Διευθυντή Τμήματος Αλιείας & Θαλασσιών Ερευνών ν. M. TH. FISHING TRIP & BOAT RELAXATION LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4883/2022, 10/2/2026
print
Τίτλος:
Διευθυντή Τμήματος Αλιείας & Θαλασσιών Ερευνών ν. M. TH. FISHING TRIP & BOAT RELAXATION LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4883/2022, 10/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 4883/2022

 

Διευθυντή Τμήματος Αλιείας & Θαλασσιών Ερευνών

v

1.    M. TH. FISHING TRIP & BOAT RELAXATION LIMITED

2.    Μ. Θ.

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 10/02/2026

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Α. Αθανασίου

Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Α. Αλεξάνδρου  

Κατηγορούμενος 2 παρών

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορούμενων)

 

Α.   Το Κατηγορητήριο

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράλειψης συμπλήρωσης και υποβολής ημερολογίων πλοίου, για 15 αλιευτικές εξορμήσεις που πραγματοποιήθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2020, κατά παράβαση του Περί Αλιείας Νόμου, Κεφ. 135, του περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα Αλιείας Νόμος του 2006 (Ν. 134(I)/2006), του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 1224/2009 και του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011.

 

Η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για το πιο πάνω αδίκημα υπό την ιδιότητα της ως η πλοιοκτήτρια εταιρεία του πολυδύναμου αλιευτικού σκάφους με την ονομασία «Άγιος Γεώργιος» (πρώτη κατηγορία), και ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως ο ιδιοκτήτης της πλοιοκτήτριας εταιρείας και ο πλοίαρχος του προαναφερόμενου πολυδύναμου σκάφους (δεύτερη κατηγορία).

 

Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία από τον κο Νικόλα Νικολάου, λειτουργό του Τμήματος Αλιείας και Θαλασσιών Ερευνών (στο εξής «ΤΑΘΕ») (Μ.Κ.1).

 

Β.   Εισήγηση της Υπεράσπισης

Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Η εισήγηση του συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 2 περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες:

      i.        Δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, καθότι ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει για ποιες 15 αλιευτικές εξορμήσεις δεν υποβλήθηκαν ημερολόγια πλοίου∙

    ii.        Η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι τόσο φτωχή και αδύνατη που δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλή συμπεράσματα εναντίον των Κατηγορούμενων∙ και

   iii.        Παραβιάστηκε το δικαίωμα των κατηγορούμενων σε δίκαιη δίκη καθ’ ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν ενημερώθηκαν κατά τον χρόνο της καταγγελίας για ποιες 15 αλιευτικές εξορμήσεις κατηγορούνταν για να μπορούσαν να αμυνθούν συγκεκριμένα και να παραδώσουν στην Κατηγορούσα Αρχή στοιχεία.

 

Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις και εισηγήσεις και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2.

 

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74(1)(β) του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα μετά την περάτωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής να υποβάλει εισήγηση στο Δικαστήριο ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ακόμη και στην απουσία τέτοιας εισήγησης, συνιστά καθήκον του Δικαστηρίου να προβεί στην αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενου, ιδία βούληση, εάν κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου.

 

Όπως έχει νομολογηθεί η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο σε δύο περιπτώσεις, όταν:

      i.        δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος∙  και

    ii.        οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

(βλ. Azinas a.av The Police (1981) 2 CLR 9,  Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου (1990) 2 ΑΑΔ 133Knell v Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 51, Κουννίδης ν Γενικός Εισαγγελέας (1993) 2 ΑΑΔ 82 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκου Κλεάνθους κ.ά. (1999) 2 ΑΑΔ 320).

 

Και στις δύο περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου (1990) 2 ΑΑΔ 133). Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο περιορίζεται σε φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρηση της κατά το πέρας της δίκης, όπου στο τελικό στάδιο αξιολογείται η μαρτυρία σε βάθος με ζητούμενο την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και διαπιστώνονται τα οριστικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία αν κρίνει ότι η μαρτυρία, ορώμενη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορούμενου.

 

Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική εξέταση της μαρτυρίας, αλλά ενεργεί στα περιορισμένα πλαίσια της πρακτικής οδηγίας του 1962 (βλ. Practice Note (1962) 1 All ER 488) που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Azinas, ανωτέρω.

 

Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Θεοδώρου (2002) 2 ΑΑΔ 9), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. Ως αναφέρθηκε στην απόφαση Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 382 «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». 

 

Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης.  Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Θεοδώρου ανωτέρω). Η δε λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 WLR 441). 

 

Γ.    Δίκαιη Δίκη

Προτού εξετάσω κατά πόσον πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, θα εξετάσω την εισήγηση του κου Αλεξάνδρου ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα των Κατηγορούμενων 1 και 2 σε δίκαιη δίκη, ένεκα της παράλειψης της Κατηγορούσας Αρχής να προσδιορίσει στους Κατηγορούμενους τις ημερομηνίες των 15 αλιευτικών εξορμήσεων για τις οποίες κατηγορούνται.

 

Στην πρόσφατη υπόθεση Α. Ν. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2022, 140/2022, ημερομηνίας 1/8/2025, τονίστηκε ότι το δικαίωμα της δίκαιης δίκης εκτείνεται στο ανακριτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Το ανακριτικό στάδιο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ποινική διαδικασία καθότι η μαρτυρία η οποία συλλέγεται καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο εξέτασης των υπό κατηγορία αδικημάτων κατά τη δίκη. Τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου τα οποία εγγυάται το άρθρο 6.3 της ΕΣΔΑ και τα αντίστοιχα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος, δύναται να επηρεάσει δυσμενώς το δικαίωμα δίκαιης δίκης, αναλόγως των γεγονότων της υπόθεσης. Στην εκτίμηση του κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης είναι επάναγκες η εξέλιξη της ποινικής διαδικασία να ιδωθεί ως ενιαίο σύνολο και τα ελάχιστα δικαιώματα του κατηγορούμενου τα οποία διαλαμβάνει το άρθρο 6.3 της ΕΣΔΑ, ως επιμέρους πτυχές του δικαιώματος δικαίας δίκης.

 

Ωστόσο ως έχει τονιστεί στην υπόθεση Ανδρέας Ονουφρίου ν Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 505, το θέμα της δίκαιης δίκης, αποτιμάται από το πρωτόδικο δικαστήριο στο τέλος της δίκης μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολό της. Οι ισχυρισμοί για επηρεασμό του δικαιώματος δίκαιης δίκης δεν εξετάζονται μεμονωμένα ή αποσπασματικά αλλά επί του συνόλου της ποινικής διαδικασίας, όχι κατά τρόπο αφηρημένο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα (in concreto), και υπό το φως των δεδομένων της κάθε υπόθεσης (βλ. Μακρίδης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 181/2019, ημερομηνίας 7.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:B312). Για να στοιχειοθετηθεί η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης θα πρέπει να αποδειχθεί από τον κατηγορούμενο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι πράγματι έχει επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση του (βλ. Ιωσηφίδης ν Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 204).  

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό. Ζητήματα παραβίασης δικαιώματος σε δίκαια δίκη μπορούν να εξεταστούν μόνο στο τέλος της δίκης, υπό το φως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, εξετάζοντας αυτά στο σύνολο τους, και σίγουρα όχι στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως.

 

Δ.   Νομική Πτυχή

Οι επίδικες κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της παράλειψης συμπλήρωσης και υποβολής ημερολογίων πλοίου κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011 και του άρθρου 11 του περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που αφορούν θέματα Αλιείας Νόμου του 2006 (Ν. 134(Ι)/2006).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 14, εδάφια (1) και (6) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, ως ίσχυαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους, η ευθύνη για την υποβολή των ημερολογίων αλιείας, στα οποία καταγράφονται λεπτομέρειες των αλιευτικών δραστηριοτήτων, ανήκει στον πλοίαρχο κάθε ενωσιακού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 10 μέτρων, ο οποίος πρέπει να υποβάλλει τις πληροφορίες που περιέχει το ημερολόγιο αλιείας το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο 48 ώρες μετά την εκφόρτωση στο κράτος μέλος σημαίας τους ή αν η εκφόρτωση γίνει σε άλλο κράτος μέλος, στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους λιμένα. Σύμφωνα και με το άρθρο 14(9) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 η ακρίβεια των δεδομένων που καταγράφονται στο ημερολόγιο αλιείας αποτελεί ευθύνη του πλοιάρχου.

 

Για ενωσιακά αλιευτικά σκάφη συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω, ο πλοίαρχος καταγράφει με ηλεκτρονικά μέσα τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1224/2009 και τα διαβιβάζει ηλεκτρονικά στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους σημαίας τουλάχιστον μία φορά την ημέρα (βλ. άρθρο 15(1) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009). Περαιτέρω, το άρθρο 15(2) προβλέπει ότι ο πλοίαρχος ενωσιακού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 12 μέτρων και άνω διαβιβάζει τα δεδομένα του άρθρου 14 όποτε του ζητηθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους σημαίας και, εν πάση περιπτώσει, τα σχετικά δεδομένα του ημερολογίου αλιείας διαβιβάζονται μετά την ολοκλήρωση της τελευταίας αλιευτικής δραστηριότητας και πριν από τον κατάπλου σε λιμένα. Σε περίπτωση όπου οι πλοίαρχοι διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα δεδομένα των αλιευτικών δραστηριοτήτων τους απαλλάσσονται από την υποχρέωση συμπλήρωσης του γραπτού ημερολογίου αλιείας (βλ. άρθρο 15(5)).

 

Τέλος, το άρθρο 15(4) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 προνοεί ότι τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν τους πλοιάρχους ενωσιακών αλιευτικών σκαφών μέγιστου συνολικού μήκους κάτω των 15 μέτρων που φέρουν τη σημαία τους από την εφαρμογή του άρθρου 15(1), ήτοι της υποχρέωσης ηλεκτρονικής καταγραφής και διαβίβασης των δεδομένων, εφόσον:

(α) δραστηριοποιούνται αποκλειστικά εντός της θαλάσσιας επικράτειας του κράτους μέλους σημαίας ή

(β) δεν παραμένουν ποτέ για χρονικό διάστημα άνω των 24 ωρών στη θάλασσα, αρχής γενομένης από τον χρόνο αναχώρησης έως την επιστροφή στον λιμένα.

 

 

Σχετικός επίσης είναι ο Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 404/2011 της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 2011, ο οποίος θέσπισε λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας.

 

Το άρθρο 29(1) του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011, ως ίσχυε κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ξεκαθαρίζει ότι ο πλοίαρχος ενωσιακού αλιευτικού σκάφους συνολικού μήκους 10 μέτρων και άνω το οποίο δεν υπόκειται σε ηλεκτρονική συμπλήρωση και διαβίβαση δεδομένων ημερολογίου αλιείας, δηλώσεων μεταφόρτωσης και δηλώσεων εκφόρτωσης, συμπληρώνει και υποβάλλει τα δεδομένα ημερολογίου αλιείας, τις δηλώσεις μεταφόρτωσης και τις δηλώσεις εκφόρτωσης που αναφέρονται στα άρθρα 14, 21 και 23 του κανονισμού ελέγχου σε έντυπη μορφή. Το άρθρο 32 του Εκτελεστικού Κανονισμού 404/2011 τάσσει την προθεσμία για την υποβολή του ημερολογίου αλιείας από τον πλοίαρχο του, και συγκεκριμένα το συντομότερο δυνατό και το αργότερο 48 ώρες μετά την ολοκλήρωση της μεταφόρτωσης ή της εκφόρτωσης στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους.

 

Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα ότι η υποχρέωση για την συμπλήρωση και υποβολή ημερολογίων πλοίου ανήκει στον πλοίαρχο αλιευτικού σκάφους. Ωστόσο, αυτό που ανακύπτει από τα υπόλοιπα άρθρα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, και συγκεκριμένα από τα άρθρα 85, 89, 90 και 92, είναι ότι ο επιχειρηματίας, είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο, που λειτουργεί ή κατέχει επιχείρηση η οποία πραγματοποιεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που συνδέεται με οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, μεταποίησης, εμπορίας και διανομής των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας σε αλυσίδες λιανικής πώλησης μπορεί να υπόκειται σε κυρώσεις.

 

Συγκεκριμένα, το άρθρο 85 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 προβλέπει ότι όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους επιθεώρησης διαπιστώνουν παράβαση των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής κατά τη διάρκεια ή κατόπιν επιθεώρησης, μπορούν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα είτε κατά του πλοιάρχου του ενεχόμενου σκάφους είτε κατά παντός νομικού ή φυσικού προσώπου υπεύθυνου για την παράβαση.

 

Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 89, το οποίο τιτλοφορείται «Μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης» και στο οποίο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα:

 

«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη συστηματική λήψη κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων ή ποινικών διαδικασιών σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που εικάζεται ότι έχουν παραβεί οιαδήποτε διάταξη των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

 

2.  Το συνολικό ύψος των κυρώσεων και των συνοδευτικών κυρώσεων υπολογίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι αφαιρούν ουσιαστικά από τους υπευθύνους το οικονομικό όφελος που προκύπτει από την παράβασή τους με την επιφύλαξη του θεμιτού δικαιώματος για την άσκηση του επαγγέλματός τους. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει επίσης να είναι σε θέση να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα προς τη σοβαρότητα των εν λόγω παραβάσεων, αποθαρρύνοντας ουσιαστικά περαιτέρω παραβάσεις παρόμοιου τύπου.

 

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόσουν σύστημα, βάσει του οποίου τα επιβαλλόμενα πρόστιμα είναι ανάλογα προς τον κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή προς τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή επρόκειτο να αποκομίσει διαπράττοντας την παράβαση.

 

4.  Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που έχει δικαιοδοσία σε περίπτωση παράβασης, κοινοποιούν στα κράτη μέλη σημαίας, στο κράτος μέλος υπηκοότητας του παραβάτη ή σε οιοδήποτε άλλο κράτος μέλος ενέχεται στη δίωξη της παράβασης, αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία, τις διοικητικές ή ποινικές διαδικασίες ή τα λοιπά μέτρα που λαμβάνει και οιαδήποτε οριστική απόφαση συνδέεται με την εν λόγω παράβαση, περιλαμβανομένου του αριθμού των μορίων που έχουν επιβληθεί στον παραβάτη κατά το άρθρο 92».

(υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου)

 

Περαιτέρω, το άρθρο 90 προβλέπει τις κυρώσεις που επιβάλλονται για σοβαρές παραβάσεις και το εδάφιο (2) αυτού προνοεί ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε, στο φυσικό πρόσωπο που διέπραξε σοβαρή παράβαση ή στο νομικό πρόσωπο που κρίθηκε υπεύθυνο σοβαρής παράβασης, να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές διοικητικές κυρώσεις.

 

Παραπέμπω επίσης στο άρθρο 92, στο οποίο προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη θα εφαρμόζουν σύστημα επιβολής μορίων για σοβαρές παραβάσεις, και σύμφωνα με το οποίο ο κάτοχος αλιευτικής άδειας λαμβάνει τα ανάλογα μόρια σε περίπτωση παράβασης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Το μόρια μάλιστα μεταβιβάζονται με την άδεια αλιείας σε περίπτωση αλλαγής ιδιοκτησίας του αλιευτικού σκάφους.

 

Όπως αναφύεται από τα προαναφερόμενα άρθρα, κρίνω ότι το νομικό ή φυσικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται μέσω του αλιευτικού σκάφους, μπορεί να κριθεί ένοχο σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων που τάσσονται μέσω του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009, έστω και αν η υποχρέωση διενέργειας μια συγκεκριμένης πράξης ανήκει στον πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους, όπως για παράδειγμα η συμπλήρωση και η υποβολή ημερολογίων πλοίου. Αν και τα γεγονότα της υπόθεσης C-77/20, K.M. v Director of Public Prosecutions, ημερομηνίας 11/2/2021, δεν είναι σχετικά με τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης, κρίνω αυτή σχετική καθ’ ότι το ΔΕΕ επί προδικαστικού ερωτήματος από το Εφετείο της Ιρλανδίας έκρινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν κυρώσεις σε φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν παραβεί οποιαδήποτε διάταξη των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, εφόσον τηρούνται οι αρχές της αναλογικότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Παραθέτω τα ακόλουθα σχετικά αποσπάσματα:

 

«Πράγματι, η υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε οι παραβάσεις των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής να επισύρουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις έχει ουσιώδη σημασία (C‑249/08, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:672, σκέψη 71).

 

Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 89 και 90 του κανονισμού 1224/2009 αναθέτουν στα κράτη μέλη τη μέριμνα να διασφαλίζουν τη λήψη κατάλληλων μέτρων για τον κολασμό των παραβάσεων των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Χωρίς να επιβάλλουν συγκεκριμένες κυρώσεις, τα άρθρα αυτά καθορίζουν ορισμένα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη καθώς και την αρχή ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

 

Ιδίως, το άρθρο 89, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να προβαίνουν στη συστηματική λήψη κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων ή ποινικών διαδικασιών σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που εικάζεται ότι έχουν παραβεί οιαδήποτε διάταξη των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

 

Το άρθρο 89, παράγραφος 2, του κανονισμού 1224/2009 διευκρινίζει ότι το συνολικό ύψος των κυρώσεων και των συνοδευτικών κυρώσεων υπολογίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτές αφαιρούν ουσιαστικά από τους υπευθύνους το οικονομικό όφελος που προκύπτει από την παράβασή τους, με την επιφύλαξη του θεμιτού δικαιώματος για την άσκηση του επαγγέλματός τους, και ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι σε θέση να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα προς τη σοβαρότητα των εν λόγω παραβάσεων, αποθαρρύνοντας ουσιαστικά περαιτέρω παραβάσεις παρόμοιου τύπου. Όπως προκύπτει από το άρθρο 89, παράγραφος 3, του ως άνω κανονισμού, για την εκτίμηση της αναλογικότητας του προστίμου, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη ορισμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων ο κύκλος εργασιών του νομικού προσώπου ή τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε ή επρόκειτο να αποκομίσει διαπράττοντας την παράβαση.

 

………..

 

Εξάλλου, αν, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης, επιβληθεί πρόστιμο στον πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους, ο οποίος δεν είναι ιδιοκτήτης του, μπορεί, αφενός, η ως άνω κύρωση να μην έχει κανένα αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τον ιδιοκτήτη και, αφετέρου, ο ιδιοκτήτης αυτού να διατηρήσει το οικονομικό όφελος των αλιευμάτων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού 850/98 και να εξακολουθήσει να κατέχει, τον απαγορευμένο από τη διάπραξη αυτή εξοπλισμό, με σκοπό ενδεχομένως να τον χρησιμοποιήσει».

 

(υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου)

 

Ως προκύπτει από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης του ΔΕΕ, σε περίπτωση επιβολής κυρώσεων μόνο εναντίον του πλοίαρχου αλιευτικού σκάφους, ο οποίος δεν είναι ο ιδιοκτήτης αυτού, δεν θα έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα, καθ’ ότι ο ιδιοκτήτης ενδεχομένως να προσπορίζεται οικονομικό όφελος ένεκα της παράβασης, χωρίς να επιβάλλεται σε αυτόν οποιαδήποτε κύρωση.

 

Στην βάση των πιο πάνω, η ποινικοποίηση του άρθρου 14 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1224/2009 η οποία προβλέπεται στον Ν. 134(Ι)/2006 στρέφεται εναντίον «οποιουδήποτε προσώπου». Το άρθρο 11 του Ν. 134(Ι)/ 2006 ως ίσχυε κατά τους ουσιώδεις χρόνους, προνοεί τα ακόλουθα:  

 

«Οποιοδήποτε πρόσωπο -

 

……

(η) νοθεύει ή δεν καταχωρίζει απαραίτητα για σκοπούς ελέγχου της τήρησης Κοινοτικής Απόφασης ή/και Κοινοτικού Κανονισμού δεδομένα, σε ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης, δηλώσεις πώλησης, δηλώσεις ανάληψης και μεταφορικά έγγραφα ή δε φυλάσσει ή δεν υποβάλλει στην Αρμόδια Αρχή τα εν λόγω έγγραφα·

 

……..

 

(ι) είναι υπεύθυνο σκάφους από το οποίο εκφορτώνονται αλιευτικά προϊόντα που δεν τηρούν τους προβλεπόμενους από Κοινοτική Απόφαση ή/και Κοινοτικό Κανονισμό κανόνες περί ελέγχου και εφαρμογής·

 

……..

 

(ιβ) παραβαίνει οποιαδήποτε επιτακτική ή απαγορευτική διάταξη Κοινοτικής Απόφασης ή Κοινοτικού Κανονισμού·

 

είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή σε αμφότερες τις ποινές».

 

Επομένως και η ίδια η εθνική νομοθεσία εκτείνει την ποινική ευθύνη στον ιδιοκτήτη του αλιευτικού σκάφους.  

 

Ε.   Κατάληξη Δικαστηρίου

Η Κατηγορούμενη 1, κατηγορείται ως η πλοιοκτήτρια εταιρεία του αλιευτικού σκάφους και ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως ο πλοίαρχος του αλιευτικού σκάφους και ως ο ιδιοκτήτης της πλοιοκτήτρια εταιρείας.

 

Δεδομένης της πιο πάνω νομικής ανάλυσης, και της μαρτυρίας όπου έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους η Κατηγορούμενη 1 ήταν η πλοιοκτήτρια εταιρεία του σκάφους «Άγιος Γεώργιος» και κάτοχος της πολυδύναμης άδειας, και ο Κατηγορούμενος 2, κατά την θέση του Μ.Κ.1 ήταν ο πλοίαρχος του αλιευτικού σκάφους, και ιδιοκτήτης της Κατηγορούμενης 1, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 στις κατηγορίες όπου αντιμετωπίζουν.

 

Τέλος, τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης σχετικά με την μαρτυρία όπου προσκομίστηκε, και συγκεκριμένα ότι ήταν τόσο φτωχή και αδύνατη που δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλή συμπεράσματα εναντίον των Κατηγορούμενων, κρίνω ότι δεν δύναται να εξεταστούν στο παρόν στάδιο, παρά μόνο κατά το τελικό στάδιο της δικής, αφότου το Δικαστήριο προβεί σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας.

 

Ως εκ των ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2,  στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και καλώ τους Κατηγορούμενους 1 και 2 σε απολογία.         

(Επεξηγούνται στους Κατηγορούμενους τα δικαιώματά τους δυνάμει του άρθρου 74(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155).

 

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                           Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο