Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ε. Κ, Aρ. Υπόθεσης: 673/22, 25/9/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ε. Κ, Aρ. Υπόθεσης: 673/22, 25/9/2026

Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου

Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ.   

 

         Aρ. Υπόθεσης:  673/22

 

                                           

                                       Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

                                                         - ν -  

 

                                                         Ε. Κ

 

                                  

 

Ημερομηνία: 25.09.26

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου             

Για την Κατηγορούμενη: κα. Κ. Χιταρίδου

Κατηγορούμενη : παρούσα

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής δια ευρέσεως (1η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 όπως έχει τροποποιηθεί, στην οποία και απάντησε με μη παραδοχή και ως εκ τούτου η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίες, δηλαδή τον παραπονούμενο ΜΚ1 και τον αρχιμηχανικό του ξενοδοχείου ΜΚ2 ο οποίος εργάζεται στο ξενοδοχείο εντός του οποίου απώλεσε την περιουσία του ο ΜΚ1, η οποία αφορά σε μια χρυσή καδένα με ένα χρυσό σταυρό συνολικής αξίας 700 ευρώ.  Αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας το οποίο λήφθηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, αυτό κατατέθηκε υπό την μορφή παραδεκτών γεγονότων. Συνολικά κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν οκτώ (8) Τεκμήρια.  

 

Μετά το κλείσιμο  της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αφού εξέτασε κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης με ενδιάμεση απόφαση κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία ενώ της επεξηγήθηκαν και τα δικαιώματα της. Η Κατηγορούμενη από πλευράς επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπιση της.

 

Παραδεκτά γεγονότα

 

Στην βάση των παραδεκτών γεγονότων τα οποία κατατέθηκαν και συνεπώς αποτελούν και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Αστ. 495 Γ. Δημητρίου του ΤΑΕ Πάφου, μετά από την καταγγελία του ΜΚ1 η οποία έγινε την 30/08/18 και περί ώρα 18:00 μ.μ. επισκέφθηκε το ξενοδοχείο “Aloe” στην Πάφο, από τώρα και στο εξής « το ξενοδοχείο » και αφού προέβηκε σε εξετάσεις στο δωμάτιο που διέμενε ο ΜΚ1 με αρ. 148 και που κατ’ ισχυρισμό του είχε ξεχάσει την πιο πάνω περιουσία του δεν εντόπισε κανένα ίχνος παραβίασης στο εν λόγω δωμάτιο ενώ η σκηνή δεν προσφερόταν για δακτυλοσκοπικές εξετάσεις. Στο εν λόγω δωμάτιο επίσης δεν υπήρχε εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης ή σύστημα συναγερμού.

 

Ακολούθως την 01/10/18 και ώρα 14:40 μ. μ. ο Αστ. 2092 Ν. Κουμπαρής, προέβηκε στην σύλληψη της Κατηγορουμένης δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού την πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης της και της επέδειξε και το σχετικό ένταλμα, η Κατηγορουμένη του απάντησε ότι όταν μπήκε στο δωμάτιο δεν είχε οτιδήποτε.

 

Η δε Γ/Αστ. 3025 Ε. Παρπέρη του ΤΑΕ Πάφου στα πλαίσια διερεύνησης του αδικήματος της κλοπής δια ευρέσεως στις 02/10/18 και μεταξύ των ωρών 12:00 – 12:35 μ.μ. με την βοήθεια διερμηνέα στην Ρωσική γλώσσα έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη αφού την πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε εναντίον της και αφού της επέστησε γραπτώς την προσοχή της στον Νόμο. Στην συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορουμένη και αφού της επεστήθηκε η προσοχή της στον Νόμο αυτής της απάντησε « δεν παραδέχομαι».

 

Ο Γ. Γ ο οποίος εργάζεται ως υπεύθυνος υποδοχής του ξενοδοχείου ενημερώθηκε από τον επισκέπτη που διέμενε στο δωμάτιο με αρ. 148, δηλαδή τον ΜΚ1, ότι κατάγγειλε στην αστυνομία ότι άφησε ένα χρυσό σταυρό με την καδένα του στο δωμάτιο με αρ. 148 την 30/09/18 το οποίο είχε παραχωρηθεί σε συνεργάτη της εταιρίας η οποία επρόκειτο να τραγουδήσει σε άλλο ξενοδοχείο του ομίλου και ότι μάλιστα η συγκεκριμένη κοπέλα είχε μείνει στο συγκεκριμένο δωμάτιο μαζί με τον ΜΚ1 ο οποίος είναι και ο σύζυγο της, κάτι για το οποίο ενημερώθηκε όταν αναχώρησαν. Μετά την πιο πάνω ενημέρωση που είχε για την καταγγελία στην αστυνομία, ο Γ.Γ κάλεσε τον ΜΚ2 να ελέγξει την κλειδαριά του δωματίου αλλά και να του αναφέρει ποιοι είχαν εισέλθει μετά την αναχώρηση της συγκεκριμένης κοπέλας από το δωμάτιο. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο οποίος είναι ο αρχιμηχανικός, στις 10:00 π.μ. της ίδιας ημέρας εισήλθε εντός του δωματίου η Κατηγορούμενη η οποία εργάζεται ως καμαριέρα στο εν λόγω ξενοδοχείο τα τελευταία δύο χρόνια χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε καταγγελία σε βάρος της στο παρελθόν. Ακολούθως σύμφωνα με τον υπεύθυνο υποδοχής στις 11:35 π.μ εισήλθε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου η Ι.Μ η οποία εργάζεται στο ξενοδοχείο ως housekeeper και τα καθήκοντα της είναι να ελέγχει ότι το δωμάτιο έχει καθαριστεί και είναι έτοιμο για να παραδοθεί στον νέο πελάτη. Η συγκεκριμένη υπάλληλος σύμφωνα με το πιο πάνω πρόσωπο εργάζεται στο ξενοδοχείο περί τα 10 έτη χωρίς επίσης να έχει γίνει οποιαδήποτε καταγγελία εις βάρος της. Στο συγκεκριμένο δωμάτιο ακολούθως και περί ώρα 13:50 μ.μ εισήλθαν οι νέοι πελάτες. Ακολούθησε έλεγχος και στην λινοθήκη του ξενοδοχείου μήπως και η περιουσία του ΜΚ1 εντοπιστεί στα σεντόνια αλλά δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε. Επίσης στο συγκεκριμένο δωμάτιο παρόλο που υπήρχε χρηματοκιβώτιο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε.

 

Η Ι.Μ η οποία εργάζεται στο ξενοδοχείο ως housekeeper κατά τον επίδικο χρόνο είχε ελέγξει το δωμάτιο με αρ. 148 αφού προηγουμένως είχε εισέλθει σε αυτό με την χρήση της κάρτας της καθότι η πόρτα του ήταν κλειστή. Στο εν λόγω δωμάτιο παρέμεινε για  περίπου 10 λεπτά και μετά αναχώρησε αφού έκλεισε την πόρτα. Η πόρτα του δωματίου κατά την είσοδο της σε αυτό ήταν κλειστή, παρόλο που κάποιες φορές δίνονται οδηγίες στις καθαρίστριες να την αφήνουν ανοικτή για να μπει καθαρός αέρας, όταν δηλαδή μυρίζει άσχημα το δωμάτιο.

 

Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής

 

Ο ΜΚ1 είναι ο παραπονούμενος. Η γραπτή του κατάθεση η οποία υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτελεί το Τεκμήριο 1. Ο ΜΚ1 κατά την μαρτυρία του εξήγησε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επισκέφθηκε το συγκεκριμένο ξενοδοχείο καθώς και τους λόγους που εναπόθεσε στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι τον σταυρό με την καδένα του.

 

Aντεξεταζόμενος από την Υπεράσπιση, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τον συγκεκριμένο σταυρό και την καδένα τα είχε αποκτήσει πριν από περίπου δύο χρόνια αφού του τα είχαν δωρίσει και ως εκ τούτου γνώριζε και την αξία τους, ενώ υποστήριξε παράλληλα και ότι τα φορούσε στον λαιμό του καθημερινά αφαιρώντας τα μόνο όταν πήγαινε για ύπνο. Ερωτώμενος για το κατά πόσο πριν αφιχθεί στον ξενοδοχείο στο οποίο κατ’ ισχυρισμό του είχε απωλέσει την περιουσία του είχε καταναλώσει προηγουμένως αλκοόλ με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να θυμάται αν είχε απωλέσει  τον σταυρό και την καδένα του πριν μεταβεί σε αυτό για να κοιμηθεί, δηλαδή κατά την παραμονή του προηγουμένως σε άλλο ξενοδοχείο στο οποίο είχε μεταβεί μαζί με την σύζυγο του η οποία ήταν τραγουδίστρια και θα τραγουδούσε, ο ΜΚ1 αρνήθηκε και επέμεινε κατηγορηματικά στην θέση του ότι τον συγκεκριμένο σταυρό με την καδένα του τον είχε εναποθέσει πάνω στο κομοδίνο δεξιά δίπλα από το κρεβάτι που κοιμήθηκε και συνεπώς τον είχε μαζί του μέχρι και την συγκεκριμένη στιγμή που τον έβγαλε.  Επίσης ο ΜΚ1 ήταν κατηγορηματικός εμμένοντας στην θέση του ότι τον συγκεκριμένο σταυρό με την καδένα κατά την αναχώρηση του από το δωμάτιο του ξενοδοχείου ξέχασε να τον πάρει μαζί του και ότι όταν το θυμήθηκε κάλεσε το ξενοδοχείο μήπως και εντοπιστεί. Σε ότι αφορά το κατά πόσο από το επίδικο δωμάτιο είχε αναχωρήσει πρώτος αυτός ή σύζυγος του, ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από το δωμάτιο αναχώρησε πρώτα ο ίδιος και αμέσως μετά η σύζυγος του χωρίς όμως από την άλλη να μπορεί να αναφέρει με ακρίβεια το κατά πόσο πράγματι η σύζυγος του είχε κλείσει την πόρτα του δωματίου κατά την αναχώρηση τους ή η πόρτα είχε παραμείνει ανοιχτή με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γνωρίζει αν κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο πλην της Κατηγορουμένης είχε εισέλθει εντός του δωματίου τους και του είχε κλέψει τον σταυρό με την καδένα.

 

Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο Α.Μ ο οποίος εργάζεται ως αρχιμηχανικός στο ξενοδοχείο που απώλεσε την περιουσία του ο ΜΚ1. Η γραπτή του κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο 2 η οποία και υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση, ο ίδιος είχε κληθεί την 01/10/18 από τον υπεύθυνο της υποδοχής του ξενοδοχείου με σκοπό να ελέγξει ποια άτομα είχαν εισέλθει στο δωμάτιο με αρ. 148 μετά από την αναχώρηση του ΜΚ1 και της συζύγου του. Με βάση τον έλεγχο που διενήργησε στο συγκεκριμένο δωμάτιο περί τις 10:00 π.μ. της 30/09/18 εισήλθε η Κατηγορούμενη ενώ περί τις 11:35 π.μ. η Ι.Μ η οποία εργάζεται ως housekeeper. Επίσης σύμφωνα με τον ΜΚ2 την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:50 μ.μ στο συγκεκριμένο δωμάτιο εισήλθαν νέοι πελάτες.

 

Ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος αρχικά ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο ο ΜΚ1 και η σύζυγος του είχαν αφήσει ανοικτή την πόρτα όταν αναχώρησαν από το δωμάτιο κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ στην συνέχεια υπέδειξε ότι αφής στιγμής με βάση τον έλεγχο που διενήργησε προέκυψε ότι ο ΜΚ1 μαζί με την σύζυγο του αναχώρησαν περί τις 09:40 π.μ αυτό τελικά σημαίνει ότι η πόρτα του συγκεκριμένου δωματίου είχε κλείσει κατά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή και συνεπώς ότι δεν είχε παραμείνει ανοικτή. Σε ότι αφορά τον χρόνο αναχώρησης τόσο της Κατηγορουμένης από το δωμάτιο όσο και της υπαλλήλου η οποία μετέβηκε στην συνέχεια στο δωμάτιο για έλεγχο, δηλαδή της Ι.Μ,  ο ΜΚ2 υπέδειξε κατά την μαρτυρία του ότι ούτε και το γεγονός αυτό καταγράφηκε στην γραπτή του κατάθεση και συνεπώς ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει τι ώρα εξήλθαν. Η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 του υπέβαλε την θέση ότι τόσο η Κατηγορουμένη όσο και η επόμενη υπάλληλος που είχε εισέλθει στο συγκεκριμένο δωμάτιο του ξενοδοχείου είχαν αφήσει την πόρτα ανοικτή κατά την έξοδο τους με αποτέλεσμα να μπορούσε να επιτευχθεί η είσοδος οποιουδήποτε άλλου προσώπου ενώ ο ΜΚ2 απαντώντας στην πιο πάνω θέση δεν μπορούσε να τοποθετηθεί αναφορικά με την ώρα της εξόδου των πιο πάνω προσώπων από το συγκεκριμένο δωμάτιο πλην της ώρα που εισήλθαν σε αυτό.

 

 

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα

 

Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. 

Κατ’ αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.  Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ’ ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου (1988) 1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη (1995) 2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454).    

 

Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο καθότι διαφάνηκε ότι ήταν ειλικρινής και ότι παρουσιάστηκε με σκοπό να αναφέρει μόνο όσα είχαν περιέλθει στην αντίληψη του και τίποτα περισσότερο. Ειδικότερα ο ΜΚ1 ήταν κατηγορηματικός και σταθερός στην θέση του χωρίς να κλονιστεί κατά την αντεξέταση του, ότι είχε τοποθετήσει κατά τον επίδικο χρόνο την περιουσία του στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι που κοιμήθηκε καθώς και στην θέση του, ότι τον σταυρό με την καδένα τα είχε ξεχάσει στο συγκεκριμένο δωμάτιο και δεν τον είχε απωλέσει από προηγουμένως όταν βρισκόταν σε άλλο ξενοδοχείο μαζί με την σύζυγο του. Οι πιο πάνω θέσεις του ΜΚ1 γίνονται από το Δικαστήριο αποδεκτές και συνακόλουθα αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου. Όπως αποδεχτή γίνεται και η θέση του ΜΚ1 και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 εξήλθε πρώτος από το δωμάτιο του ξενοδοχείου κατά την αναχώρηση του μαζί με την σύζυγο του χωρίς βεβαίως να γνωρίζει με βεβαιότητα αν η σύζυγος του εξερχόμενη από την πόρτα του δωματίου αρ. 148 που διέμεναν, είχε κλείσει την πόρτα ή η πόρτα του δωματίου είχε παραμείνει ανοικτή.  Τόσο η πιο πάνω θέση του ΜΚ1 όσο και το σύνολο της μαρτυρίας του καταδεικνύει ότι ο μάρτυρας αυτός δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να εμπλέξει την Κατηγορούμενη αλλά ότι ήταν αντικειμενικός, αφού μάλιστα υπέδειξε κατά την μαρτυρία του ότι κατά την έξοδο τους από το δωμάτιο δεν είχε συναντήσει οποιοδήποτε πρόσωπο περιλαμβανομένου και της Κατηγορούμενης, θέση η οποία επίσης γίνεται αποδεκτή και αποτελεί μέρος των ευρημάτων μου.

 

Και ο ΜΚ2 μου άφησε θετική εντύπωση αφού απαντούσε με σαφήνεια και σταθερότητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και ήταν αντικειμενικός. Η μαρτυρία του επί της ουσίας της δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς αποδέχομαι τις θέσεις του τόσο για την ώρα αναχώρησης του ΜΚ1 με την σύζυγο του από το δωμάτιο 148 του ξενοδοχείου όσο και για την ώρα εισόδου της Κατηγορουμένης στο εν λόγω δωμάτιο αλλά και της housekeeper Ι.Μ με βάση τον έλεγχο στον οποίο πρόεβηκε όταν αυτό του είχε ζητηθεί από τον υπεύθυνο της υποδοχής του ξενοδοχείου την 01/10/18. Επίσης αποδέχομαι και την θέση του ΜΚ2 ότι τόσο η ώρα εξόδου της Κατηγορουμένης αλλά και της housekeeper από το δωμάτιο δεν είχαν διευκρινιστεί αφού από τον έλεγχο που διενήργησε και συνεπώς ότι ο ίδιος δεν μπορούσε γνωρίζει αν η πόρτα του δωματίου κατά την έξοδο των πιο πάνω προσώπων είχε παραμείνει ανοικτή. Αφής στιγμής λοιπόν οι θέσεις του ΜΚ2 έγιναν αποδεκτές προβαίνω συνακόλουθα και στα ανάλογα ευρήματα, ότι δηλαδή ο ΜΚ2 προέβηκε σε έλεγχο για το ποιος εισήλθε στο συγκεκριμένο δωμάτιο μετά την αναχώρηση του ΜΚ1 και της συζύγου του διαπιστώνοντας ότι είχαν εισέλθει στις ώρες οι οποίες έχουν καταγραφεί στο μηχάνημα του ξενοδοχείου τόσο η Κατηγορούμενη όσο και η Ι.Μ πριν την άφιξη των νέων πελατών στο εν λόγω δωμάτιο.

 

Η Κατηγορούμενη

Η Κατηγορούμενη από την άλλη τήρησε ως άλλωστε είχε δικαίωμα, το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς Υπεράσπιση της.

 

Η δε ανακριτική της κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο 8Α και 8Β. Όσον αφορά  την γραπτή κατάθεση Κατηγορούμενου σημειώνονται τα ακόλουθα. 

 

Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179    δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας.  Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. 

 

Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ’ ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, R v. Hamand (1985) 82 Cr App R. 65, R v. Sharp (1988) 1 All E R 65).  Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια.  Στην υπόθεση R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά.  Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία.    

 

Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: 

 

«Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. 

Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ’ εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».

 

Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004.  Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ’ ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9).  Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9).     

Στην γραπτή της κατάθεση η Κατηγορούμενη προβαίνει σε απαλλακτικές μόνο δηλώσεις. Ενώ αποδέχεται ότι είχε εισέλθει εντός του συγκεκριμένου δωματίου με σκοπό να καθαρίσει κάτι που τελικά έπραξε, υποστηρίζει ότι πέραν του ότι δεν βρήκε την περιουσία του παραπονούμενου ΜΚ1 την στιγμή που η ίδια καθάριζε εντός του δωματίου αρ. 148 , η ίδια φεύγοντας από το εν λόγω δωμάτιο άφησε και την πόρτα του ανοικτή με σκοπό να εισέλθει στην συνέχεια η υπεύθυνη housekeeper ούτως ώστε να ελέγξει ότι το δωμάτιο είχε καθαριστεί σωστά. Οι πιο πάνω θέσεις της Κατηγορουμένης αφής στιγμής δεν υποστηρίχθηκαν ενόρκως ούτως ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να έχει την δυνατότητα την αντεξετάσει επί των θέσεων της αυτών, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αφού συν τοις άλλοις δεν υποστηρίζονται και από άλλη μαρτυρία.

 

Νομική Πτυχή Αδικήματος

Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η δεύτερη και τέταρτη κατηγορία, προνοεί ως ακολούθως: 

 

«(1) Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

 

Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:

(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-

(i) με τέχνασμα

(ii) με εκφοβισμό

(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο

(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα

(β) ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.

(γ) ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.

(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.

 

Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής:

 

«Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι (1) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (2) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (3) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act.

 

Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.

 

Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.

 

Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255(1) και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4(1) του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ’ αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General’s Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth – πιο πάνω – σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». 

 

Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους.  Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει.  Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του.  

 

Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67).  Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία.

 

 Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής.

 

Συμπεράσματα

 

Είναι φανερό ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής εν προκειμένω στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ZAKARIA QASSOUM κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 86/2023, ημερομηνίας 14.5.2026 επεξηγήθηκε με σαφήνεια η έννοια της περιστατικής μαρτυρίας και η διεργασία η οποία οδηγεί, στη βάση αυτής, σε κατάληξη περί ενοχής συγκεκριμένου κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα λέχθηκαν  τα εξής:

 

«Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ο γενικός κανόνας εν σχέσει με την περιστατική μαρτυρία είναι πως «δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις του επίδικου συμβάντος γενικώς» (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης & Ν. Σάντης, 2014, σ. 554). Όπως συναφώς έχει τονιστεί στην Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 2.Α.Α.Δ 102 :

 

«Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic (1986) 2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ 172).

 

Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του».Δεν είναι λοιπόν κάθε επιμέρους περίσταση ή περιστατικό της υπόθεσης που δύναται να λειτουργήσει ως περιστατική μαρτυρία. Η προσοχή κάθε φορά εστιάζεται σε συγκεκριμένο κατηγορούμενο και εντός αυτού του πλαισίου είναι που εξετάζεται κατά πόσον υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία σωρευτικά σφραγίζουν τη δική του ενοχή. Όπως χαρακτηριστικά έχει τονιστεί στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ 260 το εκδικάζον Δικαστήριο πρέπει «να αναφέρει με καθαρότητα και ένα προς ένα τα αποδεικτικά στοιχεία που βρήκε ότι συνιστούσαν κρίκους περιστατικής μαρτυρίας και να τα συνδέει με τη σειρά σε αλυσίδα που τελικά να δένει τον εφεσείοντα ως το δράστη του εγκλήματος».

 

Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία έχουν προκύψει μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και την αποδεχθείσα μαρτυρία, το βασικό ερώτημα που προκύπτει και θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το πρόσωπο που έκλεψε την περιουσία του ΜΚ1 και την ιδιοποιήθηκε αποκτώντας έτσι κατοχή αποστερώντας από αυτή μονίμως τον ιδιοκτήτης της είναι η Κατηγορούμενη ή όχι.

 

Με βάση τα ευρήματα μου η εν λόγω περιουσία ήταν του παραπονούμενου ΜΚ1 ο οποίος ήταν και ο ιδιοκτήτης της ενώ τόσο ο σταυρός όσο και η καδένα ήταν αξίας 700 ευρώ αφού παρά το γεγονός ότι δεν εκτιμήθηκαν εντούτοις ο ΜΚ1 γνώριζε την αξία με βάση την οποία είχαν αγοραστεί καθότι του τα είχαν προσφέρει ως δώρο. Κατά τον επίδικο χρόνο η πιο πάνω περιουσία του ΜΚ1 είχε αφεθεί από τον ίδιο πάνω στο κομοδίνο του δωματίου αρ. 148 και δίπλα από το κρεβάτι που κοιμήθηκε πριν ξαπλώσει ενώ κατά την αναχώρηση του από το συγκεκριμένο δωμάτιο ο ίδιος ξέχασε να τα παραλάβει. H πόρτα του δωματίου σύμφωνα με τον έλεγχο που έγινε από τον ΜΚ1 έκλεισε για πρώτη φορά στις 09:40 π.μ όταν έφυγε ο ΜΚ1 μαζί με την σύζυγο του και συνεπώς με βάση τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν κατατεθεί η πόρτα με την έξοδο τους είχε κλείσει. Ο δε χρόνος της αναχώρησης τους από το δωμάτιο ήταν στις 09:40 π.μ. ως αυτός καταγράφηκε επί του μηχανήματος που έλεγξε ο ΜΚ2.

 

Με βάση τα ευρήματα μου και ενόσω η πόρτα του δωματίου αρ. 148 ήταν κλειστή, το πρώτο πρόσωπο που εισήλθε στο δωμάτιο αυτό που είχε διανυκτερεύσει ο  ΜΚ1 αμέσως μετά την αναχώρηση του ήταν η Κατηγορουμένη ενώ στην συνέχεια η I.M η οποία επίσης με βάση τα παραδεκτά γεγονότα βρήκε την πόρτα κλειστή. Η Ι.Μ παρέμεινε στο δωμάτιο για 10 περίπου λεπτά ενώ με βάση τα παραδεκτά γεγονότα κατά την αναχώρηση της έκλεισε την πόρτα. Σε ότι αφορά την ώρα αναχώρησης της Κατηγορουμένης από το συγκεκριμένο δωμάτιο αλλά και για το κατά πόσο είχε κλείσει η πόρτα ή πόρτα είχε παραμείνει ανοικτή, μαρτυρία δεν έχει προσφερθεί. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται το ότι, η πλευρά της Υπεράσπισης της θέτοντας στον ΜΚ1 και στον ΜΚ2 την θέση ότι πιθανόν να εισήλθε στο δωμάτιο κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο και να έχει κλέψει την συγκεκριμένη περιουσία η οποία βρισκόταν εντός του δωματίου στο οποίο είχε διανυκτερεύσει ο ΜΚ1, κανένας εκ των δύο δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί αυτού του ζητήματος αφού άλλωστε δεν γνώριζαν με βεβαιότητα το κατά πόσο πράγματι η Κατηγορούμενη κατά την έξοδο της από το εν λόγω δωμάτιο είχε αφήσει την πόρτα ανοικτή με αποτέλεσμα να μπορούσε να έχει πρόσβαση εντός του δωματίου οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο πέραν τη ίδιας. Ως προς το σημείο αυτό της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής θεωρώ πως παραμένει κενό. Μάλιστα σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και δη την κατάθεση της Ι.Μ πολλές φορές συνηθίζεται η πόρτα κατά την έξοδο της καθαρίστριας από το δωμάτιο να παραμένει ανοικτή αφού δίνονται οδηγίες στις καθαρίστριες να την αφήνουν ανοικτή για να μπει καθαρός αέρας, όταν δηλαδή μυρίζει άσχημα το δωμάτιο.

 

Υπό το φως των πιο πάνω παραμένει δηλαδή αμφίβολο το κατά πόσο κατά το χρονικό διάστημα από την έξοδο της Κατηγορουμένης από το εν λόγω δωμάτιο μέχρι και την ώρα που η Ι.Μ σε αυτό η πόρτα όντως είχε παραμείνει ανοικτή για κάποιο άγνωστο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να ήταν δυνατό να εισέλθει σε αυτό και οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο ούτως ώστε να μην μπορεί χωρίς καμιά απολύτως αμφιβολία να λεχθεί ότι το μόνο πρόσωπο που εισήλθε σε αυτό από την αναχώρηση του ΜΚ1 ήταν η Κατηγορούμενη. Επομένως δημιουργείται ευλόγως η αμφιβολία για το πότε αλλά και για το ποιος πήρε τελικά το σταυρό από το κομοδίνο αφού ο ΜΚ1 τον είχε εναποθέσει στο σημείο το οποίο υπέδειξε.  

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω λεχθέντα διαπιστώνεται κενό στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο αναπόδραστο συμπέρασμα με βάση την περιστατική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του ότι ήταν με απόλυτη βεβαιότητα αυτή που είχε εντοπίσει τον σταυρό και την καδένα του και τα έκλεψε.

 

Ενόψει της αμφιβολίας που δημιουργήθηκε, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία εναντίον της Κατηγορούμενης και ως εκ τούτου η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία.

 

 

                                                                        (Υπ.)  ……………………………

                                                                                        Σ. Συμεού, Ε. Δ.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο