ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 238/25i
Μεταξύ:
Δ.Λ.
Αιτητή
και
O.B.L.
Καθ’ ης η αίτηση
Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 08/07/2025
Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κ. Στέφανος Σκορδής για ΣΚΟΡΔΗΣ & ΣΤΕΦΑΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Καθ’ ης η αίτηση: κα. Γαλάτεια Λουκαΐδου για ΓΙΩΤΑ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:
Ο Αιτητής καταχώρισε στις 04/07/2025 εναρκτήρια αίτηση[1], με την οποία αιτείται την τροποποίηση του υπ’ αριθμό 199/22 διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 13/10/2023 ώστε το ποσό των €1.650- που διατάχθηκε να καταβάλλει ως συνεισφορά του στη διατροφή και συντήρηση των ανήλικων τέκνων του, Ι.Λ. και Ι.Λ., να μειωθεί στο ποσό των €600- το μήνα πλέον τις κοινωνικές ασφαλίσεις της μίας οικιακής βοηθού. Περαιτέρω αιτείται την ακύρωση και/ή αναστολή της επιβολής της αυτόματης αύξησης του 10% στο ποσό της διατροφής καθώς και την αναστολή και/ή ακύρωση οποιωνδήποτε ενταλμάτων φυλάκισης.
Περαιτέρω, ο Αιτητής καταχώρισε στις 08/07/2025 την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, με την οποία αιτείται «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς του διατάγματος που εξεδόθηκε στα πλαίσια διατροφής με αριθμό 199/22 και/ή που να μειώνει το ποσό της καταβαλλόμενης διατροφής σε 600 ευρώ τον μήνα και/ή που να αναστέλλει οιαδήποτε εκδοθέντα και/ή καταχωρηθέντα εντάλματα φυλάκισης μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου».
Η αίτηση του Αιτητή υποστηρίζεται από ένορκη του δήλωση στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
Από την έκδοση του υπ’ αριθμό 199/22 διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 13/10/2023 οι συνθήκες και τα γεγονότα στη βάση των οποίων εκδόθηκε άλλαξαν άρδην. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι τα εισοδήματά του μειώθηκαν δραστικά διότι στο μεσοδιάστημα έχασε την εργασία του και αναγκάστηκε να βρει άλλη. Σήμερα λαμβάνει το ποσό των €2.300- μικτά (€1.998- καθαρά) το μήνα και όχι €4.500- μικτά ως είχε λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος (Τεκμήριο 1). Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τα εισοδήματα της Καθ’ ης η αίτηση έχουν αυξηθεί διότι λαμβάνει τουλάχιστον €1.850- επιδόματα για τους ανηλίκους αφού προστέθηκε το επίδομα μονογονιού εξ €400- και το επίδομα για οικιακή βοηθό/φροντίστρια εξ €550- τα οποία μάλιστα έχουν αυξηθεί περαιτέρω. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι τα έξοδα των ανηλίκων έχουν μειωθεί δραστικά αφού ο ανήλικος Ι.Λ. που είναι τετραπληγικός έχει εγγραφεί σε ειδικό σχολείο και οι πλείστες θεραπείες γίνονται εκεί ενώ και των δύο παιδιών τα έξοδα θεραπειών και ειδικών μαθημάτων έχουν μειωθεί σε τεράστιο βαθμό. Ο Αιτητής υπολογίζει ότι τα έξοδα των ανηλίκων ανέρχονται σήμερα στο ποσό των €2.440- το μήνα από το οποίο αφαιρουμένων των επιδομάτων που λαμβάνει η Καθ’ ης η αίτηση απομένει ένα ποσό της τάξης των €590- περίπου το μήνα για να καλυφθεί από τους διαδίκους. Ο Αιτητής κάνει λόγο και για τα ποσά που απαιτούνται για τη δική του διατροφή και συντήρηση τα οποία πρέπει να καταβάλλει από τα εισοδήματά του καθώς και για την συνεπακόλουθη αδυναμία του να συμμορφωθεί με το υφιστάμενο διάταγμα σε αντίθεση με την Καθ’ ης η αίτηση η οποία, ως ισχυρίζεται, έχει εισοδήματα και εισοδηματική ικανότητα πέραν των €2.000- το μήνα και διάγει πολυδάπανη ζωή.
Ως προς τα φυλακιστήρια ο Αιτητής αναφέρει ότι, η Καθ’ ης η αίτηση καταχρηστικά και για σκοπούς άσκησης πίεσης, καταχωρεί από τις πρώτες ημέρες κάθε μήνα φυλακιστήρια ενώ την ενημέρωσε τόσο ότι πληρώνεται κάθε 10η ημέρα εκάστου μήνα όσο και για το ότι αδυνατεί να πληρώνει όλο το ποσό. Εκκρεμούν ως αναφέρει φυλακιστήρια για ποσά πέραν των €5.930- που πρέπει να καταβληθούν εντός του Ιουλίου 2025 και σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα καταλήξει με βεβαιότητα στη φυλακή γεγονός που θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη οικονομική, επαγγελματική και ψυχολογική ζημία.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση χωρίς ειδοποίηση, επικαλούμενος την ύπαρξη κατεπείγουσας βάσης την οποία υποστήριξε και με ξεχωριστή του ένορκη δήλωση, ζητώντας όπως εκδοθούν μονομερώς προσωρινά διατάγματα. Το Δικαστήριο όμως που της επιλήφθηκε τότε, έδωσε οδηγίες για να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Μετά την επίδοση, η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 29/07/2025 και ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 25/08/2025, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωσή της ιδίας.
Η Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει 22 λόγους ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται τόσο γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης όσο και γύρω τα γεγονότα της υπόθεσης.
Η ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση της ιδίας, η οποία συνοδεύεται από 13 Τεκμήρια. Η Καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή και αναφέρει ότι οι συνθήκες και τα γεγονότα στη βάση των οποίων εκδόθηκε το εν ισχύ διάταγμα διατροφής δεν έχουν αλλάξει. Ως αναφέρει, η εισοδηματική ικανότητα του Αιτητή ανέρχεται στο ποσό των €4.500- το μήνα διότι είναι μορφωμένος, ακαδημαϊκά καταρτισμένος, έχει εξειδικευμένες γνώσεις στον τομέα των εταιρειών FOREX όπου εργάστηκε στο παρελθόν, είναι υγιής και ικανός για εργασία με υψηλές απολαβές. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η προβαλλόμενη μείωση εισοδήματος του Αιτητή δεν αντανακλά πραγματική αλλά τεχνητή οικονομική αδυναμία και η παρουσίαση των στοιχείων από μέρους του γίνεται κατά τρόπο επιλεκτικό. Πλέον συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο Αιτητής είναι ιδιοκτήτης δύο πολυτελών αυτοκινήτων μάρκας Porsche και Range Rover (Τεκμήριο 4), διαθέτει τρία διαμερίσματα από τα οποία υπολογίζει ότι λαμβάνει ενοίκια ύψους τουλάχιστον €2.220- το μήνα (Τεκμήριο 5), εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση της οποίας είναι αξιωματούχος και λαμβάνει €1.500- το μήνα (Τεκμήριο 6), είναι επίσης επ’ αμοιβή αξιωματούχος σε άλλη εταιρεία με έδρα τις Σεϋχέλλες (Τεκμήρια 9 και 10) και διαθέτει σημαντικές καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς (Τεκμήριο 11). Ως προς την εργασία του ισχυρίζεται ότι, ο Αιτητής εξακολουθεί να εργάζεται στην ίδια εταιρεία όπου εργαζόταν και κατά την έκδοση του διατάγματος, της οποίας μάλιστα είναι και αξιωματούχος από το 2022 (Τεκμήρια 7 και 8). Συνεπώς τα εισοδήματά του είναι αδύνατο να έχουν μειωθεί και επιπλέον είναι καθόλα ψευδείς οι ισχυρισμοί του ότι απώλεσε στο μεσοδιάστημα την εργασία του και αναγκάστηκε να εξεύρει νέα.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής εκδικητικά και με σκοπό να την ταλαιπορήσει για τις μεταξύ τους διαφορές, δεν καταβάλλει τακτικά τη διατροφή, καθυστερεί συστηματικά τις πληρωμές και την εξαναγκάζει στην καταχώριση φυλακιστηρίων (Τεκμήριο 2), τα οποία αποτελούν το μόνο τρόπο για τη διεκδίκηση της διατροφής ώστε να διασφαλίσει τα δικαιώματα των ανηλίκων και να προστατεύσει την ευημερία και τα συμφέροντά τους. Αναφέρει επίσης ότι ακόμη και μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής που παραχωρείται στον Αιτητή για την εξόφληση των ενταλμάτων, αυτός και πάλι δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του και μόνο όταν συνελήφθη στις 31/07/2025, την επόμενη ακριβώς μέρα κατέβαλε ολόκληρο το ποσό των €4.930- που απαιτείτο, γεγονός που αποδεικνύει ότι εσκεμμένα δεν το πράττει ενώ μπορεί.
Ως προς τα εισοδήματά της υποστηρίζει ότι δεν έχουν αυξηθεί αλλά παραμένουν τα ίδια, ήτοι το καθαρό μηνιαίο της εισόδημα ανέρχεται στο ποσό των €1.000- (Τεκμήριο 12). Αναφέρει ότι λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του ανήλικου Ι.Λ. δεν της παρέχεται ευχέρεια χρόνου να εργαστεί περισσότερο και πολλές φορές διακόπτει την εργασία της προκειμένου να βρεθεί κοντά στο παιδί της. Σχετικά με τα επιδόματα αναφέρει ότι το επίδομα μονογονιού ανέρχεται στο ποσό των €420- το μήνα και είχε υπολογιστεί κατά την έκδοση του διατάγματος. Το επίδομα ύψους €550- το μήνα για φροντίστρια προστέθηκε πράγματι στα εισοδήματά της πλην όμως λόγω του ότι το παιδί μεγαλώνει, αυξάνεται το βάρος και οι ανάγκες του (Τεκμήριο 13), χρειάζεται συνεχόμενη παρακολούθηση και φροντίδα και έτσι αναγκάστηκε να αυξήσει τις ώρες που εργάζονται οι φροντίστριες και συνακόλουθα αυξήθηκε και το σχετικό κόστος. Ως προς τις ανάγκες των ανηλίκων, αναφέρει ότι αυτές όχι μόνο δεν έχουν μειωθεί αλλά έχουν αυξηθεί, ιδίως λόγω της κατάστασης της υγείας του Ι.Λ. και παραθέτει αναλυτικά τα μηνιαία έξοδα που σχετίζονται με φροντιστές, θεραπείες, ιατρική παρακολούθηση, σχολικά και λοιπά καθημερινά έξοδα υπολογίζοντάς τα στο ποσό των €6.243- το μήνα. Συνεπώς, τα επιδόματα που λαμβάνει δεν συνιστούν διαθέσιμο εισόδημα αλλά ούτε καν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες των παιδιών.
Τέλος, αναφέρει ότι οποιαδήποτε αναστολή ή μείωση της διατροφής θα πλήξει σοβαρά το βιοτικό επίπεδο και την ιατρική και εκπαιδευτική υποστήριξη των ανηλίκων και ότι ο Αιτητής ενεργεί καταχρηστικά με σκοπό την αποφυγή των νόμιμων υποχρεώσεών του.
Ακολούθησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 06/10/2025, με την οποία απαντά σε κάποιους από τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση χωρίς αυτό να σημαίνει, ως αναφέρει, ότι αποδέχεται τους υπόλοιπους. Ο Αιτητής αναφέρει ότι προκειμένου να εξοφλήσει τα φυλακιστήρια αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα από συνεργάτες και φίλους αφού οι οικονομικοί πόροι της οικογένειάς του έχουν στερέψει. Ως προς τα εισοδήματά του επαναλαμβάνει ότι έχουν μειωθεί δραστικά και είναι ως αναφέρονται στην αρχική ένορκη του δήλωση. Ισχυρίζεται ότι υπάρχει μόνο μια οικία και ένα διαμέρισμα των οποίων τα ενοίκια είναι εκχωρημένα στις δόσεις δανείων και μάλιστα δεν επαρκούν με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να τα πάρει η τράπεζα. Απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς περί των οχημάτων λέγοντας ότι το ένα είναι πολύ παλιό και το άλλο είναι εταιρικό και απλώς το χρησιμοποιεί καθώς και τους ισχυρισμούς ότι λαμβάνει εισόδημα από την ιδιότητά του ως αξιωματούχος σε εταιρείες. Περαιτέρω, επαναλαμβάνει ότι τα εισοδήματα της Καθ’ ης η αίτηση έχουν αυξηθεί τονίζοντας τη λήψη των επιπλέον επιδομάτων καθώς και ότι τα έξοδα των ανηλίκων έχουν μειωθεί.
Η Καθ’ ης η αίτηση απάντησε επίσης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25/11/2025, σε κάποιους από τους ισχυρισμούς του Αιτητή χωρίς να αποδέχεται τους υπόλοιπους, επισυνάπτοντας 5 περαιτέρω Τεκμήρια. Η Καθ’ ης η αίτηση επαναλαμβάνει τη θέση της ως προς το ζήτημα των φυλακιστηρίων και ότι ο Αιτητής διαθέτει μεγαλύτερα εισοδήματα από αυτά που παρουσιάζει. Επίσης εμμένει στους ισχυρισμούς της ότι οι ανάγκες των ανηλίκων όχι μόνο δεν έχουν μειωθεί αλλά αυξήθηκαν, ιδίως λόγω της κατάστασης της υγείας του Ι.Λ. και ότι τα επιδόματα που η ίδια λαμβάνει δεν αποτελούν διαθέσιμο εισόδημα αλλά συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένες δαπάνες φροντίδας και υποστήριξης των ανηλίκων.
Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, η οποία διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
Νομική πτυχή:
Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
(β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία και
(γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.
Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων[2]. Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:
«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.
Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.
(…)
Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».
Σημειώνω ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που αφορούν τον τρόπο δικαστικής προσέγγισης ενδιάμεσων αιτήσεων, συνάδουν με τη φιλοσοφία των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, δυνάμει των οποίων εγείρεται και εξετάζεται η παρούσα αίτηση. Οι νέοι Κανονισμοί δεν μεταβάλλουν το κατώφλι που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), ούτε διαφοροποιούν την εξουσία του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία εξακολουθεί να ασκείται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, περιλαμβανομένης της δυνατότητας έκδοσης διατάγματος χωρίς να ειδοποιηθεί προηγουμένως η άλλη πλευρά, όταν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οι εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν κάτι τέτοιο[3].
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Πρώτη Έκδοση 2016, σελ. 164 «(…) η υποχρέωση αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε μονομερείς αιτήσεις και όχι σε περιπτώσεις αιτήσεων ex parte οι οποίες μετατρέπονται σε δια κλήσεως», αρχή που υιοθετήθηκε κατ’ επανάληψη στη νομολογία[4].
Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων αυτών και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[5]. Στα πλαίσια της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει[6]. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της[7].
Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990) και ειδικότερα το άρθρο 38(1) το οποίο ακολουθεί τα άρθρα 33(1) και 37(1) και (2).
Το άρθρο 38(1) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«Αν αφότου εκδόθηκε η απόφαση που προσδιορίζει τη διατροφή μεταβλήθηκαν οι όροι της, το Δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει την απόφαση του ή και να διατάξει τον τερματισμό της διατροφής».
Το άρθρο 33(1) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του».
Το άρθρο 37(1) και (2) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«(1) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.
(2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του».
Το άρθρο 38 του Ν. 216/90 που προσδιορίζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να τροποποιήσει υφιστάμενο διάταγμα διατροφής σε περίπτωση που μεταβλήθηκαν οι όροι του, ερμηνεύθηκε σε αριθμό υποθέσεων[8]. Στην απόφαση Αντρέου ν. Τσίρου, Έφ. Αρ.16/2013, ημερ.21.12.2016 λέχθηκαν τα εξής:
«Το Άρθρο 38 ακολουθεί το Άρθρο 33 του ιδίου Νόμου, το οποίο καθορίζει ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, καθώς επίσης και το Άρθρο 37 που προνοεί ότι η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του και, ανάλογα με την περίπτωση, και έξοδα για την εκπαίδευση του.
(…) Η νομολογία έχει καθορίσει ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προς αναθεώρηση του υφιστάμενου διατάγματος. Είναι η μεταβολή των όρων που καθιστά την αρχική απόφαση μεταρρυθμιστέα. Αυτό σημαίνει ότι οιοσδήποτε των διαδίκων που υπόκειται στο αρχικό διάταγμα διατροφής, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω, ή, ακόμη και να επιδιώξει εξ ολοκλήρου τερματισμό της διατροφής, (δέστε σχετικά και τα όσα αναφέρονται στα συγγράμματα του Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙα, σελ. 144-145, Γιώργου Κουμάντου: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, σελ. 123-125 και Βασίλη Βαθρακοκοίλη: Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, σελ. 515-518, που ερμηνεύουν το αντίστοιχο Άρθρο 1494 του Αστικού Κώδικα). Ο αιτητής έχει βέβαια το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί ούτως ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του».
Εξέταση της αίτησης:
Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.
Με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αρχές σημειώνω τα ακόλουθα:
Κατ’ αρχάς, η υπό κρίση αίτηση, παρόλο που καταχωρίστηκε ως αίτηση χωρίς ειδοποίηση, διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί στην άλλη πλευρά και έτσι απώλεσε τη μονομερή της υπόσταση. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης περί μη απόδειξης του κατεπείγοντος και περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων δεν βρίσκουν έρεισμα διότι με την επίδοση της αίτησης στην Καθ’ ης η αίτηση της δόθηκε η δυνατότητα να παραθέσει τη δική της εκδοχή πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για την έκδοση ή μη των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν. 216/90, αίτηση για τροποποίηση διατάγματος διατροφής, δύναται να καταχωριστεί τόσο από τον υπόχρεο όσο και από τον δικαιούχο της διατροφής. Ο Αιτητής, ως υπόχρεος δυνάμει του υπ’ αριθμό 199/22 διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 13/10/2023, ζητά με την εναρκτήρια αίτηση που καταχώρισε την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος προβάλλοντας ισχυρισμούς περί μεταγενέστερης ουσιώδους μεταβολής περιστάσεων. Η θέση του αυτή περιστρέφεται γύρω από τρεις άξονες, ήτοι στη μείωση των εισοδημάτων του, στην αύξηση των εισοδημάτων της Καθ’ ης η αίτηση και στη μείωση των εξόδων των ανηλίκων. Αφενός, η εναρκτήρια αίτηση εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και αφετέρου υφίσταται, στο απαιτούμενο για το παρόν στάδιο επίπεδο, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, έχοντας κατά νου ότι η «πιθανότητα» αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά σαφώς λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Συνακόλουθα, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και απομένει η εξέταση της τρίτης.
Έχει ήδη αναφερθεί τόσο το νομικό όσο και το πραγματικό έρεισμα της αίτησης του Αιτητή. Ωστόσο, η κρίση επί των ζητημάτων που αφορούν την ισχυριζόμενη αύξηση των εισοδημάτων της Καθ’ ης η αίτηση και τη μείωση των εξόδων των ανηλίκων άπτεται της ουσίας της υπόθεσης και προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς αυτά, θα πρέπει να έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας. Διαπιστώνεται εξάλλου από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων ότι προβάλλονται αντικρουόμενοι ισχυρισμοί ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τα οποία δεν αναμένεται ούτε είναι ορθό να αποφασιστούν σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Συνεπώς, η εξέταση περιορίζεται, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση της τρίτης προϋπόθεσης, στον ισχυρισμό του Αιτητή περί μείωσης των εισοδημάτων του και στα όσα προβάλλονται σε σχέση με τα φυλακιστήρια.
Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής απώλεσε την εργασία του, η οποία του εξασφάλιζε ένα εισόδημα της τάξης των €4.500- μικτά μηνιαίως και αναγκάστηκε να εξεύρει νέα εργασία από την οποία λαμβάνει το ποσό των €2.300- μικτά μηνιαίως. Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού προσκόμισε ως Τεκμήριο[9] μόνο τη μισθοδοσία του μηνός Μαΐου 2025. Το συγκεκριμένο Τεκμήριο καταδεικνύει ότι η εργοδότηση του Αιτητή υφίσταται από την 01/02/2023, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του διατάγματος διατροφής το οποίο υπενθυμίζω εκδόθηκε στις 13/10/2023. Το γεγονός αυτό από μόνο του αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι απώλεσε την εργασία του και βρήκε νέα με χαμηλότερο μισθό.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή στοιχεία που να αποτυπώνουν την εξέλιξη των εισοδημάτων του για εύλογο χρονικό διάστημα πριν και μετά την έκδοση του διατάγματος. Πέραν τούτου, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν αποσαφηνίζει πότε επήλθε η επικαλούμενη μείωση, από ποια εργασία προήλθε και κατά πόσο συνιστά ουσιώδη και διαρκή μεταβολή των εισοδημάτων του, ώστε να δικαιολογείται προσωρινή παρέμβαση του Δικαστηρίου.
Σημειώνεται συναφώς ότι, στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος τροποποίησης διατροφής, κρίσιμη δεν είναι μόνο η πραγματική λήψη εισοδήματος αλλά και η εισοδηματική ικανότητα του υπόχρεου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει ότι κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος λάμβανε απολαβές της τάξης των €4.500- μηνιαίως, χωρίς να παρατίθεται επαρκής εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους η εν λόγω εισοδηματική δυνατότητα έχει παύσει να υφίσταται ή δεν μπορεί να ανακτηθεί. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί ουσιώδους και διαρκούς μεταβολής.
Τα όσα προβάλλει ο Αιτητής δεν καταδεικνύουν ότι η μη έκδοση προσωρινής θεραπείας θα καταστήσει αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, λαμβανομένου υπόψη ότι η υποχρέωση διατροφής που υπέχουν οι γονείς ως προς τα ανήλικα τέκνα τους αποτελεί ζήτημα υψίστης σημασίας, έναντι του οποίου οι επιπτώσεις που επικαλείται ο υπόχρεος δεν δύνανται, στο παρόν στάδιο, να υπερισχύσουν.
Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής επικαλείται και τον κίνδυνο φυλάκισης λόγω μη συμμόρφωσης με το υφιστάμενο διάταγμα, ως στοιχείο που, κατά τον ίδιο, καθιστά αναγκαία την προσωρινή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός αυτός, δεν επαρκεί για να καταδείξει ότι χωρίς την έκδοση προσωρινής θεραπείας θα καταστεί αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Επισημαίνω ότι το υφιστάμενο διάταγμα διατροφής εκδόθηκε εκ συμφώνου[10] και αφορά τα δίδυμα τέκνα των διαδίκων, εκ των οποίων το ένα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία υφίσταντο από τους πρώτους μήνες της ζωής του[11]. Η στέρηση της συνεισφοράς του Αιτητή ενδέχεται να επηρεάσει την κάλυψη βασικών αναγκών των ανηλίκων, ζημία που δεν αποκαθίσταται εκ των υστέρων. Αντιθέτως, σε περίπτωση επιτυχίας της εναρκτήριας αίτησης, το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε αναδρομική προσαρμογή του ποσού της διατροφής ή σε συμψηφισμό καταβολών, ώστε να αποκατασταθεί τυχόν επιβάρυνση του Αιτητή.
Υπό το φως των πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, θα καταστεί δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεν ικανοποιείται.
Δεν διέφυγε της προσοχής μου ότι στα αιτήματα του Αιτητή περιλαμβάνεται και η έκδοση διατάγματος για αναστολή οποιουδήποτε εκδοθέντος και/ή καταχωρηθέντος εντάλματος φυλάκισης. Ως προς τα εκδοθέντα φυλακιστήρια, προκύπτει από τις μεταγενέστερες ένορκες δηλώσεις των διαδίκων ότι τα σχετικά ποσά εξοφλήθηκαν, γεγονός που άλλωστε παραδέχεται και ο ίδιος ο Αιτητής, αναφέροντας ότι προέβη σε δανεισμό προς τούτο. Συνεπώς η εξέταση του εν λόγω αιτήματος κατέστη άνευ αντικειμένου.
Ως προς τα καταχωρηθέντα φυλακιστήρια, διαπιστώνω ότι η αιτούμενη αναστολή προβάλλεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, μη επιτρέποντα την ουσιαστική εξέτασή της. Περαιτέρω, από τη θέση που προωθήθηκε κατά την αγόρευση εκ μέρους του Αιτητή, το κύριο βάρος του αιτήματος εστιάζεται στη μείωση της διατροφής με αποτέλεσμα το εν λόγω αιτητικό να μην προωθείται αυτοτελώς. Σε κάθε περίπτωση, η αναστολή της εκτέλεσης ενταλμάτων που απορρέουν από υφιστάμενο διάταγμα διατροφής θα οδηγούσε, κατ’ ουσίαν, σε αποδυνάμωση της εκτελεστότητας του ίδιου του διατάγματος και σε περιορισμό της δυνατότητας του δικαιούχου να διασφαλίσει την εφαρμογή του.
Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένης υπόψη της πιο πάνω κατάληξης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για προσωρινή αναστολή ή μείωση του διατάγματος διατροφής, δεν προκύπτει έδαφος για παρέμβαση ως προς την εκτέλεση του υφιστάμενου διατάγματος.
Κατάληξη:
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της διαδικασίας και τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα είναι εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Τροποποιημένη εναρκτήρια αίτηση καταχωρίστηκε στις 21/07/2025.
[2] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Εφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.
[3] Βλ. Μ.23, Κ.6(1)(α) «Αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο αυτής στον καθ’ ου η αίτηση (…) όταν υπάρχει κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» και Κεφ.6, άρθρο 9.-(1) «Κάθε Διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί με αίτηση ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, όπως αυτό προβλέπεται στις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023».
[4] Βλ. Μιχαήλ Γαβριέλλα Βαλεντίνα (Αρ. 3) (2012) 1 ΑΑΔ 1943, Στυλιανού Δέσπω ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2015) 1 ΑΑΔ 2672.
[5] Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119.
[6] Βλ. Ν.Γ.Χ. v. T.L., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 32/2021, 23/6/2022.
[7] Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.
[8] Βλ. Χλ. Χριστοδούλου ν. Α.Χριστοδούλου (1993) 1 ΑΑΔ 195, Aριστείδου Mιχαλάκης ν. Έλενας Xρυσάνθου και Άλλου (1994) 1 ΑΑΔ 711, Δημητρίου Δημήτρης ν. Έμιλυς Περδίου (2005) 1 ΑΑΔ 1418, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ v. ΠΟΛΥΒΙΟΥ, Έφεση Αρ. 27/2020, 15/12/2021 κ.α.
[9] Βλ. Τεκμήριο 1 της ΕΔ του Αιτητή.
[10] Βλ. Τεκμήριο 1 της ΕΔ του Αιτητή και Παράρτημα Α στην εναρκτήρια αίτηση.
[11] Βλ. Παράγραφο 4 της ΕΔ του Αιτητή και παραγράφους 3 και 6 της ΕΔ της Καθ’ ης η αίτηση.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο