Κ.Κ. ν. Β.Κ., Αρ. Αίτησης: 393/25, 20/4/2026
print
Τίτλος:
Κ.Κ. ν. Β.Κ., Αρ. Αίτησης: 393/25, 20/4/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 393/25i

 

Μεταξύ:

Κ.Κ.

Αιτητή

και

 

Β.Κ.

Καθ’ ης η αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 22/10/2025 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος

  

 

Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τον Αιτητή – Καθ’ ου η αίτηση: κ. Παναγιώτης Πιερίδης για Πιερίδης & Πιερίδης

 

Για την Καθ’ ης η αίτηση – Αιτήτρια: κ. Σάββας Κυριακίδης για Σάββας Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:

 

Με την ενδιάμεση αίτηση που καταχώρισε στις 09/07/2025, ο Καθ’ ου η αίτηση αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να τροποποιείται και/ή να αναστέλλεται η ισχύς του υπ’ αριθμόν 365/2021 διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 10/11/2021, ως προς το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη Α.Κ., ώστε αυτό να ασκείται σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, περιλαμβανομένων και διανυκτερεύσεων, καθώς και τη ρύθμιση της επικοινωνίας κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Περαιτέρω, αιτείται όπως το όνομα της ανήλικης συμπεριληφθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία. Η ενδιάμεση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση, ίδιας ημερομηνίας.   

Η Αιτήτρια καταχώρισε ένσταση στις 09/09/2025, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της κας Μελάνθης Χαραλαμπίδου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια.

 

Ακολούθως, το Δικαστήριο ενέκρινε το χρονοδιάγραμμα στο οποίο συμφώνησαν οι διάδικοι, πλην όμως, ο Καθ’ ου η αίτηση δεν καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ούτε υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για παράταση αυτής.

 

Εν συνεχεία, η Αιτήτρια καταχώρισε στις 22/10/2025 την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, με την οποία επιζητεί την άδεια του Δικαστηρίου, προκειμένου να παρουσιαστεί ο Καθ’ ου η αίτηση στο Δικαστήριο και να αντεξεταστεί επί της ένορκης δήλωσής του, η οποία συνοδεύει την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 09/07/2025 και ειδικότερα επί των παραγράφων 4, 8, 9, 12, 13 και 14.

 

Ειρήσθω εν παρόδω ότι, με οδηγίες του Δικαστηρίου, ενεπλάκη στην υπόθεση το Γραφείο Ευημερίας και από τις 30/10/2025 μέχρι και τις 20/02/2026, πραγματοποιήθηκαν επικοινωνίες του Καθ’ ου η αίτηση με την ανήλικη, τόσο υπό την επίβλεψη λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας όσο και υπό την επίβλεψη της Αιτήτριας, ενώ καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για διευθέτηση ενός προγράμματος. Εν τέλει, οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες και ως εκ τούτου, οι διάδικοι δήλωσαν ότι θα προωθήσουν τις εκατέρωθεν αιτήσεις τους.        

 

Η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μελάνθης Χαραλαμπίδου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια,  η οποία δηλώνει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση, διότι η τελευταία είναι αγράμματη και συνεπώς δεν μπορεί να διαβάζει ούτε να γράφει.

 

Η Αιτήτρια θέτει ως βάση του αιτήματός της ότι ο Καθ’ ου η αίτηση, με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 09/07/2025, προβάλλει ισχυρισμούς τους οποίους η ίδια χαρακτηρίζει ως αβάσιμους, αόριστους, ατεκμηρίωτους και ενδεχομένως παραπλανητικούς και ως εκ τούτου, καθίσταται αναγκαία η αντεξέτασή του με σκοπό να καταφανεί το αληθές του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης και να διευκρινιστούν τα πραγματικά γεγονότα, για σκοπούς εκδίκασης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Συγκεκριμένα, ζητά όπως αντεξεταστεί στα σημεία της ένορκης δήλωσής του αναφορικά με τη σχέση του με την ανήλικη και την Αιτήτρια, καθώς και ως προς τους ισχυρισμούς που αναφέρει στις παραγράφους 4, 8, 9 και 12, τη σχέση της ανήλικης με τα άλλα 6 τέκνα του Καθ’ ου η αίτηση (παράγραφος 13) και αναφορικά με την οικία όπου διαμένει στον Κόρνο (παράγραφος 14).

 

Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, καταχώρισε ένσταση, προβάλλοντας συνολικά 22 λόγους, για τους οποίους υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν την παροχή άδειας για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος, το παράτυπο της αίτησης και την ακαταλληλότητα του προσώπου που ορκίζεται προς υποστήριξη της αίτησης.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση, στην οποία υιοθετεί πλήρως όλους τους λόγους ένστασης, χωρίς ιδιαίτερη λεπτομέρεια. Προσθέτει απλώς ότι η ομνύουσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της αίτησης και ότι δεν έχει δοθεί επαρκής αιτιολογία ως προς το γιατί δεν ορκίζεται η ίδια η Αιτήτρια, αφού ακόμη και αν είναι αγράμματη, θα μπορούσε να της αναγνωσθεί η δήλωση από τον Πρωτοκολλητή και να την υπογράψει. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ουδείς ουσιαστικός λόγος προβάλλεται για την αναγκαιότητα αντεξέτασής του και αρνείται ότι στις παραγράφους για τις οποίες επιζητείται η αντεξέταση εγείρονται ισχυρισμοί αβάσιμοι, αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και ενδεχομένως παραπλανητικοί, ώστε να καθίσταται αναγκαία η αντεξέτασή του. Επίσης, αναφέρει ότι οι παράγραφοι στις οποίες η Αιτήτρια ζητά την αντεξέτασή του απαντώνται μέσα από τη δική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09/09/2025 ενώ για όσες δεν έχει δοθεί απάντηση, θα μπορούσε η ίδια να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και όχι να ζητά την αντεξέτασή του, η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, συνιστά προσπάθεια να διορθώσει ή να συμπληρώσει παραλείψεις και κενά στη δική της ένορκη δήλωση. Τέλος, αναφέρει ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τα αναγκαία γεγονότα στα οποία μπορεί να στηριχθεί για να εκδώσει απόφαση και ότι καμία εξαιρετική ή ειδική περίσταση δεν συντρέχει που να δικαιολογεί το αίτημα για αντεξέτασή του.  

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν ενώπιον μου την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους, μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων.

 

Νομική πτυχή:

 

Η ακρόαση μίας ενδιάμεσης αίτησης και το ζήτημα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος σε ενδιάμεση αίτηση, ρυθμίζονται από τον Κ.23.13(1) και (2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ο οποίος ορίζει τα ακόλουθα:

 

«(1) Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση.

(2) Το δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιοδήποτε κανονισμό ή νόμο».

 

Με βάση τον Κ.23.1(1), ο όρος «γραπτή μαρτυρία» σημαίνει ένορκη δήλωση ή, όπου Κανονισμός το επιτρέπει, δήλωση μάρτυρα και οποιαδήποτε τεκμήρια συνοδεύουν αυτή.

 

Όπως προκύπτει, η λεκτική διατύπωση του Κ.23.13(2) προσομοιάζει με την προϊσχύουσα Δ.39, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία, «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination».[1] Τόσο η λέξη «may» υπό το προϊσχύον καθεστώς, όσο και η λέξη «δύναται» υπό τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, υποδηλώνουν ότι η έγκριση αιτήματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Το μόνο κριτήριο που τίθεται πλέον ρητά στον Κ.23.13(2) είναι αυτό του «καλού λόγου», η συνδρομή του οποίου πρέπει να καταδεικνύεται από το διάδικο που επιδιώκει την αντεξέταση. Το ίδιο κριτήριο απαντάται και στη Δ.48, θ.4(2) των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας,[2] αναφορικά με τη δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης. Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται ούτε στον Κ.23.13(2) ούτε στη Δ.48, θ.4(2), και αυτό για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο, στη δεδομένη περίπτωση, ο εκάστοτε αιτών έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο».   

 

Εν προκειμένω, λοιπόν, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία που έχει ήδη αναπτυχθεί επί του θέματος.

 

Στην υπόθεση Κόκκινου Μαρία ν. Κυριάκου Κόκκινου (2016) 1 ΑΑΔ 2523, εξετάστηκε η ερμηνεία του «καλού λόγου» και λέχθηκε ότι: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης».

 

Στην υπόθεση Rana Wahed Ali (Αρ. 1) (2004) 1 ΑΑΔ 1660 υποδείχθηκε ότι άδεια για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα χορηγείται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενώ το σχετικό αίτημα πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους η εκάστοτε υπόθεση εμπίπτει στην κατηγορία αυτή. Στην ίδια κατεύθυνση, στην υπόθεση Κούππα Χαράλαμπος Ανδρέα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ και Άλλων (2014) 1 ΑΑΔ 1665 λέχθηκε ότι «(…) άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων». Επίσης, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μήλου Λευτέρης και Άλλος (2008) 1 ΑΑΔ 280, το δικαίωμα αντεξέτασης δεν παρέχεται κάθε φορά που το ζητά ένας διάδικος. Το Δικαστήριο, ακόμη και στην απουσία ένστασης από την άλλη πλευρά, οφείλει να εξετάσει εάν πράγματι προκύπτει αναγκαιότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος.

 

Συναφώς, αποτελεί καθιερωμένη αρχή της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς ή να προβαίνει σε εις βάθος αξιολόγηση των αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263). Ως έχει λεχθεί στην Milton Investment Company Ltd και Άλλου ν. Dryden Group Ltd (2014) 1 ΑΑΔ 731, «Πρόκειται, να τονίσουμε, για αρχή που πρέπει να τηρείται με ευλάβεια και κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα, αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της».

 

Εξέταση της αίτησης:

 

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.

 

Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι οι λόγοι ένστασης που τελικώς προωθήθηκαν και αφορούν την παρατυπία της αίτησης και την ακαταλληλότητα της δικηγόρου που ορκίζεται προς υποστήριξη του αιτήματος αντεξέτασης, δεν καθιστούν την αίτηση θνησιγενή. Αφενός μεν, η παράλειψη συμπερίληψης του Κ.23.13 στη νομική βάση δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στον αποκλεισμό και την απόρριψη της αίτησης, ιδίως υπό το πρίσμα του Πρωταρχικού Σκοπού των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 (βλ. Χάρη Σταυράκη v. Στέλλας Παπαμιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2024, 6/5/2025). Αφετέρου δε, η ομνύουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ακατάλληλο πρόσωπο να προβεί σε ένορκη δήλωση απλώς επειδή είναι δικηγόρος, ούτε η προβαλλόμενη αιτιολογία δύναται να θεωρηθεί ανεπαρκής (βλ. Rybolovlev Dmitry και Άλλοι ν. Elena Rybolovleva (2010) 1 ΑΑΔ 82). Εφόσον δε, η Αιτήτρια είναι αγράμματη, γεγονός το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά, τούτο συνιστά επαρκή αιτιολογία ώστε να ορκιστεί άλλο πρόσωπο εκ μέρους της.   

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, συντρέχει «καλός λόγος» που να δικαιολογεί την παροχή άδειας για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος.  

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια παραθέτει τις παραγράφους επί των οποίων επιθυμεί να αντεξετάσει τον Καθ’ ου η αίτηση, πλην όμως δεν εξηγεί ως προς τί συγκεκριμένα επιδιώκει να τον αντεξετάσει, ούτε γιατί η αντεξέταση είναι αναγκαία και πώς θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας.

 

Οι γενικές αναφορές περί αβάσιμων, αόριστων ή παραπλανητικών ισχυρισμών καθώς και η επίκληση ανάγκης διακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων, δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, να καταδείξουν «καλό λόγο» που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος. Η Αιτήτρια όφειλε να εξηγήσει, με συγκεκριμένη αναφορά στα ζητήματα επί των οποίων επιδιώκει την αντεξέταση, πώς η σκοπούμενη αντεξέταση θα συνέβαλλε στη διαφώτιση συγκεκριμένων επίδικων ζητημάτων και γιατί η παροχή της αιτούμενης άδειας ήταν αναγκαία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.

 

Εξάλλου, η ως άνω έλλειψη συγκεκριμένης εξειδίκευσης ως προς το αντικείμενο και την αναγκαιότητα της αντεξέτασης ενέχει τον κίνδυνο η διαδικασία να επεκταθεί πέραν των ορίων της ενδιάμεσης αίτησης και να μετατραπεί σε διερεύνηση ζητημάτων ουσίας.   

 

Περαιτέρω, από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ενδιάμεση αίτηση και την ένσταση προκύπτει ότι οι παράγραφοι στις οποίες η Αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει τον Καθ’ ου η αίτηση έχουν απαντηθεί στη δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή της στην ενδιάμεση αίτηση και αφορούν, στην πραγματικότητα, αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Η επιδιωκόμενη αντεξέταση κατατείνει στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του Καθ’ ου η αίτηση, όπως συνάγεται και από τη ρητή αναφορά της Αιτήτριας ότι ζητά την αντεξέταση «με σκοπό να καταφανεί το αληθές του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης ημερ. 09/07/2025» και συναρτάται με ζητήματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Ωστόσο, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν εξετάζει την ουσία της διαφοράς, ούτε απαιτείται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε καταλήγει σε τελική κρίση (βλ. Πολιτική Αίτηση Αρ. 49/2017, 6/4/2017, ECLI:CY:AD:2017:D131, AB v. Γ. Δ., Έφεση Αρ. 23/2021, 23/6/2022).

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη «καλού λόγου» που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παροχής άδειας για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος.

 

Κατάληξη:

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα θα συνιστούν έξοδα στην πορεία της ενδιάμεσης αίτησης, αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον του εδώ Καθ’ ου η αίτηση.

 

Η ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 09/07/2025 ορίζεται στις 30/04/2026 και ώρα 11:30 π.μ., με οδηγίες όπως προσέλθει η ανήλικη στο Δικαστήριο για σκοπούς συνέντευξης.[3] Η ημερομηνία 14/05/2026 ακυρώνεται.  

 

Σε περίπτωση που η προσέλευση της ανήλικης κατά την ορισθείσα ημερομηνία δεν είναι εφικτή, δίδονται οδηγίες στο συνήγορο της Αιτήτριας να ενημερώσει, εντός 4 ημερών από σήμερα, τόσο το Δικαστήριο όσο και την άλλη πλευρά, ώστε να προγραμματιστεί η συνέντευξη της ανήλικης σε άλλη ημερομηνία.    

 

                                                  

                           (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Σε μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση».

[2] Η οποία ορίζει ότι «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης ττου προνοείται από τη Διαταγή 39».

[3] Βλ. Άρθρο 6(3) του Ν. 216/1990 και Γ. Δ. κ.α. v. Α. Β. κ.α., Έφεση Αρ. 1/2022, 2/2022, 7/7/2022.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο