Ε.Κ. ν. Χ.Π., Αρ. Αίτησης: 267/2025, 19/2/2026
print
Τίτλος:
Ε.Κ. ν. Χ.Π., Αρ. Αίτησης: 267/2025, 19/2/2026

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Σ. Νεοφύτου, Δ.

 

                                                                                      Αρ. Αίτησης: 267/2025 (i)

Μεταξύ:

Ε.Κ.

                                                                                                               Αιτήτριας

Και

 

Χ.Π.

                    Καθ’ ου η αίτηση

 

 

Ημερομηνία:    19 Φεβρουαρίου  2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτήτρια:  Κ. Χρυσάνθου (κα), για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε

Για τον Καθ’ ου η αίτηση: Σ. Παπαθεοδώρου, για Σ. Παπαθεοδώρου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι διάδικοι είναι σύζυγοι και από το γάμο τους απέκτησαν τρία τέκνα, την Ε. και τον Θ. και την Δ., ηλικίας 17, 15 και 7 ετών αντίστοιχα. Περί τον Ιανουάριο του 2024 επήλθε διάσταση στις σχέσεις τους. Έκτοτε, η Αιτήτρια διαμένει στην πατρική της οικία με τα παιδιά και τους γονείς της και ο Καθ’ ου η αίτηση διαμένει στην Αγγλία. Ο Καθ’ ου η αίτηση καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €750 μηνιαίως ως συνεισφορά του στην κάλυψη των εξόδων των παιδιών, ποσό που η Αιτήτρια θεωρεί ως μη ικανοποιητικό.

 

 

 

 

Στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης ημερομηνίας 5.8.25, η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται η συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση στα έξοδα διατροφής και συντήρησης των ανήλικων τέκνων τους στο ποσό των €3.500 μηνιαίως.

 

Στις 13.10.25, η Αιτήτρια καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση χωρίς ειδοποίηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος διατροφής για το πιο πάνω ποσό. Μετά την επίδοση της αίτησης στον Καθ’ ου η αίτηση, ο τελευταίος καταχώρισε ένσταση.  

 

Συνοπτικά αποδιδόμενοι οι λόγοι ένστασης που προβάλλει ο Καθ’ ου η αίτηση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφορούν σε θέσεις όπως ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και των άρθρων 4,5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου,  ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα θέσει τον Καθ’ ου η αίτηση σε πολύ δύσκολη θέση αφού αδυνατεί να ανταπεξέλθει οικονομικά, ότι η  Αιτήτρια παρουσιάζει αυξημένα τα εισοδήματα του Καθ’ ου η αίτηση και τα έξοδα των παιδιών, ότι ζητούνται κονδύλια για ιδιαίτερα μαθήματα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.

 

Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται αντίστοιχα από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων.

 

Οικονομικές δυνάμεις διαδίκων

 

Στη μαρτυρία της η Αιτήτρια αναφέρει ότι είναι ιδιωτική υπάλληλος με μισθό €1.200 μηνιαίως και ότι δεν λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα. Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διατηρεί δική του επιχείρηση στην Αγγλία με εισοδήματα ύψους €12.000 τουλάχιστον.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση από την άλλη, υποστηρίζει ότι τα εισοδήματα του δεν υπερβαίνουν τις €3.500 μηνιαίως ενώ δεν αμφισβητεί τον μισθό της Αιτήτριας. Ισχυρίζεται όμως ότι η τελευταία είναι δικαιούχος επιδόματος τέκνου ύψους €108 περίπου μηνιαίως και επιδόματος μονογονέα ύψους €212 μηνιαίως.

 

 

Ανάγκες των παιδιών

 

Η Αιτήτρια καθορίζει τα έξοδα των παιδιών στο ποσό των €3.040 μηνιαίως και παραθέτει πίνακες όπου καταγράφει κάθε ξεχωριστό κονδύλι και ανάγκη για κάθε παιδί. Εξηγεί περαιτέρω στη μαρτυρία της, ότι πρόθεση της είναι να ενοικιάσει διαμέρισμα για να μένει με τα παιδιά, καθότι η οικία των γονέων της διαθέτει μόνο τρία υπνοδωμάτια και ότι μετά από έρευνα που έχει προβεί, το ελάχιστο ποσό που απαιτείται για το ενοίκιο είναι €1.000 μηνιαίως. Είναι ο ισχυρισμός της ότι με την ενοικίαση διαμερίσματος, πέραν του κονδυλίου στέγασης που θα προστεθεί στα έξοδα των παιδιών, θα αυξηθεί η αναλογία των παιδιών στα λειτουργικά έξοδα της οικίας. Με αυτά τα δεδομένα, ισχυρίζεται ότι το ποσό που θα απαιτείται για την κάλυψη των εξόδων των παιδιών θα ανέρχεται σε €3.910. 

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι τα έξοδα των παιδιών ως η Αιτήτρια τα παρουσιάζει είναι υπερβολικά και ότι οι πραγματικές τους ανάγκες μπορούν να καλυφθούν με το ποσό των €1.245 μηνιαίως. Καταγράφει και ο ίδιος αναλυτικούς πίνακες με τα έξοδα των παιδιών και τα ποσά που θεωρεί ότι επαρκούν για την κάλυψη τους, σημειώνοντας παράλληλα ότι η Αιτήτρια ουδέποτε του απέστειλε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής των απογευματινών δραστηριοτήτων των παιδιών. Αρνείται ότι η ανήλικη Δ. παρακολουθεί μαθήματα Αγγλικών και ζωγραφικής, παραδέχεται ότι ο ανήλικος Θ. παρακολουθεί κρατικά μαθήματα λογιστικής, πλην όμως απορρίπτει το ποσό των €100 που ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ότι απαιτείται ως υπερβολικό. Παραδέχεται επίσης ότι η ανήλικη Ε. παρακολουθεί μαθήματα ιστορίας και τέχνης και ισχυρίζεται ότι η τέχνη δεν είναι αναγκαίο έξοδο, εφόσον δεν προσανατολίζεται να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Υποδεικνύει ότι η Αιτήτρια κανένα τεκμήριο παρουσίασε για να αποδείξει τα έξοδα των παιδιών, ωστόσο αποδέχεται ως λογικό ένα ποσό της τάξεως των €100 μηνιαίως για τα μαθήματα ιστορίας και τέχνης.

 

Αρνείται επίσης ότι οι οικονομικές του δυνάμεις του επιτρέπουν να καταβάλλει στην Αιτήτρια  €3.500 για τη διατροφή των παιδιών, αντίθετα, είναι η θέση του ότι δύναται να καταβάλλει συνολικά και για τα τρία παιδιά το ποσό των €795 μηνιαίως.

 

Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Έχω μελετήσει την παρούσα αίτηση, την ένσταση, το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους.

 

Αποτελεί επίσης λόγο ένστασης του Καθ’ ου η αίτηση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού  διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others(1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη  κ.α .Μέζου, (1994) 1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791).

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι πέραν της συνδρομής των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων που εξετάζει το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ΄΄ Βασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152).

 

 Το Δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο περιορίζεται στην εξέταση της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Έτσι, δεν προβαίνει  σε ευρήματα ούτε αποφασίζει επί διαφιλονικούμενων θεμάτων. Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων θα εξετασθούν και θα αποφασιστούν κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 363).

 

Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτα περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos ανωτέρω, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές διαφορές. 

 

Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η οποία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, στην Timberland ανωτέρω έχει λεχθεί ότι:

 

«Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία».

 

Στην απόφαση  Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. έχει επίσης λεχθεί:

 

«όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπ’ όψη. »

 

Οι πιο πάνω προϋποθέσεις κρίνονται με βάση τις διατάξεις του νόμου που διέπει το υπό εξέταση κάθε φορά θέμα. Στην παρούσα υπόθεση, σχετικά είναι τα άρθρα 33(1) και 37 του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90 (στο εξής ο Νόμος).

 

Το άρθρο 33 (1) του νόμου ορίζει ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

 

Το άρθρο 37 (1) του νόμου ορίζει ότι η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

 

Το άρθρο 37 (2) του νόμου ορίζει ότι η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευσή του.

 

Μελετώντας την ένορκο δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση και την αγόρευση του συνηγόρου του, παρατηρώ ότι ενώ αρνείται την συνδρομή και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, αποδέχεται ως πραγματικό γεγονός τα έξοδα διαβίωσης των παιδιών και παράλληλα ισχυρίζεται ότι ήδη καταβάλλει στην Αιτήτρια κάποιο ποσό. Προτείνει επίσης την έκδοση διατάγματος το ποσό για των €795 μηνιαίως.

 

Κατά την κρίση μου, το γεγονός και μόνο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αποδέχεται την έκδοση προσωρινού διατάγματος, έστω για το ποσό που ο ίδιος θεωρεί ικανοποιητικό, καταδεικνύει ότι αναγνωρίζει τη νομική υποχρέωση που έχει έναντι στα ανήλικα τέκνα του να συνεισφέρει στα έξοδα διατροφής και διαβίωσης τους και κατ’ επέκταση, ότι αποδέχεται τη συνδρομή και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ακριβώς λόγω της εκ του Νόμου υποχρέωσης του να συνεισφέρει στην διατροφή των παιδιών του, η επιδίωξη της Αιτήτριας να εκδοθεί ένα διάταγμα προς εκπλήρωση αυτής, έστω και μεταγενέστερα της καταχώρισης της εναρκτήριας αίτησης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λειτουργήσει εναντίον της.

 

Συνοπτικά λοιπόν αναφέρω ότι η νομική υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν τα τέκνα τους σκοπό έχει την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών για τη συντήρηση και διατροφή τους και την κάλυψη άλλων αναγκών, όπως αυτές προκύπτουν στην καθημερινότητα τους. Για παράδειγμα αυτών που σχετίζονται με την εκπαίδευση και την υγεία τους. Η μη καταβολή από τον ένα εκ των δύο υπόχρεων του ποσού που του αναλογεί προς επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη διαβίωση των ανηλίκων. Επομένως, αναπόφευκτα υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά και πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία στην εναρκτήρια αίτηση.

 

Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η οποία είναι συνυφασμένη με την επάρκεια αποζημιώσεων κατά την έκδοση της απόφασης, θεωρώ ότι πληρείται και αυτή. Η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στη διασφάλιση της συμβολής των διαδίκων στη διατροφή και γενικότερα στην κάλυψη των βασικών αναγκών των ανηλίκων τέκνων τους  μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Η φύση της διαδικασίας είναι τέτοια που τη διαφοροποιεί από άλλες διαδικασίες που έχουν ως σκοπό την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Η όποια αποζημίωση ενδεχομένως επιδικαστεί μετά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική, ενόψει του ότι η συντήρηση και η ευημερία των ανηλίκων αδιαμφισβήτητα είναι καθημερινή και τρέχουσα ανάγκη και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης.

 

Παρά το ότι στη μαρτυρία του ο Καθ’ ου η αίτηση προτείνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος για το ποσό των €795, στην αγόρευση του ο συνήγορος του ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί διάταγμα για το συγκεκριμένο ποσό, τότε η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η θέση αυτή ασφαλώς δεν γίνεται αποδεκτή, εφόσον το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να κρίνει το εύλογο υπό τις περιστάσεις ποσό διατροφής λαμβάνοντας υπόψιν τις παραμέτρους που θέτει ο νόμος. Τονίζεται δε ότι μόνο η δεσμευτικότητα ενός διατάγματος διασφαλίζει διαχρονικά και σταθερά την καταβολή ενός ποσού που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο για την συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση στην διατροφή των παιδιών του, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διαβίωση και η ευημερία τους. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Δημοσθένους v. Δημοσθένους, Έφεση Αρ. 21/2019, ημερομηνίας 29 Ιουνίου 2020):

 

«Η  υποχρέωση αυτή είναι διαρκής.  Η πιθανότητα διακοπής της συνεισφοράς του εφεσείοντος ανά πάσα στιγμή και για οποιοδήποτε λόγο δεν τίθεται στη βάσανο μαρτυρίας προς τούτο.  Από τη στιγμή που η εφεσίβλητη διεκδίκησε δικαστική συνεισφορά υπό το φως της απομάκρυνσης του εφεσείοντος από τη συζυγική οικία, παραμένει αυτονόητο ότι είτε συναινετικά, είτε διά αποφάσεως μετά από ακρόαση, ένα διάταγμα μέσω Δικαστηρίου, είναι απαραίτητο, προς διασφάλιση των βασικών αναγκών των ανηλίκων.»

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνεται ότι είναι δίκαιο, εύλογο αλλά και επιβεβλημένο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα διατροφής και ό,τι απομένει να εξεταστεί και να καθοριστεί είναι το ύψος αυτού.

 

Ως προς τον τρόπο που το Δικαστήριο οφείλει να προσεγγίζει τις υποθέσεις διατροφής στο στάδιο έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος, καθ’ όλα καθοδηγητικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Α.Μ ν. Μ.Ζ., Έφεση Αρ. 23/2019, ημερομηνίας 28.07.2020, τα οποία παραθέτω αυτούσια:

 

«Ως προς τα έξοδα της ανήλικης, όπως προαναφέραμε, καθορίζονται αφού το Δικαστήριο προβεί σε μια σφαιρική αντίκριση των δεδομένων. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εκδίδεται γιατί υπάρχει η υποχρέωση και των δύο γονέων να συνεισφέρουν στη διατροφή του ανήλικου από τη διάσταση και πως αυτό περιορίζεται μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης με βάση τα πραγματικά εισοδήματα των διαδίκων και των αναγκών του ανηλίκου και θα προβεί σε καταμερισμό στον κάθε γονέα.»

 

Αναφορικά με τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, επισημαίνεται  ότι κατά πάγια νομολογία ο κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να αποκαλύπτει ειλικρινώς τα εισοδήματα του και την δική του οικονομική δυνατότητα. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δημητρίου v. Περδίου (2005) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1418 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω:

 

«Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν.216/90) η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μίας οικογένειας ανήκει και στους δύο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός.  Έχουν και οι δύο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους.  Στην υπόθεση Ette v. Ette (1965) 1 All E.R. 341, 346 έχει λεχθεί ότι όταν ο Καθ΄ ού η αίτηση δεν προβαίνει ο ίδιος σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, τότε το Δικαστήριο μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επαγγέλματος του και το τι κερδίζουν άλλοι στο ίδιο το επάγγελμα, να υπολογίσει ότι ο Καθ΄ ού η αίτηση έχει ψηλότερα, απ΄ ότι ισχυρίζεται, εισοδήματα. Η αρχή αυτή συνάδει και με τον κανόνα ότι εκεί που κάποιος έχει την αποκλειστική γνώση γεγονότων, οφείλει να τα αποδείξει (βλ. Tarapoulouzis v. District Officer (1962) C.L.R. 91 και Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδης κ.α. (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1386, 1390). Επομένως σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον Αιτητή ή την Αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους.  Το δε δικαστήριο, προβαίνει σε πλήρη έρευνα αυτών των στοιχείων.

Περαιτέρω αναφέρουμε ότι από σχετική νομολογία φαίνεται ότι το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη όχι μόνο τα πραγματικά εισοδήματα αλλά και την ικανότητα του Καθ΄ ού η αίτηση να κερδίζει (his potential earning capacity).  (Βλ. Klucinsky v. Klucinsky (1953) 1 All E.R. 683 και McEwan v. McEwan (1972)»

 

Αρχικά σημειώνεται η παράλειψη και των δύο διαδίκων να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με τα εισοδήματα τους. Της μεν Αιτήτριας δεν αμφισβητούνται, ωστόσο θα έπρεπε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση ότι δεν λαμβάνει κάποιο επίδομα. Οι ισχυρισμοί του Καθ’ ου η αίτηση για το ύψος των εισοδημάτων του παρέμειναν στην σφαίρα της αοριστίας, χωρίς καμία τεκμηρίωση. Με αυτά τα δεδομένα είναι πολύ πιθανό τα όσα αναφέρει να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και να αποκρύβει τις πραγματικές του οικονομικές δυνάμεις, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να αποφύγει την υποχρέωση να διατρέφει τα τέκνα του αναλόγως των πραγματικών του εισοδημάτων και όχι με βάση αυτών που ο ίδιος  γενικά και αόριστα ισχυρίζεται.

 

Όπως ήδη υπέδειξα, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα ούτε αποφασίζει επί αντικρουόμενων ισχυρισμών. Είναι αρκετό κατά την κρίση μου για σκοπούς έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος το γεγονός ότι οι διάδικοι εργάζονται και λαμβάνουν εισοδήματα με τα οποία δύνανται να συνεισφέρουν στα έξοδα διατροφής των παιδιών τους. Λαμβάνεται δε υπόψιν η παραδοχή του Καθ’ ου η αίτηση ότι τα εισοδήματα του είναι σαφώς υψηλότερα από αυτά της Αιτήτριας.  

 

Κατωτέρω θα προβώ σε κάποιες γενικές παρατηρήσεις και επισημάνσεις αναφορικά με τα ισχυριζόμενα έξοδα των παιδιών, αφού έλαβα υπόψιν μου τις θέσεις των διαδίκων και τους αναλυτικούς πίνακες που έχουν παραθέσει. Άλλοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν είναι η ηλικία των παιδιών, το γεγονός ότι βρίσκονται υπό τη φύλαξη της Αιτήτριας και ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διαμένει στο εξωτερικό, γεγονός που συνεπάγεται ότι «το βάρος» της καθημερινής φροντίδας των παιδιών το φέρει αποκλειστικά η Αιτήτρια.

 

Αντλώ καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία το μέτρο της διατροφής δεν μπορεί να εξευρεθεί με απόλυτους αριθμούς. Η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς εντοπισμό των πραγματικών αναγκών συγκεκριμένων ατόμων. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας και καθορίζοντας το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για τη διατροφή και συντήρηση του δικαιούχου, δεν είναι υποχρεωμένο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που να οδηγούν σε υπολογισμό με σεντ, αλλά θα πρέπει να σταθμίζει τις ανάγκες και να καταλήγει σε συμπεράσματα που θα επαναφέρουν, ή δυνατό, τα ανήλικα παιδιά σε μία πλησιέστερη κατάσταση, όπως θα ήταν εάν οι γονείς τους ζούσαν μαζί (βλ. Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδης κ.ά. (1989) 1 ΑΑΔ 1386, Κορελλίδης ν. Κορελλίδη (2012) 1 ΑΑΔ 1975 Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 ΑΑΔ 625, Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 951).

 

Σημειώνω αρχικά ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε κάποιο τεκμήριο για να αποδείξει τα ισχυριζόμενα έξοδα των παιδιών. Κάποια έξοδα όπως είναι η διατροφή, η ψυχαγωγία ή τα μεταφορικά έξοδα είναι έξοδα τα οποία δεν είναι δυνατό να αμφισβητούνται ως πραγματικό γεγονός. Στην απουσία σχετικών τεκμηρίων το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει την εξουσία να καθορίσει ένα εύλογο ποσό για την κάλυψη τους. Ωστόσο, όταν αξιώνεται συνεισφορά σε ειδικότερο κονδύλι, όπως είναι για παράδειγμα έξοδα εκπαίδευσης, αυτά πρέπει να τεκμηριώνονται επαρκώς. Συνεπώς, για σκοπούς έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος διατροφής θα ληφθούν υπόψιν οι απογευματινές δραστηριότητες που δεν αμφισβητούνται από τον Καθ’ ου η αίτηση και τα μαθήματα Αγγλικών, τα οποία πλέον κρίνονται απαραίτητα για όλα τα παιδιά.

 

Μελετώντας τους πίνακες εξόδων των παιδιών που ο κάθε διάδικος παρουσίασε, προκύπτει ότι η μεν Αιτήτρια παρουσιάζει αυξημένα κάποια κονδύλια, ο δε Καθ’ ου η αίτηση εμφανώς μειωμένα. Φέρω ως παράδειγμα το κονδύλι για την ένδυση, υπόδηση και ψυχαγωγία, σημειώνοντας ότι η Αιτήτρια αξιώνει επιπλέον ποσό για κοινωνικές υποχρεώσεις. Αυξημένο κρίνεται και το ποσό για την αισθητικό και κομμωτήριο της Ε., όπως και η αναλογία των παιδιών στα λειτουργικά έξοδα της οικίας που διαμένουν, με δεδομένο ότι σε αυτήν κατοικούν και οι γονείς της Αιτήτριας.

 

Αναφορικά με τα όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται για την πρόθεση της να ενοικιάσει διαμέρισμα κάτι που συνεπάγεται την αύξηση των εξόδων των παιδιών, αυτό είναι κάτι που θα κριθεί στα πλαίσια της ακρόασης της εναρκτήριας αίτησης όπου και θα γίνει ο τελικός καθορισμός των ποσών που απαιτούνται για κάθε ξεχωριστή ανάγκη των παιδιών. Προς το παρόν η ανάγκη αυτή δεν υφίσταται.

 

Στη βάση όλων όσων έχουν ανωτέρω αναφερθεί κατέληξα ότι το ποσό των €1.400 μηνιαίως είναι λογικό υπό τις περιστάσεις να καθοριστεί ως προσωρινή συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση στα έξοδα διατροφής και συντήρησης των ανήλικων τέκνων του. Στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και έχοντας πάντα κατά νου ότι η υποχρέωση διατροφής ανηλίκων προηγείται κάθε άλλης οικονομικής υποχρέωσης του υπόχρεου προς διατροφή, κρίνω ότι το ποσό αυτό ανταποκρίνεται  στις εισοδηματικές του δυνάμεις, οι οποίες όπως έχω ήδη αναφέρει δεν έχουν αποκαλυφθεί ειλικρινώς.

 

Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται όπως καταβάλλει στην Αιτήτρια, από 01.03.2025, την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, το ποσό των €1.400 ως συνεισφορά του στην διατροφή και συντήρηση των ανήλικων τέκνων του Ε., Δ. και Θ.

 

Το διάταγμα θα ισχύει μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Τονίζω εκ νέου ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, ούτε προδικάζει οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με αυτήν. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για σκοπούς εξέτασης της έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος.  Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην εναρκτήρια αίτηση, παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας (Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) ΑΑΔ 225,2336).

 

 

Ως προς τα έξοδα της αίτησης, λαμβάνω υπόψιν ότι ο γενικός κανόνας δυνάμει του Μέρους 39.2(1), είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια έχω αποφασίσει να επιδικάσω κατόπιν συνοπτικού υπολογισμού, σε συνεννόηση με τον Πρωτοκολλητή, δικηγορικά έξοδα ύψους €750 πλέον πραγματικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση.

 

 

 

                                                                    (Υπ.)…………………….

                                                                                          Σ. Νεοφύτου, Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο