προσπάθειες για απεξάρτηση αφού μάλιστα εντάχθηκε για χρονικό διάστημα κάποιων εβδομάδων σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις στην θεραπευτική κοινότητα Αγία Σκέπη. Σήμερα όπως ανέφερε παραμένει καθαρός από ουσίες και στόχος του είναι να επαναδραστηριοποιηθεί επαγγελματικά και να βρίσκεται μαζί με τα παιδιά του.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας επανέλαβε στο Δικαστήριο προφορικά τα όσα ο Κατηγορούμενος βίωσε στην σχέση του μαζί με την συμβία του αλλά και την παρεμβατική συμπεριφορά της μητέρας της η οποία τον είχε κλονίσει συναισθηματικά. Σύμφωνα μάλιστα με την κα. Παπαδημήτρη η πιο πάνω τοξική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην οικογένεια του είχε ως επακόλουθο ο Κατηγορούμενος να καταρρακωθεί ψυχολογικά και να είναι επιρρεπής στις ναρκωτικές ουσίες. Αναγνωρίζοντας όμως το λάθος του από την άλλη, επιχείρησε δύο φορές να ενταχθεί σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε καθότι δεν του επιτρεπόταν η οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί με τα παιδιά του.

 

Ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την συνήγορο της Υπεράσπισης κατάφερε να παραμείνει καθαρός από ναρκωτικές ουσίες αφού από τον μήνα Αύγουστο μέχρι και σήμερα δεν έχει προβεί σε μια τέτοια χρήση. Προς υποστήριξη της συγκεκριμένης θέσης του Κατηγορούμενου μάλιστα η κα. Παπαδημήτρη ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε εγκαταλείψει για δεύτερη φορά το πρόγραμμα απεξάρτησης που είχε ενταχθεί και ήταν καταζητούμενο πρόσωπο εντούτοις καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα που ήταν εκτός του προγράμματος και συνεπώς και εκτός των φυλακών ελεύθερος αντιστάθηκε στην χρήση οποιοδήποτε ουσιών με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να είναι καθαρός.

 

Υπό το φως των πιο πάνω αποτέλεσε εισήγηση της εκπροσώπου της Υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την προσπάθεια και επιτυχία του Κατηγορούμενου να απεξαρτηθεί από μόνος του από τα ναρκωτικά.

 

Τέλος η κα. Παπαδημήτρη κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και τον χρόνο που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή.

 

Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος.  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264). 

 

Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632:

 

«το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η    αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».

 

Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε σε σχέση με την κυρίως υπόθεση είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας επίσης προνοείται ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ποινή φυλάκισης 5 ετών, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας ποινή φυλάκισης 6 μηνών, για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης κατοικίας ποινή φυλάκισης 2 ετών ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 1500 Λ.Κ ή και τις δύο αυτές ποινές, για το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης ποινή φυλάκισης  2 ετών ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 1500 Λ.Κ ή και τις δύο αυτές ποινές, για το αδίκημα της κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων κατά την διάρκεια της ημέρας με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ποινή φυλάκισης 3 ετών, εφόσον όμως βεβαίως ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε προηγουμένως για κακουργήματα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α ποινή φυλάκισης 12 ετών ή και πρόστιμο ή και τις δύο αυτές ποινές και τέλος για την παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α ποινή φυλάκισης δια βίου ή πρόστιμο ή και τις δύο αυτές ποινές.

 

Σε ότι αφορά τα τροχαία αδικήματα που επίσης ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε επίσης οι προβλεπόμενες ποινές από τους σχετικούς νόμους που τα προνοούν είναι αυστηρές.

Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων υπογραμμίζεται και μέσα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:

 

«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις.  Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe  κ.ά. ν. Δημοκρατίας

 

 

Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής:

«Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 160).  Μάλιστα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση.  Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά.  Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης.  Σημειώνεται αντίθετα έξαρση.  Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη».

 

Ο ρυθμός με τον οποίο ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει τα υπό τιμωρία αδικήματα επιτείνει και την σοβαρότητα τους και αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο εφόσον δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Μέσα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος σε σχέση πάντοτε με την κυρίως υπόθεση, εντός ενός μικρού και σύντομου χρονικού διαστήματος, δηλαδή περίπου σε χρονικό διάστημα μόνος ενός μήνα επέδειξε επαναλαμβανόμενη σοβαρή παραβατική συμπεριφορά, αφού από τα μέσα του μηνός Ιουνίου του έτους 2025 μέχρι και την 28 Ιουλίου του ίδιου έτους, διέπραξε μια διάρρηξη κατοικίας καθώς και το αδίκημα της κλοπής από αυτή, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, σε δύο επίσης μάλιστα διαφορετικές περιπτώσεις αποπειράθηκε να διαρρήξει δύο ξεχωριστά δωμάτια του ξενοδοχείου ELYSIUM στην Πάφο,  ενώ στην μια εκ των δύο αυτών περιπτώσεων μάλιστα προκάλεσε και ζημιά ύψους 100 ευρώ στο τζάμι του δωματίου του ξενοδοχείου.

 

Τονίζεται μάλιστα ότι αναφορικά με την διάρρηξη της κατοικίας της Αναστασίας Ανδρέου, τα γεγονότα είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο.  Και αυτό διότι πέραν του ότι ο Κατηγορούμενος διέρρηξε προηγουμένως και εισήλθε εντός της κατοικίας της παραπονούμενης κλέβοντας την περιουσία της, συνέχισε την εγκληματική του δραστηριότητα και μετέπειτα, αφού προχώρησε μάλιστα στην ανταλλαγή τριών χρυσών δακτυλιδιών με πέτρες και μιας χρυσής καδένας λαιμού που είχε κλέψει από το σπίτι της προς άλλο τρίτο πρόσωπο στο οποίο και παρέδωσε τα εν λόγω κοσμήματα ενόψει του ότι ο Κατηγορούμενος του χρωστούσε το χρηματικό ποσό των 280 ευρώ ούτως ώστε έτσι να τον εξοφλήσει. Δηλαδή ο Κατηγορούμενος έχοντας προηγουμένως κλέψει την περιουσία της παραπονούμενης την χρησιμοποιούσε με σκοπό να εξοφλήσει χρήματα τα  οποία χρωστούσε ο ίδιος σε άλλο γνωστό του πρόσωπο. Ο δε εντοπισμός του Κατηγορούμενου επιτεύχθηκε ενόψει του ότι αυτό το τρίτο πρόσωπο που είχε αποκτήσει τα χρυσαφικά από τον Κατηγορούμενο, στην συνέχεια μετέβηκε σε κατάστημα «ενεχυροδανειστήριο» με σκοπό να τα πωλήσει,  ενώ η υπάλληλος της ενεχυροδανειστηρίου η οποία είχε ήδη ενημερωθεί αναφορικά με την συγκεκριμένη διάρρηξη και κλοπή, αφού αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για κλοπιμαία χρυσαφικά, ενημέρωσε ευθύς αμέσως την αστυνομία για την συναλλαγή αυτή με αποτέλεσμα η παραπονούμενη στην συνέχεια να μεταβεί στο συγκεκριμένο κατάστημα και να αναγνωρίσει τα χρυσαφικά αυτά ως μέρος της κλαπείσας περιουσίας της. Το πρόσωπο αυτό στην συνέχεια εξήγησε στην αστυνομία τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες περιήλθαν στη κατοχή του τα εν λόγω κοσμήματα και ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος του τα είχε παραδώσει καθότι του χρωστούσε χρήματα. Εξ ου και η σύνδεση του Κατηγορούμενου με την συγκεκριμένη διάρρηξη και κλοπή.

 

Επιβαρυντικό επίσης σημείο αποτελεί και η στάση που επέδειξε ο Κατηγορούμενος την 18/06/24 όταν η αστυνομία μετέβηκε στην κατοικία στην οποία διέμενε με σκοπό να προβεί σε έρευνα αφού εναντίον του είχε ήδη προκύψει η πιο πάνω μαρτυρία.  Ειδικότερα από τα γεγονότα τα οποία εκτεθήκαν στο Δικαστήριο προέκυψε ότι, ο Κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας εντός της κατοικίας στην οποία διέμενε, αφού πρώτα πήδηξε από το παράθυρο του μπάνιου και ενώ ταυτοχρόνως  η αστυνομία τον καλούσε για να σταματήσει να τρέχει,  αυτός τράπηκε σε φυγή με αποτέλεσμα να διαφύγει και ως εκ τούτου να καταζητείται από την στιγμή εκείνη μέχρι και την 28/07/24 όπου και συνελήφθηκε μετά από συντονισμένη επιχείρηση.  Δεν παραγνωρίζω μάλιστα και λαμβάνω υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ενώ ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ήταν πλέον καταζητούμενο πρόσωπο εξακολούθησε να συνεχίζει απρόσκοπτα  την εγκληματική του δραστηριότητα αφού μέσα σε σύντομο και πάλι χρονικό διάστημα, αποπειράθηκε να διαρρήξει και τα δύο δωμάτια του ξενοδοχείου (…………..) στην Πάφο ενώ στην συνέχεια διέπραξε και σοβαρά τροχαία αδικήματα.

 

Επιβαρυντικό επίσης σημείο κρίνω ότι αποτελεί και η αξία της κλοπιμαίας περιουσίας της παραπονούμενης η οποία ανέρχεται στο ποσό των 5,150 ευρώ ενώ σε ότι αφορά τον εντοπισμό μέρους της κλαπείσας περιουσίας σημειώνεται ότι αυτό επιτεύχθηκε χωρίς την συνδρομή του ίδιου του Κατηγορουμένου.

 

Η πιο πάνω παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου βεβαίως  είχε και συνέχεια. Ειδικότερα την 20/07/24 όταν η αστυνομία ενημερώθηκε ότι  ο Κατηγορούμενος κινείτο ύποπτα με το όχημα του σε περιοχή στην Πάφο κοντά στο ξενοδοχείο (………….) στο οποίο είχαν ήδη προηγηθεί οι δυο απόπειρες διάρρηξης των δωματίων του, με το που αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας άρχισε να οδηγεί το όχημα του αλόγιστα και επικίνδυνα, δεν σταμάτησε στο κόκκινο φως της συμβολής του δρόμου και παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα STOP με αποτέλεσμα να διαφύγει. Αργότερα διαπιστώθηκε μάλιστα ότι το συγκεκριμένο όχημα το οδηγούσε χωρίς ασφάλεια και χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ειδικότερα η παραβατική οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου συνίσταται στο ότι μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας έβαλε όπισθεν και αφού ανέπτυξε ταχύτητα άρχισε να οδηγεί αλόγιστα και επικίνδυνα ενώ από την οδική του συμπεριφορά κινδύνεψαν διερχόμενοι πεζοί αλλά και άλλοι οδηγοί που χρησιμοποιούσαν το οδικό δίκτυο.

 

Σημειώνεται επίσης ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να επιδείξει παρόμοια οδική συμπεριφορά και την 28/07/20 μετά από προσπάθεια ανακοπής του οχήματος του από την αστυνομία αφού προσπάθησε ξανά να διαφύγει με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί το όχημα του σε χωράφι ενώ στην συνέχεια αφού εξήλθε από αυτό να τραπεί σε φυγή πεζός. Τελικά ο Κατηγορούμενος έγινε κατορθωτό να ακινητοποιηθεί και να συλληφθεί. Στην συνέχεια σε έρευνα που ακολούθησε εντός του οχήματος που επέβαινε ανευρέθηκαν τόσο ποσότητα 0,5 γραμμαρίων μεθαμφεταμίνης όσο και όλα τα αντικείμενα που αναφέρονται στην 11η κατηγορία. Σε ότι αφορά τα συγκεκριμένα αντικείμενα λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο τον μεγάλο αριθμό αντικειμένων ο οποίος ανευρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορουμένου και τα οποία κατείχε παράνομα.

 

Όλες οι πιο πάνω πράξεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου αναμφίβολα καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Προκαλούν τον αποτροπιασμό και δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.  Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές.

 

Επίσης, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς φραγμό αφού εντός ενός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος, δηλαδή αυτό του ενός μηνός, διέπραξε σωρεία ποινικών αδικημάτων ενώ η παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε ήταν επαναλαμβανόμενη. Τα δε αδικήματα που διέπραξε στρέφονται κυρίως κατά της περιουσίας ενώ κάποια άλλα αφορούν ναρκωτικές ουσίες και τροχαία αδικήματα. Δεν είναι, επίσης, υπερβολή να λεχθεί ότι τις πράξεις του Κατηγορούμενου χαρακτηρίζει πρωτίστως η αδιαφορία για τα δυσάρεστα αισθήματα που αυτές, προδήλως, προκάλεσαν στα θύματά του, κυρίως δε, της αγωνίας για την τύχη της περιουσίας τους. 

 

Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση του αισθήματος της ασφάλειας των πολιτών προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία τους με τρόπο αποτελεσματικό.        

 

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όλες οι κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος κατά της περιουσίας εξιχνιάστηκαν από την αστυνομία χωρίς την συνδρομή του Κατηγορουμένου.

 

Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων επιτείνεται επίσης και από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες για ίδιας φύσης αδικήματα. Το βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο ενός κατηγορούμενου είναι ένας καταφανώς επιβαρυντικός παράγοντας, για την ακρίβεια, αποτρεπτικός επιείκειας υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι αφού ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να ανταποκριθεί θετικά στις ευκαιρίες που του έδωσε θα επιβάλει αυστηρότερη ποινή παρά αν δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες. 

 

Παράλληλα δεν μου διαφεύγει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138).  Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος.     

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί.  Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου (1994) 2 ΑΑΔ 1). 

 

Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται  σύμφωνα με το Έγγραφο Ε με πέντε προηγούμενες καταδίκες εκ των οποίων οι τρείς υποθέσεις για τις οποίες καταδικάστηκε λήφθηκαν υπόψη στην μια εκ των δύο υποθέσεων στις οποίες έχει καταδικαστεί και ειδικότερα στην υπόθεση υπ. αρ. 3534/21 για την οποία καταδικάστηκε την 15/12/21.  Σε ότι αφορά την ποινική υπόθεση υπ. αρ. 8969/23 επίσης παρατηρώ ότι ο Κατηγορούμενος παρά το γεγονός ότι καταδικάστηκε την 19/04/24 και η ποινή του διατάχθηκε να αρχίζει από την 10/10/23 εντούτοις τρείς μόνο μήνες αργότερα διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης.

 

Mε βάση λοιπόν τις προηγούμενες καταδίκες προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για αδικήματα της ίδιας φύσης με τα υπό τιμωρία. Ωστόσο οι προηγούμενες του καταδίκες εκ των οποίων μάλιστα η μια εξ αυτών έλαβε χώρα λίγους μήνες προηγουμένως, φαίνεται ότι δεν στάθηκαν αποτρεπτικές ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να μην διαπράξει άλλα αδικήματα παρόμοιας φύσης και μάλιστα κατ’ επανάληψη. 

 

Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να προσβλέπει στην ίδια επιείκεια του Δικαστηρίου όπως θα αναμενόταν να επιδειχθεί σε ένα Κατηγορούμενο με λευκό ποινικό μητρώο.   

 

Τέλος κρίνω σκόπιμο να τονίσω και ότι, όλα τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί ότι έχει διαπράξει παρουσιάζουν συνεχώς όλο και περισσότερο ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις αυτής της φύσης που καταχωρούνται ενώπιον μου σχεδόν καθημερινά και που βρίσκονται στο πινάκιο του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν.  Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του.  Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. 

 

Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση.  Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης.  Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα.  Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ.  Antoniades v. Police (1986) 2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224).  Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 CLR 248).  Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police (1971) 2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη.  Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες.      

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο καθώς και την απολογία του η οποία εκφράστηκε δια μέσω της συνηγόρου του κατά την αγόρευση της. Η παραδοχή του Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη αφού αυτή είχε και ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου (βλ. Gharafi v. Αστυνομίας 2001 2ΑΑΔ 442).

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.  Όπως αναφέρεται και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος είναι χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών αλλά και αλκοόλ εδώ και 20 χρόνια γεγονός το οποίο τον οδήγησε σε παραβατική συμπεριφορά.

 

Ο Κατηγορούμενος παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο επιχείρησε να τον βοηθήσει να απεξαρτικοποιηθεί αφού σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις εξέδωσε σχετικά διατάγματα με τα οποία εντάχθηκε και τις δύο αυτές φορές στην θεραπευτική κοινότητα της Αγίας Σκέπης, εντούτοις δεν άρπαξε τις ευκαιρίες που του δόθηκαν και σε σύντομο χρονικό διάστημα εγκατέλειψε. Ασχέτως βεβαίως ότι οι προσπάθειες αυτές δεν επέφεραν ουσιαστικό αποτέλεσμα εντούτοις ως προκύπτει ο Κατηγορούμενος κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα κατέβαλε προσπάθειες από μόνος του με αποτέλεσμα να απέχει από την χρήση ναρκωτικών ουσιών και σήμερα να είναι καθαρός. ώστε για μεγάλο χρονικό διάστημα να απέχει από τα ναρκωτικά. Είναι νομολογημένο ότι ακόμα και η προσπάθεια για απεξάρτηση, ανεξαρτήτως επιτυχίας, θα πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να την συνεχίζει (Βλ. Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 148).  

 

Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως ελαφρυντικό ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών.  Κρίνω ότι ισχύουν κατ’ αναλογία οι ίδιες αρχές που ισχύουν στην περίπτωση της μέθης.   

Στην υπόθεση Yeates κ.α. ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 320  οι εφεσείοντες αντιμετώπιζαν, μεταξύ άλλων, κατηγορία για κοινή επίθεση και κατηγορία για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη.  Κρίθηκε, ότι η επίδραση της μέθης στην συμπεριφορά τους, η οποία ατόνισε τους μηχανισμούς αυτοελέγχου των εφεσειόντων, συνιστούσε παράγοντα μετριαστικό της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων. 

 

Υπό το φως των πιο πάνω και στην βάση των όσων επί του προκειμένου αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης στα πλαίσια της αγόρευσής της για μετριασμό της ποινής, δέχομαι ότι κατά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς θα πρέπει αυτό να εκληφθεί ως παράγων μετριαστικός της σοβαρότητας τους. 

Βεβαίως η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178,  όπου αναφέρθηκε ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».

Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως ελαφρυντικό ότι μέρος της κλαπείσας περιουσίας ανευρέθηκε (Βλ. Bekiz Ahmet Abit v. Δημοκρατίας (1989) 2 CLR 318) χωρίς, βέβαια, να παραγνωρίζω ότι ως είναι σαφώς νομολογημένο στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων, όπως είναι τα υπό τιμωρία, η ανεύρεση της κλαπείσας περιουσίας δεν αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή της ποινής (Βλ. Μενελάου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 248 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (2003) 2 ΑΑΔ 50).    

 

Τέλος σε ότι αφορά το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, θα πρέπει καταρχήν να αναφέρω ότι τα αδικήματα της κυρίως υπόθεσης ενώ διαπράχθηκαν εντός των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2024 εντούτοις η υπόθεση καταχωρήθηκε άμεσα και δη την 6/8/24. Συνεπώς δεν διαπιστώνεται καμία απολύτως καθυστέρηση. Σε ότι αφορά τον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται επίσης να επιβάλει ποινή, θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι, η καθυστέρηση του ενός έτους και δύο μηνών που διαπιστώνεται οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο τον Κατηγορούμενο, καθότι ενώ ο ίδιος από την μια αιτήθηκε να ενταχθεί και τελικά εντάχθηκε σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης εντούτοις και τις δύο φορές το εγκατέλειψε ενώ για κάποιο χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει ήταν και καταζητούμενο πρόσωπο.

 

Στην υπόθεση ΧΧΧ HUSSEIN v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 252/2018 ημερ. 31/05/19, ECLI:CY:AD:2019:B206  το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που είχε επιβληθεί στον Εφεσείοντα  μετά την άμεση παραδοχή του σε έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή  και σε τέσσερις κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος. Τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί στην Λεμεσό από τον Ιούνιο του 2015 μέχρι τον Μάρτιο του 2018.  Στην υπόθεση αυτή είχαν ληφθεί υπόψη άλλες 3 υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν, η πρώτη, έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και έξι για κλοπή από κατοικία που διαπράχθηκαν μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2010 και Οκτωβρίου του 2017, η δεύτερη, αφορούσε σε τροχαίες παραβάσεις και η τρίτη που αφορούσε σε αδίκημα επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου, σε αντίσταση κατά της σύλληψης, σε ανυπακοή κατά νομίμων διαταγών, πλαστοπροσωπία, σε κατοχή οργάνου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος και σε παράνομη κατοχή περιουσίας. Σε ότι αφορά τα αντικείμενα που είχαν κλαπεί από τις κατοικίες δεν είχαν ανευρεθεί ή επιστραφεί. Ο Εφεσείων  ο οποίος είχε παραδεχθεί άμεσα τις κατηγορίες, είχε βιώσει δύσκολα παιδικά χρόνια λόγων των οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας του η οποία είχε 16 παιδιά, ήταν αναλφάβητος και είχε διδαχθεί να εγκληματεί από την οικογένεια του. Ήταν επίσης 47 ετών και πατέρας 5 ανήλικων τέκνων. Το Εφετείο εξετάζοντας τους λόγους Έφεσης που είχαν προωθηθεί, τόνισε ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό διάρρηξης και κλοπής αλλά για συνολικά 16 διαρρήξεις οι οποίες είχαν διαπραχθεί σε διάστημα 3 ετών. Επίσης κρίθηκε ότι το γεγονός ότι σε κάποιες από τις διαρρήξεις δεν είχε κλαπεί οτιδήποτε δεν μείωνε την σοβαρότητα του αδικήματος της διάρρηξης. Εν κατακλείδι το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως τονίζοντας ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη μετά την διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.

 

Στην υπόθεση STEFAN ILIE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ και άλλοι v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Εφέσεις 180/11,181/11 και 182/11 ημερ. 16/05/12, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές φυλάκισης των 2 ετών που είχαν επιβληθεί για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και τις ποινές των 18 μηνών για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία στους Εφεσείοντες – Κατηγορούμενους μετά από την παραδοχή τους στις πιο πάνω κατηγορίες. Όλοι οι Εφεσείοντες – Κατηγορούμενοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υπερβολικές υπό τις περιστάσεις τονίζοντας ιδιαίτερα την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αυτού του είδους των αδικημάτων. Στην συγκεκριμένη υπόθεση οι Εφεσείοντες είχαν δράσει υπό την επήρεια οινοπνεύματος και επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις, ο 1ος  Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 54 ετών πατέρας δύο παιδιών και η σύζυγος του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ο 2ος Εφεσείοντας ήταν 21 ετών και διατηρούσε δεσμό με συμπατριώτισσα του, η οποία βρισκόταν σε ενδιαφέρουσα, ενώ ο 3ος Εφεσείοντας ήταν ηλικίας 33 ετών και είχε αποκτήσει 3 ανήλικα τέκνα. Επίσης αντιμετώπιζε και πρόβλημα υγείας.

Στην Ποιν. Έφεση 178/18 xxx BAREK v. Δημοκρατίας  ημερ. 20/01/20 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδική κρίση αναφορικά με την επιβολή ποινής 3 ½ ετών στον Εφεσείοντα που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο μετά από την παραδοχή του σε δύο κατηγορίες αναφορικά με την κυρίως υπόθεση του που αφορούσαν σε αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και τρείς κατηγορίες για κλοπή, για πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, για παράνομη κατοχή περιουσίας, για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός, για μεταφορά μαχαιριού, για οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, για επίθεση σε όργανο της τάξης, για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και για κατοχή σκευών για την λήψη ναρκωτικών. Στην συγκεκριμένη υπόθεση σημειώνεται ότι είχε ληφθεί υπόψη και ακόμη μια υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ο Εφεσείοντας αντιμετώπιζε και πάλι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, απόπειρα διάρρηξης κτιρίου, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, για αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψως και για παράνομη κατοχή περιουσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του έκρινε ότι η ποινή που επιβλήθηκε πρωτόδικα από το Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική αλλά επιεικής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και των συνθηκών διάπραξης τους.

 

Τονίζεται ότι ο Εφεσείοντας στην συγκεκριμένη υπόθεση ομολόγησε ενοχή αφού παραδέχτηκε την διάπραξη των αδικημάτων ευθύς αμέσως στην αστυνομία ενώ η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν επίσης άμεση. Περαιτέρω είχε συνεργαστεί με την αστυνομία με υποδείξεις σκηνών και την παροχή λεπτομερειών.  Τουναντίον στην παρούσα υπόθεση μέσα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν ομολόγησε την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων στην αστυνομία και ούτε συνεργάστηκε. Επίσης ότι επιχειρούσε πάση θυσία κάθε φορά που γινόταν αντιληπτός από την αστυνομία να διαφύγει πράγμα που τελικά κατάφερε μάλιστα δύο συγκεκριμένες φορές.

 

Δεν θα πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται ακόμη μία υπόθεση υπόψη. Στην Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων (1993) 2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ 194).

 

Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν’ όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.       

 

Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. 

 

Εν’ όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. 

 

Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 98).

 

Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές :

 

  • Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή
  • Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης  3 ετών
  • Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών
  • Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών
  • Στην 7η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών
  • Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών
  • Στην 9η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών
  • Στην 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 14 μηνών
  • Στην 11η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών
  • Στην 12η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών
  • Στην 13η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών
  • Στην 14η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών και 4 βαθμούς στην άδεια οδήγησης του
  • Στην 15 και 16η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή ενόψει του ότι τα αδικήματα αυτά ήταν απόρροια της παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου του αδικήματος της 14ης κατηγορίας
  • Στην 17η κατηγορία επίσης δεν επιβάλλεται καμία ποινή
  • Στην 18η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός και 3 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης του. Επίσης του επιβάλλεται και η ποινή της στέρησης οδήγησης του για περίοδο 6 μηνών από σήμερα.
  • Στην 19η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός.

 

Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε:

 

«Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου».

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορουμένη. Άλλωστε, η δυνατότητα αναστολής ποινής φυλάκισης μειώνεται, κατά την κρίση μου, σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες και περιστάσεις του Κατηγορουμένου ως ανωτέρω έχουν αναφερθεί όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν υπόψη προσδίδοντας τους βεβαίως μειωμένη βαρύτητα λόγω της ύπαρξης των προηγούμενων καταδικών, με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης, δεν είναι όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή της.   

 

Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα συντρέχουν και η έκτιση τους μειώνεται για την περίοδο 06/08/24 – 24/02/25, 19/03/25 – 08/05/25 και από τις 12/06/25 μέχρι και σήμερα που τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση.  

 

Λήφθηκε υπόψη η υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 6220/23.

 

                                                                             (Υπ.) ………..…………………

                                                                                        Σ. Συμεού, Ε.Δ.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο