ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. B. M, Αρ. Υπόθεσης: 986/2025, 27/4/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. B. M, Αρ. Υπόθεσης: 986/2025, 27/4/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:   Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

     Αρ. Υπόθεσης: 986/2025

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

v.

 

B. M

         Κατηγορούμενου

                                                            ---------------------------

Ημερομηνία: 27.04.2026

Εμφανίσεις:

Για Δημοκρατία: κα. Νικολέτα Παπούτσα

Για Κατηγορούμενο: κος Νεόφυτος Δημοσθένους  

Κατηγορούμενος: Παρών 

 

[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία του βιασμού (6η Κατηγορία), της σεξουαλικής παρενόχλησης (7η Κατηγορία), της απειλής βιαιοπραγίας (9η Κατηγορία), της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης (10η Κατηγορία) και τέλος στο αδίκημα της παρενόχλησης (15η Κατηγορία), αδικήματα τα οποία στρέφονταν κατά της συζύγου του.

 

Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις εν λόγω κατηγορίες παρατίθενται στην καταδικαστική  απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 19.03.2026 και έχουν ως εξής:

 

Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη κατά τον επίδικο για την υπόθεση χρόνο, ήταν παντρεμένοι αλλά τελούσαν σε διάσταση, ενώ τα δύο ανήλικα παιδιά της οικογένειας διέμεναν μαζί με τον πατέρα τους, με τους γονείς να διαμένουν σε δωμάτια ξεχωριστών ξενοδοχειακών καταλυμάτων εντός της Επαρχίας Πάφου. 

 

Στις 02.02.2025 και αφού έλαβε χώρα τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, η τελευταία επισκέφθηκε τον σύζυγο της στο ξενοδοχείο […] στο οποίο αυτός διέμενε μαζί με τα παιδιά τους.

 

Ένεκα της επιθυμίας της παραπονούμενης να βρίσκεται κοντά στα παιδιά της αποφάσισε μαζί με τον κατηγορούμενο να διαμένουν μαζί στο συγκεκριμένο κατάλυμα πράγμα το οποίο έπραξαν μέχρι και τις 07.02.2025 ημερομηνία κατά την οποία αποφάσισαν όλοι μαζί όπως συνεχίσουν την κοινή διαμονή τους στο ξενοδοχείο […] όπου βρισκόταν το δωμάτιο της παραπονούμενης. 

 

Την 08.02.2025, όταν πλέον η οικογένεια είχε μετακομίσει στο ξενοδοχείο [….], ο κατηγορούμενος άρχισε να την κατηγορεί ότι κοιμάται με άλλους άντρες. Περί τις 16:00, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο κατηγορούμενος έφερε ουίσκι και μπύρα στο δωμάτιο οπότε παραπονούμενη και κατηγορούμενος άρχισαν να πίνουν. Λίγη ώρα αργότερα, περί τις 17:00 της ίδιας ημέρας και όταν πλέον η παραπονούμενη είχε ζαλιστεί λίγο από την κατανάλωση αλκοόλ αλλά έχοντας συναίσθηση του τί συνέβαινε, ο κατηγορούμενος άρχισε να την αποκαλεί <<Πόρνη>> και να της λέει <<Δυστυχώς δεν μπορώ να σε σκοτώσω, είναι καλύτερα να το κάνεις μόνη σου>> και <<Καλύτερα να κοιμηθείς μαζί μου διαφορετικά θα είμαι σίγουρος ότι κοιμήθηκες με τον μαύρο [σημ. αναφερόμενος σε άλλο ένοικο του ξενοδοχείου] και θα σας σκοτώσω και τους δύο>>.

 

Η παραπονούμενη άρχισε να κλαίει. Τότε ο κατηγορούμενος την έσπρωξε με δύναμη στο κρεβάτι βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της και επειδή η ίδια φοβήθηκε τα έβγαλε, μένοντας γυμνή πάνω στο κρεβάτι. Ο κατηγορούμενος έβγαλε το παντελόνι του και έμεινε γυμνός από τη μέση και κάτω. Στην συνέχεια ξάπλωσε από πάνω της, διείσδυσε το πέος του, το οποίο βρισκόταν σε στύση, μέσα στον κόλπο της και άρχισε να κινείται μέσα της.

 

Ταυτόχρονα, η παραπονούμενη συνέχισε να κλαίει και του είπε ότι ποτέ δεν τον αγάπησε και δεν θα τον αγαπήσει και ότι είναι ένας βιαστής. Ο κατηγορούμενος θύμωσε και άρχισε να την κτυπά επανειλημμένα στο κεφάλι της με τις γροθιές του. Η παραπονούμενη έβαλε τα χέρια της στο κεφάλι της για να το προστατέψει. Συγκεκριμένα την κτύπησε με τις γροθιές του στην αριστερή πλευρά της κεφαλής της (πάνω από τα μαλλιά), στο μέτωπο της και στο σημείο του αριστερού ματιού. Καθώς την κτυπούσε, ο κατηγορούμενος της είπε: <<Είσαι μια Πόρνη. Καλύτερα να σκοτώσεις τον εαυτό σου γιατί εγώ δεν μπορώ.>>.

 

Η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει και ο κατηγορούμενος τότε την άφησε. Η παραπονούμενη  ντύθηκε και έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο κατευθυνόμενη προς την κουζίνα του ξενοδοχείου όπου συνάντησε την ιδιοκτήτρια αυτού και δύο άλλες κυρίες. Η παραπονούμενη, ούσα σε αναστατωμένη κατάσταση, τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει και η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου την ενημέρωσε ότι θα καλούσε την Αστυνομία όπως και έπραξε.

 

Ένεκα της επίθεσης, η παραπονούμενη υπέστη αιμάτωμα αριστεράς μετωπιαίας χώρας και μικροεκχυμώσεις στο αριστερό κάτω βλέφαρο.

 

Από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, δηλαδή την επιμονή του να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί με την παραπονούμενη, τις φράσεις που ξεστόμισε και την ίδια την συνεύρεση μαζί της χωρίς την συγκατάθεση της, προκλήθηκε στην παραπονούμενη φόβος, άγχος, αγωνία και ανησυχία.

 

Ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου.

Ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ζητήθηκε και ετοιμάστηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου στο περιεχόμενο της οποίας αναφορά θα γίνει κατωτέρω.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτή αγόρευση (Έγγραφο Α) στην οποία εκθέτει όλους τους μετριαστικούς παράγοντες τους οποίους, κατά τη θέση του, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του. Σημειώνεται ότι έχουμε διεξέλθει με πολλή προσοχή της εν λόγω αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης και την λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, μαζί με τις σχετικές προφορικές διευκρινίσεις που έχουν γίνει από μέρους του και είναι καταγραμμένες στα πρακτικά.

Συνοπτικά ο κος Δημοσθένους, παρά το ότι αναγνωρίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων που ο πελάτης του έχει διαπράξει, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει προς όφελος του πελάτη του για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής, το λευκό του ποινικό μητρώο με την προηγούμενη καλή του διαγωγή καθώς επίσης και την απολογία και μετάνοια του. Επιπρόσθετα υπενθύμισε το γεγονός πως ο κατηγορούμενος κρατείται ως υπόδικος στα πλαίσια της υπόθεσης από τον Φεβρουάριο 2025, δηλαδή για περίοδο σχεδόν 15 μηνών, επιδεικνύοντας όμως κατά την διάρκεια αυτή, σοβαρότητα και σεβασμό στην όλη διαδικασία, γεγονός το οποίο υποδεικνύει κατά τον συνήγορο του, επίγνωση της σοβαρότητας των πράξεων του και προοπτική συμμόρφωσης του στο μέλλον.

Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν τα αδικήματα, τόνισε πως δεν πρόκειται για επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά, αλλά για ένα μεμονωμένο περιστατικό, γεγονός που κατά τον συνήγορο διαφοροποιεί την υπό εξέταση υπόθεση από τις περιπτώσεις συστηματικής κακοποίησης, ενώ τόνισε πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε προμελέτη αφού επικρατούσαν ιδιαίτερες συναισθηματικές και προσωπικές συνθήκες κατά τον επίδικο χρόνο. Μάλιστα και οι υπόλοιπες κατηγορίες ως σημειώνει, προκύπτουν στα πλαίσια του ίδιου περιστατικού, συνεπώς δεν συνιστούν αυτοτελή, ανεξάρτητη και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά από μέρους του κατηγορούμενου. Αναφορικά με το αδίκημα της απειλής, αυτό έλαβε χώρα κατά τον συνήγορο κάτω από συνθήκες έντονης συναισθηματικής φόρτισης, ενώ αναφορικά με το αδίκημα της επίθεσης, τόνισε πως η βλάβη που προκλήθηκε δεν ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή ή μόνιμης φύσεως, ενώ δεν έγινε ούτε χρήση οποιουδήποτε όπλου ή άλλου επικίνδυνου μέσου. Αναφορά έκανε και στο γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση μέθης γεγονός το οποίο επηρέασε την κρίση του.

Στρεφόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο κος Δημοσθένους υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο πελάτης του είναι πατέρας δυο ανήλικων τέκνων, τα οποία βρίσκονται αυτή την στιγμή τοποθετημένα σε ανάδοχη οικογένεια υπό την εποπτεία του Γραφείου Ευημερίας με τον ίδιο να αποτελεί τον μοναδικό κατάλληλο γονέα για την ανατροφή τους, αφού από την μητέρα έχει αφαιρεθεί η γονική μέριμνα μετά από σχετική αίτηση του Γραφείου Ευημερίας, τονίζοντας ότι τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας με μακρά διάρκεια δεν θα πλήξει μόνο τον ίδιο αλλά θα έχει άμεσες και σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις και στα ανήλικα τέκνα του.

Τέλος κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει την δέουσα επιείκεια και επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή μειωμένη και αναλογική προς το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης.

Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Για το αδίκημα του βιασμού[1] (6η Κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου, για το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης[2] (7η Κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές, για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας[3] (9η Κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και τρία χρόνια, για το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης[4] (10η Κατηγορία) ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές, ενώ τέλος για το αδίκημα της παρενόχλησης[5] (15η Κατηγορία) η οποία προκαλεί ανησυχία και αγωνία όπως η υπό εξέταση περίπτωση προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.

 

Οι προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εκάστοτε αδικήματος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Kυριάκου κ.α. (1990) 2 Α.Α.Δ.264, Souilmi v. Aστυνομίας (1992) 2Α.Α.Δ.248, Λεβέντηςv. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632). 

 

Η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, διαγράφεται από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη για ποινικό αδίκημα, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις, των οποίων, μέσω αυτής, επιδιώκεται η αποτροπή. Όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το ποινικό αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272).

 

Ως γενική αρχή, επίσης, τα γεγονότα της υπόθεσης μπορούν να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος (βλ. Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391).

 

Μελέτη της νομολογίας καταδεικνύει την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια ιδιαίτερα τα σεξουαλικά αδικήματα. Το Εφετείο Κύπρου πολύ πρόσφατε είχε την ευκαιρία στην υπόθεση FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 45/2023, 25/2/2026 να αναφέρει τα ακόλουθα:

 

΄΄Σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (RANA κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1998) 2 Α.Α.Δ. 529). Όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί, οι ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις, δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, εφόσον, έστω και αν παρουσιάζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει πάντοτε ταυτοσημία (ΜΙΧΑΗΛ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).΄΄

 

Ειδικότερα σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού το Eφετείο Κύπρου πολύ πρόσφατα και συγκεκριμένα στις 30.09.2025 στα πλαίσια των Ποινικών Εφέσεων Αρ.: 235/2022, 250/2022 μεταξύ MOHAMED ALAHMAD v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ είχε την ευκαιρία να τονίσει την σοβαρότητα του του συγκεκριμένου αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.[6] 

 

Έγινε αναφορά στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. HUNGANU, Ποινική Έφεση 130/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B348, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562  και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 67).»

 

Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2009), 2 Α.Α.Δ. 323, έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. BILLAM (1986),8 Cr. App. R.(s) 48, σε περιπτώσεις βιασμού, οι οποίες, όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια.

 

Παρόμοιες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στην Αγγλία την 1η Απριλίου του 2014. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, οι οποίες δεν έχουν, βεβαίως, δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο χαρακτήρα, η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει κατηγορία βιασμού προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερη μορφή όταν συντρέχουν παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (xxx ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 73/2012, ημερ. 13/10/2015,, xxx TARITA και xxx VIOREL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 106/2014 και 114/2014, ημερ. 8/7/2016 και SELMANI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016).

 

 

Σε σχέση με το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας τονίζει η νομολογία ότι η σοβαρότητα αυτού έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο κοινό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία αυτό διαπράττεται. Στην υπόθεση Ομήρου v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 588 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε άτομο που κρίθηκε ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας. Επίσης, στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 409 άτομο που κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα απειλής βιαιοπραγίας καταδικάστηκε σε 4 μήνες φυλάκισης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 327 σε άτομο ηλικίας 19 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο και που είχε συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών.

 

Όσον αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης το οποίο είχε την δυνατότητα πολύ πρόσφατα το Εφετείο να πραγματευτεί στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, 30/9/2025 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως κατατοπιστικά απο απόσπασμα από την ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 272:

«Τα εγκλήματα βίας είναι εξ αντικειμένου σοβαρά και ανάλογη είναι η αντιμετώπιση των ενόχων τέτοιων αδικημάτων από τα δικαστήρια. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Τόκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95, εκφράσαμε την αποδοκιμασία μας στη χρήση βίας εναντίον συνανθρώπων με τα πιο κάτω λόγια:

"Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς."

Η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν. 47(1)/94  στο εξής «ο νόμος»). Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα.

[…]

Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής.»

Σημειώνεται πως στην εν λόγω απόφαση το Εφετείο παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, προσώπου ηλικίας 58 ετών και πατέρα 3 ενήλικων τέκνων έκρινε την ποινή 14 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο πρωτόδικα ως έκδηλα ανεπαρκής και την αύξησε στα 2 χρόνια, τονίζοντας ότι η επίθεση στην οποία ο εφεσίβλητος προέβη ήταν πολύ σοβαρή ενώ είχαν ληφθεί και δύο άλλες υποθέσεις στα πλαίσια επιβολής ποινής ανάλογης σοβαρότητας με απειλές και επιθέσεις, επικυρώνοντας όμως την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης.

 

Παρά τα πιο πάνω, δεν ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη και τους μετριαστικούς παράγοντες που επενεργούν προς όφελός του. Η εξατομίκευση της ποινής όμως σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν μπορεί εξουδετερώνει τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη, ως και προελέχθη, για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και την προστασία της κοινωνίας γενικότερα. 

 

Για σκοπούς διαβάθμισης της βαρύτητας της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη όλες τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων ως ανωτέρω αναφέρονται στα γεγονότα. Λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε παρορμητικά, υπό συναισθηματική φόρτιση, υπό την επήρεια αλκοόλ, χωρίς προσχεδιασμό, σε χρόνο που το ζεύγος διέμενε μαζί με τα δύο παιδιά του σε ένα μικρό δωμάτιο ξενοδοχείου. Το όλο περιστατικό ήταν μεμονωμένο και είχε πολύ μικρή χρονική διάρκεια. Υπήρξε κολπική διείσδυση του πέους του κατηγορούμενου, χωρίς να υπάρχει εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτός είχε εκσπερματώσει μέσα της.

Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε οποιοδήποτε επιθετικό όπλο ή όργανό για εκφοβισμό ή τραυματισμό του θύματος, χωρίς να παραγνωρίζουμε όμως ότι απείλησε την παραπονούμενη για να διαπράξει το αδίκημα του βιασμού και ότι την έσπρωξε στο κρεβάτι (βλ. Tarita Andrei και Άλλος v. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 621). Η αντίσταση που προέβαλε η παραπονούμενη ήταν περιορισμένη.

Η σωματική βλάβη που υπέστη η παραπονούμενη από τα κτυπήματα του κατηγορούμενου (κατηγορία 10) ήταν ελαφράς μορφής, χωρίς να προκαλέσει σε αυτήν οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα ή παρατεταμένο πόνο.

Ο βιασμός δεν έγινε αντιληπτός από τα ανήλικα τέκνα του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι το ένα εξ αυτών κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων.

Ο κατηγορούμενος φαίνεται να ενήργησε με αυτόν τον ειδεχθή τρόπο στο ευρύτερο πλαίσιο μίας ιδιαίτερα δυσλειτουργικής σχέσης και συμβίωσης με την παραπονούμενη και τελώντας υπό καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης και θυμού αφού θεωρούσε ότι αυτή είχε σεξουαλικές επαφές με άλλους άνδρες.  

Αν και η υπό εξέταση περίπτωση δεν εντάσσεται στις σοβαρότερες του είδους της συγκριτικά με άλλες υποθέσεις που απασχόλησαν τα δικαστήρια, κάποιες εκ των οποίων αναφέρονται και πιο κάτω, τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος παραμένουν πολύ σοβαρά.

Στο πλαίσιο καθορισμού της ποινής του κατηγορούμενου παρατηρούμε πως αν και το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου είναι απόλυτο και καθόλα σεβαστό και η άσκησή του προφανώς δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, στην προκειμένη περίπτωση, η μη παραδοχή του Κατηγορούμενου, η οποία παραδοχή θα αποτελούσε ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας και δεν θα εξέθετε το θύμα στη ψυχική δοκιμασία της δίκης και στην αναβίωση των τραυματικών γεγονότων, δεν επιτρέπει ανάλογη έκπτωση στην ποινή, επιείκια που θα μπορούσε να ασκηθεί σε μια τέτοια περίπτωση (βλ. Α.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 136/2022, ημερ. 1.8.2025 και Κωνσταντίνος Λευκαρίτης κ.α. v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 135/2014 και 138/2014).

 

Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη την απολογία και μετάνοια του έστω και μετά την αποπεράτωση της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και το γεγονός ότι αυτός είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και ως εκ τούτου, δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. Και αυτό επειδή, το λευκό ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, αποτελεί ένδειξη της πρότερης στάσης του προς την τήρηση της έννομης τάξης (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας, (1992) 2 Α.Α.Δ. 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου, (2001) 2 Α.Α.Δ. 304 και Abe v. Δημοκρατίας, (2008) 2 Α.Α.Δ. 211).

 

Ως προς το στοιχείο της μέθης του κατηγορούμενου κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, σημειώνουμε ότι στην Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ.2) (1998) 2 Α.Α.Δ.417 αναφέρθηκε ότι σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία η επήρεια του ποτού είναι παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη με ποικίλες όμως επιπτώσεις στην ποινή. Μπορεί ανάλογα με την επίδραση του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος, να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας. Έχει λεχθεί στην Pernell (ανωτέρω) ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλης δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ.51 και Λάτο ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ.351, Μωυσίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 64/06, ημερ. 23.1.2007).

 

Στην παρούσα υπόθεση ως προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο είχε καταναλώσει μαζί με την παραπονούμενη οινοπνευματώδη ποτά με την υπεράσπιση να καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός αυτό το οποίο επηρέασε την κρίση του κατηγορούμενου, επιχειρηματολογία η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης.  Επομένως λαμβάνουμε υπόψιν σε αυτό το πλαίσιο, ότι η κατανάλωση αλκοόλης από τον Κατηγορούμενο, άμβλυνε την κρίση του και μείωσε σε κάποιο βαθμό την ικανότητα αυτοελέγχου και υπό αυτή την έννοια λαμβάνεται υπόψιν ως ελαφρυντικό στοιχείο, δεδομένου του ότι δεν προκύπτει από τα ενώπιον μας δεδομένα να είχε η κατανάλωση αλκοόλης από τον κατηγορούμενο, στην προκειμένη περίπτωση, ως σκοπό να επηρεαστεί ή να διευκολυνθεί ο ίδιος στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων.

Προς περαιτέρω μετριασμό και εξατομίκευση της ποινής που θα επιβληθεί, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία ο συνήγορος του υιοθέτησε αλλά και στα όσα περιλαμβάνονται στην γραπτή του αγόρευση.

 

Ειδικότερα, ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 51 ετών με καταγωγή από την […]. Πρόκειται για το μοναδικό παιδί της οικογένειας με τους γονείς του να έχουν αποβιώσει. Φοίτησε σε Πανεπιστήμιο της χώρας του στον κλάδο Ιστορίας/Φιλολογίας και υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Πριν την άφιξη του στην Κύπρο το 2006, εργάστηκε στην χώρα του για 4 με 5 χρόνια ως δάσκαλος, ενώ κατά την παραμονή του στην Κύπρο εργάστηκε στην οικοδομική βιομηχανία. Το 2009 παντρεύτηκε με την […] ηλικίας 42 ετών με την οποία απέκτησαν δύο ανήλικα τέκνα ηλικίας 15 και 6 ετών και πριν από την σύλληψη του διέμεναν όλοι μαζί σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Εφόσον απαγορευόταν στην παραπονούμενη, κατόπιν έκδοσης σχετικού δικαστικού διατάγματος, να πλησιάζει τα παιδιά της, ο κατηγορούμενος πριν τεθεί υπο κράτηση, ήταν το πρόσωπο που είχε την αποκλειστική ευθύνη και την φροντίδα τους. Σήμερα τα παιδιά, βρίσκονται προσωρινά τοποθετημένα σε ανάδοχη οικογένεια υπό την εποπτεία του Γραφείου Ευημερίας. Ως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από το μεγαλύτερο από τα δύο παιδιά, αυτά διατηρούν πολύ καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και επιθυμία τους είναι να αποφυλακιστεί σύντομα και να ζήσουν ξανά μαζί του.

 

Λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως εκτίθενται ανωτέρω. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση προσμετρούμε τις επιπτώσεις που τυχόν επιβολή πολυετούς ποινής φυλάκισης θα έχει στα παιδιά του κατηγορούμενου, δεδομένης και της απομάκρυνσης της μητέρας τους από αυτά. Πρόκειται εμφανώς για μια ιδιάζουσα περίπτωση και σε αυτό θα πρέπει να δοθεί η ανάλογη βαρύτητα. Παράλληλα, επισημαίνουμε ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης, δηλαδή αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά τα οποία χρήζουν αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις, δεν είναι καθοριστικής σημασίας και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή.

Προηγούμενες αποφάσεις επιβολής ποινών δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα καθότι είναι αλληλένδετες με τη φύση και συνθήκες διάπραξης του εκάστοτε αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Είναι, όμως, ενδεικτικές ως προς τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής (βλ. Ναζίπ ν Αστυνομίας (2014) 2Β Α.Α.Δ 808, Bistriceanu ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B199, και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). 

 

Στην υπόθεση Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489 η ποινή φυλάκισης των 7 ετών κατόπιν ακρόασης επικυρώθηκε κατ' έφεση, υπό περιστάσεις όπου δύο αλλοδαποί φοιτητές ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο βίασαν νεαρή τουρίστρια μετά από γλέντι σε νυκτερινά κέντρα με τη χρήση βίας και απειλών προκειμένου να την αναγκάσουν να συγκατανεύσει στις ορέξεις τους.

Στην υπόθεση Hamieh v. Γ.Ε. (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, ο κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο αδίκημα του βιασμού 48χρονης. Δεν είχε ασκηθεί υπέρμετρη βία από τον κατηγορούμενο, αλλά μόνο τόση όση χρειαζόταν για να καμφθεί η αντίσταση του θύματος και παρά το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε ότι η εν λόγω περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού με βάση τις περιστάσεις της, θεώρησε εντούτοις δεδομένη τη σοβαρότητα της και επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 ετών.

Στην υπόθεση Χριστοφή v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 323 όπου ο εφεσείων, λευκού ποινικού μητρώου, διέπραξε το αδίκημα του βιασμού μπροστά στα μάτια του τρίχρονου γιού της παραπονούμενης επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Υπήρχε παραδοχή και συνεργασία με την Αστυνομία ενώ λήφθηκαν υπόψη και διάφορες άλλες κατηγορίες, κατά την επιβολή της ποινής, οι οποίες αφορούσαν τη διάπραξη, κατά συρροήν, άσεμνων επιθέσεων εναντίον γυναικών.

Στη Λοΐζου v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ.469 ο πρώτος εφεσείων είχε παλαιότερα ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη και ο δεύτερος εφεσείων  είχε δεσμό μαζί της κατά τον επίδικο χρόνο. Κρίθηκαν ένοχοι και οι δύο κατόπιν ακρόασης για διαδοχικούς βιασμούς. Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη και τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 10 ετών κατόπιν ακρόασης που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα στις δύο κατηγορίες βιασμού. Τόνισε πως παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν κτυπήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί ο σχεδιασμός και ο εξευτελισμός που αυτή υπέστη από τον εφεσείοντα 2, με τον οποίο την περίοδο εκείνη διατηρούσε μια ερωτική σχέση. Το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως προηγούμενες καταδίκες για βιασμό, επιπτώσεις στο θύμα ιδιάζουσας σοβαρότητας, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό, δεν συνιστούσε λόγο για εξουδετέρωση της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής.

Στην Meterin v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.120 η ποινή των 7 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν ακρόασης, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ο βιασμός διαπράχθηκε κατά τις πρωινές ώρες όταν άγνωστο πρόσωπο που είχε γνωρίσει η παραπονούμενη νωρίτερα, την οδήγησε σε κατοικία όπου μαζί με τον εφεσείοντα και ένα άλλο πρόσωπο, παρά τη θέλησή της, με χρήση βίας και απειλών τη βίασαν διαδοχικά.

Στην Νeica v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ 527 ο εφεσείων καταδικάστηκε σε τρεις κατηγορίες βιασμού, πέντε κατηγορίες απαγωγής και μία κατηγορία συνωμοσίας με άλλο πρόσωπο προς διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστο ύψος τα 7 έτη.

Στην Ivarsson v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 159/15, ημερ. 29.11.16, η ποινή φυλάκισης των 7 ετών κατόπιν ακρόασης επικυρώθηκε κατ' έφεση αφού το Εφετείο χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του εφεσείοντα ως τη χειρότερη μορφή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης στην οποία βρισκόταν η παραπονουμένη, η οποία μεταξύ άλλων είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά γεγονός που ήταν εν γνώσει του εφεσείοντος πριν από τον βιασμό και αφού έλαβε υπόψιν τον εξευτελισμό που αυτή υπέστη μετά τον βιασμό αφού ο εφεσείων την έσπρωξε σχεδόν ολόγυμνη έξω από το δωμάτιο μετά που ικανοποίησε τις σεξουαλικές του ορέξεις, αναγκάζοντας την να ζητήσει βοήθεια πανικόβλητη.

Στην Tarita v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 106/14 κ.ά., ημερ. 8.7.16, η πρωτοδίκως επιβληθείσα μετά από ακρόαση ποινή φυλάκισης των 12 ετών μειώθηκε σε 10 έτη υπό περιστάσεις όπου η παραπονούμενη ηλικίας 50 ετών, μπήκε στο αυτοκίνητο των Εφεσειόντων κατόπιν πρόσκλησης τους να τη μεταφέρουν στον προορισμό της και αντί τούτου παρεξέκλιναν της πορείας τους και κατευθύνθηκαν σε απόμερο μέρος, σε δάσος, οπόταν προχώρησαν σε διαδοχικές πράξεις βιασμού, όπως και εξαναγκασμού της σε στοματικό σεξ ενώ αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης έκλαιγε και ικέτευε τους Κατηγορoύμενους να την αφήσουν ελεύθερη.

Στην Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 η ποινή φυλάκισης 10 ετών κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επικυρώθηκε. Οι εφεσείοντες γνώριζαν την παραπονούμενη και όταν αυτή επιχείρησε να φύγει από το κέντρο όπου βρίσκονταν την έσπρωξαν χωρίς τη θέλησή της σε εγκαταλειμμένη αποθήκη λέγοντας της ότι «ήθελαν να κάνουν σεξ» μαζί της και όταν αυτή αρνήθηκε ο δεύτερος εφεσείων της επιτέθηκε και της τράβηξε κάτω το παντελόνι και το εσώρουχό της, ακολούθως ο πρώτος εφεσείοντας τη βίασε από τον κόλπο με τη βοήθεια του δεύτερου εφεσείοντα, ο οποίος της κρατούσε τα πόδια στο έδαφος βάζοντας ο δεύτερος αρκετές φορές τα δάκτυλα του στον πρωκτό και κόλπο της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη έκλαιγε και φώναζε, αλλά, παρά ταύτα, οι εφεσείοντες συνέχιζαν.

Στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23,  ο λευκού ποινικού μητρώου εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 10 (από τις 12) κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εν διαστάσει σύζυγο του, υπό περιστάσεις όπου την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του, με τη συναίνεσή της, η οποία, όμως, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασης της.   Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και σε άλλες 5 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ. 154 και του Ν. 119(Ι)/2000, δύο εκ των οποίων παραδέχθηκε μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Προσέβαλε ως υπερβολικές τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες βιασμού, με το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίπτει την έφεση, επισημαίνοντας ότι, υπό τις περιστάσεις, η επιβληθείσα ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική.


Στην υπόθεση FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 45/2023, 25/2/2026
η ποινή φυλάκισης 10 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου μετά από ακρόαση για τον βιασμό της πρώην συμβίας του επικυρώθηκε ως ορθή από το Εφετείο. Συγκεκριμένα ο εφεσείοντας είχε απαγάγει την πρώην συμβία του με σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της και μεταξύ άλλων ήρθε σε παράνομη συνουσία μαζί της διά στοματικής διείσδυσης του πέους του, χωρίς τη συναίνεσή της, η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας και φόβου ενώ κατά ανάλογο τρόπο, σεξουαλικά κακοποίησε αυτήν, διεισδύοντας το δάκτυλό του στον κόλπο της. Το εφετείο απορρίπτοντας την έφεση επί της ποινής καταγράφει τα ακόλουθα σχετικά: ‘’Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά προκύπτει εμπράκτως από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει δε επανειλημμένως εξηγηθεί, η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).’’


Σημειώνεται ότι, οι υποθέσεις Tarita, Selmani, Hany Marzouk Fam Bakhit, Farhad αφορούν σε γεγονότα σοβαρότερης φύσεως από την υπό εξέταση περίπτωση.

Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων, τις περιστάσεις διάπραξής τους αλλά και τους μετριαστικούς παράγοντες που επενεργούν προς όφελος του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα περίπτωση. Τα ελαφρυντικά στοιχεία που επενεργούν προς όφελος του κατηγορούμενου δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, θα επηρεάσουν όμως το ύψος της.

 

Καταλήγοντας, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο, οι κάτωθι ποινές:

 

Στην 6η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα του βιασμού, ποινή φυλάκισης επτά (7) χρόνων.

 

Στην 7η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, δεν επιβάλλεται ποινή ενόψει της ταύτισης των γεγονότων της με την 6η κατηγορία στην οποία επιβλήθηκε ποινή[7].

 

Στην 9η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών. 

 

Στην 10η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών.

 

Στην 15η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παρενόχλησης, δεν επιβάλλεται καμιά ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα που πλαισιώνουν αυτήν, περιλαμβάνονται στα γεγονότα των κατηγοριών στις οποίες επιβλήθηκε ήδη ποινή.  

 

Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν καθότι τα ποινικά αδικήματα των πιο πάνω κατηγοριών εμπίπτουν στο πλαίσιο μίας ενιαίας συμπεριφοράς. Ο χρόνος έκτισης να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και συγκεκριμένα από τις 17.02.2025.

 

Τα έξοδα μετάφρασης να καταβληθούν από την Δημοκρατία.  

 

(Υπ.)………………

Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

(Υπ.) ......................

Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

(Υπ.) .......................

Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής

 



[1] Κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 5(ζ) ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ – Αδίκημα 14 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021

[3] Κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως κρίθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση

[4] Κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, βία στην οικογένεια κατά παράβαση των άρθρων 21, 3(1)(4) του Νόμου που προνοεί την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των θυμάτων 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί και αδικήματα βίας κατά γυναικών κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(ζ), ΜΕΡΟΣ VI, ΠΙΝΑΚΑΣ, Αδίκημα 34 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115(Ι)/2021

[6] xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, 500

Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο