ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. A, Αρ. Υπόθεσης: 5344/26, 4/11/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. A, Αρ. Υπόθεσης: 5344/26, 4/11/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:    Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

     Αρ. Υπόθεσης: 5344/26

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

v.

A. A

         Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 04.11.2026                                                                           

Εμφανίσεις:

Για Δημοκρατία: κα. Ξένια Ξενοφώντος  

Για Κατηγορούμενο: κ. Χρίστος Δημητρίου  

Κατηγορούμενος : Παρών 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(αίτημα κράτησης)

 

Με το υπό εξέταση κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 15 κατηγορίες με φερόμενο θύμα την σύζυγο του.

 

Kαταλογίζεται σε αυτόν:

 

Μία περίπτωση πρωκτικού βιασμού με χρόνο διάπραξης άγνωστη ημερομηνία του Αυγούστου 2024 (1η Κατηγορία), ενώ στη βάση γεγονότων του ιδίου περιστατικού του προσάπτεται και το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας και σεξουαλικής παρενόχλησης (2η, 3η και 4η Κατηγορία).

 

Μία περίπτωση κολπικού βιασμού με χρόνο διάπραξης άγνωστη ημερομηνία του Ιανουαρίου 2025 (5η Κατηγορία), ενώ στη βάση γεγονότων του ιδίου περιστατικού του προσάπτεται και το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας και σεξουαλικής παρενόχλησης (6η, 7η και 8η Κατηγορία).

 

Μία περίπτωση κολπικού βιασμού με χρόνο διάπραξης άγνωστη ημερομηνία του Φεβρουάριο 2025 (9η Κατηγορία), ενώ στη βάση γεγονότων του ιδίου περιστατικού του προσάπτεται και το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας και σεξουαλικής παρενόχλησης (10η, 11η και 12η Κατηγορία).

 

Τέλος του καταλογίζεται και το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης (13η Κατηγορία), άσκησης ψυχολογικής βίας (14η Κατηγορία) και παρενόχλησης (15η Κατηγορία) αδικήματα που κατ ισχυρισμό έλαβαν χώρα σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2024 – 2025.

 

Με απόφασή του ημερομηνίας 31.08.2026, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου παρέπεμψε τον κατηγορούμενο σε δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου και διέταξε, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση εκκρεμούσης της δίκης του αφού διαπίστωσε την ύπαρξη κινδύνου φυγοδικίας καθώς και διάπραξης νέων αδικημάτων, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος. Σημειώνεται ότι κατά εκείνο το στάδιο, η πλευρά του κατηγορούμενου δεν έφερε ένσταση στο αίτημα κράτησης, είχε όμως επιφυλάξει ρητά το δικαίωμα του να ενστεί σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του Κακουργιοδικείου. 

 

Στις 19.10.2026, όταν η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μας, ο συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες ο πελάτης του ένεκα του ότι εκκρεμούσε και αίτημα για νομική αρωγή. Δεν έφερε ένσταση επί του αιτήματος για συνέχιση της κράτησης του, επιφυλάσσοντας όμως για ακόμα μια φορά το δικαίωμα να ενστεί κατά την επόμενη εμφάνιση, αφού ολοκληρωνόταν και η εξέταση του αιτήματος νομικής αρωγής.

 

Στις 30.10.2026 και αφού η υπόθεση προγραμματίστηκε για απάντηση στις 12.11.2026 μετά από αίτημα της υπεράσπισης, ζητήθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής, η κράτηση του κατηγορούμενου.

 

Το αίτημα που υπέβαλε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, στηρίχθηκε τόσο στη βάση του κίνδυνου φυγοδικίας όσο και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Προς υποστήριξη του, κατέθεσε δέσμη μαρτυρικού υλικού που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση αλλά και αντίγραφα κατηγορητηρίων δύο άλλων υποθέσεων (6161/25 & 5342/26) που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στο Ε.Δ.Πάφου (Έγγραφο Α). Κατέθεσε επίσης και αντίγραφο έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 19.02.2026 που αφορά τον κατηγορούμενο.

 

Σύμφωνα με τις θέσεις που προβλήθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, στην υπό εξέταση υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πολύ σοβαρές κατηγορίες που αφορούν αδικήματα βιασμών που επιφέρουν ποινές δια βίου φυλάκισης με φερόμενο θύμα την σύζυγο του. Σε περίπτωση δε καταδίκης του, αναμένεται να επιβληθούν πολυετείς ποινές φυλάκισης, ενώ από το μαρτυρικό υλικό και συγκεκριμένα την κατάθεση της παραπονούμενης στην οποία γίνεται λεπτομερής περιγραφή έκαστου περιστατικού, φαίνεται να θεμελιώνεται και η πιθανότητα καταδίκης. Από την άλλη σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν διατηρεί δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία ή σε κάθε περίπτωση οι δεσμοί του αυτοί είναι χαλαροί. Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το 2017 μαζί με την σύζυγο και τα 4 παιδιά του,  αυτός κατάγεται από την Συρία, βρίσκεται στην Κύπρο με το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, διέμενε σε ενοικιαζόμενη κατοικία μέχρι και την σύλληψη του ενώ πλέον, εδώ και περίπου ένα χρόνο, η σύζυγος και τα παιδιά του δεν διαμένουν μαζί του ενόψει προηγούμενων καταγγελιών της τελευταίας για τη διάπραξη από τον κατηγορούμενο αδικημάτων εναντίον της ίδιας αλλά και εναντίον των παιδιών του. Μάλιστα παρέπεμψε και στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 19.02.2026 όπου εκεί αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος στο πρόσφατο παρελθόν είχε εκφράσει την πρόθεσή του να επιστρέψει στην Συρία μετά την βελτίωση της πολιτικής κατάστασης στην χώρα του.

 

Στρεφόμενη προς τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε στο ιστορικό των καταγγελιών που περιλαμβάνονται στις υποθέσεις με αρ. 6161/2025 και 5342/2026 που παρουσιάζουν και πάλι την σύζυγο του κατηγορούμενου και κάποια από τα παιδιά του ως φερόμενα θύματα για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας (πέραν του ενός περιστατικού) καθώς επίσης και το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου της υπό εξέταση υπόθεσης το οποίο περιλαμβάνει τρία διαφορετικά περιστατικά ισχυριζόμενων βιασμών. Αποτελεί θέση της ότι σωρευτικά ιδωμένα τα πιο πάνω δημιουργούν την ισχυρή εντύπωση ότι σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος θα διαπράξει άλλα αδικήματα εναντίον της συζύγου του και των παιδιών του. Τέλος αναφορικά με την ύπαρξη του απαγορευτικού διατάγματος που είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορούμενου στις 30.09.2025 στα πλαίσια της υπόθεσης 6161/2025, εξέφρασε την θέση ότι αυτό δεν μπορεί να λεχθεί ότι ενέργησε αποτρεπτικά για τον κατηγορούμενο αφού τόσο το φερόμενο θύμα όσο και τα παιδιά του βρίσκονταν σε καταφύγιο του ΣΠΑΒΟ στην Λευκωσία και δεν θα μπορούσε, ακόμα και αν αυτός το επιδίωκε, να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί τους μέχρι και σήμερα.

 

Ο συνήγορος του κατηγορούμενου από την άλλη, έφερε ένσταση επί του αιτήματος τονίζοντας το τεκμήριο της αθωότητας του πελάτη του και το δικαίωμα του στην ελευθερία. Σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας χωρίς να αμφισβητεί την σοβαρότητα των αδικημάτων που ο πελάτης τους αντιμετωπίζει και την ενδεχόμενη επιβολή πολύ αυστηρών ποινών σε περίπτωση καταδίκης, επικεντρώθηκε στην θεμελίωση της πιθανότητας καταδίκης.

 

Εξέφρασε την άποψη ότι στην κρινόμενη περίπτωση η πιθανότητα καταδίκης δεν θεμελιώνεται από την στιγμή που το σύνολο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται στην μαρτυρία αποκλειστικά και μόνο της παραπονούμενης, χωρίς να υπάρχει ενισχυτική ή άλλη υποστηρικτική ή ανεξάρτητη μαρτυρία. Μάλιστα εξέφρασε και την θέση ότι το παράπονο της μπορεί να διακατέχεται από αλλότρια κίνητρα ιδίως αν ληφθεί υπόψη ο χρόνος που αποφάσισε να προβεί σε καταγγελία δηλαδή ενώ είχε ήδη δρομολογήσει και διαδικασίες για ανάληψη από μέρους της, της αποκλειστικής γονικής μέριμνας των παιδιών τους (Έγγραφο Γ). Περαιτέρω διερωτήθηκε ποια η βασιμότητα των καταγγελιών των φερόμενων βιασμών όταν η ίδια η σύζυγος σε καμία αποκάλυψη αυτών δεν προέβηκε κατά προγενέστερες καταγγελίες της για ισχυριζόμενη οικογενειακή βία (ημερ. 09.05.2025 και 27.09.2025 που αφορούν τις υποθέσεις 6161/2025 & 5342/2026) υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης πάσχει και πως με βάση το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης. Αναφορικά με τους δεσμούς του κατηγορούμενου με την Κύπρο σημείωσε πως ο κατηγορούμενος βρίσκεται στην Κύπρο από το 2017 μαζί με την οικογένεια του και ότι εργαζόταν μέχρι και την σύλληψη του.

 

Στρεφόμενος προς τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων ο συνήγορος Υπεράσπισης με παραπομπή, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Φ. Φ. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 171/2024, 2/8/2024 σημείωσε πως οι εκκρεμούσες υποθέσεις αφορούν σε φερόμενα αδικήματα κατά συγκεκριμένου προσώπου και δεν δεικνύουν παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς την κοινωνία γενικότερα. Τόνισε ότι από την ημέρα έκδοσης εναντίον του κατηγορούμενου του απαγορευτικού διατάγματος ημερ. 30.09.2025 και μέχρι που αυτός συνελήφθη στις 30.08.2026 δεν διέπραξε κανένα αδίκημα και δεν έχει προσπαθήσει να προσεγγίσει ή επικοινωνήσει με την παραπονούμενη ή με τα παιδιά του, σε πλήρη συμμόρφωση με τα όσα το διάταγμα ορίζει. Επισήμανε πως οι όποιες προσπάθειες του κατηγορούμενου για επικοινωνία με τα παιδιά του έγιναν μέσω νόμιμων διαδικασιών στο Οικογενειακό Δικαστήριο καταθέτοντας ως σχετικό το Έγγραφο Β.

 

Καταληκτικά ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε αριθμό όρων που θα μπορούσαν να επιβληθούν στον κατηγορούμενο προς εξασφάλιση της παρουσίας του, τους οποίους έχουμε εξετάσει.

 

Έχουμε ακούσει με προσοχή τις θέσεις και των δύο πλευρών και τις έχουμε αποτιμήσει.

 

Επισημαίνεται στο στάδιο αυτό, ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος των συνηγόρων των διαδίκων αλλά και του Δικαστηρίου ότι το αίτημα κράτησης μπορεί να εξεταστεί εκ νέου εξ υπαρχής ένεκα της επιφύλαξης που ρητά δηλώθηκε από την υπεράσπιση κατά το στάδιο της παραπομπής της στο Κακουργιοδικείο και των μετέπειτα επιφυλάξεων μέχρι και τον διορισμό δικηγόρου δυνάμει νομικής αρωγής.

 

Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α. (2001) 2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον  συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109  απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση Κατηγορουμένου και είναι οι εξής:

 

1.        Η πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.

2.        Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων.

3.        Η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων.

 

Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω λόγων για να διαταχθεί τέτοια κράτηση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 7).

 

Κίνδυνος Φυγοδικίας:

 

Εφόσον το αίτημα για κράτηση στηρίχθηκε μεταξύ άλλων και στον κίνδυνο της φυγοδικίας, με βάση τη σχετική νομολογία, αυτός ο παράγοντας εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων αντικειμενικών παραμέτρων όπως είναι (α) η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κάθε κατηγορούμενος, (β) η εκτιμούμενη πιθανότητα για την καταδίκη του με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία και (γ) η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να του επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης (Βλ. ενδεικτικά Γενικός Εισαγγελέας ν Γ.Ν., Ποιν. Εφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 271/23, ημερ. 24.1.24).

 

Στην υπό εξέταση υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους αποτελούν οι ποινές δια βίου φυλάκισης που προβλέπονται για τα αδικήματα του βιασμού (1η, 5η και 9η Κατηγορία)[1], αλλά και οι πολυετής ποινές φυλάκισης που προβλέπονται σε περίπτωση καταδίκης για τα αδικήματα που διέπονται από τους νόμους Ν. 115(1)/2021, Ν.119(Ι)/2000 και Ν. 114(Ι)/2021.

Σε σχέση με την πιθανολόγηση καταδίκης του, έχουμε διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις και τα υπόλοιπα έγγραφα.

 

Από την μελέτη αυτή διαφαίνεται ότι, τις 17.08.2026 η σύζυγος του κατηγορούμενου μετέβηκε στο ΤΑΕ Πάφου όπου σε κατάθεση που έδωσε στην Αστ. 2054 Μ. Κτωρή κατήγγειλε τον σύζυγο της ότι σε άγνωστες ημερομηνίες τον Αύγουστο του 2024, τον Ιανουάριο του 2025 και τον Φεβρουάριο 2025 στην Πάφο βιάστηκε πρωκτικά και κολπικά. Στην κατάθεση της εξιστορεί ένα έκαστο του καταγγελλόμενου περιστατικού όπου σε κάποιες περιπτώσεις κατά την παραπονούμενη έλαβαν χώρα σε δωμάτια όπου βρίσκονταν και τα ανήλικα τέκνα της οικογένειας χωρίς όμως αυτά να αντιληφθούν οτιδήποτε γιατί αυτά κοιμόντουσαν.

 

Σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της παραπονούμενης, αυτή αναφέρθηκε για πρώτη φορά στα καταγγελλόμενα περιστατικά στις 12.06.2026 στην Κλινική Ψυχολόγο του ΣΠΑΒΟ Κωνσταντίνα Παλάλα (βλ. επίσης Ερυθρό Ε-10 ημερ. 17.08.2026) αφού τόσο η παραπονούμενη όσο και τα ανήλικα τέκνα τους από τον Νοέμβριο του 2025 φιλοξενούνταν σε καταφύγιο του ΣΠΑΒΟ στην Λευκωσία σε συνέχεια προηγούμενων καταγγελιών που είχε υποβάλει η παραπονούμενη εναντίον του συζύγου της για ενδοοικογενειακή βία. Την περίπτωση της διαχειριζόταν η συγκεκριμένη Κλινική Ψυχολόγος.

 

Επιπρόσθετα σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της παραπονουμένης ως περιλαμβάνονται στην κατάθεση της, δεν προέβηκε αμέσως σε καταγγελία εναντίον του συζύγου της για τα όσα εξιστόρησε στις 12.06.2026 στην κα. Παλάλα και παρά την συμβουλή που έτυχε ότι έπρεπε να το πράξει, αυτή ήθελε να το σκεφτεί αφού σκεφτόταν και τα παιδιά της και εν τέλει έλαβε την απόφαση να προβεί στην καταγγελία στις 17.08.2026. 

 

Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος στην δική του ανακριτική κατάθεση ημερ. 30.08.2026, ισχυρίζεται ότι όλα όσα του καταλογίζονται από την σύζυγο του είναι ψέματα, πως ουδέποτε ήρθε σε συνουσία μαζί της παρά την θέλησης της και πως η σύζυγος του αποφάσισε να του δημιουργήσει προβλήματα γιατί της ζήτησε να πάει στην Συρία μαζί με τα παιδιά τους.

 

Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να γίνει μια σύντομη αναφορά για τον τρόπο που εξετάζεται η μαρτυρία για σκοπούς θεμελίωσης πιθανότητας καταδίκης. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην DYDI κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 103/2020, 104/2020, 3/9/2020:

 

‘’Στην Κουτσούδη ν. Αστυνομίας, ποιν.εφ.131/20 και 132/20, 20.8.20 με επίκληση παλαιότερης νομολογίας αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται «σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και αποφασίζει μόνο το κατά πόσο η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη, έστω και αν διαπιστώνεται και εύλογη προσδοκία αθώωσης, όπως διευκρινίστηκε στην Τσέκκουρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32. Είναι ζήτημα εκτίμησης του βαθμού πιθανολόγησης. Στην Τσεκκούρα, όπου αναπτύχθηκαν επιχειρήματα αναφορικά με την πράγματι δύναμη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής στα οποία η Δημοκρατία αντέταξε τις δικές της αντίθετες θέσεις και ερμηνείες, λέχθησαν τα ακόλουθα, τα οποία θεωρούμε ότι αρμόζουν πλήρως εν προκειμένω. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται τώρα ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, όπως ορθά επισήμανε και το Κακουργιοδικείο. Και πως δεν θα πρέπει με τωρινές ατελέσφορες παρατηρήσεις να επηρεάσουμε οτιδήποτε που θα ανήκει στη δίκη.»’’

 

Νοείται ότι το κατά πόσον μπορούν να αποδειχθούν στον απαιτούμενο βαθμό τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο στη βάση της διαθέσιμης μαρτυρίας αποτελεί ζήτημα που θα αποφασιστεί στην εκδίκαση της υπόθεσης. Oύτε βεβαίως το γεγονός ότι η μόνη μαρτυρία που εμπλέκει τον κατηγορούμενο στα καταλογιζόμενα αδικήματα είναι αυτή που προέρχεται αποκλειστικά από την σύζυγο του μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή επιχειρηματολογία ότι δεν μπορεί να δημιουργεί πιθανότητα καταδίκης. Αδικήματα τούτης της φύσεως μπορούν να στοιχειοθετηθούν και χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής ή άλλης μορφής ανεξάρτητης μαρτυρίας αν το παραπονούμενο πρόσωπο κριθεί αξιόπιστο. 

 

Ούτε βεβαίως τα όποια αλλότρια κίνητρα ή προθέσεις καταλογίζει η υπεράσπιση στην παραπονούμενη μπορούν να τύχουν εξέτασης στο στάδιο αυτό, αφού επαναλαμβάνεται η μαρτυρία δεν μπορεί να τύχει αξιολόγησης. Τόσο η χρονική στιγμή που επέλεξε η παραπονούμενη να προβεί σε καταγγελία των φερόμενων βιασμών και το κατά πόσο η καταγγελία αυτή διακατέχεται από άλλα κίνητρα θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης κατά την δίκη.

Από αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας, χωρίς αυτή να αξιολογείται, θεωρούμε ότι αυτή αρκεί για να καταδείξει ορατές πιθανότητες  καταδίκης.

 

Σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα βεβαίως με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου, αναμένεται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Επομένως συντρέχει και αυτός ο παράγοντας που προσδιορίζει τον κίνδυνο της φυγοδικίας.

 

Πληρούνται συνεπώς οι αντικειμενικοί παράγοντες στους οποίους στηρίζεται το αίτημα κράτησης του κατηγορούμενου στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. 

 

Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζουμε ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές.

 

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση μεταξύ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 αναφέρθηκε από το Εφετείο και τα ακόλουθα σχετικά:

 

“Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία και επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2020, ημερομηνίας 29.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:B373, «Υπεισέρχονται στη συνέχεια στην εξίσωση και προσμετρούν άλλοι σχετικοί παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς αλλά και άλλων ειδών δεσμούς με την Κύπρο (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109 και Kazanjian v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 326). Όπως εύστοχα τέθηκε στη Θεοχάρους και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι”.

 

Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι Σύριος Υπήκοος ηλικίας 34 ετών. Αυτός βρίσκεται στην Κύπρο από το 2017 ενώ σύμφωνα και με την κατάθεση του Ε/Αστ. 5820 Κ. Στεφάνου (Ερυθρό Ε-6) από τις 23.01.2020 διατηρεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Μέχρι και την σύλληψη του στις 30.08.2026 διέμενε σε ενοικιαζόμενη κατοικία και εργαζόταν λαμβάνοντας ποσό €600.

 

Παρά το γεγονός ότι στην Κύπρο έφθασε μαζί με την σύζυγο του, η οποία επίσης κατάγεται από την Συρία και με την οποία απέκτησαν 4 παιδιά, λαμβάνουμε υπόψη  ότι από τον Σεπτέμβριο του 2025 βρίσκονται σε διάσταση, δεν διαμένουν μαζί και δεν έχουν καμία επικοινωνία.  

 

Τα πιο πάνω δεν συνιστούν στενούς δεσμούς του κατηγορούμενου με την Κύπρο.

 

Ενδεικτικά, παραπέμπουμε στην υπόθεση MINGXIA HUA v Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 65/2011 2ΑΑΔ 152 όπου η εφεσείουσα η οποία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρές κατηγορίες ήταν Κινέζα, παντρεμένη με Κύπριο η οποία διάμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2002 δηλαδή για 8 συνεχή έτη και  είχε δραστηριοποιηθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα και είχε μια κόρη 18 ετών που φοιτούσε σε ιδιωτικό κολέγιο στην Λευκωσία. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε κατ’ έφεση ότι τα πιο πάνω δεν συνηγορούσαν ότι η Κατηγορούμενη είχε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία, πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση, που δεν υπάρχει οτιδήποτε που να συνηγορεί στο ότι ο Κατηγορούμενος έχει οποιουσδήποτε δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία πέραν της διαμονής του με την οικογένεια του.  Το μόνο δηλαδή που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον συνήγορο του είναι ότι διαμένει στην Κύπρο από το 2017 μαζί με την οικογένεια του υπό το συγκεκριμένο καθεστώς. 

Περαιτέρω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΧΧΧ SHOAIB v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποιν. Έφεση 35/2020,14.4.20, ECLI:CY:AD:2020:B142 ενώ η εισήγηση των συνηγόρων του Εφεσείοντα κινήθηκε γύρω από τη θέση ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας καθότι ο εφεσείων, ως αιτητής ασύλου, ως πρόσωπο δηλαδή το οποίο αιτείται προστασίας, με διαμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να εγκαταλείψει τη χώρα, το Εφετείο απέρριψε την εισήγηση αυτή με παραπομπή στην LIBANOUS ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 72/2019, ημερομηνίας 11/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:B301,  αναφέροντας ότι το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος είναι αιτητής πολιτικού ασύλου δεν αναιρεί τον κίνδυνο διαφυγής του. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο εφεσείων δεν έχει οποιοδήποτε δεσμό με την Κυπριακή Δημοκρατία, στοιχείο το οποίο επίσης προσθέτει στον κίνδυνο διαφυγής, λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται. Συνεπώς, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι είχε αποδειχθεί κίνδυνος φυγοδικίας, δεν μπορούσε να ανατραπεί.

Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας, το μόνο που φαίνεται ουσιαστικά να συνδέει τον κατηγορούμενο με την Κύπρο είναι το γεγονός ότι εδώ διαμένουν τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του. Σε περίπτωση φυγοδικίας, και νοούμενου ότι αυτά θα παραμείνουν στην Κύπρο, ο Κατηγορούμενος δεν θα μπορεί να έχει επικοινωνία μαζί τους ενόσω αυτά είναι ανήλικα, τουλάχιστον δια ζώσης. Από την άλλη, εάν παραμείνει στην Κύπρο και σε περίπτωση που καταδικαστεί και του επιβληθεί πολυετής ποινή φυλάκισης, η επικοινωνία μαζί τους θα είναι αναπόφευκτα περιορισμένη, ενώ η όποια επικοινωνία θα εξαρτάται και από την ίδια την επιθυμία των παιδιών του. Ο κατηγορούμενος, ήδη πριν την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης, δεν είχε επικοινωνία μαζί με τα παιδιά του για περίπου ένα έτος, αν και ο ίδιος επιδίωξε την έκδοση διατάγματος από το Οικογενειακό Δικαστήριο για αυτό το σκοπό. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνουμε ότι η παρουσία των παιδιών του στην Κύπρο δεν αποτελεί δεσμό, ικανό να αποθαρρύνει τον κατηγορούμενο από τη σκέψη να φυγοδικήσει.

Σημασία εν προκειμένω έχει και η εκφρασθείσα επιθυμία του κατηγορούμενου, πριν την υποβολή των καταγγελιών εναντίον του, να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία και να επιστρέψει πίσω στην Συρία αφού η εμπόλεμη κατάσταση που επικρατούσε στην χώρα και ιδιαίτερα στην περιοχή όπου κατάγεται σύμφωνα με τον ίδιο έχει ηρεμήσει και έχουν ανοιχτεί διάφορες ευκαιρίες για εργασία (σχετική η 3η σελίδα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 19.02.2026 & παραγράφοι 5 & 6 αίτησης γονικής μέριμνας που καταχώρησε ο κατηγορούμενος (Έγγραφο Β)).

Σε σχέση με την επιχειρηματολογία του κ. Δημητρίου ότι ο πελάτης του παρουσιαζόταν κανονικά στα πλαίσια άλλων υποθέσεων που εκκρεμούσαν εναντίον του και στις οποίες του είχαν επιβληθεί μόνο όροι εγγύησης για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του, σημειώνουμε αφού είχαμε και εμείς την ευκαιρία να μελετήσουμε το περιεχόμενο των κατηγορητηρίων στις υποθέσεις 6161/2025 και 5342/2026 πως σε αυτές περιλαμβάνονται χαμηλότερης σοβαρότητας αδικήματα και το γεγονός ότι εμφανιζόταν εκεί με τους όρους που είχαν τεθεί δεν μπορεί να αποκλείσει τον κίνδυνο φυγοδικίας στην υπό εξέταση υπόθεση η οποία περιλαμβάνει αδικήματα αυξημένης σοβαρότητας.

 

Συνυπολογίζοντας τα αντικειμενικά δεδομένα, τις προσωπικές του περιστάσεις και τις υποκειμενικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης της απουσίας στενών δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, κρίνουμε ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας αναφύεται ως υπαρκτός και ορατός σε τέτοιο βαθμό που οι προτεινόμενοι όροι για την εξασφάλιση της παρουσίας του δεν μπορούν να επενεργήσουν κατά τρόπο αποτρεπτικό και να αποδυναμώσουν ουσιωδώς τον υφιστάμενο κίνδυνο φυγοδικίας.

 

Κατά την κρίση μας, λοιπόν, η κράτησή του είναι αναγκαία ώστε να διασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης.

 

Kίνδυνος Διάπραξης Άλλων Αδικημάτων:

 

Σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.24, λέχθηκε ότι οι βασικές αρχές, ως προκύπτουν από την υφιστάμενη νομολογία, δύνανται να συνοψιστούν στο ότι:

 

«(1)  Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.

(2)   Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.

 

(3)   Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (Β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter v. Austria, Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω).

 

Όλες οι πιο πάνω αρχές συνάδουν πλήρως και ευθυγραμμίζονται με τη νομολογία του ΕΔΑΔ για το ίδιο ζήτημα. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Matznetter v. Austria (ανωτέρω), στην Clooth v. Belgium, Appl. 12718/87, ημερ. 12.12.91, («...the danger of repetition must be a plausible one»), καθώς και στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, των Harris, O' Boyle and Warbrick, έκδοση 2023, σελ. 356 («...good reasons to believe that the accused, if released, will commit an offence…»)».

 

Στην κρινόμενη περίπτωση το αίτημα για την κράτηση του κατηγορούμενου στην βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων στηρίχθηκε τόσο στο περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, όσο στις υπό εκκρεμότητα εκδίκασης ποινικές υποθέσεις με αρ. 6161/2025 και 5342/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου.

 

Αναφορικά με τις εκκρεμούσες υποθέσεις παρατίθενται τα ακόλουθα στοιχεία ως αυτά προκύπτουν από μελέτη των κατηγορητηρίων που παραδόθηκαν στο Δικαστήριο:

 

Στην Ποινική Υπόθεση 6161/2025 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 30.09.2025, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 16 κατηγορίες ενδοοικογενειακής βίας που διέπονται είτε από τις πρόνοιες του ποινικού κώδικα, του Ν. 119(Ι)/2000, του Κεφ. 352 και του Ν. 115(Ι)/2021 & Ν. 114(Ι)/2021. Στην υπόθεση παρουσιάζονται ως παραπονούμενοι τρία διαφορετικά πρόσωπα, ήτοι η σύζυγος του, η θυγατέρα του αλλά και ο υιός του. Μάλιστα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών τα καταγγελλόμενα περιστατικά φαίνεται να εξελίσσονται στους ακόλουθους χρόνους:

 

- Σε σχέση με την σύζυγο του στις 26.09.2025 αναφορικά με το αδίκημα της απειλής και δημόσιας εξύβρισης (κατηγορίες 1 & 2), καθώς και τις κατηγορίες πρόκλησης ψυχικής βλάβης, άσκησης ψυχολογικής βίας και παρενόχλησης (κατηγορίες 9, 10 και 11) με χρόνο διάπραξης άγνωστη ημερομηνία κατά τον μήνα Ιούνιο 2025 και 26.09.2025.

 

- Σε σχέση με τον υιό του, δύο διαφορετικά περιστατικά κοινής επίθεσης (κατηγορία 3 & 4) καθώς και το αδίκημα της παραμέλησης παιδιού ηλικίας κάτω των 16 ετών (κατηγορία 5) που έλαβαν χώρα σε άγνωστη ημερομηνία Ιουνίου 2025. Επιπρόσθετα και το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης και παρενόχλησης (κατηγορίες 12 και 13) με ίδιο χρόνο διάπραξης.

 

-Σε σχέση με την θυγατέρα του δύο διαφορετικά περιστατικά κοινής επίθεσης (κατηγορία 6 & 7)  καθώς και το αδίκημα της παραμέλησης παιδιού ηλικίας κάτω των 16 ετών (κατηγορία 8) που έλαβαν χώρα σε άγνωστη ημερομηνία Ιουνίου 2025. Επιπρόσθετα και το αδίκημα της πρόκλησης ψυχικής βλάβης, άσκησης ψυχολογικής βίας και παρενόχλησης (κατηγορίες 14, 15 και 16) με ίδιο χρόνο διάπραξης.

 

Σημειώνεται ότι σύμφωνα και με το μαρτυρικό υλικό που δόθηκε στο Δικαστήριο στις 30.09.2025 εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύτηκε στον κατηγορούμενο από του να προσεγγίζει, παρενοχλεί ή επικοινωνεί με οποιοδήποτε τρόπο με τα τρία μέλη της οικογένειας του φερόμενα θύματα στην άνω ποινική υπόθεση μέχρι την εκδίκαση της, ενώ το διάταγμα έγινε απόλυτο στις 07.10.2025.

 

Στην Ποινική Υπόθεση 5342/2026 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 31.08.2026, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 8 κατηγορίες ενδοοικογενειακής βίας που διέπονται είτε από τις πρόνοιες του ποινικού κώδικα, του Ν. 119(Ι)/2000, και του Ν. 115(Ι)/2021 & Ν. 114(Ι)/2021 που παρουσιάζουν ως παραπονούμενο πρόσωπο την σύζυγο του με τα καταλογιζόμενα αδικήματα να αφορούν σε άγνωστη ημερομηνία του 2023 καθώς και την 08.05.2025.

 

Ως αναφέρθηκε από την κα. Ξενοφώντος και δεν έχει αμφισβητηθεί, για τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στην άνω υπόθεση, είχε καταχωρηθεί η Ποινική Υπόθεση 6542/2025 εναντίον του κατηγορούμενου η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη επίδοσης με αποτέλεσμα την επανακαταχώρηση της στις 31.08.2026 όταν ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί και κρατείτο στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης.

 

Τέλος στην παρούσα υπόθεση που καταχωρήθηκε στις 31.08.2026, καταλογίζονται στον κατηγορούμενο τρείς διαφορετικές περιπτώσεις βιασμών της συζύγου του που κατ ισχυρισμό διαδραματίστηκαν τον Αύγουστο του 2024, Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2025, καθώς επίσης και η πρόκληση ψυχικής βλάβης, άσκησης ψυχολογικής βίας και παρενόχλησης με καταλογιζόμενο χρόνο διάπραξης άγνωστες ημερομηνίας μεταξύ των ετών 2024 – 2025. 

 

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η παραπονούμενη μόλις στις 17.08.2026 αποφάσισε να μεταβεί στο ΤΑΕ Πάφου και να υποβάλει καταγγελία αναφορικά με τα όσα περιλαμβάνονται ανωτέρω και αφορούν ετεροχρονισμένα καταγγελλόμενα περιστατικά βιασμών της.  

 

Ο κατηγορούμενος σύμφωνα και με την κατάθεση του Αστ. 2092 Ν. Κουμπαρή (Ερυθρό Ε-2) συνελήφθη στις 30.08.2026 (σχετικό και το ίδιο το ένταλμα σύλληψης Ερυθρό Ε-7). Στα πλαίσια της ποινικής υπόθεση 6161/2025 είχε ως αναφέρεται και ανωτέρω εκδοθεί προσωρινό διάταγμα στις 30.09.2025 το οποίο έγινε στην συνέχεια απόλυτο που του απαγορευόταν να προσεγγίζει, παρενοχλεί ή επικοινωνεί με οποιοδήποτε τρόπο με τα φερόμενα θύματα μέλη της οικογένειας του.

 

 

Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, τον αριθμό και τη χρονική αλληλουχία των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στη βάση των κατηγορητηρίων που έχουν τεθεί ενώπιον μας, κρίνουμε ότι αυτά αρκούν για να δημιουργήσουν ισχυρή εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος έχει ροπή προς το έγκλημα, σε ενδοοικογενειακό πλαίσιο ειδικότερα κατά της συζύγου του. Η φερόμενη εγκληματική δράση του κατηγορούμενου περιορίζεται σε συγκεκριμένο περιβάλλον εναντίον μελών της οικογένειας του, ειδικότερα εναντίον της παραπονούμενης, και όχι γενικά στο κοινωνικό σύνολο.

 

Η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί, όμως, για έκδοση διατάγματος κράτησης εναντίον του κατηγορούμενου στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου η ροπή προς το έγκλημα στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε να μετριαστεί με την επιβολή εναλλακτικών μέτρων.

 

Η πρόσφατη νομολογία του Εφετείου αναδεικνύει ότι εκεί και όπου διατάγματα απαγορευτικής φύσεως μπορούν να εκδοθούν και φαίνεται ότι μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά και ουσιαστικά αποσοβούν τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων, τότε αίτημα για κράτηση στη βάση του συγκεκριμένου λόγου μπορεί να απορριφθεί (βλ. μεταξύ άλλων Γενικού Εισαγγελέα v. Γ.Ν., Ποιν. Έφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, Ε.Α.Β.Ο. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 133/24, ημερ. 11.7.24,
Φ. Φ. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 171/2024, 2/8/2024).

 

Όπως έχει αναφερθεί και στην Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 131/21, ημερ. 1.9.21 σε σχέση με την αναγκαιότητα της κράτησης κάτω από αυτές τις περιστάσεις:

 

«Ήταν συναφές και έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι η μαρτυρία δεν αναδείκνυε τάση του Εφεσείοντα προς την παρανομία γενικά, αλλά με αναφορά στον πατέρα του. Σε αντιδιαστολή με τις περιπτώσεις ροπής προς το έγκλημα γενικά ή έστω προς κατηγορίες αδικημάτων όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει την ελευθερία του υπόδικου με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου γενικά, στις περιπτώσεις όπου η παρανομία για την οποία υπάρχει η ανάγκη προφύλαξης είναι συγκεκριμένη, είναι ευχερέστερη και μπορεί να εξυπηρετήσει η επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων προς διασφάλιση έναντι του κινδύνου της επανάληψης των αδικημάτων και αποφυγή της κράτησης που είναι η έσχατη λύση και που μπορεί να διαταχτεί εκεί και μόνο όπου κρίνεται ότι κανένα άλλο μέτρο δεν μπορεί να αποδώσει».

(Έμφαση δοθείσα από το Δικαστήριο)

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όλα τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν πριν από τις 30.09.25. Από τις 30.09.25 όταν εκδόθηκε το δικαστικό διάταγμα αποκλεισμού εναντίον του, ο κατηγορούμενος δεν είχε επαφή με τη σύζυγο ή τα παιδιά του, ούτε προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας ότι επιχείρησε με οποιονδήποτε τρόπο να έρθει σε επικοινωνία μαζί τους, είτε τηλεφωνικά, είτε άλλως πως. Η μόνη ενέργειά του προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η καταχώρηση αίτησης στο Οικογενειακό Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος επικοινωνίας με τα τέκνα του, η οποία εν τέλει δεν επιδόθηκε στην παραπονούμενη και εν πάσει περίπτωση αποτελεί θεμιτή ενέργεια, συνάδουσα με τις πρόνοιες του διατάγματος.

 

Δεν παραγνωρίζουμε την εισήγηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η στάση του κατηγορούμενου έναντι του διατάγματος αποκλεισμού δεν δοκιμάστηκε στην πράξη, ενόψει του ότι η παραπονούμενη βρισκόταν μαζί με τα παιδιά της σε καταφύγιο, σε χώρο δηλαδή που δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος. Δεν θα διαμένει σε καταφύγιο επ’ αόριστον. Εντούτοις, δεν θεωρούμε ορθό να εικάσουμε ότι εάν ο κατηγορούμενος γνώριζε τον τόπο διαμονής της, τότε θα προέβαινε σε παραβίαση του διατάγματος, ούτε εντοπίζουμε κάποιο στοιχείο στην τεθείσα μαρτυρία που να τείνει να δημιουργήσει τέτοια εντύπωση.

 

Η παραπονούμενη, η οποία δεν διαμένει μαζί του πλέον, έχει πλέον προβεί σε επανειλημμένες καταγγελίες, στοιχείο που σηματοδοτεί αλλαγή της στάσης της εναντίον του και τείνει να καταδείξει ότι έχει πλέον υπερβεί τα όρια αντοχής, ανοχής, ενδοιασμών ή και φόβου, προβαίνοντας σε καταγγελία. Εκτιμάται ότι η παραπονούμενη θα προέβαινε σε σχετική καταγγελία ευκολότερα με την ελάχιστη αφορμή, όπως τυχόν εγχείρημα του κατηγορούμενου να παραβεί του όρους του υφιστάμενου διατάγματος ή νέου που θα μπορούσε να εκδοθεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στη Φ. Φ. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 171/2024, 2/8/2024: “Το νόημα της υπόθεσης Γεωργίου (ανωτέρω) και των άλλων παρόμοιων αποφάσεων, είναι ότι σε τέτοια περίπτωση, που η φερόμενη παρανομία είναι συγκεκριμένη, τότε για σκοπούς προφύλαξης δύναται να εξυπηρετήσει η επιβολή εναλλακτικών μέτρων (αντί κράτησης) προς αποτροπή του κινδύνου επανάληψης αδικημάτων.”.

 

Στη βάση των πιο πάνω, οι όποιοι φόβοι για διάπραξη νέων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο εναντίον της παραπονούμενης, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την διατήρηση σε ισχύ ή την έκδοση κατάλληλων διαταγμάτων αποκλεισμού. Η κράτηση του, λοιπόν, ούσα η έσχατη λύση, δεν θα δικαιολογείτο, υπό τις περιστάσεις, στη βάση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Δικαιολογείτο όμως όπως αναφέραμε πιο πάνω στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας.

 

Σε σχέση με το συνολικό χρόνο κράτησης του κατηγορούμενου εκκρεμούσης της δίκης του, κρίνουμε πως η συνολική περίοδος 3 ½ μηνών περίπου που ο κατηγορούμενος κρατείται ως υπόδικος δεν εκφεύγει του εύλογου, υπό τις περιστάσεις, χρόνου ώστε να δικαιολογείται η αποφυλάκισή του για αυτόν το λόγο.

 

Η δε επιχειρηματολογία του κ. Δημητρίου ότι ουσιαστικά τυχόν διαταγή κράτησης του κατηγορούμενου στο παρόν στάδιο θα είχε ως αποτέλεσμα o πελάτης του να κρατείται πλέον για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας σε περίπτωση που προχωρήσει και αρνηθεί τις κατηγορίες, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο στο παρόν στάδιο για απόρριψη του αιτήματος. Δεν έχουμε παρά να υπενθυμίσουμε ότι το ζήτημα του συνολικού χρόνου κράτησης αποτελεί σύμφωνα και με την νομολογία διαφοροποιητικό δεδομένο και εξετάζεται με την δική του αυτοτέλεια κάθε φορά που υποβάλλεται ένα αίτημα κράτησης ή συνέχισης της κράτησης. 

 

Συνεπώς, το αίτημα συνέχισης της κράτησης του κατηγορούμενου μέχρι τις 12.11.2026 εγκρίνεται μόνο στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας.

 

                                                                      (Υπ)…………………………………….

                                                                                  Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.         

 

                                  (Υπ)………………………………………

                                                              Ν. Φακοντής, Ε.Δ. 

 

                                                    (Υπ)……………………………………….

                                                                        Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Στην Οικονομίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.΄Εφ. 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο