Ε.Χ ν. Π.Π, Αρ. Αίτησης: 1/2025, 1/9/2025
print
Τίτλος:
Ε.Χ ν. Π.Π, Αρ. Αίτησης: 1/2025, 1/9/2025

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΧΡΗΣΗΣ ΣΤΕΓΗΣ

Ενώπιον: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.

Αρ. Αίτησης: 1/2025

 

Μεταξύ:

Ε.Χ

Αιτήτριας

-και-

 

Π.Π

Καθ’ ου η αίτηση

           

------------------------------

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 27/02/2025

Ημερομηνία:  1η Σεπτεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια : Μούσουλος, Κανέλλα & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για τον Καθ’ ου η αίτηση: M.SKOULLOU LAW OFFICE LLC

 

            Η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραχωρείται σε αυτήν η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης. Περαιτέρω αξιώνει την έκδοση διατάγματος το οποίο να παρατείνει την ισχύ του διατάγματος αποκλειστικής χρήσης στέγης για περίοδο δύο ετών από τη λύση του γάμου των διαδίκων.

            Στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μονομερώς και πέτυχε την έκδοση μονομερώς διατάγματος με το οποίο παραχωρήθηκε στην ίδια προσωρινά η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης και διατάχθηκε ο Καθ’ ου η αίτηση να την εγκαταλείψει εντός 72 ωρών.

            Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο και ο Καθ’ ου η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση με την οποία προβάλλει οκτώ (8) λόγους ένστασης.

            Αμφότερες, η αίτηση και η ένσταση υποστηρίζονται από τις ένορκες δηλώσεις των μερών. Περαιτέρω, αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και η υπό κρίση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις.

Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων, τις οποίες έχω μελετήσει και έχω λάβει υπόψη μου δεόντως και γι' αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο αν κριθεί ότι χρειάζεται θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.

            Την ημέρα ακρόασης της υπό κρίση αίτησης οι δύο πλευρές δήλωσαν από κοινού στο δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι  στις 7/7/2025 επήλθε λύση του γάμου των διαδίκων. Ειδικότερα, οι δύο πλευρές δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι η Αιτήτρια προχώρησε με απόδειξη της Ανταπαίτησης στην αίτηση διαζυγίου, με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση.

            Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση εισηγήθηκε στο δικαστήριο ότι ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης παρέλκει η ανάγκη για εξέταση της οριστικοποίησης ή μη του υπο κρίση προσωρινού διατάγματος, καθότι ως εισηγείται το προσωρινό διάταγμα με την έκδοση του διατάγματος λύσης του γάμου έπαψε αυτόματα να ισχύει.

            Στην αντίπερα όχθη η πλευρά της Αιτήτριας υποστήριξε ότι η έκδοση του διαζυγίου των διαδίκων δεν επηρεάζει την ισχύ του προσωρινού διατάγματος, επικαλούμενη την τροποποίηση του νόμου που παρέχει τη δυνατότητα παράτασης της αποκλειστικής χρήσης στέγης μέχρι δύο χρόνια από τη λύση του γάμου.

            Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης και της έγερσης του πιο πάνω νομικού ζητήματος, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση σε νέα ημερομηνία για Ακρόαση προκειμένου οι δύο πλευρές να αγορεύσουν και σε σχέση με το πιο πάνω εγειρόμενο νομικό ζήτημα και ως προς τούτου οι δύο πλευρές καταχώρησαν σχετικές γραπτές αγορεύσεις.

Νομική Πτυχή

Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60  καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος , οι οποίες είναι οι ακόλουθες:

 

α)         Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

β)         Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και

γ)         Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.

Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία[1].

 

Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις.

 

Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.  Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

 

Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως[2], σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.

 

Όπως έχει λεχθεί από την νομολογία[3], το κριτήριο για την έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, η έννοια δε της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή.

 

Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως[4]το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[5].

 

Στα πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει[6]. Θα προσεγγίσει τη μαρτυρία μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για να κριθεί το επίδικο στην ενδιάμεση αίτηση ζήτημα.

 

            Η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου  32 του Ν.14/60 , θα γίνει στη  βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, που στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι το άρθρο 17(1) του Ν.23/1990, ως έχει τροποποιηθεί, που προνοεί τα ακόλουθα :

«Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο ή στον αρμόδιο θρησκευτικό ηγέτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 10, αντίστοιχα, του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αν το δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής στέγης πηγάζει από σχέση εργασίας ανάμεσα στον έναν από τους συζύγους και έναν τρίτο, η παραχώρηση της χρήσης της στον άλλο σύζυγο από το Οικογενειακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να γίνει, μόνο εφόσον συναινεί σ’ αυτό και ο τρίτος:

Νοείται ότι, τα Οικογενειακά Δικαστήρια δύνανται, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παρατείνουν την παραχώρηση σε σύζυγο της αποκλειστικής χρήσης ολόκληρης ή τμήματος της οικογενειακής στέγης ακόμη και μετά από τη λύση του γάμου, για χρονική περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη από τη λύση του γάμου».

Στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων πρέπει να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν την μονομερή έκδοση του διατάγματος (άρθρο 9 (1) Κεφ.6).

 

Είναι καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης, μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν' ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει, όμως, το διάταγμα θα πρέπει να τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη.  Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του Αιτητή[7].

Εξέταση της αίτησης

Έχω μελετήσει με προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου δεόντως όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα όσα μου ανέφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων με τις γραπτές αγορεύσεις τους, καθώς επίσης και τη σχετική νομοθεσία και νομολογία στην οποία αμφότερες οι πλευρές παρέπεμψαν το Δικαστήριο.

Προτού προχωρήσω να εξετάσω το εάν θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ή όχι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, θα εξετάσω το νομικό ζήτημα που έχει εγερθεί, εάν δηλαδή ενόψει της λύσης του γάμου των διαδίκων παύει αυτόματα η ισχύς του προσωρινού διατάγματος και συνακόλουθα παρέλκει η ανάγκη εξέτασης του εάν θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ή όχι το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα.

Με βάση τη σχετική νομολογία[8] όπως έχει καθιερωθεί, η θεραπεία του Άρθρου 17 (1) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90) μπορούσε να ζητηθεί μόνο διαρκούντος του γάμου, ενώ τα Οικογενειακά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να επιληφθούν αιτήσεων παραχώρησης της χρήσης οικογενειακής κατοικίας μετά τη λύση του γάμου[9]. Με την λύση δε του γάμου έπαυε αυτόματα η ισχύς του διατάγματος παραχώρησης της οικογενειακής σχέσης σε ένα εκ των συζύγων, σκοπός της οποίας ήταν ο περιορισμός στο βαθμό του εφικτού των δυσμενών επιπτώσεων για την οικογένεια από τη διακοπή της συμβίωσης[10], αφού δεν μπορεί να νοηθεί οικογενειακή στέγη μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου[11].

Με τον τροποποιητικό νόμο Ν.2(1)/2023, το άρθρο 17 (1) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90), τροποποιήθηκε δια της εισαγωγής της ακόλουθης επιφύλαξης:

“Νοείται ότι, τα Οικογενειακά Δικαστήρια δύνανται, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παρατείνουν την παραχώρηση σε σύζυγο της αποκλειστικής χρήσης ολόκληρης ή τμήματος της οικογενειακής στέγης ακόμη και μετά από τη λύση του γάμου, για χρονική περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη από τη λύση του γάμου».

(*υπογράμμιση από το Δικαστήριο)

Με την εισαγωγή της πιο πάνω επιφύλαξης, πρόθεση του νομοθέτη ήταν να δώσει τη δυνατότητα παράτασης του δικαιώματος της παραχώρησης της οικογενειακής στέγης σε ένα εκ των συζύγων μέχρι και δυο χρόνια μετά τη λύση του γάμου. Δηλαδή πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να παρατείνει τον χρονικό περιορισμό του δικαιώματος αυτού που δυνάμει του άρθρου 17 (1) πρώτη παράγραφος (άρθρο 17(1) πριν την τροποποίηση) όπως έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μπορεί να ασκηθεί μόνο διαρκούντος του γάμου.

Ωστόσο, η εν λόγω επιφύλαξη δεν τέθηκε άνευ άλλου, αντίθετα τέθηκε δυνητικά και υπό την προϋπόθεση ότι «το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών». Αυτό κατά την άποψη μου εξ υπακούει την εκ νέου εξέταση των συνθηκών των διαδίκων, των λόγων επιεικείας και του συμφέροντος τυχόν τέκνων, πριν το δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για παράταση ή μη της παραχώρησης της χρήσης στέγης και μετά τη λύση του γάμου. Αυτό προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι συνθήκες είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογούν την παράταση της ισχύς ενός τόσο δρακόντειου μέτρου ακόμη και μετά την λύση του γάμου για περίοδο μέχρι και δύο χρόνια, έχοντας κατά νου ότι, με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του νόμου[12], ο γάμος δεν μεταβάλλει την περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων.

Η χρήση δε από μέρους του νομοθέτη του ρήματος «παρατείνει» θεωρώ ότι δεν είναι τυχαία. Αντίθετα, θεωρώ ότι, εξυπακούει την κατάληξη αρχικά του Δικαστηρίου ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης σε ένα εν των συζύγων και ακολούθως να εξεταστεί εάν δύναται να εφαρμοστεί η επιφύλαξη του νόμου για παράταση της παραχώρησης.

Συνακόλουθα δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας, ο οποίος με επίκληση αποσπάσματα του FLA[13] εισηγείται ότι το διάταγμα χρήσης στέγης παραμένει ως έχει σε ισχύ και μετά το διαζύγιο, παραγνωρίζοντας ωστόσο ότι το εν λόγω ζήτημα ρυθμίζεται με τρόπο ειδικό από τη δική μας Νομοθεσία[14]. Σημειώνω μάλιστα ότι το άρθρο 17 (1) πρώτη παράγραφος ( άρθρο 17(1) πριν την τροποποίηση) του δικού μας νόμου, είχε ως πρότυπο το άρθρο 1393 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα[15], που όπως έχει ερμηνευτεί δεν νοείται οικογενειακή στέγη μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου[16].

 Στην υπό κρίση περίπτωση, το υπό κρίση διάταγμα αφορά ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στο χρόνο διάστασης των διαδίκων, στη βάση των όσων προβλήθηκαν από την Αιτήτρια αναφορικά με τους λόγους επιεικείας και τις ειδικές συνθήκες των διαδίκων, στη βάση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 17 (1) του Ν. 23/90, η οποία όμως όπως έχει καθιερωθεί από τη νομολογία τίθεται υπό τον χρονικό περιορισμό του «διαρκούντος του γάμου[17]», υπό την έννοια ότι η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει τη προστασία της οικογενειακής στέγης μόνο στη περίπτωση διακοπής της συμβίωσης και όσο διαρκεί η διακοπή και όχι στη περίπτωση διαζυγίου. Άλλωστε με την υπό κρίση μονομερή αίτηση η Αιτήτρια δεν αξίωνε οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση θεραπεία για παράταση της παραχώρησης της συζυγικής στέγης και μετά τη λύση του γάμου, ώστε να εξεταζόταν τέτοιο αίτημα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Ακολούθως, όπως προκύπτει, επήλθε λύση του γάμου των διαδίκων.

Με την μονομερή έκδοση του προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της διαφοράς και σαφώς δεν αποφάσισε με τρόπο τελικό το ζήτημα, κάτι το οποίο θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης. Η έκδοση δε του προσωρινού διατάγματος βασίστηκε στα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό τον περιορισμό όμως της παροχής προσωρινής θεραπείας διαρκούντος του γάμου των διαδίκων, ως δηλαδή το αίτημα της Αιτήτριας. Συνεπώς, κατά την άποψη μου, αυτή η προσωρινή θεραπεία δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε ισχύ μετά τη λύση του γάμου αφού ακριβώς δόθηκε ως προσωρινή θεραπεία διαρκούντος του γάμου, στη βάση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 17(1), η οποία όμως εφαρμόζεται μόνο διαρκούντος του γάμου, αλλά ούτε και μπορεί να γίνει αναθεώρηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος στη βάση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 17(1), επαναλαμβάνοντας ότι με την υπό κρίση αίτηση δεν αξιώνεται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία για παράταση της παραχώρησης της χρήσης στέγης και μετά τη λύση του γάμου.

Θεωρώ δε ότι η επιφύλαξη που τέθηκε με την τροποποίηση του νόμου δεν συνεπάγεται την αυτόματη παράταση της ισχύς ενός διατάγματος που δόθηκε ως ενδιάμεση θεραπεία διαρκούντος του γάμου. Οποιαδήποτε δε αξίωση για ενδιάμεση θεραπεία στη βάση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 17(1),  μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της εκεί νομικής βάσης και δεδομένων. 

Το γεγονός δε ότι, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρησε άλλη αίτηση για παράταση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος, δεν μεταβάλλει τη πιο πάνω κρίση μου τόσο για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω αλλά και για το λόγο ότι η καταχώρηση της αίτησης για παράταση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος δεν μπορεί να επαναφέρει σε ισχύ ένα διάταγμα που έπαυσε να ισχύει αλλά ούτε και μπορεί από μόνη της να παρατείνει το διάταγμα ή να λειτουργήσει ως αυτόματη θεραπεία μέχρι την εξέταση της αίτησης για παράταση. Για τους πιο πάνω λόγους δεν με βρίσκει σύμφωνη ούτε  η εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας ότι θα ήταν αδόκιμο να χάνει την ισχύ του ένα διάταγμα χρήσης στέγης μέχρι να εκδικαστεί η αίτηση για παράταση του χρόνου ισχύς.

Με την λύση λοιπόν του γάμου των διαδίκων επήλθε και η λήξη της ισχύος του προσωρινού διατάγματος που δόθηκε ως ενδιάμεση θεραπεία διαρκούντος του γάμου των διαδίκων και συνεπώς παρέλκει η ανάγκη να εξετάσω κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα.

Ενόψει λοιπόν της πιο πάνω κατάληξης μου και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι με τη λύση του γάμου των διαδίκων η υπό κρίση αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου.  Όπως δε προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και από τα όσα δήλωσαν από κοινού στο δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων, η υπό κρίση αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου από την πλευρά της ίδιας της Αιτήτριας, η οποία προχώρησε σε απόδειξη της ανταπαίτησης της στην αίτηση διαζυγίου με την σύμφωνη γνώμη της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση.

 Συνακόλουθα για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται.

     Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

[Υπ.] .…..……….……………………….

                                                                               Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 



[1] βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557Κυτάλα κ.ά. v.  Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253,  Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε)  Α.Α.Δ. 255, M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791Parico Aluminium  Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015 κ.α

[2][2] Βλ. ανωτέρω.

[3] Mitsingas Ltd vTimberland (1997) 1 ΑΑΔ 1791

[4] Βλ. ανωτέρω

[5] βλΙπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη  (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152

[6] Ν.Γ.Χ. ν. Τ.L., Έφ. Αρ.32/2021, ημερ.23.6.2022

[7] Βλ. Στυλιανού v.  Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd (1996) 1 (A) Α.Α.Δ. 597

[8] Βλ. Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου, Έφεση αρ.60 ημερομηνίας 19/03/1996 (1996) 1 ΑΑΔ 260,  Κατσουρίδης (1997) 1(Α) ΑΑΔ 415,Βουνού ν Βουνου (1995) 1ΑΑΔ 168

[9] Βλ. Χριστοδούλου (ανωτέρω)

 [10] Βλ. Βουνού ν. Βουνού (1995) 1 Α.Α.Δ. 168

[11] Όπως εξηγείται στην σελίδα 195 του συγγράμματος «Οικογενειακό Δίκαιο» Τρίτη έκδοση του Απόστολου Γεωργιάδη,

« δεν μπορεί να νοηθεί οικογενειακή στέγη μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ούτε στο πλαίσιο ύπαρξης ελεύθερης συμβίωσης»

[12] Άρθρο 13 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (232/1991)

[13] Family Lar Act 1996

[14] άρθρο 17 (1) του Ν. 23/90

[15] Άρθρο 1393 -Αστικός Κώδικας – Ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης

«Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αν το δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής στέγης πηγάζει από σχέση εργασίας ανάμεσα στον ένα από τους συζύγους και έναν τρίτο, η παραχώρηση της χρήσης της στον άλλο σύζυγο από το δικαστήριο, σύμφωνα με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να γίνει μόνο εφόσον συναινεί σ' αυτό και ο τρίτος».

 

[16] Όπως εξηγείται στην σελίδα 195 του συγγράμματος «Οικογενειακό Δίκαιο» Τρίτη έκδοση του Απόστολου Γεωργιάδη,

« δεν μπορεί να νοηθεί οικογενειακή στέγη μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ούτε στο πλαίσιο ύπαρξης ελεύθερης συμβίωσης».

[17] Βλέπε Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου (ανωτέρω)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο