ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ
Aρ. Υπόθεσης 1562/25
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
- ν -
Ζ. Χ
Κατηγορούμενη
Ημερομηνία: 10/02/26
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Μανώλη
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής
Κατηγορούμενη : παρούσα
Π Ο Ι Ν Η
Η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η Κατηγορία), στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία), στην κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324(1) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ( 3η κατηγορία), στην κατηγορία της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ.154 (4η κατηγορία) και τέλος στην κατηγορία αλήτες και πλάνητες κατά παράβαση του άρθρου 189(ε) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (5η κατηγορία).
Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν δοθεί στο Δικαστήριο υπό την μορφή εγγράφου (Έγγραφο Α) σχετικά με τις κατηγορίες 1 και 2 καθώς και στο (Έγγραφο Β) σχετικά με τις κατηγορίες 3, 4 και 5, τα οποία και λαμβάνω υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Αναφορά βεβαίως στα γεγονότα αυτά θα γίνει όπου κριθεί από το Δικαστήριο ως απαραίτητο.
Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής η Κατηγορούμενη βαρύνεται με επτά (7) προηγούμενες καταδίκες (Έγγραφο Γ) οι οποίες έχουν ως ακολούθως :
1. Αρ. Υπόθεσης 2800/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία η Κατηγορούμενη καταδικάστηκε την 20/06/22 για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη σε ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 18 μηνών.
2. Αρ. Υπόθεσης 4234/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία η Κατηγορούμενη καταδικάστηκε την 15/12/22 για τα αδικήματα της διαρρήξεων και κλοπών σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην οποία μάλιστα διατάχθηκε όπως η συγκεκριμένη ποινή εκτιθεί διαδοχικά με την ποινή που της επιβλήθηκε σε άλλες υποθέσεις.
3. Αρ. Υπόθεσης 7977/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία η Κατηγορούμενη καταδικάστηκε την 13/12/23 για τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας, της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη, και της παράνομης κατοχής περιουσίας σε ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των τριών ετών.
4. Αρ. Υπόθεσης 8199/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία η Κατηγορούμενη καταδικάστηκε την 13/12/23 για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β και της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α σε ποινή φυλάκισης τριών ετών εφόσον η παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση υπ. αρ. 7977/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
5. Αρ. Υπόθεσης 2583/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία η Κατηγορούμενη καταδικάστηκε την 13/12/23 για τα αδικήματα κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη, της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξη πλημμελήματος σε ποινές φυλάκισης τριών ετών εφόσον η παρούσα λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση υπ. αρ. 7977/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
6. Αρ. Υπόθεσης 2505/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία η Κατηγορούμενη καταδικάστηκε την 13/12/23 για τα αδικήματα της κλοπής μετά από προηγούμενη καταδίκη και της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος σε ποινές φυλάκισης τριών ετών εφόσον η παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη στην υποθεση υπ. αρ. 7977/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
7. Αρ. Υπόθεσης 691/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία η Κατηγορούμενη καταδικάστηκε την 11/07/23 για τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας, της κλοπής, παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία και της παράνομης κατοχής περιουσίας σε ποινές φυλάκισης 14 μηνών, 12 μηνών και τριών μηνών αντίστοιχα.
Ο συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας κάλεσε το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής η παραδοχή της Κατηγορουμένης στο Δικαστήριο έστω και στο στάδιο που αυτή έχει γίνει. Επίσης μετέφερε στο Δικαστήριο την ειλικρινή απολογία της Κατηγορουμένης, η οποία και αναγνωρίζει ότι για τις πράξεις της δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία. Επίσης, όπως υπέδειξε στο Δικαστήριο ο Κ. Σιαηλής, η Κατηγορούμενη έχει πλήρη επίγνωση και αντίληψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε και σήμερα βρίσκεται μεταμελημένη ενώπιον του Δικαστηρίου ζητώντας μια τελευταία ευκαιρία αφού επιθυμεί από τώρα και στο εξής να πορευτεί με ένα εντελώς διαφορετικό και νομοταγή τρόπο στην ζωή της επιστρέφοντας στην οικογένεια της και ιδιαιτέρως στα δύο ανήλικα παιδιά της τα οποία μεγαλώνουν μαζί με τον πατέρα της υπό την επίβλεψη του Γρ. Ευημερίας.
Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας ανέτρεξε στο ιστορικό της Κατηγορουμένης υποδεικνύοντας συγκεκριμένα ότι παρά τις προσπάθειες που η ίδια είχε καταβάλει να παραμείνει μακριά από τις ναρκωτικές ουσίες και συνεπακόλουθα από την παραβατική συμπεριφορά του είδους που επέδειξε, αφού η ίδια μετά την αποφυλάκιση της είχε αλλάξει συνήθειες και τρόπους ζωής, εντούτοις κάποια άλλα άτομα δεν την άφηναν σε ησυχία με αποτέλεσμα και πάλι να υποπέσει σε παραβατική συμπεριφορά λόγω της εξάρτησης της από τα ναρκωτικά. Ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ο συνήγορος της Υπεράσπισης εξήγησε ότι η Κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα που ήταν μακριά από τις ναρκωτικές ουσίες εργαζόταν και ζούσε μια νομοταγή ζωή κοντά στην οικογένεια της αλλά και στα δύο ανήλικα παιδιά της, ενώ εργαζόταν παράλληλα και στην κουζίνα του Γερμανικού Ογκολογικού Κέντρου στην Λεμεσό.
Η Κατηγορουμένη, σύμφωνα με την συνήγορο Υπεράσπισης παρασυρόμενη από άλλα τρίτα άτομα και ενόψει του ότι ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών ουσιών, υπέπεσε στην πιο πάνω παραβατική συμπεριφορά με σκοπό να πάρει τα κλοπιμαία στα άλλα αυτά τρίτα άτομα για να εξασφαλίσει την δόση της ενώ τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την στιγμή που η ίδια είχε ήδη χρησιμοποιήσει ναρκωτικές ουσίες. Σήμερα η Κατηγορούμενη παρά το γεγονός ότι εντάχθηκε σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης το οποίο και εγκατέλειψε με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να παρουσιαστεί ξανά ενώπιον του Δικαστηρίου, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που διέρρευσε και κατά το οποίο παραμένει υπό κράτηση απέχει από τα ναρκωτικά και έχει απεξαρτηθεί.
Αναφορικά με τις συνθήκες της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων ο κ. Σιαηλής υπέδειξε ότι ο τρόπος που ενήργησε η Κατηγορουμένη δεν δείχνει κανένα απολύτως επαγγελματισμό αλλά ερασιτεχνισμό. Επίσης υπέδειξε ότι σε ότι αφορά την κλοπή της περιουσίας των παραπονουμένων δεν υπήρξε οποιαδήποτε ζημιά αφού η συγκεκριμένη κλοπιμαία περιουσία ανευρέθηκε λίγο μετά από την διάρρηξη της κατοικίας τους και συνακόλουθα της κλοπής τους.
Τέλος ο κ. Σιαηλής υιοθέτησε και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γρ. Ευημερίας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες της Κατηγορουμένης.
Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264).
Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632:
«το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».
Τα αδικήματα που η Κατηγορούμενη έχει παραδεχτεί ότι διέπραξε, είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας προνοείται ποινή φυλάκισης 7 ετών, ενώ για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ποινή φυλάκισης 5 ετών. Σε ότι δε αφορά το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς ο νομοθέτης έχει προνοήσει ποινή φυλάκισης 2 ετών ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (το αντίστοιχο σε ευρώ) ή και τις δύο αυτές ποινές ενώ για το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος επίσης προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και 2 έτη. Τέλος για το αδίκημα αλήτες και πλάνητες ο ποινικός κώδικας προνοεί ποινή φυλάκισης 3 μηνών.
Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει αρκετά σοβαρές κατηγορίες ιδιαίτερα σε ότι αφορά την κατηγορία της διάρρηξης κατοικίας και την κλοπή από κατοικία.
Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι’ αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι’ αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές.
Στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 587 λέχθηκαν τα εξής:
«Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ’ επανάληψη».
Στην υπόθεση Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138 το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών προσεγγίσθηκε ως εξής:
«Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη».
Θεώρηση της νομολογίας για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλονται ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Francis Kenneth Smith and another v. The Police (1969) 2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police (1982) 2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic (1982) 2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic (1987) 2 C.L.R. 170 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (1993) 2 C.L.R. 158. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 125 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι στα πλαίσια προστασίας του κοινού καθώς επίσης για καταστολή αισθημάτων φόβου, τρόμου και κινδύνου αλλά και για αποφυγή της εντύπωσης ότι κυριαρχεί η παρανομία πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσίας.
Τέλος, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση Dos Santos v. Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 297. Η εν λόγω υπόθεση παρόλο που αφορούσε σε προμήθεια ναρκωτικών είναι ενδεικτική καθότι σε αυτήν εκφράζεται η ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάζουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου:
«Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πώς δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες».
Εν προκειμένω οι πράξεις της Κατηγορουμένης καταδεικνύουν συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια την έννομη τάξη αφού διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινού. Προκαλούν τον αποτροπιασμό και δίνουν λαβή για έντονη ανησυχία. Την ίδια στιγμή καθιστούν αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι υποστατικών, όπως κατοικιών και καταστημάτων, και, γενικότερα, οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι ακίνητης περιουσίας πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές του είδους που επέδειξε η Κατηγορούμενη οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση του αισθήματος της ασφάλειας των πολιτών προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία τους με τρόπο αποτελεσματικό.
Τα γεγονότα ως αυτά εκτέθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικά για την Κατηγορούμενη. Πιο συγκεκριμένα μέσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δια μέσω του Εγγράφου Α, προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό εισήλθε στην κατοικία των παραπονουμένων περί τις 10:00 π.μ ανοίγοντας την πόρτα της κουζίνας η οποία προηγουμένως ήταν κλειστή και στην συνέχεια αφού μετέβηκε εντός του υπνοδωματίου της συγκεκριμένης κατοικίας το ανακάτεψε και ξάφρισε στην ουσία περιουσία αξίας 30,340 ευρώ η οποία αφορούσε χρυσαφικά αξίας 30,000 ευρώ καθώς και το χρηματικό ποσό των 340 ευρώ σε μετρητά. Επιπλέον η Κατηγορούμενη έκλεψε και διάφορα είδη ρουχισμού καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο αγνώστου αξίας. Μάλιστα όταν η παραπονούμενη βρισκόταν εντός της κατοικίας της και άκουσε θόρυβο αντιλαμβανόμενη ότι κάτι είχε συμβεί αντιλήφθηκε την Κατηγορουμένη να βγαίνει από την πόρτα της εισόδου της κατοικίας της με αποτέλεσμα να φωνάξει στο σύζυγο της που ήταν εκτός του σπιτιού ο οποίος επίσης όταν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί έτρεξε και ακινητοποίησε την Κατηγορουμένη σε παρακείμενο πάρκο που βρισκόταν πλησίον της κατοικίας τους. Η Κατηγορούμενη αφού διέρρηξε και στην συνέχεια έκλεψε την περιουσία των παραπονουμένων την οποία τοποθέτησε μέσα στο μαξιλαρόντημα που είχε κλέψει άρχισε να τρέχει φορώντας το σακάκι του παραπονούμενου που επίσης έκλεψε ενώ όταν ο παραπονούμενος την άρπαξε από το χέρι η Κατηγορουμένη σταμάτησε αναφέροντας του « εντάξει κύριε εν τα πράγματα που σας έκλεψα να σας τα δώσω πίσω να μην έρθει η αστυνομία». Η Κατηγορούμενη μάλιστα χωρίς κανένα ίχνος ντροπής είχε τοποθετήσει και στο δάκτυλο του χεριού της την αρραβώνα της συζύγου του παραπονούμενου η οποία αποτελούσε μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας ενώ στο σακάκι που φορούσε και του είχε κλέψει στις τσέπες του είχε τοποθετήσει μέρος των κλοπιμαίων και πάλι προφανώς για να μην γίνει αντιληπτή. Μάλιστα η Κατηγορούμενη κατά τον χρόνο της ανακοπής της από τον παραπονούμενο και ενώ στο χέρι της κρατούσε τα χρήματα που του είχε κλέψει προσπάθησε να τον ξεγελάσει αναφέροντας του ότι τα χρήματα αυτά δεν ήταν δικά του αλλά ήταν από άλλο σπίτι, κάτι το οποίο διαπιστώθηκε ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού ανάμεσα στα χρήματα που είχε στην κατοχή της υπήρχαν και δικές του αποδείξεις τις οποίες και αναγνώρισε.
Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη πέραν του ότι έδρασε με προσχεδιασμό αφού επιχείρησε να καλύψει την περιουσία την οποία είχε κλέψει τόσο μέσα στο μαξιλαρόντημα όσο και μέσα στις τσέπες από το σακάκι του παραπονούμενου, παντελώς αμετανόητη και παρά την επ’ αυτοφώρω σύλληψης της από τον παραπονούμενο επιχείρησε να τον ξεγελάσει για να καρπωθεί έστω και μέρος της περιουσίας που είχε κλέψει. Η πιο πάνω ενέργεια της Κατηγορουμένης καταδεικνύει έλλειψη ενσυναίσθησης αλλά και ευθύνης για τις πράξεις της, ενώ σε ότι αφορά τα υπόλοιπα αντικείμενα που έκλεψε προκύπτει επίσης ότι η επ’ αυτοφώρω σύλληψης δεν της είχε αφήσει καμία άλλη επιλογή από του να επιστρέψει την συγκεκριμένη κλοπιμαία περιουσία. Συνεπώς η περιουσία η οποία ανευρέθηκε δεν μπορώ να δεχτώ ότι ήταν κατόπιν δικής της συνδρομής. Τέλος λαμβάνω σοβαρά υπόψη την αναστάτωση που προκάλεσε η πράξη και η ενέργεια της Κατηγορουμένης στους παραπονούμενους κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Η Κατηγορούμενη ως μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να έχει στραμμένη την προσοχή της στην επίβλεψή, ανατροφή και φροντίδα των παιδιών της παρά να επιδίδεται σε παραβατική συμπεριφορά του είδους που επέδειξε, ως ανωτέρω έχει υποδειχθεί. Δεν αποτελεί συνακόλουθα και επαρκή δικαιολογία ότι η Κατηγορούμενη παρασύρθηκε από άλλα τρίτα πρόσωπα για να διαπράξει τα συγκεκριμένα αδικήματα. Η Κατηγορουμένη εξάλλου δεν είναι ούτε νεαρή αλλά ούτε και ανήλικη. Πρόκειται γυναίκα πλέον ηλικίας 30 ετών. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου επίσης ότι η Κατηγορούμενη συν τοις άλλοις πριν την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων που έλαβαν χώρα την 21/02/25 και περί ώρα 10:00 π.μ. σύμφωνα πάντοτε με το Έγγραφο Β, μετέβηκε λίγες ώρες προηγουμένως και ειδικότερα περί τις 00:59 π.μ. της ίδιας ημέρας στην αυλή μιας άλλη κατοικίας και αφού εισήλθε εντός αυτής έσκισε τον ουρανό του οχήματος του ιδιοκτήτη του οχήματος και έσπασε κατά τον τρόπο αυτό και το φαναράκι που βρισκόταν στην οροφή του. Η συγκεκριμένη ενέργεια της Κατηγορουμένης είχε ως συνεπακόλουθο την πρόκληση ζημιάς στο εν λόγω όχημα ύψους 800 ευρώ. Ο εντοπισμός της Κατηγορούμενης ως το πρόσωπο που διέπραξε το πιο πάνω αδίκημα εις βάρος της περιουσίας του συγκεκριμένου παραπονούμενου επιτεύχθηκε και πάλι χωρίς την δική της συνδρομή αλλά, αλλά κατόπιν επιθεώρησης κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που υπήρχε εγκατεστημένο στην οικία άλλου συγγενικού του προσώπου που βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση με την οικία του παραπονούμενου. Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης μάλιστα διαπιστώθηκε ότι η Κατηγορούμενη η οποία είχε τοποθετήσει μάλιστα τον σκούφο του φούτερ στο κεφάλι της με σκοπό να μην γίνει αντιληπτή, εισήλθε στον χώρο στάθμευσης του παραπονούμενου ενώ στην συνέχεια στο όχημα του. Στην συνέχεια και αφού παρέμεινε εντός του οχήματος του για χρονικό διάστημα λίγων λεπτών προκαλώντας και στο εσωτερικό του οχήματος ακαταστασία, στην συνέχεια εξήλθε από το όχημα φεύγοντας χωρίς τον σκούφο, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί από τον αστυνομικό που επιθεώρησε το συγκεκριμένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης μετά από την καταγγελία του παραπονούμενου.
Επιβαρυντικό στοιχείο είναι και η αξία της περιουσίας που κλάπηκε από την Κατηγορούμενη σχετικά με τις πρώτες δύο κατηγορίες και η οποία ανέρχεται στο ποσό της τάξης των 30,320 ευρώ ενώ επαναλαμβάνεται ότι η περιουσία αυτή εντοπίστηκε χωρίς την δική της συνδρομή αλλά εξαιτίας του ότι είχε γίνει αντιληπτή από τους παραπονούμενους με αποτέλεσμα να ανακοπεί αμέσως μετά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων και συνεπώς να εντοπιστεί και η κλαπείσα περιουσία. Επίσης αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο το οποίο λαμβάνω υπόψη ότι η ζημιά των 800 ευρώ που προκλήθηκε στο όχημα του δεύτερου παραπονούμενου δεν έχει αποκατασταθεί και συνεπώς ο παραπονούμενος έχει υποστεί ζημιά.
Τέλος κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι όλα τα αδικήματα που η Κατηγορούμενη έχει παραδεχτεί ότι έχει διαπράξει παρουσιάζουν συνεχώς όλο και περισσότερο ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις αυτής της φύσης που καταχωρούνται ενώπιον μου σχεδόν καθημερινά και που βρίσκονται στο πινάκιο του παρόντος Δικαστηρίου.
Το βεβαρυμμένο, επίσης, ποινικό μητρώο ενός Κατηγορούμενου είναι ένας καταφανώς αποτρεπτικός της επιείκειας παράγοντας υπό την έννοια, ότι ένα Δικαστήριο θα θεωρήσει, ότι αφού ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να ανταποκριθεί θετικά στις ευκαιρίες που του έδωσε θα επιβάλει αυστηρότερη ποινή παρά αν δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες.
Παράλληλα, δεν μου διαφεύγει, ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή τέτοιας ποινής που να δημιουργεί την εντύπωση πως ο παραβάτης τιμωρείται για δεύτερη φορά (Βλ. Σωκράτης Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138). Κάτι τέτοιο αντίκειται και στο άρθρο 12.3 του Συντάγματος.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17 λέχθηκε, ότι η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων επισημαίνοντας κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου (1994) 2 ΑΑΔ 1).
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορεί να προσβλέπει στην ίδια επιείκεια του Δικαστηρίου όπως θα αναμενόταν να επιδειχθεί σε ένα Κατηγορούμενο με λευκό ποινικό μητρώο καθότι διαπιστώνεται ότι μέχρι σήμερα δεν έδειξε κανένα απολύτως σημάδι αναμόρφωσης.
Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της.
Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως είναι τα υπό τιμωρία αδικήματα. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police (1986) 2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 CLR 248). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police (1971) 2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη. Όχι, όμως, την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές του συνθήκες.
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου την παραδοχή της Κατηγορούμενης ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και την συνεργασία της με την Αστυνομία η οποία προκύπτει από την ομολογία της και τις υποδείξεις σκηνών στις οποίες προέβηκε αναφορικά με την κατηγορίας της διάρρηξης και της κλοπής. Η συνεργασία του Κατηγορούμενης με την Αστυνομία, η ομολογία της ενώπιον των Διωκτικών Αρχών και η παραδοχή της στο Δικαστήριο αναδεικνύουν μεταμέλεια από μέρους της, παράγοντας ελαφρυντικός για την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Έλαβα επίσης υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής ότι η κλαπείσα περιουσία σε σχέση με τις πρώτες δύο κατηγορίες τελικά ανευρέθηκε με αποτέλεσμα οι παραπονούμενοι να μην την έχουν αποστερηθεί μονίμως χωρίς βεβαίως να μπορώ να προσδώσω στον μετριαστικό αυτό παράγοντα ιδιαίτερα μεγάλη βαρύτητα εφόσον η ανεύρεση της συγκεκριμένης περιουσίας δεν οφειλόταν στις ενέργειες της Κατηγορουμένης αλλά στον εντοπισμό και την ανακοπή της από του παραπονούμενους ως ανωτέρω υπέδειξα όταν έγινε αντιληπτή. Είναι βεβαίως σαφώς νομολογημένο ότι στις περιπτώσεις σοβαρών αδικημάτων, όπως είναι τα υπό τιμωρία, η ανεύρεση της κλαπείσας περιουσίας δεν αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή της ποινής (Βλ. Μενελάου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 248 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (2003) 2 ΑΑΔ 50).
Το Δικαστήριο δεν παραμένει επίσης καθόλου αδιάφορο αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες της Κατηγορουμένης και στα δύσκολα παιδικά χρόνια που βίωσε και εξακολουθεί να βιώνει μέχρι και σήμερα. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη ότι η Κατηγορούμενη ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά λόγω του ότι η μητέρα της από μικρή την εκπόρνευε χορηγώντας τις μάλιστα και ναρκωτικές ουσίες καθώς και ότι από την ηλικία των 16 ετών την παρενοχλούσε ο ετεροθαλής αδερφός της γεγονός βεβαίως που δεν έχει καταγγελθεί από την ίδια. Επίσης έλαβα υπόψη ότι είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 6 και 8 ετών τα οποία απέκτησε με πρόσωπο κουρδικής καταγωγής ο οποίος δεν ξέρει που βρίσκεται και ως εκ τούτου τα παιδιά της βρίσκονται υπό την φροντίδα του γραφείου Ευημερίας.
Βεβαίως, στην Φραντζίδης v. Αστυνομίας (2001) 2ΑΑΔ , 77, λέχθηκε ότι «η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία».
Έλαβα, επίσης, υπόψη μου ως ελαφρυντικό ότι η Κατηγορούμενη διέπραξε τα αδικήματα ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Κρίνω ότι ισχύουν κατ’ αναλογία οι ίδιες αρχές που ισχύουν στην περίπτωση της μέθης.
Στην υπόθεση Yeates κ.α. ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 320 οι εφεσείοντες αντιμετώπιζαν, μεταξύ άλλων, κατηγορία για κοινή επίθεση και κατηγορία για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Κρίθηκε, ότι η επίδραση της μέθης στην συμπεριφορά τους, η οποία ατόνισε τους μηχανισμούς αυτοελέγχου των εφεσειόντων, συνιστούσε παράγοντα μετριαστικό της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων.
Υπό το φως των πιο πάνω και στην βάση των όσων επί του προκειμένου αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης στα πλαίσια της αγόρευσής του για μετριασμό της ποινής, δέχομαι ότι κατά την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων η Κατηγορούμενη τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και συνεπώς θα πρέπει αυτό να εκληφθεί ως παράγων μετριαστικός της σοβαρότητας τους.
Βεβαίως η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178, όπου αναφέρθηκε ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».
Στην υπόθεση ΧΧΧ HUSSEIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206 επαναλήφθηκε ότι ακριβώς είχε λεχθεί και στην Balampanidis v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 210/18 ημερ. 10/05/19, ECLI:CY:AD:2019:B178 όπου αναφέρθηκε επίσης ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στον βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.
Έλαβα επίσης υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής τις προσπάθειες που καταβάλλει η Κατηγορούμενη για να επανενταχθεί στην κοινωνία και να διάγει από τώρα και στο εξής μια νόμιμη ζωή συμπεριλαμβανομένου και της απεξάρτησης της από τις ναρκωτικές ουσίες καθ’ όλο τον χρόνο που παραμένει έγκλειστη τις Κεντρικές Φυλακές. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά συνιστά σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα. Σύμφωνα με την Νομολογία ακόμα και η προσπάθεια για απεξάρτηση, ανεξαρτήτως επιτυχίας, θα πρέπει να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να την συνεχίζει (Βλ. Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 148).
Στην υπόθεση ΧΧΧ HUSSEIN v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 252/2018 ημερ. 31/05/19, ECLI:CY:AD:2019:B206 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που είχε επιβληθεί στον Εφεσείοντα μετά την άμεση παραδοχή του σε έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή και σε τέσσερις κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος. Τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί στην Λεμεσό από τον Ιούνιο του 2015 μέχρι τον Μάρτιο του 2018. Στην υπόθεση αυτή είχαν ληφθεί υπόψη άλλες 3 υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν, η πρώτη, έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και έξι για κλοπή από κατοικία που διαπράχθηκαν μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2010 και Οκτωβρίου του 2017, η δεύτερη, αφορούσε σε τροχαίες παραβάσεις και η τρίτη που αφορούσε σε αδίκημα επίθεσης κατά αστυνομικού οργάνου, σε αντίσταση κατά της σύλληψης, σε ανυπακοή κατά νομίμων διαταγών, πλαστοπροσωπία, σε κατοχή οργάνου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος και σε παράνομη κατοχή περιουσίας. Σε ότι αφορά τα αντικείμενα που είχαν κλαπεί από τις κατοικίες δεν είχαν ανευρεθεί ή επιστραφεί. Ο Εφεσείων ο οποίος είχε παραδεχθεί άμεσα τις κατηγορίες, είχε βιώσει δύσκολα παιδικά χρόνια λόγων των οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας του η οποία είχε 16 παιδιά, ήταν αναλφάβητος και είχε διδαχθεί να εγκληματεί από την οικογένεια του. Ήταν επίσης 47 ετών και πατέρας 5 ανήλικων τέκνων. Το Εφετείο εξετάζοντας τους λόγους Έφεσης που είχαν προωθηθεί, τόνισε ότι δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό διάρρηξης και κλοπής αλλά για συνολικά 16 διαρρήξεις οι οποίες είχαν διαπραχθεί σε διάστημα 3 ετών. Επίσης κρίθηκε ότι το γεγονός ότι σε κάποιες από τις διαρρήξεις δεν είχε κλαπεί οτιδήποτε δεν μείωνε την σοβαρότητα του αδικήματος της διάρρηξης. Εν κατακλείδι το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ποινές που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως τονίζοντας ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη μετά την διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.
Στην υπόθεση ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΧΙΤΗΣ v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 253/24 ημερ. 28/05/25 o Εφεσείοντας παραδέχθηκε πρωτοδίκως έξι κατηγορίες που αφορούσαν σε διάρρηξη κατοικίας κατά παράβαση του Άρθρου 292(α) του Π.Κ, (Κατηγορία 1), κλοπή από κατοικία κατά παράβαση του Άρθρου 266(β) του Π.Κ. (Κατηγορία 2), κακόβουλη βλάβη κατά παράβαση του Άρθρου 324(1) του Π.Κ. (Κατηγορία 5), είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Π.Κ. (Κατηγορία 6), μεταφορά μαχαιριού εκτός της κατοικίας του κατά παράβαση του Άρθρου 82(2) του Π.Κ. (Κατηγορία 7) και μεταφορά επιθετικού όπλου κατά παράβαση του Άρθρου 3(1) του περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου Κεφ. 159. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλακίσεως στις Κατηγορίες 1, 2, 5, 7 και 8 με μεγαλύτερη αυτή της 18μηνης φυλάκισης στην 1η Κατηγορία. Επιπλέον διατάχθηκε η ενεργοποίηση εξάμηνης ποινής φυλακίσεως από προηγούμενη ανασταλείσα ποινή φυλακίσεως 30 μηνών. Σε ότι αφορά τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης ο Εφεσείων αφού διέρρηξε την οικία του παραπονουμένου έκλεψε μια απόδειξη χειρόγραφη, δύο τραπεζικές κάρτες, ένα τροφοδοτικό ισχύος (powerbank) με το σύρμα του, διάφορα γραμματόσημα και παλαιά κέρματα, δύο νομίσματα των 500 μιλς και μία γυναικεία τσάντα, όλα συνολικής αξίας €80. Ο Εφεσείων τράπηκε σε φυγή αλλά ανεκόπη και περιορίστηκε από πολίτες σε απόσταση περίπου 100μ., όπου και αναγνωρίστηκε από τον παραπονούμενο ενώ στην κατοχή του εντοπίστηκε και ένα μαχαίρι μήκους 11εκ., ενώ στην προσπάθεια του να εισέλθει στην οικία του παραπονούμενου προκάλεσε ζημιά ύψους €35 στο παράθυρο του μπάνιου. Αφού συνελήφθη, απολογήθηκε στον παραπονούμενο και προέβη σε θεληματική κατάθεση αναφέροντας ότι ο λόγος που τον ώθησε στη συγκεκριμένη πράξη ήταν οι οικονομικές δυσκολίες και υποχρεώσεις προς άλλα άτομα. Σημειώνεται ότι ο Εφεσείων βαρυνόταν με δύο προηγούμενες καταδίκες εκ των οποίων στην μια εξ αυτών του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 30 μηνών με αναστολή τριών ετών και ως εκ τούτου τα αδικήματα που είχε διαπράξει στην συγκεκριμένη υπόθεση ενέπιπταν εντός της συγκεκριμένης περιόδου της αναστολής. Ο Εφεσείων ήταν νεαρό άτομο και χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 18 μηνών και της ενεργοποίησης άλλων έξι μηνών από άλλη ποινή που του είχε επιβληθεί, δηλαδή συνολικά της ποινής φυλάκισης των δύο ετών δεν κρίθηκαν υπερβολικές αφού οι εν λόγω ποινές επικυρώθηκαν κατ’ έφεση. Το Εφετείο στην απόφαση του τόνισε για ακόμη μια φορά την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών σε αυτού του είδους τα σοβαρά αδικήματα.
Σε ότι αφορά την υπό κρίση περίπτωση και λαμβάνοντας καθοδήγηση από τα πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι η Κατηγορούμενη βαρύνεται ως ανωτέρω υπέδειξε με επτά προηγούμενες καταδίκες και είναι ηλικίας 30 ετών. Επίσης κατά την ανακοπή της από τον παραπονούμενο, παρόλο που και αυτή δεν είχε καμία άλλη επιλογή από του να του επιστρέψει την κλοπιμαία περιουσία του, επιχείρησε να τον ξεγελάσει αναφέροντας του συγκεκριμένα ότι το χρηματικό ποσό που είχε στην κατοχή της δεν ήταν δικό το του και ότι το είχε πάρει από αλλού, κάτι που τελικά δεν ευσταθούσε. Περαιτέρω η αξία της κλαπείσας περιουσίας στην υπό κρίση περίπτωση είναι σαφώς μεγαλύτερη από την υπόθεση Παχίτης (βλ. ανωτέρω), ενώ σημειώνεται και ότι η Κατηγορουμένη εντός της ίδιας ημέρας και πριν από την διάρρηξη της κατοικίας του παραπονούμενου είχε προκαλέσει κακόβουλα ζημιά σε άλλο όχημα αφού είχε εισέλθει σε αυτό και παρέμεινε για λίγα λεπτά προκαλώντας ακαταστασία σε αυτό, ζημιά την να σημειωθεί ότι ουδέποτε απεκατέστησε. Συνεπώς και δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν’ όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.
Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για την Κατηγορούμενη ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης.
Εν’ όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.
Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 98).
Συνακόλουθα επιβάλλω στην Κατηγορούμενη τις ακόλουθες ποινές:
- Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών
- Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 ετών
- Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 14 μηνών
- Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 14 μηνών
- Στην 5η κατηγορία ποινή δεν επιβάλλεται καμία ποινή ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η κατηγορία της οποίας τα γεγονότα περιλαμβάνουν και τα γεγονότα αυτής της κατηγορίας.
Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα συντρέχουν και η έκτιση τους μειώνεται από τις 24/03/25 ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση και είχε διαταχθεί η κράτηση της μέχρι και την 21/07/25 όταν είχε εκδοθεί το διάταγμα για την ένταξη της σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης και ειδικότερα στην Θεραπευτική Κοινότητα «Αγία Σκέπη» στο οποίο παρέμεινε μέχρι και την 21/09/25 όπου και ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι εγκατέλειψε το συγκεκριμένο πρόγραμμα και από την 15/10/25 όταν το ένταλμα που είχε εκδοθεί εναντίον της εκτελέστηκα με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να παραμείνει υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης μέχρι και σήμερα.
Υπό το φως των πιο πάνω η έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν στην Κατηγορουμένη μειώνεται για την περίοδο από τις 24/03/25 – 21/07/25 και από τις 15/10/25 μέχρι σήμερα.
(Υπ.) ………..…………………
Σ. Συμεού, Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο