ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2562/2025
Ιδιωτικά Φροντιστήρια Σάββα Πραστίτη Λτδ
v
Ειρήνη Λεωνίδου
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία: 18/02/2026
Για τους Παραπονούμενους: κος Η. Ηλιάδης
Για την Κατηγορούμενη: Καμία εμφάνιση
Κατηγορούμενη απούσα
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Εισαγωγή
Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 16 κατηγορίες που αφορούν την πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 3(1)(γ) και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος του 2008 (Ν. 60(I)/2008).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η Κατηγορούμενη ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή με αριθμό 183/2016, και στις 28/6/2019 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής η Κατηγορούμενη διατάχθηκε να καταβάλλει στους Παραπονούμενους / εκ δικαστικής απόφασης πιστωτές της, το ποσό των €50 μηνιαίως από την 1/7/2019 και την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελείας εξόφλησης, η Κατηγορούμενη παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό των αναφερόμενων δόσεων για την περίοδο από 1/7/2019 μέχρι 1/10/2020, αμφότερων των ημερομηνιών περιλαμβανομένων.
Η Κατηγορούμενη δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία και η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 89(1) του Κεφ. 155.
Στις 8/10/2025 καταχωρήθηκε από τους Παραπονούμενους ένορκη δήλωση προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Το Δικαστήριο αφότου μελέτησε την ένορκη δήλωση έθεσε στον συνήγορο των Παραπονούμενων τον προβληματισμό του ως προς το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω του χρόνου που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των ισχυριζόμενων αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για περαιτέρω απόδειξη, δίδοντας την άδεια στον συνήγορο των Παραπονούμενων να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Στις 29/12/2025 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τους Παραπονούμενους.
Β. Νομική Πτυχή – Κατάχρηση Διαδικασίας
Στην υπόθεση Γ.Π.Β ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 5/2020, ημερομηνίας 30/07/2021 επισημάνθηκε ότι αποτελεί διαφορετικό ζήτημα το κατά πόσο ο χρόνος εντός του οποίου εκδικάστηκε μια υπόθεση είναι εύλογος συμφώνως του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο και εξετάζεται κατ’ αποκλειστικότητα εντός της χρονικής διάρκειας από την διατύπωση της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκαση της (περιλαμβανομένου και του σταδίου έφεσης), και άλλο το κατά πόσο μια δικαστική διαδικασία καθίσταται καταχρηστική λόγω της καθυστέρησης υποβολής παραπόνου (εν προκειμένω καταχώρησης κατηγορητηρίου). Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η διακοπή της δίκης έστω και σε περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη θα πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, δεδομένου ότι γενικά η παρέλευση του χρόνου από μόνη της δεν αρκεί. Ωστόσο, ως περαιτέρω επισημάνθηκε, κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά.
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B216 το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση του χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη.
Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση.
Στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι η χωρίς επαρκή επεξήγηση καθυστέρησης για σχεδόν 5 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, καθιστούσε την διαπίστωση κατάχρησης εύλογη και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της διαδικασίας δικαιολογημένη.
Η φύση της κάθε υπόθεσης σαφώς και έχει την σημασία της. Για παράδειγμα, σε αδικήματα που έχουν σχέση με οικονομικές συναλλαγές και υπάρχει δυσκολία ανίχνευσης αυτού του είδους των εγκληματικών πράξεων, τυχόν χρονική καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης θα πρέπει να αντικρύζεται με ελαστικότητα και υπό το πρίσμα των εγγενών δυσκολιών της (βλ. Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 58/2008).
Γ. Κατάληξη Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομολογικές αρχές, έδωσε το δικαίωμα στο κατήγορο να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέψουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου.
Στην ένορκη μαρτυρία η οποία τέθηκε από τους Παραπονούμενους αναφέρονται τα ακόλουθα:
Μετά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 28/6/2019, η Κατηγορούμενη δεν κατέβαλε το ποσό των μηνιαίων δόσεων για τις δόσεις από 1/7/2019 μέχρι και 1/10/2020 συμπεριλαμβανομένων. Κατά συνέπεια καταχωρήθηκε στις 6/5/2025 η υπό κρίση ποινική υπόθεση. Όπως αναφέρθηκε η Κατηγορούμενη κατέβαλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της το ποσό των €350 μόνο. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι εναντίον του συζύγου της Κατηγορούμενης, ο οποίος ήταν ο Εναγόμενος υπ’ αριθμό 1 στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 183/2016 του Ε.Δ. Πάφου, καταχωρήθηκαν άλλες ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, εκδόθηκαν εντάλματα είσπραξης εναντίον του και έναντι αυτών έχει καταβάλει το ποσό των €500.
Όπως επίσης αναφέρεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Παραπονούμενων, η καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης οφείλεται στον φόρο εργασίας των δικηγόρων των Παραπονούμενων, αλλά και στην ενασχόληση των δικηγόρων των Παραπονούμενων με ακροάσεις παλαιών υποθέσεων, και συγκεκριμένα υποθέσεων όπου καταχωρήθηκαν το έτος 2016 και 2017.
Το γεγονός ότι οι συνήγοροι των Παραπονούμενων είναι απασχολημένοι με άλλες υποθέσεις, δεν αναιρεί το γεγονός ότι από την 1/7/2019, όπου οι Παραπονούμενοι ήταν ενήμεροι για την μη πληρωμή των ποσών σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, δεν προώθησαν την υπό κρίση υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης, η οποία υπόθεση καταχωρήθηκε στις 6/5/2025. Πρόκειται για παρέλευση 6 ετών περίπου.
Τα υπό εξέταση αδικήματα αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης, όπου σύμφωνα και με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η φύση τέτοιων υποθέσεων δεν είναι πολύπλοκη (βλ. Case of Irodotou v Cyprus, Application no. 16783/20). Στην περίπτωση του αδικήματος της καταδολίευσης εξ αποφάσεων πιστωτών, αφετηρία της κατά το Νόμο ποινικής ευθύνης έχει η διαπίστωση ότι δεν καταβλήθηκε το ποσό των μηνιαίων δόσεων το οποίο καθορίστηκε από το Δικαστήριο με σκοπό την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και όχι πότε αποφασίζει ο παραπονούμενος να προχωρήσει σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος.
Η ουσία παραμένει ότι η καθυστερημένη δίωξη με αυτά τα δεδομένα, είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας δικαιολογεί ένα Δικαστήριο να αναχαιτίσει την περαιτέρω πορεία όσον αφορά τουλάχιστον την ποινική πτυχή της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.
Το Δικαστήριο έδωσε την ευκαιρία στον συνήγορο των Παραπονούμενων να αγορεύσει για το ζήτημα της καθυστέρησης, ωστόσο η δικαιολογία που δόθηκε από πλευράς του ως προς τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι των Παραπονούμενων είχαν φόρτο εργασίας ή ακόμη το γεγονός ότι εναντίον του συζύγου της Κατηγορούμενης εκδόθηκαν εντάλματα είσπραξης στα πλαίσια άλλων ποινικών υποθέσεων που τον αφορούσαν, δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν το έτος 2019 και 2020 και δεν δικαιολογεί την αδράνεια των Παραπονούμενων να προωθήσει την υπό κρίση υπόθεση.
Ως εκ των ανωτέρω η μακρά καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση περίπτωσης δεν δικαιολογείται και ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας. Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος αυτού θα ισοδυναμούσε με αποδοχή του ενδεχόμενου να επιτρέπεται στην εκάστοτε κατηγορούσα αρχή ή παραπονούμενους να παραμένουν αδρανείς για απεριόριστο διάστημα και να ζητούν την τιμωρία του αδικοπραγούντα, όποτε οι ίδιοι ήθελε αποφασίσουν ή κρίνουν πρόσφορο.
Ως εκ των ανωτέρω, η ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης τερματίζεται και η υπόθεση απορρίπτεται λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η Κατηγορούμενη απαλλάσσεται όλων των κατηγοριών.
Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο