Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κ. Κ, Αρ. Υπόθεσης: 4371/22, 28/5/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κ. Κ, Αρ. Υπόθεσης: 4371/22, 28/5/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου

Ενώπιον: Σ. Συμεού Ε.Δ.                        

                   Αρ. Υπόθεσης: 4371/22

 

   Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

v.

                                                                  Κ. Κ                                                                                                     

Ημερομηνία:  28/05/26

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Κατηγορούσα Αρχή:  κ. Μ. Αντωνίου

Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μ. Σαββίδου

Κατηγορούμενος: παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

                       

Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει  συνολικά δέκα συνολικά στον αριθμό κατηγορίες για αδικήματα που κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν τόσον εναντίον της πρώην συμβίας του Χ. Ζ όσο και του ανήλικου τέκνου του Α.Κ την 12/07/22 στην Πάφο.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, ο Κατηγορούμενος  κατηγορείται επί τω ότι, κατά τον πιο πάνω χρόνο εντός του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου επιτέθηκε παράνομα εναντίον του ανήλικου παιδιού του με ημερ. γέννησης 11/05/15 (1η κατηγορία), ότι προηγουμένως τον απείλησε (2η  κατηγορία), ότι με την συμπεριφορά του του προκάλεσε ενόχληση (4η κατηγορία), ότι με την συμπεριφορά του άσκησε ψυχολογική βία στην πρώην συμβία του Χ.Ζ (6η κατηγορία), ότι επίσης με την συμπεριφορά του προκάλεσε ενόχληση στην πρώην συμβία του Χ.Ζ, (7η κατηγορία), ότι με σκοπό την υποκίνηση του γιού του Α.Κ να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να διενεργήσει τον απειλούσε ότι ήταν δυνατό να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο του με την φράση «θα σου κάμω μεγάλο κακό αν δεν έρθεις» (8η  κατηγορία), και τέλος ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε συμπεριφορά εναντίον του ανήλικου παιδιού του Α.Κ η οποία του προκάλεσε ενόχληση (10η κατηγορία).

 

Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίες, δηλαδή την παραπονούμενη, ΜΚ1, η οποία είναι η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου και μητέρα του ανήλικου Α.Κ, καθώς τον Αστ. 3634 Ν. Καζαντζή ο οποίος σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο κατ’ ισχυρισμό περιστατικό της επίθεσης από τον Κατηγορούμενο εναντίον του ανήλικου Α.Κ που έλαβε χώρα στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου κατά τον επίδικο χρόνο.  Περαιτέρω εκ μέρους των δύο πλευρών κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία και αποτελούν συνακόλουθα μέρος των ευρημάτων μου.

 

Ειδικότερα δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 το οποίο αφορά στο διάταγμα ρύθμισης της επικοινωνίας του Κατηγορούμενου μαζί  με τον ανήλικο το οποίο εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου την 20/05/20.  Επίσης κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και η έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης της παραπονούμενης ημερ. 07/09/22, με επιπρόσθετη δήλωση την επισήμανση ότι τα όσα αναφέρονται στην συγκεκριμένη έκθεση από την παραπονούμενη προς την ψυχολόγο που την είχε εξετάσει αποτελούν τις αναφορές της ίδιας και σε καμία περίπτωση τα ευρήματα του ειδικού ψυχολόγου.

 

Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στην οποία κατατέθηκαν συνολικά 6 Τεκμήρια, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει πλην των κατηγοριών 3, 5 και 9 που αφορούν στο αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης.

 

Ο Κατηγορούμενος από την πλευρά του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπιση του.

 

Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής

 

Πρώτη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε η πρώην συμβία του Κατηγορούμενου, ΜΚ1, η οποία κατά την παράθεση της μαρτυρία της στο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αναγκάστηκε να μεταβεί στην αστυνομία και να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα πάντοτε με την ίδια, ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο συνομιλώντας μαζί με τον ανήλικο γιό τους στο τηλέφωνο με σκοπό να διευθετηθεί η παραλαβή του από το σπίτι που διαμένει μαζί με την παραπονούμενη καθότι αυτό προνοείτο με βάση το εν ισχύ το διάταγμα επικοινωνίας που είχε εκδοθεί, Τεκμήριο 2, λόγω του ότι ο ανήλικος γιος τους αρνήθηκε να μεταβεί μαζί του, ο Κατηγορούμενος τον απείλησε με την φράση « θα κάμω μεγάλο κακό αν δεν έρθεις» με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος ο ανήλικος όσο και η ΜΚ1 να φοβηθούν, να αναστατωθούν και ως εκ τούτου να μεταβούν στην αστυνομία για να προβούν σε καταγγελία εναντίον του. Με βάση την εκδοχή της ΜΚ1, η ίδια μετέβηκε πρώτη στον αστυνομικό σταθμό Πάφου όπου κατά την είσοδο της στον συγκεκριμένο χώρο και ενώ η ίδια βρισκόταν μπροστά από την είσοδο του γραφείου εντός του οποίου καθόντουσαν δύο αστυνομικοί, ξαφνικά εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος ο οποίος άρπαξε και τράβηξε τον ανήλικο από το χέρι του με αποτέλεσμα αυτός να αναστατωθεί, να αρχίσει να κλαίει και στην συνέχεια να κάνει και εμετό.

 

Η γραπτή κατάθεση της ΜΚ1 αποτελεί το Τεκμήριο 1 η οποία και υιοθετήθηκε από την ίδια ως μέρος της κυρίως εξέταση της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης, την 12/07/22, ημέρα Τρίτη, ο ανήλικος γιος τους θα έπρεπε να μεταβεί μαζί με τον πατέρα του όμως αυτός δεν επιθυμούσε να πάει κάτι το οποίο μάλιστα της είχε αναφέρει από την Παρασκευή. Ο Κατηγορούμενος με βάση την κατάθεση της ΜΚ1, περί τις 17:10 μ.μ της ίδιας ημέρας, πήρε τον ανήλικο τηλέφωνο με σκοπό  να κατέβει κάτω από το διαμέρισμα για να τον παραλάβει και τότε ο ανήλικος γιός τους, του αρνήθηκε. Τότε σύμφωνα με την ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει και να του λέει ότι «θα κάμω μεγάλο κακό αν δεν έρθεις». Τα πιο πάνω λόγια η ΜΚ1 σύμφωνα με την γραπτή της  κατάθεση τα άκουσε και η ίδια αφού ο ανήλικος είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί με τον πατέρα του η οποία βρισκόταν σε ανοικτή ακρόαση. Μόλις η ΜΚ1 άκουσε την πιο πάνω συνομιλία, πήρε τον ανήλικο και μετέβηκε στην αστυνομία γιατί φοβήθηκε μήπως ο Κατηγορούμενος κάνει κάποια φασαρία. Ενώ σύμφωνα με την ΜΚ1 βρισκόταν στην αστυνομία και μιλούσε μαζί με τους αστυνομικούς, εισήλθε εντός του αστυνομικού σταθμού και ο Κατηγορούμενος. Τότε ενώ η ίδια κρατούσε τον ανήλικο γιο τους από το αριστερό του χέρι ο Κατηγορούμενος ξαφνικά τον άρπαξε από το δεξί του χέρι και άρχισε να τον τραβά με δύναμη προς το μέρος του φωνάζοντας του ότι είναι η ημέρα που πρέπει να τον πάρει μαζί του. Ακολούθως σύμφωνα με την ΜΚ1 ο ανήλικος φοβήθηκε και άρχισε να κλαίει ενώ ο αστυνομικός που ήταν εκεί σηκώθηκε και τράβηξε τον Κατηγορούμενο προς τα πίσω στον διάδρομο ενώ του φώναζε να σταματήσει. Ο δε ανήλικος σύμφωνα πάντοτε με την ΜΚ1 από τον φόβο του έκανε εμετό και της έλεγε ότι πονούσε την καρδία του δείχνοντας της όμως το στομάχι του ενώ της έλεγε παράλληλα ότι φοβάται τον πατέρα του.

 

Η ΜΚ1 αντεξεταζόμενη εξήγησε το πως συνέβηκε το όλο περιστατικό  σύμφωνα με την εκδοχή της, καθώς και πολλά από τα γεγονότα που είχαν συμβεί μεταξύ της ίδιας και του Κατηγορούμενου από τον χωρισμό τους και μετέπειτα. Ειδικότερα υπέδειξε κατά την αντεξέταση της ότι με τον Κατηγορούμενο αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, μεταξύ των οποίων και το ότι ο ανήλικος πολλές φορές αρνείτο κατηγορηματικά να πηγαίνει μαζί με τον πατέρα του γιατί το τελευταίος του προκαλούσε αναστάτωση και φόβο κάτι που η ίδια όπως ισχυρίστηκε πολλές φορές προσπάθησε να αποτρέψει αφού η ίδια ήταν πρόθυμη και επιθυμούσε ο ανήλικος να συναντά και να βλέπει και τον πατέρα του. Γενικότερα η ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι για τα προβλήματα της επικοινωνίας του ιδίου μαζί με τον ανήλικο γιό του αποκλειστικά υπεύθυνος ήταν ο Κατηγορούμενος και ότι μάλιστα οι λειτουργοί του Γραφείου Ευημερίας της είχαν αναφέρει ότι όταν ο ανήλικος δεν επιθυμεί να μεταβαίνει μαζί με τον πατέρα του να μην το κάνει, κάτι το οποίο ο ανήλικος γιός τους είχε κρατήσει στην μνήμη του γι’ αυτό και δεν πήγαινε. Ερωτώμενη μάλιστα από την Υπεράσπιση γιατί εφόσον είχε αυτές τις οδηγίες αναφορικά με το παιδί της η ίδια τον πίεζε όπως ισχυρίστηκε να μεταβαίνει μαζί με τον Κατηγορούμενο και να ταλαιπωρείται το παιδί τους, αντεξεταζόμενη υπέδειξε ότι το έκανε γιατί ο Κατηγορούμενος της φώναζε.

 

Σχετικά με το επίδικο περιστατικό, η ΜΚ1 αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ανήλικο για να κατέβει κάτω να τον παραλάβει και επειδή ο ανήλικος αρνήθηκε να πάει μαζί του ο Κατηγορούμενος του εκστόμισε την φράση «αν δεν έρθεις θα σας κάνω μεγάλο κακό». Τότε σύμφωνα με την ΜΚ1 ο ανήλικος αναστατώθηκε, φοβήθηκε, γέμισαν τα μάτια του δάκρια και της είπε ότι πονάει την καρδιά του δείχνοντας της το στομάχι του. Ακολούθως η ίδια του είπε να ετοιμαστεί για να πάνε στην αστυνομία υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτό αποτελούσε και επιθυμία και του ίδιου του ανήλικου χωρίς δηλαδή σε καμία περίπτωση να τον πιέσει.  Η ΜΚ1 αφού μετέβηκε στο τμήμα μικροπαραβάσεων της αστυνομίας Πάφου στάθηκε σύμφωνα με την ίδια στην πόρτα ενός γραφείου για να αναφέρει στους αστυνομικούς τον λόγο της επίσκεψης της. Τότε ήταν που σύμφωνα με την ΜΚ1 πριν η ίδια προλάβει να αναφέρει οτιδήποτε στους αστυνομικούς για το τι είχε προηγηθεί, ο Κατηγορούμενος αφού εισήλθε εντός του συγκεκριμένου χώρου κινήθηκε προς τον διάδρομο που βρισκόταν η ίδια μαζί με το παιδί της και με το δεξί του χέρι τράβηξε τον ανήλικο ο οποίος άρχισε να κλαίει ενώ παράλληλα  του φώναζε ότι είναι η μέρα του και πρέπει να τον πάρει μαζί του με αποτέλεσμα ο ανήλικος να κάνει εμετό. Τότε ήταν που ο αστυνομικός σύμφωνα με την ΜΚ1 τους έπιασε και τους έβαλε μέσα στο γραφείο κλείνοντας την πόρτα ενώ τον Κατηγορούμενο τον πήραν δίπλα χωρίς η ίδια να γνωρίζει το τι επακολούθησε μαζί του. Σύμφωνα με την ΜΚ1 όταν η ίδια μετέβηκε στην αστυνομία εντός του γραφείου που είχε αποταθεί για να κάνει το παράπονο της καθόντουσαν δύο αστυφύλακες ενώ σε ένα άλλο διπλανό γραφείο υπήρχε και μια άλλη γυναίκα αστυφύλακας η οποία όταν είχε ακούσει τις φωνές βγήκε έξω από το γραφείο της και τους είδε εκεί. Η ίδια η ΜΚ1 υπέδειξε κατά την αντεξέταση της ότι δεν εισήλθε εντός του γραφείου για να κάνει το παράπονο της και ότι απλά στεκόταν στην πόρτα του γραφείου η οποία ήταν ανοικτή και ως εκ τούτου η γυναίκα αστυφύλακας που βρισκόταν σε διπλανό γραφείο όταν είχε ακούσει τις φωνές τους βγήκε έξω και τους έβαλε εντός του γραφείου της με αποτέλεσμα το ανήλικο παιδί της το οποίο έκλεγε και είχε αναστατωθεί, τελικά να κάνει εμετό. Μάλιστα σύμφωνα με την ΜΚ1 η γυναίκα αστυφύλακας την βοήθησε να μαζέψει τους εμετούς από το πάτωμα του γραφείου ενώ προσπάθησαν τόσο η ίδια όσο και η συγκεκριμένη αστυφύλακας να καθησυχάσουν το παιδί της.

 

Από την πλευρά της Υπεράσπισης αμφισβητήθηκε η ΜΚ1 για τα όσα υπέδειξε κατά την μαρτυρία της ενώ της υποβλήθηκε η θέση ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε είχε επιτεθεί στο παιδί του και ότι το μόνο που πραγματικά είχε πράξει ήταν είχε δει τον ανήλικο να βρίσκεται στον αστυνομικό σταθμό μαζί της, στον οποίο είχε μεταβεί πριν από την άφιξη τους με σκοπό να καταγγείλει την ΜΚ1 για την παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, το μόνο που πραγματικά είχε συμβεί ήταν ότι ο Κατηγορούμενος έπιασε τον ανήλικο από το χέρι προσπαθώντας να τον φιλήσει όμως η ΜΚ1 αντιδρώντας τράβηξε από το χέρι του τον ανήλικο με σκοπό να τον  απομακρύνει από τον Κατηγορούμενο και ως εκ τούτου το παιδί αναστατώθηκε, έκλεγε και τελικά έκανε και εμετό. Η ΜΚ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά τις πιο πάνω θέσεις που της υποβλήθηκαν εμμένοντας στους ισχυρισμούς της. Περαιτέρω υποβλήθηκε στην ΜΚ1 και η θέση ότι, ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ενήργησε με τον τρόπο που είχε περιγράψει στον αστυνομικό σταθμό κατά την επίδικη ημερομηνία και ότι γενικά ο Κατηγορούμενος μαζί με το παιδί του είχε άριστη σχέση την οποία προσπαθούσε η ΜΚ1 βρίσκοντας διάφορες προφάσεις να κλονίσει και να καταστρέψει.  Η ΜΚ1 επέμεινε στις θέσεις της υποστηρίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος απείλησε και επιτέθηκε στο ανήλικο παιδί τους με αποτέλεσμα τόσο η ίδια όσο και ανήλικος να αναστατωθούν και να νιώσουν φόβο.

 

Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστ. 3634 Ν. Καζαντζή, ΜΚ2,  ο οποίος υπέδειξε κατά την μαρτυρία του ότι είχε άμεση γνώση για το περιστατικό που επεσυνέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Πάφου αφού ήταν αυτόπτης μάρτυρας όταν ο Κατηγορούμενος τράβηξε τον ανήλικο από το χέρι του με αποτέλεσμα να αναστατωθεί και να αρχίσει να κλαίει. Η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 αποτελεί το Τεκμήριο 3, σύμφωνα με το οποίο την 12/07/22 και ώρα 17:50 μ.μ. ενώ βρισκόταν στο γραφείο των Μικροπαραβάσεων Πάφου, εμφανίστηκε η ΜΚ1 μαζί με τον ανήλικο γιο της με σκοπό να προχωρήσει σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Τότε ξαφνικά, σύμφωνα πάνοτε με την γραπτή κατάθεση του ΜΚ2, αφίχθηκε στον αστυνομικό σταθμό και ο Κατηγορούμενος ο οποίος φαινόταν σε έξαλλη και νευρική κατάσταση αρπάζοντας το ανήλικο παιδί του από τον αγκώνα και τραβώντας το προς το μέρος του. Το ανήλικο παιδί του Κατηγορούμενου και της ΜΚ1 από την ενέργεια του Κατηγορούμενου άρχισε να ουρλιάζει και να ζητά την βοήθεια της μητέρας του ενώ ήταν εμφανές ότι οι πράξεις του Κατηγορούμενου του προκαλούσαν έντονη ανησυχία, φόβο και τρόμο. Τότε σύμφωνα με τον  ΜΚ2 ο ίδιος τον πλησίασε και τον απομάκρυνε από την είσοδο του γραφείου με σκοπό να τον ηρεμήσει, ενώ στην συνέχεια τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που είχε διαπράξει στην παρουσία του και ο Κατηγορούμενος του απάντησε «συγνώμη έκαμα το πάνω στα νεύρα μου». Στην συνέχεια δε τον πληροφόρησε ότι θα συλληφθεί για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραξε και ο Κατηγορούμενος του απάντησε « λυπούμαι».

 

Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε στα κατ’ ισχυρισμό επίδικα γεγονότα τα οποία είχαν περιέλθει στην αντίληψη του σχετικά με την παρουσία της ΜΚ1, του ανήλικου γιού τους καθώς και του Κατηγορούμενου στον αστυνομικό σταθμό κατά την στιγμή που εργαζόταν και ήταν παρών. Ειδικότερα ο ΜΚ2 υπέδειξε κατά την αντεξέταση του ότι πρώτη στον αστυνομικό σταθμό μετέβηκε η ΜΚ1 ενώ ο Κατηγορούμενος αφίχθηκε μετέπειτα και βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση με αποτέλεσμα να τραβήξει τον ανήλικο γιό τους από τον αγκώνα με σοβαρή μάλιστα ένταση προς το μέρος του, αφού όπως υπολόγισε ήθελε να τον πάρει μαζί του ενώ από την άλλη παράλληλα ο ανήλικος δεν ήθελε να πάει μαζί του και φώναζε βοήθεια από την μητέρα του. Σε ότι αφορά την ΜΚ1 επίσης ο ΜΚ2 ανέφερε ότι καθ’ όλη την διάρκεια του περιστατικού ήταν τρομαγμένη.

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ερωτήθηκε από την Υπεράσπιση για το που επακριβώς βρισκόταν ο ίδιος κατά την άφιξη της ΜΚ1 στην αστυνομία αλλά και για το κατά πόσο υπήρχαν και άλλοι αστυφύλακες μαζί του στο γραφείο του. Ο ΜΚ2 απαντώντας υποστήριξε ότι ο ίδιος βρισκόταν εντός του γραφείου και ήταν μόνος του, χωρίς δηλαδή να βρίσκεται οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφος μαζί του και ότι τόσο η ΜΚ1 όσο και το ανήλικο παιδί της είχαν ήδη εισέλθει εντός του γραφείου του και καθόντουσαν στις καρέκλες μπροστά από το γραφείο του ενώ ο ίδιος επίσης όπως υποστήριξε καθόταν στην καρέκλα του γραφείου του. Σε ότι αφορά την επίσκεψη του Κατηγορούμενου στο γραφείο του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του γραφείου του  η οποία ήταν κλειστή καθώς ο ίδιος βρισκόταν μέσα μαζί με την ΜΚ1 και τον ανήλικο γιό τους και αφού όρμησε προς το παιδί τους και το τράβηξε από τον αγκώνα του χωρίς από την άλλη να αναφέρει οτιδήποτε στον ίδιο τον ΜΚ2, για να πάρει τον ανήλικο μαζί του. Ο ΜΚ2 ερωτώμενος κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ανέφερε οτιδήποτε προς το παιδί του απαντώντας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί εάν είχε ειπωθεί οτιδήποτε ενώ παράλληλα υπέδειξε και ότι δεν θυμόταν αν το παιδί τελικά καθόταν στην καρέκλα μπροστά από το γραφείο του ή ήταν όρθιο. Σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο τον ΜΚ2, η παρουσία τόσο της ΜΚ1 όσο και του ανήλικου στο γραφείου είχε προηγηθεί μερικά λεπτά πριν την είσοδο του Κατηγορούμενου στον αστυνομικό σταθμό. Σε ότι αφορά τον τρόπο που κατ’ ισχυρισμό επεσυνέβηκε το περιστατικό, ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι όταν ο Κατηγορούμενος όρμησε προς το παιδί του, ο ίδιος αφού σηκώθηκε τον τράβηξε προς το μέρος του ενώ στην συνέχεια τον έβγαλε έξω από το γραφείο του και προσπάθησε να τον ηρεμήσει. Η δε ΜΚ1 μαζί με τον ανήλικο σύμφωνα με τον ΜΚ2 συνέχισαν να παραμένουν στο γραφείο του ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Πάφου χωρίς βεβαίως να μπορεί να θυμηθεί να αναφέρει το τι επακολούθησε αναφορικά με την ΜΚ1 και τον ανήλικο.

 

Μαρτυρία Κατηγορουμένου

 

Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του αμφισβήτησε τα όσα η ΜΚ1 και ο ΜΚ2 υπέδειξαν στο Δικαστήριο σε σχέση με τα όσα ισχυρίστηκαν ότι έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος αφού υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 6, αναφέρθηκε στην άριστη σχέση που έχει και είχε πάντοτε μαζί με τον ανήλικο γιό του αλλά και στα προβλήματα που είχαν προκύψει στην σχέση του μαζί με την ΜΚ1 σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι τα όσα προβλήματα υπάρχουν μεταξύ τους αυτομάτως επιδρούν κλονίζοντας την σχέση του μαζί με το παιδί του και ιδιαίτερα την επικοινωνία τους.

 

Αναφορικά με το επίδικο περιστατικό ο Κατηγορούμενος υποστηρίζοντας ότι τηρώντας με πίστη το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο είχε εκδοθεί κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή το Τεκμήριο 2, μετέβηκε στην κατοικία της ΜΚ1 η οποία βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση από τον αστυνομικό σταθμό Πάφου με σκοπό να παραλάβει το παιδί του, αφού αυτό άλλωστε δικαιούτο να το πράξει με βάση την διαταγή που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο, αναφορικά με την ρύθμιση της επικοινωνίας του μαζί με τον ανήλικο γιο του. Επειδή σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ο ίδιος διαμένει σε περιοχή που βρίσκεται σε απόσταση 10 περίπου λεπτών με το αυτοκίνητο από την Πάφο, την συγκεκριμένη ημέρα ξεκίνησε για να μεταβεί στην κατοικία της ΜΚ1 με σκοπό να παραλάβει το ανήλικο παιδί του. Ακολούθως σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο  όταν ο Κατηγορούμενος αφίχθηκε στην κατοικία της ΜΚ1 τηλεφώνησε στον ανήλικο γιό του με σκοπό να τον παραλάβει και τότε το παιδί του του ανέφερε ότι δεν ήθελε να πάει μαζί του. Τότε ο Κατηγορούμενος άρχισε να ρωτά τον ανήλικο γιό του για ποιο λόγο δεν ήθελε να έρθει μαζί του και επειδή η κλήση που είχε διενεργήσει ήταν σε ανοικτή ακρόαση, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο επενέβηκε η ΜΚ1 αναφέροντας του ότι η ίδια έχει οδηγίες τόσο από το Γραφείο Ευημερίας όσο και από την Αστυνομία όταν το παιδί τους δεν θέλει να πηγαίνει μαζί του να μην τον πιέζει. Ο Κατηγορούμενος στην συνέχεια της ανέφερε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνεται συνέχεια διότι σαν πατέρας υπό τις περιστάσεις αυτές δεν θα βλέπει καθόλου το παιδί του, ενώ της υπέδειξε ταυτόχρονα ότι θα μεταβεί αμέσως στην Αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία εναντίον της για παρακοή Διατάγματος Δικαστηρίου. Η ίδια σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο του ανέφερε να πάει όπου θέλει και ότι δεν πρόκειται να γίνει οτιδήποτε γιατί είναι μητέρα, και έτσι ο ίδιος ξεκίνησε για να μεταβεί στην αστυνομία για να την καταγγείλει. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο η οικία της ΜΚ1 επειδή βρίσκεται σε απόσταση 150 – 200 μέτρων από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό έφτασε πρώτος στην αστυνομία, ενώ ισχυρίστηκε ότι κατά την στιγμή που περπατούσε για να μεταβεί από την πύλη της αστυνομίας προς το Τμήμα των Μικροπαραβάσεων πρόσεξε ότι πίσω του είχε σταθμεύσει το όχημα της η ΜΚ1 μαζί με το ανήλικο παιδί του. Ο ίδιος δεν έδωσε καμία σημασία και προχώρησε να κάνει την καταγγελία του και αφού εισήλθε εντός του Τμήματος Μικροπαραβάσεων περίμενε να εξυπηρετηθεί από κάποιο αστυνομικό αφού όπως υπέδειξε ήταν γνώστης της διαδικασίας που ακολουθείται καθότι είχε μεταβεί αρκετές φορές προηγουμένως στην αστυνομία για να καταγγείλει την παραπονούμενη για παρακοή. Έτσι σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ο ίδιος περίμενε την σειρά του στον προθάλαμο για να έρθει κάποιος αστυνομικός για να τον εξυπηρετήσει.

 

Τότε σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο σε κάποια στιγμή εισήλθε εντός του συγκεκριμένου χώρου η ΜΚ1 μαζί με τον ανήλικο γιό του, και τότε όπως ο ίδιος υποστήριξε σαν πατέρας που ήταν, μόλις είδε τον παιδί του τον πλησίασε πιάνοντας από τον ώμο με σκοπό να τον φιλήσει με αποτέλεσμα η ΜΚ1 να τον τραβήξει απότομα προς το μέρος της. Το παιδί του σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο επειδή ήταν ηλικίας μόνο 7 ετών και ήταν ήδη φοβισμένο ενόψει του ότι η ΜΚ1 τον είχε μεταφέρει μαζί της εντός του αστυνομικού σταθμού, ήταν λογικά αναμενόμενο όταν η ΜΚ1 τον είχε τραβήξει με την βία προς το μέρος της να πανικοβληθεί και να αρχίσει να κλαίει. Τότε σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο αφού υπήρξε αναστάτωση στον χώρο, άνοιξε την πόρτα ενός γραφείου μια γυναίκα Λοχίας η οποία κάλεσε την ΜΚ1 και τον ανήλικο γιος τους να πάνε στο γραφείο της, ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι άρχισε να διαμαρτύρεται καθότι είχε αυτός σειρά να εξυπηρετηθεί καθότι είχε αφιχθεί πρώτος στον αστυνομικό σταθμό. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο η συγκεκριμένη Λοχίας δεν του συμπεριφέρθηκε σωστά με αποτέλεσμα να παρακάμψει την σειρά του και ο ίδιος ενώ της παραπονείτο για το γεγονός αυτό, τελικά παρέμεινε εκτός του γραφείου της αφού σε αυτό είχε εισέλθει κατόπιν παρότρυνσης της τόσο η ΜΚ1 όσο και ο ανήλικος γιος τους που έκλεγε.  Ακολούθως σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο εξήλθε από το γραφείο της συγκεκριμένης Λοχίας ο ΜΚ2 τον οποίο μάλιστα γνώριζε από προηγουμένως καθότι είχαν αναπτύξει μεταξύ τους μια καλή σχέση γιατί κατά τις επισκέψεις του στον αστυνομικό σταθμό που εργαζόταν, όταν προέβαινε σε καταγγελίες για παρακοή διαταγμάτωνε εναντίον της ΜΚ1 συνομιλούσαν για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν στις σχέσεις τους  αναφέροντας του χωρίς κανένα απολύτως λόγω ότι ήταν υπό σύλληψη και οδηγώντας τον στην συνέχεια στα κρατητήρια. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε κατά την μαρτυρία του άρχισε να ρωτά επίμονα τον ΜΚ2 για ποιο λόγο είχε συλληφθεί ενώ από την άλλη ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι εμμέσως πλην σαφώς δεν μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό καθότι αυτές ήταν οι οδηγίες που του είχαν δοθεί από την συγκεκριμένη Λοχία με την οποία μάλιστα όπως του είχε αποκαλύψει ο ίδιος στο παρελθόν διατηρούσε μαζί της δεσμό και για τον λόγο αυτό δεν ήθελε να παρεξηγηθούν.   

 

Σε ότι αφορά τις φράσεις που σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος εκστόμισε κατά την στιγμή της σύλληψης του, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι με την φράση «συγνώμη» είχε αφήσει να νοηθεί ειρωνικά προς τον ΜΚ2 ότι «συγνώμη που έκανα τόσο μεγάλο κακό που ήθελα να φιλήσω τον γιό μου» ενώ με την φράση «λυπούμαι» και πάλι ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι λυπάται που έκανε τόσο μεγάλο κακό που ήθελε να φιλήσει τον γιό του αλλά και για την κατάντια του ίδιου και της ΜΚ1 που είχαν φτάσει στο σημείο να βρίσκονται στον αστυνομικό σταθμό για να καταγγελθούν.

 

Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος αμφισβητήθηκε για τα όσα ισχυρίστηκε τόσο κατά την ανακριτική του κατάθεση, όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία. Ειδικότερα υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση του, ότι απείλησε τον γιό του τηλεφωνικώς ότι αν δεν πάει μαζί τους θα τους κάμει μεγάλο κακό επειδή ο ίδιος είχε εκνευριστεί λόγω της άρνησης του παιδιού τους να πάει μαζί του. Ο Κατηγορούμενος απαντώντας υπέδειξε ότι ουδέποτε εκστόμισε αυτή την φράση προς τον ανήλικο γιό του τηλεφωνικώς και ότι ο ίδιος ξέρει ουσιαστικά να δείχνει αυτοσυγκράτηση ακόμη και όταν θυμώσει καθότι ασχολείται χρόνια με τον αθλητισμό και έχει μάθει να ελέγχει τον θυμό αλλά και τα νεύρα του. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος, προέβαλε με σθεναρότητα την θέση ότι ουδέποτε δεν θα ανέφερε μια τέτοιου είδους φράση σε ένα ανήλικο παιδί και ότι αν πράγματι η ΜΚ1 πίστευε ότι ο ίδιος μπορούσε να τους κάνει οποιαδήποτε στιγμή κακό θα έπρεπε να αποταθεί στο Δικαστήριο εδώ και τόσο καιρό για να του αφαιρέσουν την οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί με το ανήλικο παιδί τους, κάτι που προφανώς σύμφωνα με τον ίδιο ποτέ η ΜΚ1 δεν είχε πράξει καθότι ο ίδιος δεν είναι ούτε κακοποιό στοιχείο αλλά ούτε και επικίνδυνος.

 

Σε ότι αφορά την συνεπακόλουθη παρουσία του στον αστυνομικό σταθμό Πάφου, ο Κατηγορούμενος επανέλαβε ότι ο λόγος που μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Πάφου ήταν για να προβεί σε καταγγελία εναντίον της ΜΚ1 για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου και ότι εκεί συνάντησε και τον ανήλικο γιό του ηλικίας 7 ετών ο οποίος ήταν λογικό να μην νιώθει ευχάριστα αφού βρισκόταν σε ένα τέτοιο είδους χώρο. Σε σχέση με το ποιος μετέβηκε πρώτος στην αστυνομία ο Κατηγορούμενος εξήγησε ότι εφόσον ο ίδιος βρισκόταν κάτω από το σπίτι της παραπονούμενης το οποίο βρίσκεται πλησίον του αστυνομικού σταθμού Πάφου και σε απόσταση 150 – 200 μέτρων, δεν θα ήταν λογικά αναμενόμενο να φτάσει πριν από τον ίδιο η ΜΚ1 αφού αυτή εξάλλου όπως ισχυρίστηκε κατά την μαρτυρία της βρισκόταν πάνω στο σπίτι της μαζί με τον ανήλικο γιό τους, του οποίου όπως ανέφερε αφού του φόρεσε  προηγουμένως τα παπούτσια του μετέβηκαν στην αστυνομία.

 

Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος αντεξεταζόμενος ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επιτέθηκε στον γιό του με τον τρόπο τον οποίο υπέδειξαν τόσο η ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 κατά την μαρτυρία τους, ισχυριζόμενος ότι αυτό που έπραξε ήταν να αγγίξει το παιδί του στον ώμο και να επιχειρήσει να του δώσει ένα φιλί. Σε ότι αφορά τον λόγο για τον οποίο το παιδί τους άρχισε να κλαίει, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε ότι αυτό συνέβηκε εξαιτίας του ότι το παιδί το είχε τραβήξει η μητέρα του από το χέρι του και πόνεσε καθώς και διότι η παρουσία ενός ανήλικου παιδιού εντός της αστυνομίας ήταν λογικά αναμενόμενό να τον αναστατώσει και να κλαίει.  

 

Αναφορικά με την λέξη «συγνώμη» την οποία ανέφερε στον ΜΚ2 o Kατηγορούμενος αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι πράγματι του είχε αναφέρει κάτι τέτοιο υποστηρίζοντας από την άλλη όμως ότι, αυτό το οποίο ανέφερε ήταν επειδή ο ίδιος εννοούσε όπως χαρακτηριστικά υπέδειξε, ότι « συγνώμη που πήγα να φιλήσω τον γιό μου όχι πάνω στα νεύρα μου…σαν ειρωνικό δηλαδή, συγνώμη που φίλησα τον γιό μου και με συλλάβατε εννοώντας ότι συγνώμη που τηρώ το διάταγμα και με συλλαμβάνετε». Σε ότι αφορά την φράση που ανέφερε στον ΜΚ2 ότι «λυπάται», επίσης ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι λυπάται για την κατάντια τους και ότι γενικά δεν νιώθει περήφανος για το ότι συμβαίνει στην σχέση του μαζί με την ΜΚ1, καθότι η σχέση αυτή θα έπρεπε να ήταν υγιής για το καλό του παιδιού τους και όχι μια σχέση προβληματική.  Σε ότι αφορά την συγκεκριμένη φράση που ο ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι του ανέφερε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος μετά την επίστηση της προσοχής του στον Νόμο για το αδίκημα που είχε διαπράξει, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ποτέ δεν είχε πληροφορηθεί για το αδίκημα που είχε συλληφθεί εμμένοντας με κατηγορηματικότητα  στην θέση του ότι, τα όσα είχε αναφέρει προς τον ΜΚ2 ο ίδιος τα εννοούσε αλλιώς με εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι με την έννοια που αυτά του έχουν αποδοθεί.

 

Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Κατ’ αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση , την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς vA & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820).

Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266, 268 και  Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14).

Κρίνω καταρχήν σκόπιμο να υποδείξω πριν αρχίσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής η μόνη μαρτυρία που έχει δοθεί είναι από την ΜΚ1 και τον ΜΚ2 αφού το ανήλικο παιδί της ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο χωρίς από την άλλη να δοθεί και οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής για τους λόγους της μη παρουσίας του.

Όπως ανωτέρω έχει καταδειχθεί, η ΜΚ1 είναι η παραπονούμενη και κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο προέβαλε με σθεναρότητα την θέση ότι, ο Κατηγορούμενος είχε απειλήσει τον ανήλικο γιό τους ότι αν δεν πάει μαζί του θα τους κάνει μεγάλο κακό, καθώς και ότι, ενώ βρισκόντουσαν  στην συνέχεια στον αστυνομικό σταθμό Πάφου με σκοπό να με σκοπό να προβούν σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με την ισχυριζόμενη απειλή, ξαφνικά  εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος εντός του αστυνομικού σταθμού Πάφου και αφού άρπαξε το ανήλικο παιδί τους από το χέρι τον τράβηξε για να τον πάρει μαζί του.  Σύμφωνα μάλιστα με την ΜΚ1 η πιο πάνω ενέργεια του Κατηγορούμενου προς το παιδί, είχε ως αποτέλεσμα αυτό να αναστατωθεί και να αρχίσει να κλαίει ενώ στην συνέχεια έκανε και εμετό. Σημειώνεται επίσης ότι, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με την συγκεκριμένη αποδιδόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, παρουσιάστηκε και ενισχυτική μαρτυρία από τον ΜΚ2, ο οποίος τόσο στην γραπτή του κατάθεση όσο και κατά την δια ζώσης μαρτυρία του  υποστήριξε επίσης την θέση ότι, πράγματι είδε τον Κατηγορούμενο να επιτίθεται στον ανήλικο γιο της ΜΚ1 τραβώντας τον συγκεκριμένα από τον αγκώνα προς το μέρος του με βία με σκοπό να τον πάρει μαζί του, με αποτέλεσμα ο ανήλικος να τρομοκρατηθεί και να ξεσπάσει σε κλάματα ζητώντας βοήθεια από την ΜΚ1.  

Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΚ1 και αντιπαραβάλλοντας τα όσα υπέδειξε αναφορικά με το επίδικο περιστατικό και με την μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας, θα πρέπει καταρχήν να υποδείξω ότι ενώ η ΜΚ1 στην γραπτή της κατάθεση σε καμία περίπτωση ουδέποτε ανέφερε ότι κατά την συνομιλία που είχε ο Κατηγορούμενος μαζί με το ανήλικο παιδί τους και αφού του εκστόμισε την κατ’ ισχυρισμό  επίδικη φράση «αν δεν έρθεις θα σας κάνω μεγάλο κακό» του προκάλεσε οποιοδήποτε φόβο, αναφέροντας μόνο ότι η ίδια μόλις άκουσε αυτά που ο Κατηγορούμενος του είχε εκστομίσει φοβήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να κάνει καμία φασαρία γι’ αυτό και μετέβηκε στην αστυνομία, κατά την κυρίως εξέταση της υποστήριξε κάτι εντελώς διαφορετικό το οποίο θα ήταν λογικά αναμενόμενο αν πράγματι ίσχυε να το ανέφερε στην γραπτή της κατάθεση ευθύς εξ’ αρχής καθότι επρόκειτο για ουσιαστικό ισχυρισμό της αναφορικά με το πως είχε νιώσει ο ανήλικος γιός της κατά την δεδομένη χρονική στιγμή και όχι εκ των υστέρων.  Πιο συγκεκριμένα, ενώ η ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε ότι από την φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος προς το ανήλικο παιδιί τους αυτό τρομοκρατήθηκε, γέμισαν δάκρυα τα μάτια του και άρχισε να κλαίει αναφέροντας της μάλιστα ότι πονάει την καρδιά του αλλά και ότι ο ίδιος ο ανήλικος επιθυμούσε να μεταβεί στην αστυνομία, από την άλλη η ΜΚ1 φαίνεται στην γραπτή της κατάθεση να έχει αναφέρει κάτι εντελώς διαφορετικό για τον λόγο της επίσκεψης της στην αστυνομία χωρίς καμία απολύτως αναφορά για το πως είχε αισθανθεί το παιδί της αφού εξάλλου όπως ισχυρίστηκε  ο λόγος η ίδια αποφάσισε να μεταβεί στην αστυνομία ήταν για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο επειδή η ίδια φοβήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να κάνει καμιά φασαρία. 

Αναφορικά τώρα με το επίδικο γεγονός που επακολούθησε, δηλαδή αυτό της ισχυριζόμενης επίθεσης από τον Κατηγορούμενο προς το ανήλικο παιδί τους κατά την παραμονής τους εντός του αστυνομικού σταθμού Πάφου και πιο συγκεκριμένα εντός του Τμήματος των Μικροπαραβάσεων, διαπιστώνω τα ακόλουθα.

Ενώ από την μια ,η ΜΚ1, κατά την μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι η ίδια όταν είχε αφιχθεί στην αστυνομία πριν από τον Κατηγορούμενο είχε εισέλθει εντός του κτιρίου των Μικροπαραβάσεων του αστυνομικού σταθμού Πάφου και ενώ στεκόταν στην πόρτα του γραφείου εντός του οποίου υπήρχαν δύο αστυνομικοί και καθόντουσαν εμφανίστηκε ξαφνικά ο Κατηγορούμενος ο οποίος όρμησε προς τον ανήλικο τραβώντας τον από το χέρι με σκοπό να τον πάρει μαζί του με αποτέλεσμα ο ανήλικος να φοβηθεί και να αρχίσει το κλάμα,  από την άλλη, φαίνεται ότι η μαρτυρία της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό να είναι ουσιωδώς διαφορετική από την μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος κατά την προφορική του μαρτυρία σε αντίθεση με την γραπτή του κατάθεση ισχυρίστηκε κάτι εντελώς διαφορετικό το οποίο και αντικρούει τον πυρήνα της μαρτυρίας της. Ειδικότερα ο ΜΚ2 κατά την προφορική του μαρτυρία υπέδειξε μια άλλη εκδοχή για το πώς εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό αφού ισχυρίστηκε με τρόπο κατηγορηματικό ότι η ΜΚ1 κατά την στιγμή που ο Κατηγορούμενος τράβηξε από τον ώμο τον ανήλικο προς το μέρος του με σκοπό να τον πάρει μαζί του με την βία καθόταν μπροστά από το γραφείο του με την πόρτα του γραφείου του μάλιστα κλειστή την οποία και άνοιξε ο Κατηγορούμενος όταν εισέβαλε εντός του γραφείου του χωρίς ουσιαστικά να επιβεβαιώνει τα όσα η ΜΚ1 ισχυρίστηκε σε σχέση με τον τρόπο που είχε εξελιχθεί το επίδικο περιστατικό. Σε ότι αφορά μάλιστα το που επακριβώς βρισκόταν κατά την στιγμή της ισχυριζόμενης επίθεσης το ανήλικο παιδί της ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ2 σε αντίθεση με την ΜΚ1 η οποία υποστήριξε ότι και οι δύο βρισκόντουσαν στον διάδρομο και πιο συγκεκριμένα στο σημείο της εισόδου ενός γραφείου,  αυτός ισχυρίστηκε ότι ο ανήλικος επίσης βρισκόταν εντός του γραφείου του και μάλιστα μπροστά του χωρίς να μπορεί να θυμηθεί αν καθόταν στην καρέκλα ή αν ήταν όρθιος πλησίον της μητέρας του όταν ο Κατηγορούμενος εισέβαλε αρπάζοντας τον από τον αγκώνα σε αντίθεση με την ΜΚ1 η οποία ισχυρίστηκε ότι ενώ κρατούσε τον ανήλικο από το ένα χέρι, ο Κατηγορούμενος τον άρπαξε τραβώντας τον από το άλλο.

Περαιτέρω διαπιστώνεται και ότι ενώ αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό της ΜΚ1 ότι μια γυναίκα Λοχίας η οποία κατά την στιγμή εκείνη που είχε εξελιχθεί το περιστατικό βρισκόταν σε διπλανό γραφείο και αφού άκουσε την φασαρία η οποία είχε δημιουργηθεί από την αναστάτωση του παιδιού λόγω της ισχυριζόμενης επίθεσης που είχε δεχτεί εκ μέρους του Κατηγορούμενου βγήκε έξω από το γραφείο της για να δει τι συμβαίνει με αποτέλεσμα να οδηγήσει τόσο την ΜΚ1 όσο και το ανήλικο παιδί τους στο γραφείο της και να κλείσει την πόρτα, από την άλλη ο ΜΚ2  σε καμία αναφορά δεν προέβηκε ότι συνέβηκε οτιδήποτε τέτοιο αφήνοντας εμμέσως πλην σαφώς να νοηθεί ότι αφού είχε επέμβει ο ίδιος και έβγαλε τον Κατηγορούμενο έξω από γραφείο του που είχε εισβάλει ανοίγοντας την πόρτα άφησε τόσο την ΜΚ1 όσο και τον ανήλικο εντός του γραφείου του και συνέλαβε τον Κατηγορούμενο τον οποίο και οδήγησε στα κρατητήρια της αστυνομίας.

Σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΚ2 επίσης θα πρέπει να αναφέρω ότι η ίδια η μαρτυρία του εμπεριέχει ουσιώδεις αντιφάσεις αφού ενώ από την μια ενώ ο ΜΚ2 στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι το περιστατικό είχε λάβει χώρα στην είσοδο του γραφείου του Τμήματος Μικροπαραβάσεων κατά την προφορική του μαρτυρία υπέδειξε κάτι εντελώς διαφορετικό. Επίσης ερωτώμενος για το πως γνώριζε ο Κατηγορούμενος ότι η ΜΚ1 ήταν εντός του γραφείου του αφού η πόρτα του γραφείου ήταν κλειστή, ο ΜΚ2 απάντησε ότι μπορεί να είδε το αυτοκίνητο της παρκαρισμένο απ’ έξω χωρίς από την άλλη να μπορεί να τεκμηριώσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του αλλά ούτε και να υποδείξει το τι επακριβώς επακολούθησε αφού συνεχώς ανέφερε  κατά την αντεξέταση του ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε.

Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις κρίνω ότι η πιο πάνω προσαχθείσα μαρτυρία σχετικά με το επίδικο περιστατικό που επεσυνέβη στον αστυνομικό σταθμό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο ενόψει της διάστασης που παρατηρείται στις ουσιώδεις θέσεις και ισχυρισμούς μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΚ1 και του ΜΚ2 για το πώς αυτό το περιστατικό είχε πραγματικά συμβεί, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να οδηγηθώ στο να εξάγω ασφαλή, σαφή και τεκμηριωμένα ευρήματα  και συμπεράσματα.

Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία τόσο της ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2 απορρίπτεται.

Επαναλαμβάνεται επίσης ότι αναφορικά με την ισχυριζόμενη επίθεση του Κατηγορούμενου προς το παιδί αλλά και την απειλή, ο ανήλικος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει την δική του εξήγηση και εκδοχή για το τι πραγματικά είχε συμβεί και συνεπώς ακόμη και να δεχόμουν την εκδοχή της ΜΚ1 ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος είχε τραβήξει τον ανήλικο από το χέρι και ότι του εκστόμισε την επίδικη φράση, και πάλι δεν θα υπήρχε καμία απολύτως μαρτυρία για το πως ο ίδιος ο ανήλικος είχε νιώσει, αν δηλαδή ο ανήλικος Α.Κ είχε νιώσει οποιοδήποτε φόβο ότι θα ασκηθεί τυχόν βία προς το πρόσωπο του από τον πατέρα του και αν όντως από την εκστόμιση της συγκεκριμένης αυτής φράσης είχε ανησυχήσει ή είχε φοβηθεί.   

Από την άλλη oύτε και την μαρτυρία του Κατηγορούμενου μπορώ να κάνω αποδεκτή για τον λόγο ότι ούτε και αυτός ως μάρτυρας μου άφησε θετική εντύπωση. Ειδικότερα ενώ ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση σε σχέση με τον βασικό ισχυρισμό του υποστήριξε ότι αυτό που έκανε ήταν να πάρει τον ανήλικο από το χέρι με σκοπό να τον φιλήσει κατά την προφορική του μαρτυρία ισχυρίστηκε κάτι εντελώς διαφορετικό αφού ισχυρίστηκε ότι αυτό το οποίο είχε πράξει ήταν απλά και μόνο να αγγίξει το ανήλικο παιδί του πάνω στον ώμο του με σκοπό να τον φιλήσει χωρίς να μπορεί αντεξεταζόμενος να μπορεί να πείσει με επάρκεια την διαφοροποίηση στην θέση του, ότι δηλαδή αναφέροντας το χέρι του ανήλικου εννοούσε τον ώμο του.

Περαιτέρω σημειώνεται ότι, ενώ ο Κατηγορούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία είχε αναφέρει με πλήρη λεπτομέρεια την τηλεφωνική συνομιλία που είχε μαζί με την  ΜΚ1 κατά την στιγμή που ανήλικος αρνείτο να πάει μαζί του, ότι επίσης ο λόγος που είχε φτάσει πρώτος στην αστυνομία πριν από την ΜΚ1 ήταν επειδή το σπίτι της παραπονούμενης βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τον αστυνομικό σταθμό, ότι επίσης ενώ έφτασε στην αστυνομία είδε σε κάποια στιγμή την παραπονούμενη να σταθμεύει το όχημα της αλλά ο ίδιος δεν έδωσε καμία σημασία και προχώρησε για να προβεί σε καταγγελία εναντίον της, ότι ο ΜΚ2 ουδέποτε τον ενημέρωσε για τα αδικήματα που είχε συλληφθεί καθώς και ότι του ανέφερε απλά και μόνο ότι είχε αυτές της οδηγίες από την Λοχία και δεν ήθελε να παρεξηγηθεί μαζί της καθότι διατηρούσαν δεσμό, σε καμία απολύτως περίπτωση οι πιο πάνω ουσιαστικοί ισχυρισμοί του δεν έχουν υποβληθεί ούτε προς την ΜΚ1 ούτε και προς τον ΜΚ2 ούτως ώστε να μπορέσουν να απαντήσουν επί των συγκεκριμένων θέσεων και ισχυρισμών του Κατηγορούμενου και να δώσουν την δική τους εξήγηση.

Δεν μπορώ να αποκλείσω επίσης ούτε και ότι αφής στιγμής ο Κατηγορούμενος πέραν του ότι δεν υπέβαλε μέσω της Υπερασπιστικής του γραμμής όλες τις πιο πάνω θέσεις του προς τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ενώ σε καμία αναφορά περί των ισχυρισμών αυτών δεν είχε ήδη προβεί ούτε και στην ανακριτική του κατάθεση, όλα τα πιο πάνω τα οποία ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο κατά την προφορική του μαρτυρία να αποτελούν και εκ των υστέρων σκέψεις του.  

Σε ότι αφορά επίσης τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου όταν είχε αντεξεταστεί για ποιο επακριβώς λόγο αφού δεν είχε κάνει τίποτα ο ίδιος ανέφερε στον ΜΚ2 τις φράσεις συγνώμη και λυπάμαι κατά την στιγμή που είχε συλληφθεί, και πάλι δεν κατόρθωσε να πείσει ότι ο πραγματικός λόγος που το είχε αναφέρει ήταν επειδή ο ίδιος ένιωθε απογοήτευση για τα όσα είχαν συμβεί και ότι ουσιαστικά οι φράσεις του δεν συνιστούσαν σε καμία απολύτως περίπτωση την απολογία του για κάτι που είχε προηγηθεί. Σημειώνεται επίσης ότι τα όσα ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος ότι εννοούσε αναφορικά με τις συγκεκριμένες φράσεις τις οποίες ούτως ή άλλως δεν αμφισβήτησε ότι ειπώθηκαν προς τον ΜΚ2 από το στόμα του, επίσης δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 ούτως ώστε ο τελευταίος να μπορεί να δώσει και την δική του εξήγηση αναφορικά με το τι επακριβώς ο Κατηγορούμενος του είχε αναφέρει.

Επιπλέον σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος ενώ σε καμία περίπτωση κατά την μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε ότι όντως ο ανήλικος αναστατώθηκε και άρχισε να κλαίει εντός του αστυνομικού σταθμού, από την άλλη φαίνεται ότι επιχείρησε να καταδείξει χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση ότι η παρουσία και μόνο το ανήλικου εντός του συγκεκριμένου χώρου τον είχε ήδη αναστατώσει και ως εκ τούτου ήταν λογικά αναμενόμενο να αρχίσει να κλαίει, θέση η οποία βεβαίως έχει υποστηριχθεί εντελώς υποθετικά και χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση.

Όπως ετέθη στην υπόθεση  Pal Τekinder κ.ά. v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551 η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599). Παρατηρώ λοιπόν ότι το ίδιο ισχύει και εν προκειμένω αφού δεν υποβλήθηκαν τόσο στην ΜΚ1 όσο και στον ΜΚ2 ουσιαστικοί ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου αναφορικά με την Υπερασπιστική του γραμμή, τόσο για τον τρόπο που είχε λάβει το επίδικο περιστατικό όσο και για τις απαντήσεις που ο ίδιος έδωσε στον ΜΚ2 κατά την στιγμή της σύλληψης του.

Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και η μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει δεκτή και συνεπώς απορρίπτεται.  

Ευρήματα

Ο Κατηγορούμενος και η ΜΚ2 λόγω διαπροσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπισαν στην σχέση τους έχουν χωρίσει ενώ από την σχέση τους έχουν αποκτήσει και ένα παιδί, τον ανήλικο Α.Κ. Σε ότι αφορά την επικοινωνία του Κατηγορούμενου μαζί με τον ανήλικο εκδόθηκε διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου την 20/05/20, Τεκμήριο 2,  με βάση το οποίο ο Κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να παραλαμβάνει το παιδί του σε ότι αφορά την εβδομάδα,  κάθε Τρίτη και Παρασκευή μεταξύ των ωρών 5:30 μ.μ. – 8:30 μ.μ της ίδιας ημέρας καθώς και κάθε 1ο και 3ο κ.ο.κ Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από το Σάββατο ή ώρα 6.00 μμ. μέχρι και την Κυριακή η ώρα 6.00 μμ. με διανυκτέρευση. Επειδή η ημερά 12/07/22 ενέπιπτε εντός των ημερών που δικαιούτο ο Κατηγορούμενος να παραλάβει το παιδί του από την ΜΚ1 καθότι ήταν ημέρα Τρίτη, ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε αρχικά για να ενημερώσει ότι θα πάει να τον παραλάβει, αλλά ο ανήλικος αρχικά ήταν λίγο αρνητικός και δεν ήθελε να πάει μαζί του. Τότε όταν ο Κατηγορούμενος έφτασε κάτω από το σπίτι της ΜΚ1 για να τον παραλάβει και αφού συνομίλησαν τηλεφωνικώς τόσο ο ίδιος όσο και η ΜΚ2 η οποία άκουγε την συνομιλία τους καθότι η τηλεφωνική κλήση βρισκόταν σε ανοικτή ακρόαση, μετέβηκαν στην αστυνομία με σκοπό να προβούν σε καταγγελίες ο ένας εναντίον του άλλου. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος μετέβηκε για να καταγγείλει την ΜΚ1 για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου ενώ η ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος απείλησε τον ανήλικο γιό τους τηλεφωνικώς. Στον αστυνομικό σταθμό η ΜΚ1 μετέβηκε με τον ανήλικο Α.Κ όπου στο συγκεκριμένο σημείο έγινε μεταξύ τους ένα περιστατικό όπου ο ανήλικος αναστατώθηκε και άρχισε να κλαίει με αποτέλεσμα να κάνει και εμετό. Ο ΜΚ2 ο οποίος εργαζόταν την συγκεκριμένη στιγμή πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι διέπραξε αδίκημα και ο Κατηγορούμενος του απάντησε «Συγνώμη έκαμα το πας τα νεύρα μου» ενώ στην συνέχεια όταν τον πληροφόρησε ότι θα συλληφθεί του απάντησε «λυπούμαι».

 

 

Νομική Πτυχή – Συμπεράσματα

1η κατηγορία

 

Το αδίκημα της κοινής επίθεσης της 1ης κατηγορίας ρυθμίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως :

«Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».

Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 2 του Ν. 119(Ι)/2000 "μέλος της οικογένειας" σημαίνει:

(α) άντρα και γυναίκα που—

(i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή

(ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο·

(β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)

(γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)·

(δ) κάθε πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα·

Mε βάση το άρθρο 3 (1) του ίδιου Νόμου, βία, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.

(2) Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο (1) στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4(2) και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα.

(3) Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο (4) του άρθρου αυτού.

Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (Βλ. R v. Vienna (1975) 3 All E R 788).  Ο όρος χρησιμοποιείται και με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο πρόσωπο χωρίς την συναίνεσή του.  Έτσι, περιλαμβάνει την επιβολή ή χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου χωρίς την συγκατάθεσή του.  Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία.  Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574 λέχθηκε ότι ο Νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας.  Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, παρανόμως (unlawfully).  Με αυτή την έννοια η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία.   

Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο Κατηγορούμενος είναι ο πατέρας του ανήλικου παιδιού εναντίον του οποίου και κατηγορείται ότι επιτέθηκε. Επομένως τα πρόσωπα αυτά εντάσσονται εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Νόμου 119(Ι)/2000.  Εφόσον όμως η μαρτυρία της ΜΚ1 και του ΜΚ2 δεν έγινε αποδεκτή όπως έχω εξηγήσει ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 

Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει.

2η κατηγορία

Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:

 

           «91Α.  Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημά και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ».

 

Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα :

 

1.   Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.

2.   Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή   

      ανησυχία.

Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία.

 

Στην απόφαση ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής :

 

«το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος.  Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής».

 

Στην Νετζιήπ v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ 1 όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154 αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ’ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τ

 

Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και αφής στιγμής ως έχω ήδη υποδείξει ανωτέρω δεν αποδέχτηκα το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΚ1 και συνεπώς δεν έγινε δεκτή ούτε και η θέση της ο Κατηγορούμενος εκστόμισε αυτή την φράση αλλά ούτε και δέχτηκα ότι ο ανήλικος Α. Κ είχε νιώσει οποιοδήποτε φόβο κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της απειλής και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει.

4η, 7η και 10η κατηγορία

Το αδίκημα της 4ης, 7ης και 10ης κατηγορίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική παρακολούθηση Νόμου 114(Ι)/2021.

Το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου ορίζει ότι θύμα είναι το πρόσωπο εις βάρος του οποίου

         (α)………………………………………………………….

         (β) κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκε προβλεπόμενο στον παρόντα νόμο

           ποινικό αδίκημα είτε αυτό…………………….., είτε εκκρεμεί η εκδίκαση  

           αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου.

Σε ότι αφορά την έννοια της «παρενόχλησης» αυτή έχει την έννοια της πρόκλησης ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο ενώ σε ότι αφορά την έννοια της «συμπεριφοράς σε σχέση με παρενόχληση προσώπου» σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον 2 φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση 2 η περισσοτέρων προσώπων στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς τουλάχιστον 1 φοράς για κάθε πρόσωπο.           

Το δε άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου ορίζει τα εξής :

«Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προκληθείσα παρενόχληση συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή και εναντίον μέλους της οικογένειας του ή και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο που προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται………..

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση».

 Από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρενόχλησης είναι τα εξής :

  1. Πρόσωπο να προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση
  2. Ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση.

Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει διαφαίνεται ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 και του ΜΚ2 δεν έγινε αποδεκτή. Συνεπώς και οι θέσεις τους αναφορικά με τι ισχυρίστηκαν ότι συνέβηκε κατά τον επίδικο χρόνο που η ΜΚ1 βρισκόταν στο σπίτι της μαζί με τον ανήλικο Α. Κ όσο και κατά την παρουσία τους στον Αστυνομικό Σταθμό Πάφου δεν έγιναν αποδεκτές αλλά εκτέθηκαν σε απόρριψη.

Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στις ανωτέρω κατηγορίες, και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 4η, 7η και 10η κατηγορία που αντιμετωπίζει.

6η κατηγορία

Το αδίκημα της 6ης κατηγορίας που αφορά στην άσκηση ψυχολογικής βίας στηρίζεται στα άρθρα 2, 5(ζ) και 6 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115(Ι)/2021.

Το άρθρο 6 του πιο πάνω νόμου προνοεί τα εξής:

 

«Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

 

  Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι τα εξής :

 

  1. Οποιαδήποτε συμπεριφορά προσώπου εναντίον γυναίκας
  2. Η συμπεριφορά αυτή να εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές
  3. Η συμπεριφορά να πλήξει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της γυναίκας εναντίον της οποίας στρέφεται ή να της προκαλεί πραγματικό φόβο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «γυναίκα» σημαίνει πρόσωπο θηλυκού βιολογικού φύλου ή θηλυκής ταυτότητας φύλου και περιλαμβάνει τέτοιο πρόσωπο που έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η ΜΚ2 εντάσσεται εντός της πιο πάνω έννοιας του νόμου και ότι είναι γυναίκα.

 

Περαιτέρω το εύλογο ερώτημα που προκύπτει στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εναντίον της ΜΚ2 αν ήταν τέτοια που εκφράστηκε από τον ίδιο με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε αυτός να συνιστά εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, αλλά και κατά πόσο η συμπεριφορά του αυτή έπληξε την ψυχολογική της ακεραιότητα ή της προκάλεσε πραγματικό φόβο. Αφής στιγμής δεν αποδέχτηκα την μαρτυρία της ΜΚ1 αναφορικά με τα δύο περιστατικά τα  οποία κατάγγειλε στην αστυνομία με αποτέλεσμα να σχηματιστεί και η παρούσα υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου συνεπάγεται και ότι η Κατηγορούσα Αρχή δια της μαρτυρίας που προσέφερε απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος.

 

Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην 6η κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

8η κατηγορία

 

Το αδίκημα της 8ης  κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα έχει ως εξής: 

"91. Όποιος-

(α) … … … … … … … … … … … … … … … …

(β) … … … … … … … … … … … … … … … …

 

(γ) με σκοπό την υποκίνηση οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται ο εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος, και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων."

 

Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ 1,6 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας:

 

«Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ’ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού..»

 

Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης (Βλ. Kallenos v. The Police (1969) 2 C.L.R 210).

 

Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις πιο πάνω νομικές αρχές βρίσκω και πάλι ότι αφής στιγμής η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν έγινε αποδεκτή δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά της κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 8η κατηγορία που αντιμετωπίζει. 

 

                                                                                   (Υπ)   ………………………..…..

                                                               Σ. Συμεού , Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο