ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 569/22i
Μεταξύ:
Ε.Π.
Αιτήτριας
και
Χ.Χ.
Καθ’ ου η αίτηση
Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 13/11/2025
Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια – Καθ’ ης η αίτηση: κ. Κ. Νικολαΐδης για Ε. Νικολαΐδου
Για τον Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητή: κα. Τ. Τζίρτη
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:
Η Αιτήτρια καταχώρισε στις 16/12/2022 εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να της ανατίθεται η γονική μέριμνα των ανήλικων θυγατέρων της, Β.Χ., Μ.Χ. και Μ.Χ. Διαζευκτικά αιτείται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να της ανατίθεται η φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια των ανηλίκων και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής τους ο εκάστοτε τόπος διαμονής της στη Λευκωσία. Περαιτέρω, αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται η επικοινωνία του Καθ’ ου η αίτηση με τις ανήλικες.
Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 21/01/2023 και ακολούθως στις 30/06/2023 έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση, με την οποία αιτείται την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων και τον περιορισμό της Αιτήτριας ως προς τη μονομερή άσκηση των πτυχών της γονικής μέριμνας, ώστε να μην ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεσή του. Περαιτέρω αιτείται, τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τις ανήλικες, τη διασφάλιση καθημερινής τηλεφωνικής επικοινωνίας καθώς και διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στους διαδίκους να ταξιδεύουν ελεύθερα με τις ανήλικες.
Σημειώνεται ότι η μία εκ των τριών θυγατέρων των διαδίκων, η Β.Χ., ενηλικιώθηκε στις 16/07/2025 και ως εκ τούτου, η εναρκτήρια αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου καθ’ ο μέρος την αφορά.
Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε στις 13/11/2025 την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση δια κλήσεως, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«1. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με τις ανήλικες θυγατέρες του Μ.Χ. και Μ.Χ., ως κατωτέρω:
Ι) 1η εβδομάδα: Τρίτη από τις 16+00 μέχρι τις 20+00 και το Σάββατο στις 12+00 μέχρι τις 20+00.
ΙΙ) 2η και 4η εβδομάδα: Κάθε Τρίτη και Παρασκευή από τις 16+00 μέχρι τις 20+00.
ΙΙΙ) 3η εβδομάδα: Τρίτη από τις 16+00 μέχρι τις 20+00 και Κυριακή στις 12+00 μέχρι τις 20+00.
Για δε τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο η ώρα παράδοσης των ανηλίκων στην Αιτήτρια, θα γίνεται από τον καθ’ ου η αίτηση σε όλες τις περιπτώσεις στις 21+00.
Η παραλαβή και παράδοση των ανηλίκων θα γίνεται από και προς τον τόπο διαμονής της Αιτήτριας.
Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, εάν η καθημερινή ημέρα είναι αργία, τότε το δικαίωμα επικοινωνίας του καθ’ ου η αίτηση θα αρχίζει στις 11+00π.μ. και θα λήγει στις 20+00.
Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις θα γίνεται σεβαστή η επιθυμία της ανήλικης Μ.Χ.
IV) Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά 2025:
α’ περίοδος: Στις 25/12 από τις 11+00πμ μέχρι τις 22+00.
β’ περίοδος: Την 1/1 από τις 11+00πμ μέχρι τις 22+00.
Ο Καθ’ ου η αίτηση το έτος 2025 θα ασκήσει το δικαίωμά του την α’ περίοδο και η Αιτήτρια τη β’ περίοδο.
V) Πάσχα 2026:
α’ περίοδος: Την Κυριακή του Πάσχα στις 11+00πμ μέχρι τις 22+00.
β’ περίοδος: Τη Δευτέρα της Διακαινησίμου στις 11+00πμ μέχρι τις 22+00.
Ο Καθ’ ου η αίτηση το έτος 2026 θα ασκήσει το δικαίωμά του την α’ περίοδο και η Αιτήτρια τη β’ περίοδο.
2. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Αιτήτρια να ενεργεί από μόνη της σε σχέση με πράξεις και/ή πτυχές της γονικής μέριμνας που αφορούν την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, χωρίς τη συγκατάθεση του Καθ’ ου η αίτηση.
3. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Αιτήτρια να παρέχει όλα τα απαραίτητα μέσα στις ανήλικες, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μέσω κλήσης ή βιντεοκλήσης ελεύθερα και καθημερινά με τον καθ’ ου η αίτηση.
4. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Αιτήτρια να μεταφέρει τις ανήλικες στον ψυχολόγο που θα αποφασιστεί από κοινού των διαδίκων για παροχή συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης των ανήλικων θυγατέρων των διαδίκων Μαλεβή και Μαριτίνα Χριστοφή.
5. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.
6. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, νόμιμο τόκο, έξοδα επιδόσεων και Φ.Π.Α.»
Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση, στην οποία αναφέρει ότι η Αιτήτρια από τη διάστασή τους και μέχρι σήμερα παρεμποδίζει την επικοινωνία του με τις ανήλικες θυγατέρες τους και ενεργεί κατά τρόπο που επηρεάζει αρνητικά τη μεταξύ τους σχέση. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια, χρησιμοποιεί την οικονομική της υπεροχή έναντι του ιδίου και εκφοβίζει τις ανήλικες ότι θα τους στερήσει όσα τους προσφέρει, προκειμένου να μην έχουν επικοινωνία μαζί του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου τους, είχε ενεργό ρόλο στην καθημερινότητα των ανηλίκων, αφότου εκδόθηκε το διαζύγιο τους, ήτοι στις 08/05/2023, η Αιτήτρια εμποδίζει με κάθε τρόπο την επικοινωνία τους. Αναφέρει επίσης ότι η μικρότερη θυγατέρα του, την οποία δεν είδε εδώ και 11 μήνες, πολλές φορές κρύβεται στην τουαλέτα για να του μιλήσει κρυφά από την Αιτήτρια.
Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες σε ζητήματα που άπτονται της γονικής μέριμνας, όπως η αλλαγή σχολείου της μεγαλύτερης θυγατέρας τους, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρει ότι υφίσταται ανάγκη παροχής ψυχολογικής στήριξης στις ανήλικες ώστε να προστατευθούν από τις συμπεριφορές της Αιτήτριας και να τερματιστεί η αποξένωση.
Ο Καθ’ ου η αίτηση ζητά την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, έστω και στο παρόν στάδιο, προβάλλοντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης επιτείνει την αποξένωσή του από τα παιδιά του και ότι περαιτέρω καθυστέρηση ενδέχεται να επηρεάσει ανεπανόρθωτα τη μεταξύ τους σχέση, ιδίως με τη μικρότερη θυγατέρα.
Η Αιτήτρια καταχώρισε ένσταση στις 02/12/2025, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας και προέβαλε τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
«1. Έγινε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων.
2. Δεν υπήρξε αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων.
3. Δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια»
4. Δεν υφίστατο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις για την έκδοση του διατάγματος.
5. Οι αιτούμενες θεραπείες αντίκεινται προς το συμφέρον των ανηλίκων.»
Η Αιτήτρια, με την ένορκη δήλωσή της, αρνείται τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση και αποδίδει στον ίδιο έλλειψη ενδιαφέροντος, απουσία από τη ζωή των τέκνων και ευθύνη για την αποξένωσή τους από αυτόν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι, από τη διάσταση των διαδίκων και εντεύθεν, η ίδια φροντίζει αποκλειστικά για την ανατροφή, συντήρηση και ψυχολογική στήριξη των τέκνων τους, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, με δικά της έξοδα μετέφερε σε παιδοψυχολόγους. Ειδικότερα, αναφέρει ότι οι θυγατέρες τους, λόγω ηλικίας, είναι σε θέση να διαμορφώνουν άποψη και δεν επιθυμούν επικοινωνία με τον Αιτητή, επισημαίνοντας ότι η μεγαλύτερη θυγατέρα είναι πλέον ενήλικη ενώ η μεσαία θυγατέρα, ηλικίας 16,5 ετών, δεν επιθυμεί να έχει επικοινωνία μαζί του και δεν έχει τα τελευταία 2,5 έτη.
Σε σχέση με τη μικρότερη θυγατέρα τους, ηλικίας 8,5 ετών, αναφέρει ότι παρουσίασε στο παρελθόν επιλεκτική αλαλία και χρειάστηκε λογοθεραπεία από τον Ιούλιο του 2020. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ασκούσε βία εναντίον της, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση του διαζυγίου τους, ακόμα και στην παρουσία των θυγατέρων τους, ως επιπλέον λόγο για τον οποίο δεν επιθυμούν επικοινωνία μαζί του. Εκφράζει δε ανησυχία ότι τυχόν επιβολή επικοινωνίας ενδέχεται να επανεμφανίσει το ζήτημα της αλαλίας, προσθέτοντας ότι η ανήλικη δεν επιθυμεί επικοινωνία με τον Αιτητή χωρίς την παρουσία της ίδιας ή των αδελφών της. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι από τη διάσταση των διαδίκων και μέχρι σήμερα, η μικρότερη θυγατέρα τους, δεν διανυκτέρευσε ούτε και ένα βράδυ χωρίς την ίδια, είναι προσκολλημένη σε αυτήν και βιώνει άγχος σε περίπτωση αποχωρισμού.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια καταλογίζει στον Καθ’ ου η αίτηση ευθύνη για παράλειψη έγκαιρης προώθησης δικαστικών διαδικασιών προς εξασφάλιση διατάγματος επικοινωνίας με τις θυγατέρες, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω αδράνεια καταδεικνύει έλλειψη ενδιαφέροντος να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στη ζωή τους και ότι ο ίδιος ευθύνεται για τη διαμορφωθείσα κατάσταση. Επιπλέον, προβάλλει ότι, ενόψει της επικείμενης ακρόασης της κυρίως αίτησης, δεν υφίσταται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν στο παρόν στάδιο την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ζητά την απόρριψη της αίτησης.
Ακολούθησε συνέντευξη του Δικαστηρίου με τις ανήλικες στις 12/12/2025 και η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Τα πρακτικά της συνέντευξης των ανηλίκων παραδόθηκαν στους συνηγόρους των διαδίκων. Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος των μερών, ενόψει διορισμού νέων συνηγόρων από πλευράς της Αιτήτριας, η υπό κρίση αίτηση επαναπρογραμματίστηκε για ακρόαση. Εν τω μεταξύ, η Αιτήτρια καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν ενώπιον μου την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους, με γραπτές και προφορικές αγορεύσεις.
Κατά τις προφορικές αγορεύσεις, η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ’ ου η αίτηση, ως προς τη μεγαλύτερη θυγατέρα των διαδίκων, περιόρισε το αίτημα επικοινωνίας σε αναγνωριστικό διάταγμα ενώ ως προς τη μικρότερη θυγατέρα των διαδίκων, δήλωσε ότι αποδέχεται και την έκδοση διατάγματος επιβλεπόμενης επικοινωνίας. Επίσης, περιόρισε το δεύτερο αιτητικό μόνο ως προς ιατρικά και εκπαιδευτικά θέματα και απέσυρε το τρίτο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, από την άλλη, επέμεινε στις θέσεις του, αναφέροντας, άνευ βλάβης, ότι σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος, υφίστανται συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια επικοινωνίας της μικρότερης θυγατέρας των διαδίκων.
Νομική πτυχή:
Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
(β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία και
(γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.
Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων.[1] Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:
«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.
Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.
(…)
Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».
Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων αυτών και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.[2] Στο πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει.[3] Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[4]
Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990).
Το άρθρο 5(1)(α) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (“γονική μέριμνα”) είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού».
Το άρθρο 6 του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«(1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.
(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει δικαρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.
(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.
Το άρθρο 7 του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«Αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς».
Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588, 1593:
«Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».
Επίσης, έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, ότι στις υποθέσεις γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα με στόχο την ευημερία και το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130 και Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2000) 1 ΑΑΔ 1108).
Η προσωπική επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του που δεν διαμένει μαζί του, αποτελεί δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται νομοθετικά με το άρθρο 17 του Ν. 216/90, το οποίο ορίζει ότι:
«(1) Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».
Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη[5] αναφέρονται ως προς το σκοπό της επικοινωνίας τα ακόλουθα:
«Ο βασικός σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου, της προσωπικής σχέσης, η αποτροπή της μεταξύ τους αποξένωσης τους, η απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, η ικανοποίηση των αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, στοργής και ενδιαφέροντος μεταξύ τους και η δυνατότητα του γονέα άμεσης γνώσης της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της πνευματικής ανάπτυξης και γενικά της παρακολούθηση της όλης πορείας του τέκνου».
Στο σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου «ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ», αναφέρονται σχετικά τα πιο κάτω:
«Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων.
Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες».[6]
Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.
Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό.[3] Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του».
Συνέντευξη με ανήλικες:
Η συνέντευξη με τις ανήλικες Μ.Χ. ηλικίας 16½ ετών και Μ.Χ. 8½ ετών, έλαβε χώρα σύμφωνα με το άρθρο 6(3) του Ν. 216/90 και τη σχετική νομολογία επί του θέματος όσον αφορά τις ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. (ανωτέρω).
Η βούληση του παιδιού, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω), Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338, Π. Ε. ν. K R U, Έφεση Αρ. 23/2018, 3/12/2019). Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη, εκφράζεται η άποψη ότι για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το έκτο έτος της ηλικίας του.[7]
Σημειώνεται ότι η συνέντευξη των ανηλίκων με το Δικαστήριο πραγματοποιήθηκε με την κάθε μία ξεχωριστά.
Ενόψει του ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ’ ου η αίτηση περιόρισε το αίτημα ως προς την επικοινωνία με τη μεγαλύτερη θυγατέρα των διαδίκων, δηλώνοντας ότι θα σεβαστεί την ηλικία και την επιθυμία της, δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο της συνέντευξης, πέραν του ότι η ανήλικη εξέφρασε σαφώς και κατηγορηματικά ότι δεν επιθυμεί οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πατέρα της.
Η μικρότερη Μ.Χ. ήταν ιδιαίτερα συνεσταλμένη και ντροπαλή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, χωρίς ωστόσο να διαπιστωθεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην επικοινωνία της με το Δικαστήριο. Οι απαντήσεις της ήταν γενικά περιορισμένες, πλην όμως ανταποκρίθηκε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Ωστόσο, όταν η συζήτηση στρεφόταν στον πατέρα της, φαινόταν πιο διστακτική και αμήχανη να απαντήσει.
Παραθέτω το εξής απόσπασμα:
Ε. Ποια ήταν η τελευταία φορά που τον είδες;
Α. Δεν θυμούμαι.
Ε. Θυμάσαι πώς ένιωσες;
Α. Η ανήλικη σκέφτεται και δεν απαντά.
Ε. Θυμάσαι κάτι που έκαμες με τον παπά σου;
Α. Όχι.
Ε. Τίποτε;
Α. Όχι.
Ε. Υπάρχει κάτι γενικά που θυμάσαι με τον παπά σου;
Α. Όχι.
Ε. Δεν θα ήθελες να έχεις πράγματα να θυμάσαι με τον παπά σου;
Α. Όχι.
Ε. Σου μιλά κάποιος για τον παπά σου;
Α. Όχι.
Ε. Κανένας;
Α. Όχι.
Ε. Ούτε οι αδελφούλες σου;
Α. Όχι.
Ε. Ούτε η μάμα;
Α. Όχι.
Ε. Δεν είσαι περίεργη να τον γνωρίσεις;
Α. Λίγο.
Ε. Να δεις πώς είναι ο παπάς σου, αφού δεν θυμάσαι τίποτε.
Α. Η ανήλικη δεν απαντά. Ανασηκώνει τους ώμους της.
Η εικόνα που αποκόμισα είναι ότι, παρά τις αρνητικές της απαντήσεις, η ανήλικη δεν φαινόταν βέβαιη. Η απάντησή της ότι είναι «λίγο» περίεργη να γνωρίσει τον πατέρα της, ειπώθηκε χαμηλόφωνα, ενώ ο τρόπος με τον οποίο ανασήκωσε τους ώμους της μου άφησε την εντύπωση παιδιού που διστάζει να εκφραστεί ελεύθερα.
Εξέταση της αίτησης:
Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα:
Όσον αφορά τους λόγους ένστασης 1 έως 4, υπενθυμίζω ότι η υπό κρίση αίτηση, καταχωρίστηκε ως αίτηση δια κλήσεως και επιδόθηκε εξ αρχής στην άλλη πλευρά, η οποία είχε τη δυνατότητα να παραθέσει τη δική της εκδοχή πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για την έκδοση ή μη των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις όταν καλείται να εκδώσει ένα διάταγμα χωρίς να ειδοποιηθεί προηγουμένως η άλλη πλευρά.[8] Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων υφίσταται μόνο στην περίπτωση μονομερούς αίτησης.[9] Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Πρώτη Έκδοση 2016, σελ. 164 «(…) η υποχρέωση αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε μονομερείς αιτήσεις και όχι σε περιπτώσεις αιτήσεων ex parte οι οποίες μετατρέπονται σε δια κλήσεως», αρχή που υιοθετήθηκε κατ’ επανάληψη στη νομολογία.[10]
Τα πιο πάνω ισχύουν αναλογικά και στην παρούσα περίπτωση όπου η αίτηση καταχωρίστηκε με τη μορφή της δια κλήσεως.
Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση καλεί το Δικαστήριο να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 6(3)[11] του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (23/1990) και να διατάξει την παροχή ψυχολογικής στήριξης στις ανήλικες με σκοπό την εξομάλυνση των σχέσεων του με τις θυγατέρες του και άλλων θεμάτων τα οποία δεν προσδιορίζει.
Θα πρέπει κατ’ αρχάς να σημειώσω ότι στο άρθρο 6(3) του Ν. 23/90 αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αυτεπαγγέλτως εκεί όπου το Δικαστήριο το κρίνει αναγκαίο και δεν περιλαμβάνεται καμία πρόνοια που να υποδηλοί ότι οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων έχει δικαίωμα να αιτηθεί την άσκηση αυτής της εξουσίας. Θα εκλάβω όμως το λεκτικό του Νόμου ότι παρέχει το δικαίωμα σε οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει από το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η περίπτωση δικαιολογεί την άσκηση τέτοιας εξουσίας αν το Δικαστήριο το κρίνει αναγκαίο. Με τούτο κατά νου σημειώνω ότι η συγκεκριμένη πρόνοια αποσκοπεί όχι στο να εξασφαλιστεί οποιασδήποτε φύσης μαρτυρία ψυχολόγου ή ώστε να εφοδιαστεί το Δικαστήριο με οποιαδήποτε στοιχεία που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς γονικής μέριμνας που έχει προκύψει ενώπιον του. Αντιθέτως η εν λόγω πρόνοια φαίνεται να αφορά μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει, αφού προφανώς εξετάσει σε κάποιο βαθμό τα ενώπιον του στοιχεία, ότι τα παιδιά θα πρέπει να τύχουν ψυχολογικής στήριξης. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της ουσίας της επίδικης διαφοράς γονικής μέριμνας είναι προγραμματισμένη να ξεκινήσει οπότε και θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση όλα τα στοιχεία που προβάλλουν οι δύο πλευρές όσον αφορά τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των ανηλίκων, θεωρώ ότι η οποιαδήποτε διαταγή για να τεθούν τα παιδιά από τώρα σε ψυχολογική υποστήριξη ενδεχομένως να προκατέβαλλε και να επηρέαζε τα όσα το Δικαστήριο αναμένεται ότι θα εξετάσει κατά την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς. Νοείται βεβαίως ότι μετά που το Δικαστήριο θα εξετάσει την ουσία και θα εκδώσει την απόφαση του κρίνει ότι οι αποκρυσταλλωμένες πλέον περιστάσεις θα δικαιολογούν την άσκηση της εξουσίας για στήριξη θα εξετάσει το θέμα αυτεπαγγέλτως ως προνοεί ο Νόμος.
Προχωρώ τώρα να εξετάσω, κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Σημειώνω ότι, η Αιτήτρια μέσω της ένστασής της, δεν φαίνεται να αμφισβητεί ευθέως τις προϋποθέσεις αυτές αν και διαφαίνεται μέσα από την ένορκη της δήλωση και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, ότι συναρτά την τρίτη προϋπόθεση με την έλλειψη κατεπείγοντος και εξαιρετικών περιστάσεων.
Στην υπό εξέταση υπόθεση, κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης, εφόσον ο Καθ’ ου η αίτηση είναι ο πατέρας των ανηλίκων, δηλαδή ο ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και τόσο ο ίδιος όσο και η Αιτήτρια, μητέρα των ανήλικων, διαφωνούν ως προς την άσκηση της γονικής μέριμνας αλλά και ως προς τον τρόπο ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του με τις ανήλικες, οι οποίες από τη διάστασή τους και έπειτα δεν διαμένουν μαζί του.
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 ΑΑΔ 1791, όπου επισημάνθηκε ότι «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία», πόσο μάλλον σε υποθέσεις οικογενειακών διαφορών.
Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 ΑΑΔ 415:
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα».
Ως προς το αίτημα του Καθ’ ου η αίτηση για απαγόρευση στην Αιτήτρια να ασκεί μονομερώς πτυχές της γονικής μέριμνας αναφορικά με ιατρικά και εκπαιδευτικά θέματα, δεν διαπιστώνω από την ένορκη του δήλωση οτιδήποτε που να χρήζει άμεσης ρύθμισης, ώστε η μη έκδοση διατάγματος στο παρόν στάδιο να καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Καθ’ ου η αίτηση προβάλλει γενικά και αόριστα ότι η Αιτήτρια ενεργεί μονομερώς, χωρίς να εξειδικεύει συγκεκριμένα περιστατικά πέραν της αναφοράς σε αλλαγή σχολείου της μεγαλύτερης θυγατέρας στο παρελθόν, χωρίς να το γνωρίζει. Η Αιτήτρια από την άλλη αρνείται τους ισχυρισμούς αυτούς και αποδίδει στον Καθ’ ου η αίτηση απουσία και έλλειψη συμμετοχής στη ζωή των ανηλίκων. Η κρίση επί του ζητήματος της ρύθμισης της γονικής μέριμνας, άπτεται της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι προβάλλουν αντικρουόμενες θέσεις και δεν δύνανται να εξεταστούν στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, χωρίς αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας. Συνεπώς, κρίνω ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεν ικανοποιείται ως προς το εν λόγω αίτημα.
Διαφορετική, ωστόσο, είναι η προσέγγιση ως προς το αίτημα ρύθμισης της επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με τις ανήλικες. Οι ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, φανερώνουν ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως από τη διάστασή τους και έπειτα, οι ανήλικες διαμένουν με την Αιτήτρια. Περαιτέρω, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι αμφότεροι αναγνωρίζουν το δικαίωμα επικοινωνίας που κατοχυρώνει το άρθρο 17 του Ν. 216/90 ενώ δεν αμφισβητείται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πλέον οποιαδήποτε επικοινωνία με τις θυγατέρες του, με τον ένα να καθιστά τον άλλο υπόλογο για την αποξένωση που επήλθε. Ο προσδιορισμός του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με τις ανήλικες θυγατέρες του δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, ακόμη και εάν αυτή έχει οριστεί ήδη για ακρόαση και αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα. Ο χρόνος που παρεμβάλλεται είναι κρίσιμος και το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν επεδίωξε τη ρύθμιση της επικοινωνίας του σε προηγούμενο στάδιο δεν δύναται να αναιρέσει την αναγκαιότητα ρύθμισης της επικοινωνίας. Η έλλειψη επικοινωνίας, ιδίως για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να αποκατασταθεί εκ των υστέρων με την ίδια αποτελεσματικότητα.
Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ως προς το αίτημα του Καθ’ ου η αίτηση για τη ρύθμιση της επικοινωνίας του με τις ανήλικες.
Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρείς εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ως γενική αρχή, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει να λάβει πρωτίστως υπόψη τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση Γ. Δ. κ.α. v. Α. Β. κ.α. (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκε ουσιαστικά ότι μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων δύναται να αποκλείσει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο τα παιδιά δεν διαμένουν. Η όποια απόφαση ληφθεί θα πρέπει να διασφαλίζει τον περιορισμό της περαιτέρω επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης και ιδανικά την αποκατάσταση της. Η ρύθμιση της επικοινωνίας δύναται να συμβάλει στην ενδεχόμενη αποκατάσταση και σταδιακή οικοδόμηση της σχέσης.
Λαμβάνοντας υπόψη, έστω και στο προκαταρτικό αυτό στάδιο, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και τη συνέντευξη με τη μικρότερη θυγατέρα των διαδίκων, η οποία ανέφερε ότι δεν θυμάται τίποτε από τον πατέρα της, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι περαιτέρω αποκλεισμός του πατέρα από τη ζωή της δεν θα αποβεί προς όφελός της. Η έκφραση ανησυχίας από πλευράς της Αιτήτριας, ότι ενδεχομένως να επανεμφανίσει το θέμα της αλαλίας, δεν τεκμηριώνεται και δεν αρκεί για να μεταβάλει την εικόνα αυτή. Εξάλλου, δεν είναι μόνο τα συμφέροντα του Καθ’ ου η αίτηση που πλήττονται από την έλλειψη επικοινωνίας, αλλά και τα συμφέροντα της ανήλικης, της οποίας το δικαίωμα διατήρησης και ανάπτυξης σχέσης με τον πατέρα της πρέπει να διασφαλίζεται.
Ενόψει ωστόσο της πλήρους απουσίας επικοινωνίας της με τον πατέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να υπάρξει άμεσα ελεύθερη επικοινωνία του Καθ’ ου η αίτηση με τη μικρότερη ανήλικη θυγατέρα του αλλά η επικοινωνία να λαμβάνει χώρα στο Γραφείο Ευημερίας στην παρουσία αρμόδιας λειτουργού, ώστε να συνδράμει στην αποκατάσταση των σχέσεων τους. Σε σχέση με το αίτημα του Καθ’ ου η Αίτηση για έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την «ελεύθερη» επικοινωνία του με τα ανήλικα, κρίνω ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της εναρκτήριας αίτησης, όταν το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την προνοούμενη από τον Κ.5(1) του Δ.Κ. 1/72 έκθεση της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας.
Ως προς τη μεγαλύτερη θυγατέρα των διαδίκων, με βάση τα όσα εξήγησα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της και την εκφρασθείσα βούλησή της, κρίνω ορθό να εκδώσω διάταγμα αναγνωριστικού χαρακτήρα.
Σε κάθε περίπτωση εφόσον η ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα, τα προσωρινά διατάγματα που κρίνεται δικαιολογημένο να εκδοθούν, δεν αναμένεται να ισχύσουν για περισσότερο χρόνο από ότι οι περιστάσεις και όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και δικαιώματα απαιτούν.
Κατάληξη:
Συνακόλουθα, εκδίδονται τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα:
1. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ’ ου η αίτηση με τη μικρότερη θυγατέρα του, την ανήλικη Μ.Χ., μία φορά κάθε δεκαπενθήμερο ως ακολούθως:
Τετάρτη από η ώρα 13:45 μέχρι η ώρα 15:00 στην παρουσία αρμόδιου λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας στο χώρο του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας στο Καϊμακλί.
Νοείται ότι σε περίπτωση που η Τετάρτη είναι δημόσια αργία και το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας είναι κλειστό, η απολεσθείσα επικοινωνία θα αναπληρώνεται κατά την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα, κατά τις ίδιες ώρες.
2. Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως μεταφέρει την ως άνω ανήλικη στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στο Καϊμακλί και όπως την παραδίδει στην αρμόδια λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας κατά την έναρξη του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με την ανήλικη και όπως την παραλαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση.
3. Ο Καθ’ ου η Αίτηση διατάσσεται όπως κατά τη λήξη της επικοινωνίας του παραδίδει την ως άνω ανήλικη στην αρμόδια λειτουργό του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας στο Καϊμακλί.
4. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα έχει δικαίωμα επικοινωνίας με τη μεγαλύτερη θυγατέρα του, την ανήλικη Μ.Χ., κατά τον τρόπο που καθορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος διατάγματος.
Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει αντίγραφο του διατάγματος στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στο Καϊμακλί.
Το παρόν διάταγμα ισχύει από 06/05/2026 μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Η οπισθογράφηση θα αφορά και τους δύο διαδίκους, μόνο ως προς τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος διατάγματος, ήτοι αναφορικά με την μικρότερη θυγατέρα των διαδίκων την ανήλικη Μ.Χ.
Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, τη φύση της διαδικασίας και τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.
[2] Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119.
[3] Βλ. Ν.Γ.Χ. v. T.L., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 32/2021, 23/6/2022.
[4] Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.
[5] Βλ. σελ. 981, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Ε’, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004.
[6] Βλ. σελ. 228-229, Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου, ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ, Τόμος VII.
[7] Βλ. σελ. 907, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Ε’, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004.
[8] Βλ. Κεφ.6, άρθρο 9(1).
[9] Βλ. Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 ΑΑΔ 43, Μαρκιτανής v. Μουτζούρη (2000) 1(Β) ΑΑΔ 923.
[10] Βλ. Μιχαήλ Γαβριέλλα Βαλεντίνα (Αρ. 3) (2012) 1 ΑΑΔ 1943, Στυλιανού Δέσπω ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2015) 1 ΑΑΔ 2672.
[11] «(3)Οι δικαστές, εφόσον κρίνουν ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού, δύνανται να διατάσσουν αυτεπαγγέλτως την παροχή συμβουλευτικής και/ή ψυχολογικής στήριξης σε παιδί, χωρίς να απαιτείται συγκατάθεση των γονέων του:
Νοείται ότι, η αντιμισθία του προσώπου το οποίο παρέχει συμβουλευτική ή/και ψυχολογική στήριξη στο παιδί καταβάλλεται από τον ένα ή και τους δύο διαδίκους, αναλόγως της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο