ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 290/24
Μεταξύ:
Μ.Κ.
Αιτητής
και
Κ.Π.
Καθ’ ης η αίτηση
Αίτηση για παρακοή διατάγματος
Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κ. Μίτα για Ανδρέας Μενελάου Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Καθ’ ης η αίτηση: Κ. Πραστίτης για Κ. Πραστίτης Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι διάδικοι απέκτησαν τρία τέκνα, τον Α. τον Μ., ενήλικες σήμερα και τον Σ., ηλικίας σήμερα 10 ετών. Την 1η.11.24, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα το οποίο περιέχει λεπτομερή ρύθμιση για την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου Σ. και μεταξύ άλλων ρυθμίζει εκτεταμένα το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με αυτόν. Η ρύθμιση αυτή γίνεται τόσο σε σχέση με την εβδομαδιαία επικοινωνία με όσο και με την επικοινωνία κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Κατωτέρω παρατίθεται το λεκτικό του διατάγματος (Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του Αιτητή):
«ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ως ακολούθως:
1. Εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ανατίθεται στην αιτήτρια η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, Στέφανου Κουππή.
2. Εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ως άνω ανηλίκου ο εκάστοτε τόπος διαμονής της αιτήτριας εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
3. Οι υπόλοιπες πτυχές της γονικής μέριμνας θα ασκούνται και από τους δύο γονείς από κοινού.
4. Εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του καθ’ου η αίτηση με το ανήλικο τέκνο του ως ακολούθως:
(α) Κάθε δεύτερη Παρασκευή από η ώρα 16.00 μέχρι την Κυριακή η ώρα 18.00.
Η ρύθμιση αυτή θα αρχίσει στις 8.11.2024 και θα επαναλαμβάνεται κάθε δεκαπενθήμερο.
(β) Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κάθε έτους από η ώρα 16:00 της 24ης Δεκεμβρίου μέχρι η ώρα 18:00 της 26ης Δεκεμβρίου (α΄ περίοδος), από η ώρα 16:00 της 30ης Δεκεμβρίου μέχρι η ώρα 18:00 της 1ης Ιανουαρίου (β΄ περίοδος). Η ρύθμιση αυτή θα εφαρμόζεται εκ περιτροπής. Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων του 2024 ο καθ’ου η αίτηση θα ασκήσει το δικαίωμα του την β΄ περίοδο.
(γ) Κατά τις εορτές του Πάσχα κάθε έτους από η ώρα 16:00 της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι η ώρα 18:00 της Κυριακής του Πάσχα (α΄ περίοδος), από η ώρα 18:00 της Κυριακής του Πάσχα μέχρι η ώρα 18:00 της Τρίτης της Διακαινησίμου (β΄ περίοδος). Η ρύθμιση αυτή θα εφαρμόζεται εκ περιτροπής. Κατά τις εορτές του Πάσχα του 2025 ο καθ’ου η αίτηση θα ασκήσει το δικαίωμα του την α΄ περίοδο.
(δ) Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές του έτους από η ώρα 16.00 της 15ης Ιουλίου μέχρι η ώρα 16:00 της 22ας Ιουλίου, από η ώρα 16.00 της 29ης Ιουλίου μέχρι η ώρα 16.00 της 5ης Αυγούστου και από η ώρα 16.00 της 12ης Αυγούστου μέχρι η ώρα 16.00 της 19ης Αυγούστου (α΄ περίοδος), από η ώρα 16:00 της 22ας Ιουλίου μέχρι η ώρα 16.00 της 29ης Ιουλίου, από η ώρα 16.00 της 5ης Αυγούστου μέχρι η ώρα 16.00 της 12ης Αυγούστου και από η ώρα 16.00 της 19ης Αυγούστου μέχρι η ώρα 16.00 της 26ης Αυγούστου (β΄ περίοδος). Η ρύθμιση αυτή θα εφαρμόζεται εκ περιτροπής. Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές του 2025 ο Καθ΄ ου η αίτηση θα ασκήσει το δικαίωμα του την β΄ περίοδο.
Νοείται ότι το παρόν διάταγμα ρύθμισης της επικοινωνίας του καθ’ου η αίτηση με το ανήλικο τέκνα του θα αναστέλλεται κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των καλοκαιρινών διακοπών όπως προβλέπεται ανωτέρω.
5. Η αιτήτρια διατάσσεται όπως παραδίδει το ως άνω ανήλικο τέκνο στον καθ’ου η αίτηση στην οικία της και όπως το παραλαμβάνει από τον καθ’ου η αίτηση στην οικία της και ο καθ’ου η αίτηση διατάσσεται όπως το παραλαμβάνει από την αιτήτρια στην οικία της και όπως τα επιστρέφει στην αιτητήρια στην οικία της.
Η ισχύς του διατάγματος αρχίζει από σήμερα.»
Στο διάταγμα καταγράφεται η πιο κάτω οπισθογράφηση:
«Οπισθογράφηση: Εάν εσείς, οι αναφερόμενοι Καρολίνα Πολυδώρου και Μιχάλης Κουππής, αμελήσετε να συμμορφωθείτε με το διάταγμα αυτό ως ανωτέρω, σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.»
Στις 20.3.25, o Αιτητής καταχώρισε την παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκει την τιμωρία της Καθ’ ης η αίτηση για την παράλειψη της να συμμορφωθεί με το πιο πάνω διάταγμα. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή στην οποία επισυνάπτεται ένα τεκμήριο.
Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της. Οι λόγοι ένστασης που τελικώς προώθησε κατά την εκδίκαση της αίτησης, συνοψίζονται ως εξής:
1. Η προσωπική επίδοση του διατάγματος στην Καθ’ ης η αίτηση έλαβε χώρα μετά τις ημερομηνίες για τις οποίες κατηγορείται ότι παράκουσε το διάταγμα, πλην μίας ημερομηνίας.
2. Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και η διατύπωση των αιτητικών θα έπρεπε να αντιστοιχούν με καταγραφή των λεπτομερειών αδικήματος ποινικής διαδικασίας, εντούτοις γίνεται κατά τρόπο ασαφή και/ή διαζευκτικό και κατά τρόπο που αποτελεί πολλαπλότητα κατηγοριών και κατηγορητηρίου.
3. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι γενική και αόριστη και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να την υποστηρίξει.
4. Η Καθ’ ης η αίτηση δεν είχε και δεν έχει καμία απολύτως πρόθεση καταφρόνησης και/ή καταστρατήγησης και/ή παρακοής του διατάγματος ημερομηνίας 01/11/2024 και ελλείπει η στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος.
5. Ο ανήλικος ήδη αντιδρά αρνητικά και/ή δεν συγκατατίθεται στην επικοινωνία του με τον Αιτητή με τον τρόπο που ορίζει το διάταγμα ημερομηνίας 01//11/2024 για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τον ίδιο τον Αιτητή και τους εθισμούς του στο αλκοόλ.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων και δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μελέτησα με προσοχή τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων, όπως επίσης και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών.
Στην μαρτυρία του ο Αιτητής αναφέρεται λεπτομερώς στους όρους του επίδικου διατάγματος και ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση παρέλειψε να του παραδώσει τον ανήλικο στις 3.1.25, 31.1.25, 14.2.25 και 14.3.25. Είναι η θέση του ότι η Καθ’ ης η αίτηση παραβίασε το διάταγμα και επιβάλλεται η τιμωρία της.
Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, η Καθ’ ης η αίτηση επαναλαμβάνει κάποιους από τους λόγους ένστασης και υποδεικνύει περαιτέρω ότι το επίδικο διάταγμα της επιδόθηκε προσωπικά μόλις στις 19.2.25, γεγονός που υποδηλώνει κατά την ίδια, τον προσχεδιασμό και την πρόθεση του Αιτητή να καταχωρίσει την υπό εξέταση αίτηση.
Σημειώνει την γενικότητα και αοριστία που χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και το γεγονός ότι δεν τεκμηριώνονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο και υποστηρίζει ότι η υπό εξέταση αίτηση συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, εφόσον ο Αιτητής προέβη σε καταγγελίες στην Αστυνομία για τις ίδιες ακριβώς ημερομηνίες. Προς τούτο καταχωρίστηκε εναντίον της η ποινική υπόθεση με αρ. 18955/25.
Ισχυρίζεται ότι ο ανήλικος αντιδρά στο να έχει επικοινωνία με τον Αιτητή παρά την παρότρυνση της, λόγω του ότι ο Αιτητής καταναλώνει αλκοόλ στην παρουσία του και είναι σε κατάσταση μέθης, ακόμα και όταν οδηγεί με τον ανήλικο στο αυτοκίνητο. Σε κάποιες περιπτώσεις άσκησε βία στον ανήλικο και τον κλείδωσε στο δωμάτιο του, γεγονότα που ο ανήλικος ανέφερε στην ίδια και σε Λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Αναφέρεται επίσης σε κάποια περιστατικά όπου έλαβαν χώρα περί τον Νοέμβριο του 2024 και ότι λόγω της κατάστασης αυτής θα λάβει δικαστικά μέτρα για να τροποποιηθεί το διάταγμα γονικής μέριμνας.
Υποστηρίζει ότι υπεύθυνος για την άρνηση του ανηλίκου να επικοινωνήσει με τον Αιτητή είναι ο ίδιος ο Αιτητής, λόγω της συμπεριφοράς και στάσης του απέναντι στον ανήλικο και παρά τις προσπάθειες της για αποκατάσταση της σχέσης τους, ο ανήλικος αρνείται να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε τρόπο με αυτόν. Όπως εξηγεί, δεν μπορεί να τον πιέσει ή να του επιβάλει να έχει επαφή με τον Αιτητή, ο οποίος αρνείται να αντιληφθεί ότι η συμπεριφορά του προς τον ανήλικο του δημιουργεί άγχος και τρόμο. Τονίζει ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να παρακούσει το διάταγμα γονικής μέριμνας και ότι πρωταρχικός της στόχος είναι να προστατέψει την σωματική και ψυχική υγεία του ανηλίκου.
Είναι η θέση της περαιτέρω ότι καμία παρακοή υφίσταται από μέρους της, εφόσον οι ημερομηνίες στις οποίες αναφέρεται ο Αιτητής, δεν είχε δικαίωμα επικοινωνίας με βάση το λεκτικό του διατάγματος, στο οποίο καταγράφεται η φράση «κάθε δεύτερη Παρασκευή» και όχι «κάθε δεύτερη Παρασκευή εναλλάξ από τις 08/11/2024».
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η αναγκαιότητα για σεβασμό των πολιτών στα δικαστικά διατάγματα επαναλαμβάνεται διαχρονικά από τη νομολογία. Στην Krashias Shoe Factory v. Adidas (1989) 1 Α.Α.Δ. 750, αναφέρθηκε από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πική ότι: «Η υπακοή στα διατάγματα των Δικαστηρίων αποτελεί θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου»
Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται περίπτωσης τιμωρίας φυσικών και/ή νομικών προσώπων για παρακοή δικαστικού διατάγματος αντλείται μέσα από το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο αφορά στο ουσιαστικό δίκαιο επί αιτήσεων παρακοής. Το άρθρο αυτό καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή οικονομικών κυρώσεων υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων ή ακόμη στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση. Παρέχεται επίσης δικαιοδοσία για την επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Krashias (βλ ανωτέρω), η πολιτική διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος έχει δυο σκοπούς, τον πειθαναγκασμό σε υπακοή και την τιμωρία του παραβάτη.
Από το κείμενο του άρθρου 42 του Ν. 14/60, προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό (enforceable) ένα διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό (coercive order), είτε διατακτικό (mandatory), είτε απαγορευτικό (prohibitory). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος τα οποία εκδίδονται δυνάμει του Άρθρου 41 του Ν. 14/60 δεν είναι επιβλητά δυνάμει του άρθρου 42 (Πέτρος Πετράκη v. Ann-Marie Marks Petraki (2002) 1 (Β) ΑΑΔ 991).
Η Διαταγή 42(Α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας πραγματεύεται αποκλειστικά τη διαδικασία για την αναφορά παρακοής διατάγματος στο Δικαστήριο. Οι πρόνοιες της συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. (βλέπε Krashias ανωτέρω). Σύμφωνα με αυτές, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την στοιχειοθέτηση και απόδειξη του αδικήματος της μη υπακοής σε ένα διάταγμα Δικαστηρίου είναι η ύπαρξη διατάγματος, η ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης, η προσωπική επίδοση του διατάγματος και τέλος, η προσωπική επίδοση της αίτησης για παρακοή του διατάγματος.
Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Μαυρονικόλα v. Ξάνθου, (2011) 1 ΑΑΔ 293:
«Όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG (1989) 1(E) Α.Α.Δ. 750, το Αρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τη τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42 Α(1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. (Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates Ltd (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1145.)
Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής, (βλ. Ηalin v. Timur (2005) 1(Α) A.A.Δ.424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μακρίδης (1991) 1 Α.Α.Δ. 401):
α. Ύπαρξη διατάγματος.
β. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης.
γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος.
δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής.
Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Βye (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 371.»
Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1085, 1089-1090 αναφέρεται ότι:
«Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, διευκρινίστηκε και, σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, βεβαιώθηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή του υπό κρίση διατάγματος του Δικαστηρίου».
Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση έχει ποινικό χαρακτήρα αφού επιδιώκεται η καταδίκη και τιμωρία του Καθ' ου η αίτηση και παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση, το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος (Πέτσα ν. Πιερίδη (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1716). Πρόκειται δηλαδή για «οιονεί» ποινική διαδικασία και το απαραίτητο επίπεδο απόδειξης για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για περιφρόνηση διατάγματος του Δικαστηρίου είναι αυτό της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η παρακοή αναφορικά με την οποία υπάρχει παράπονο, θα πρέπει να έχει προκύψει ως αποτέλεσμα πρόθεσης του Καθ΄ ου η αίτηση και όχι τυχαίως (βλ. σχετικά Mouzouris and another v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, Ιωάννου ν. Μανώλη, άλλως Έλλης Ρόπαλη μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Δέσποινας Σάκκα κ.α. (1998) 1Γ Α.Α.Δ. 1423, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309 και Knight v. Clifton [1971] 2 All E.R. 378).
Θα πρέπει να συνυπάρχει τόσο η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) όσο και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης (Μαύρος v. Στυλιανού κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 2389). Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση αυτή, η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην πράξη παράλειψης, η οποία παραβιάζει το διάταγμα και η υποκειμενική υπόσταση συνίσταται σε πρόθεση ανυπακοής του. Το αποτέλεσμα ανυπακοής ενός διατάγματος από μόνο του δεν είναι αρκετό να οδηγήσει στην καταδίκη του ενός ατόμου.
Το βάρος απόδειξης σε αιτήσεις παρακοής το φέρει ο Αιτητής, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στην διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του Καθ’ ου η αίτηση, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Yugos Finance BV κ.α, Πολιτ. Αίτ. Αρ. 180/2009, 08/03/2013).
Στην απόφαση Ι.Μ. ν. Ρ.Μ. Έφεση Αρ. 19/2016, ημερ. 12.11.2018 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η απόδειξη της ηθελημένης ανυπακοής, είναι προαπαιτούμενο για στοιχειοθέτηση της καταφρόνησης σε διάταγμα δικαστηρίου (βλ. Mouzouris a.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309 και Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 472). Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής από μόνο του δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου. (Έφεση Αρ. 4/2014, Ιακώβου ν. Γεωργίου, ημερ. 2 Ιουνίου 2017).
Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ. 1) (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 256 τονίστηκε το εξής στη σελ. 369:
″Όσον αφορά το «mens rea» που πρέπει να διαπιστώνεται, αρκεί να λεχθεί ότι η ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύκολα καταλογίζεται ένοχη «διάνοια».″
Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιακώβου (ανωτέρω):
"Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση του και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ΄ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, σ.90.1, παρ. 6.18 και 6.19 και Μιχαηλίδης (ανωτέρω)).
.......
Δεν είναι όμως αρκετή η αρνητική στάση και οι δηλώσεις του ανηλίκου, το ίδιο Δικαστήριο οφείλει να ενδιατρίψει και να διαπιστώσει τα αίτια μιας τέτοιας στάσης και απόφασης και κατά πόσο η άρνηση του μορφώθηκε εξ ιδίων ή ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού από τον εφεσείοντα, Κωνσταντίνου ν. Ξιούρου, Έφεση Αρ. 2/12, 9.5.2014:
«Τα διατάγματα αυτά εκδίδονται κατά κύριο λόγο προς όφελος των ανηλίκων τέκνων εφόσον αναγνωρίζεται η μεγάλη σημασία της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων και με τους δύο γονείς τους, παρά το χωρισμό των γονέων. Σε περίπτωση που ο γονέας, που διατάσσεται να συμμορφωθεί με διάταγμα επικοινωνίας του ανήλικου τέκνου του με τον άλλο γονέα, προβάλλει κάποια δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση του, το βάρος το έχει εκείνος που προβάλλει τη δικαιολογία να αποδείξει ότι αυτή είναι εύλογη, υπό τις περιστάσεις, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αυτό, αντίθετα με τον αιτητή που ισχυρίζεται παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει τον ισχυρισμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .»″
Απαιτείται επομένως η απόδειξη ηθελημένης παράλειψης συμμόρφωσης με το διάταγμα, η οποία δεν οφείλεται σε αδυναμία εκτέλεσης. Εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης, η αδυναμία αυτή απαραιτήτως πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. (Έπαρχος Πάφου ν. Κωνσταντίνου (2009) 2 Α.Α.Δ. 594). To βάρος απόδειξης της αδυναμίας αυτής βαρύνει αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται το διάταγμα και ο οποίος προβάλλει το γεγονός της εν λόγω αδυναμίας. (Yugos Finance BV v. Halebay Holdings Limited (2009) 1 A.A.Δ. 569).
Στο σύγγραμμα The Law of Contempt, Borrie and Lowe, στη σελίδα 322 αναφέρεται ότι:
"it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants".
Στην απόφαση Ανδρέας Μ. Ονουφρίου ν. Josephine Bye (2007) 1 (A) A.A.Δ. 371, τονίστηκε από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ότι:
«Είναι ουσιώδες όμως πως η επίδοση του διατάγματος στο πρόσωπο που αφορά πρέπει να προηγείται της συγκεκριμένης πράξης της παρακοής, για την οποία παραπονείται ο Αιτητής. Έτσι, θα πρέπει εδώ να εξετάσουμε κατά πόσο υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για παρακοή του διατάγματος μετά τις 2.7.04, δηλαδή την ημερομηνία της επίδοσης.»
Στην ένορκο δήλωση του ο Αιτητής κατηγορεί την Καθ’ ης η αίτηση ότι παρέλειψε να του παραδώσει τον ανήλικο στις 3.1.25, 31.1.25, 14.2.25 και 14.3.25. Το επίδικο ωστόσο διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ’ ης η αίτηση στις 19.2.25. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα παρακοής του διατάγματος για τις ημερομηνίες που η Καθ΄ ης η αίτηση κατηγορείται, πλην της 14.03.2025, ημερομηνία η οποία έπεται της επίδοσης του διατάγματος.
Η ύπαρξη της αναγκαίας οπισθογράφησης και η προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στην Καθ’ ης η αίτηση δεν αμφισβητείται.
Αμφισβητείται ωστόσο από την Καθ’ ης η αίτηση ότι το διάταγμα είναι σαφές. Για να μπορέσει ένα Δικαστήριο να κρίνει και να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε παρακοή διατάγματος και κατά συνέπεια να επιβάλει τιμωρία, θα πρέπει το διάταγμα να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς το τι ακριβώς είναι αυτό που ο Καθ’ ου η αίτηση αναμένεται να πράξει, ούτως ώστε να θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα (βλ. Safarino v. Sun Shoes (1984) 1 C.L.R. 738).
Ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση ότι το διάταγμα είναι ασαφές δεν ευσταθεί. Η πρόνοια που ρυθμίζει την καθημερινή επικοινωνία καθορίζει με σαφήνεια τόσο το χρόνο έναρξης όσο και τη συχνότητα άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, καθότι προβλέπει ρητά ότι η ρύθμιση αρχίζει στις 8.11.2024 και επαναλαμβάνεται κάθε δεκαπενθήμερο. Η ύπαρξη συγκεκριμένης ημερομηνίας έναρξης καθιστά απολύτως σαφές ποιες Παρασκευές εμπίπτουν στη ρύθμιση, χωρίς να αφήνεται περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας. Στο διάταγμα αναφέρεται: «Η ρύθμιση αυτή θα αρχίσει στις 8.11.2024 και θα επαναλαμβάνεται κάθε δεκαπενθήμερο.» Συνεπώς η πρώτη Παρασκευή που ο Αιτητής είχε δικαίωμα επικοινωνίας καθορίστηκε ως η Παρασκευή 8.11.2024. Με αυτό σαν δεδομένο, στις 3.1.25, την πρώτη ημερομηνία που κατηγορείται η Καθ’ ης αίτηση δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα, είχε δικαίωμα επικοινωνίας ο Αιτητής, όπως και στις 14.2.25 και στις 14.3.25, ημερομηνία που εξετάζεται με την παρούσα αίτηση. Κατά συνέπεια, το διάταγμα δεν πάσχει από ασάφεια τέτοιας φύσης που να το καθιστά μη επιβλητό ή ανεφάρμοστο.
Το γεγονός της μη συμμόρφωσης προς το διάταγμα είναι δεδομένο εφόσον η Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς για τους λόγους που δεν εφαρμόστηκε το διάταγμα. Συνεπώς, ότι παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσον η παρακοή της Καθ’ ης η αίτηση ήταν ηθελημένη.
Το Δικαστήριο εξετάζοντας τη μαρτυρία ως προς το ηθελημένο ή όχι της απείθειας σε ένα δικαστικό διάταγμα λαμβάνει υπόψιν του όλα τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του. Η πράξη της παρακοής από μόνη της, χωρίς την προσφορά προς τούτο κατάλληλης μαρτυρίας δεν αρκεί για την καταδίκη του Καθ’ ου η αίτηση. Πρέπει το αποτέλεσμα της παρακοής να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος (βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά (1993) 1 ΑΑΔ 309).
Για τους λόγους που παρατίθενται κατωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Καθ’ ης η αίτηση παρήκουσε ηθελημένα το διάταγμα. Δεν συντρέχει δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης.
Έχω ήδη αναφερθεί σε σχετική νομολογία αναφορικά με το βάρος απόδειξης σε αυτού του είδους τις υποθέσεις. Αρκεί με απλά λόγια να λεχθεί ότι όταν ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα δεν εφαρμόζεται συνεπεία της συμπεριφοράς του Καθ΄ ου η αίτηση, θα πρέπει το Δικαστήριο να κάνει εύρημα ότι αποδείχτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατά τις ημερομηνίες που κατηγορείται ότι παράκουσε το διάταγμα, ο Καθ’ ου η αίτηση ήταν σε θέση να συμμορφωθεί, δηλαδή να παραδώσει το ανήλικο αλλά δεν το έπραξε. Και ασφαλώς φέρει το βάρος να αποδείξει με γεγονότα τους ισχυρισμούς του, εφόσον η πράξη και μόνο της παρακοής δεν επαρκεί για την καταδίκη του Καθ’ ου η αίτηση.
Η μόνη αναφορά του Αιτητή στη μαρτυρία του για το θέμα αυτό, περιορίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα, παρ. 6, 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεως του που υποστηρίζει την αίτηση:
6. Παρόλα αυτά η Καθ’ ης η αίτηση επανειλημμένα και ηθελημένα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του διατάγματος, με αποτέλεσμα να μην μπορέσω να ασκήσω το δικαίωμα επικοινωνίας μου.
7. Συγκεκριμένα, η Καθ’ ης η αίτηση αρνήθηκε να μου παραδώσει τον ανήλικο Σ. στις 03/01/2025, 31/01/2025, 14/02/2025 και 14/03/2025.
8. Οι πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες της Καθ’ ης αίτηση συνιστούν κατάφορη παραβίαση του Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 01/11/2024 και περιφρόνηση του Δικαστηρίου, η οποία επιβάλλει την τιμωρία της Καθ’ ης η αίτηση.
Πλην των πιο πάνω ισχυρισμών, καμία άλλη αναφορά γίνεται για το τι έλαβε χώρα τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ήτοι στις 14.3.25, εάν για παράδειγμα ο ίδιος μετέβη στον τόπο διαμονής της Καθ’ ης η αίτηση, έτοιμος να παραλάβει τον ανήλικο και το τι ακολούθησε με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η επικοινωνία.
Στην απόφαση Χριστάκης Κώστα Vs. Ελένης Κώστα 1 ΑΑΔ 269, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά επί τούτου:
«Ο ευπαίδευτος Πρόεδρος, υποδεικνύοντας ότι ενώπιον του υφίσταντο μόνο οι ένορκες δηλώσεις των διαδίκων επί των οποίων αυτοί δεν αντεξετάσθησαν ούτε καταχωρήθησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, και ότι ο Εφεσείων έφερε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εφόσον επρόκειτο για οιωνεί ποινική υπόθεση, κατέληξε ότι η ενώπιον του μαρτυρία δεν ήταν επαρκής προς τούτο. Παρατηρώντας ότι οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα για παράβαση του διατάγματος από την Εφεσίβλητη στις 19.1.2001 και 24.1.2001 ήσαν αόριστοι καθ'όσον δεν εξειδίκευαν τη συμπεριφορά της Εφεσίβλητης που κατ'ισχυρισμό συνιστούσε τέτοια παράβαση, όπως και ότι ο Εφεσείων δεν ανέφερε ούτε ποίες ενέργειες έκανε ο ίδιος κατά τις εν λόγω ημερομηνίες για να έχει επικοινωνία με τη θυγατέρα του ούτε πώς αντέδρασε η θυγατέρα του, ο ευπαίδευτος Πρόεδρος τόνισε την πληθώρα των ερωτηματικών και αμφιβολιών που προέκυπταν ως εκ τούτου ως προς την επάρκεια των ίδιων των ισχυρισμών του Εφεσείοντα για εσκεμμένη παρακοή του διατάγματος από την Εφεσίβλητη και μάλιστα σε συνάρτηση με την ασάφεια του ίδιου του διατάγματος ως προς τις διευθετήσεις τρόπου και χώρου διασφάλισης της επικοινωνίας. Λαμβανομένης υπ΄όψη και της παράλειψης του Εφεσείοντα να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης επί των αμφισβητούμενων γεγονότων με αντεξέταση της ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η αδυναμία στοιχειοθέτησης της αίτησης καθίστατο, κατέληξε, βεβαία. »
Η μαρτυρία του Αιτητή περιορίζεται σε γενικούς ισχυρισμούς ότι στις 14.03.2025 η Καθ’ ης η αίτηση δεν του παρέδωσε τον ανήλικο, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης ημερομηνίας ή στη συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση που, κατά τον ισχυρισμό του, είχε ως αποτέλεσμα να μην ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με βάση το διάταγμα. Η απουσία μαρτυρίας για το τι έλαβε χώρα τη δεδομένη χρονική στιγμή, όπου θα έπρεπε να παραδοθεί ο ανήλικος και η παράληψη του Αιτητή να αναφερθεί λεπτομερώς και με παραδείγματα σε τι συνίστατο η συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση, καθιστούν αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα για τον βαθμό στον οποίο οι ενέργειες της Καθ’ ης η αίτηση επηρέασαν τον ανήλικο κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά πόσο αυτές ήταν καθοριστικές στην ματαίωση της επικοινωνίας.
Η μαρτυρία του Αιτητή χαρακτηρίζεται από γενικότητα και δεν κατέδειξε οποιαδήποτε πράξη της Καθ’ ης η αίτηση που να υποδηλώνει πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Εάν αποδεικνύετο ότι η Καθ’ ης η αίτηση ήταν σε θέση να συμμορφωθεί και δεν το έπραξε, τότε και μόνο θα μετατίθετο στους ώμους της το βάρος να αποδείξει ότι είχε εύλογη αιτία να μην παραδώσει το παιδί, για παράδειγμα λόγω άρνησης του παιδιού. Με τα πιο πάνω δεδομένα, είναι αδύνατο να εξαχθεί ασφαλές εύρημα ηθελημένης παρακοής της Καθ’ ης η αίτηση.
Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
(Υπ.) ……………………….
Σ. Νεοφύτου, Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο