Γ.Χ. ν. Ι.Ζ., Αρ. Αίτησης: 541/2018, 19/5/2026
print
Τίτλος:
Γ.Χ. ν. Ι.Ζ., Αρ. Αίτησης: 541/2018, 19/5/2026

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας

Ενώπιον:  Σ. Νεοφύτου, Δ.

                                                                            

 Αρ. Αίτησης: 541/2018

Μεταξύ:

Γ.Χ.

                                                                                                        Αιτητής 

και

 

Ι.Ζ.

                                                                                                Καθ’ ης η αίτηση

 

 

Ημερομηνία:   19 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Για τον Αιτητή: Χριστάκης Ν. Ματθαίου

Για την Καθ’ ης η αίτηση: Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σια ΔΕΠΕ

 

 

 

 ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι διάδικοι υπήρξαν ζευγάρι και από τη σχέση τους απέκτησαν δύο τέκνα, την Χ. και την Α., ηλικίας σήμερα 13 και 10 ετών αντίστοιχα.

Στις 13.12.2019 εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκ συμφώνου διάταγμα γονικής μέριμνας σύμφωνα με το οποίο η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων ανατέθηκε στην Καθ’ ης η αίτηση, καθορίστηκε ως τόπος διαμονής των παιδιών ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Καθ’ ης η αίτηση εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και καθορίστηκε ότι οι υπόλοιπες πτυχές της γονικής μέριμνας θα ασκούνται από κοινού από τους διαδίκους.

Περαιτέρω, με το πιο πάνω διάταγμα ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του.

Με την υπό εξέταση αίτηση, ο Αιτητής επιδιώκει τη σύλληψη, φυλάκιση ή επιβολή προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας της Καθ’  ης η αίτηση λόγω της μη συμμόρφωσης της προς το πιο πάνω διάταγμα. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή.

Αυτή είναι η δεύτερη αίτηση παρακοής που εκδικάζεται από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας και αφορά τους ίδιους διαδίκους. Συγκεκριμένα, με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.05.23, η Καθ’ ης η αίτηση κρίθηκε ένοχη ηθελημένης παρακοής του διατάγματος γονικής μέριμνας και της επιβλήθηκε άμεση ποινή φυλάκισης 15 ημερών.

Με την ένσταση που καταχώρισε η Καθ’ ης η αίτηση εγείρονται 12 λόγοι προς απόρριψη της αίτησης. Για λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω,  το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, να παραθέσει αυτούσιους τους λόγους της ένστασης.   

Κρίνεται δε σκόπιμο όπως αρχικά εξεταστεί ο λόγος ένστασης που αφορά την κατάχρηση διαδικασίας, εφόσον τυχόν αποδοχή του σφραγίζει και την τύχη της αίτησης.

Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ ης αίτηση με αναφορά σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και σε Αγγλική νομολογία, υπογραμμίζει την εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να καταστέλλουν καταχρήσεις των διαδικασιών τους. Αναφέρεται στον οιονεί χαρακτήρα της διαδικασίας αστικής παρακοής, όπου στόχος της είναι η τιμωρία του Καθ’ ου/ Καθ’ ης η αίτηση για μη συμμόρφωση σε διαταγή του Δικαστηρίου και τονίζει ότι και η ποινική διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος, επιδιώκει ακριβώς τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την τιμωρία διαδίκου για μη συμμόρφωση με τη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου.

Υποδεικνύει περαιτέρω ότι στην υπό κρίση περίπτωση, ο Αιτητής, κατά παραδοχή του, σε κάθε περίπτωση κατ’ ισχυρισμόν παρακοής εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση, προχωρούσε σε καταγγελία στην Αστυνομία, ζητώντας την καταχώριση ποινικής διαδικασίας εναντίον της και ακολούθως, και χωρίς να αποσύρει τις σχετικές καταγγελίες προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας αίτησης στο Οικογενειακό Δικαστήριο ζητώντας εκ νέου την τιμωρία της.  Είναι η θέση του ότι η πρακτική αυτή προκαλεί τεράστια ταλαιπωρία στην Καθ’ ης η αίτηση, η οποία πρέπει να παρίσταται ενώπιον δύο διαφορετικών Δικαστηρίων, να υπερασπίζεται τον εαυτό της για τα ίδια γεγονότα και να επιβαρύνεται με πολλαπλά δικηγορικά έξοδα. 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή δεν τοποθετήθηκε επί του συγκεκριμένου ζητήματος.

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται περίπτωσης τιμωρίας φυσικών και/ή νομικών προσώπων για παρακοή δικαστικού διατάγματος αντλείται μέσα από το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο  αφορά στο ουσιαστικό δίκαιο επί αιτήσεων παρακοής.  Το άρθρο αυτό καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή οικονομικών κυρώσεων υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων ή ακόμη στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση. Παρέχεται επίσης δικαιοδοσία για την επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Krashias Shoe Factory v. Adidas (1989) 1 Α.Α.Δ. 750), η πολιτική διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος έχει δυο σκοπούς, τον  πειθαναγκασμό σε υπακοή και την τιμωρία του παραβάτη.

Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση έχει ποινικό χαρακτήρα αφού επιδιώκεται η καταδίκη και τιμωρία του Καθ' ου η αίτηση και παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση, το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος (Πέτσα ν. Πιερίδη (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 1716). Πρόκειται δηλαδή για «οιονεί» ποινική διαδικασία και το απαραίτητο επίπεδο απόδειξης για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για περιφρόνηση διατάγματος του Δικαστηρίου είναι αυτό της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η παρακοή αναφορικά με την οποία υπάρχει παράπονο, θα πρέπει να έχει προκύψει  ως αποτέλεσμα πρόθεσης του Καθ΄ ου η αίτηση και όχι τυχαίως.(βλ. σχετικά Mouzouris and another v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, Ιωάννου ν. Μανώλη, άλλως Έλλης Ρόπαλη μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Δέσποινας Σάκκα κ.α. (1998) 1Γ Α.Α.Δ. 1423, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309 και Knight v. Clifton [1971] 2 All E.R. 378).

Η ποινική διαδικασία στην αστική καταφρόνηση Δικαστηρίου έχει τον ίδιο σκοπό, ήτοι την τιμωρία του κατηγορούμενου. Πρόκειται για δύο διαδικασίες που προβλέπουν ποινή σε ανυπακοή διατάγματος.

Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, o Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση επανειλημμένα και ηθελημένα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις σαφείς πρόνοιες του επίδικου διατάγματος, με αποτέλεσμα να μην ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του. Στην παράγραφο αρ. 5 της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την αίτηση του, αναφέρει ποιες συγκεκριμένες ημέρες η Καθ’ ης η αίτηση δεν του επέτρεψε κατά τους ισχυρισμούς του να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του.

Από το σύνολο της μαρτυρίας του Αιτητή, προκύπτει μια συστηματική και καταχρηστική πρακτική πολλαπλών διαδικασιών εις βάρος της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία υπερβαίνει την επιδίωξη συμμόρφωσης προς το επίδικο διάταγμα και καταδεικνύει πρόθεση εξάντλησης, πίεσης και εκδικητικής μεταχείρισης της.

Ειδικότερα, στην παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του, ο Αιτητής αναφέρει ότι, για κάθε κατ’ ισχυρισμόν παραβίαση του διατάγματος ημερομηνίας 13.9.2019, προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία, με αποτέλεσμα την καταχώριση ποινικών υποθέσεων εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, ενώ παράλληλα δηλώνει ρητώς ότι προτίθεται να συνεχίσει την ίδια πρακτική και στο μέλλον, τόσο μέσω νέων καταγγελιών όσο και μέσω νέων αιτήσεων παρακοής. Την ίδια θέση επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του, αναφέροντας εμφαντικά ότι για όλες τις καταγγελίες έχουν ήδη καταχωριστεί ποινικές υποθέσεις.

Προκύπτει συνεπώς ότι, για το ίδιο διάταγμα, τον ίδιο επίδικο χρόνο και ουσιαστικά τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ο Αιτητής επιδιώκει την ταυτόχρονη και παράλληλη ενεργοποίηση ποινικών διαδικασιών και διαδικασιών παρακοής, πολλαπλασιάζοντας σκόπιμα τις δικαστικές ενέργειες εις βάρος της Καθ’ ης η αίτηση.

Από το τεκμήριο 4, ήτοι το κατηγορητήριο υπ’ αριθμόν 464/2023 που κατατέθηκε από την Καθ’ ης η αίτηση προς υποστήριξη της ένστασης της, προκύπτει ότι οι πλείστες εκ των ημερομηνιών που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αίτησης περιλαμβάνονται ήδη σε εκκρεμούσα ποινική διαδικασία. Παρά ταύτα, ο Αιτητής επέλεξε να καταχωρίσει και την παρούσα διαδικασία παρακοής για ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα, επιβεβαιώνοντας ότι σκοπός του δεν είναι απλώς η διασφάλιση της συμμόρφωσης προς το διάταγμα, αλλά η συνεχής δικαστική και προσωπική ταλαιπωρία της Καθ’ ης η αίτηση μέσω αλλεπάλληλων και επικαλυπτόμενων διαδικασιών. Με βάση τα όσα ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει, έχει προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία για όλες τις επίδικες ημερομηνίες που αφορά η παρούσα.

Η ρητή διατυπωμένη πρόθεση του Αιτητή να συνεχίσει στο μέλλον την ίδια πρακτική, με νέες καταγγελίες στην Αστυνομία και παράλληλα νέες διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, καταδεικνύει πρόθεση διαρκούς δίωξης και εξουθένωσης της Καθ’ ης η αίτηση και συνιστά ένδειξη καταχρηστικής άσκησης δικαιωμάτων και εκδικητικής συμπεριφοράς, παρά επιδίωξη συμμόρφωσης.

Η δικαιοδοσία για την αποτροπή της κατάχρησης των διαδικασιών είναι σύμφυτη και αποτελεί απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης (Διευθυντής των Φυλακών ν.  Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ 217).

Η κατάχρηση της διαδικασίας αποτέλεσε αντικείμενο ευρείας ανάλυσης σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Περέλα  (βλ.ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής:

«Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου».

Στην Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού  Ιδρύματος Κύπρου (2017) 1Γ Α.Α.Δ 2912, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την εξουσία του Δικαστηρίου προς αποτροπή της κατάχρησης των διαδικασιών:

«Επιπρόσθετα, πάγια νομολογία αναγνωρίζει στο Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία επέμβασης όταν η άσκηση μιας αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Το ίδιο συμβαίνει και όταν παρατηρείται πολλαπλότητα διαδικασιών που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα.

......................................................................................................................................

Η κατάχρηση της διαδικασίας δεν μπορεί εκ των προτέρων να προσδιοριστεί με γενικό κανόνα. Μπορεί αυτή να προσλαμβάνει διάφορες μορφές και αποτελεί θέμα που εξετάζεται κατά περίπτωση από το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο έχει την εξουσία να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε περίπτωση εκτροπής (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.ο. (πιο πάνω))».

Στην απόφαση Marfin Investment Group Holdings S.A. v. Αυγουστίνου Παπαθωμά, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση εταιρείας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε30/2017, Ε31/2017, 15/12/2025 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

«Μια από τις συνήθεις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η  κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αποτελεί η περίπτωση της έγερσης ή προώθησης περισσότερων της μιας διαδικασίας για την επίτευξη του ιδίου στόχου, ο οποίος ήταν δυνατόν να επιδιωχθεί ενιαία, σε μια διαδικασία (Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (ανωτέρω), Williams v. Hunt (1905) 1 KB 512).  Όπως σημειώνεται, μεταξύ άλλων, στο σύγγραμμα «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο», του Π. Γ. Πολυβίου, ειδικότερα στη σελ. 17   «Η επιδίωξη ίδιων ή παρόμοιων σκοπών με τη υιοθέτηση και έγερση παράλληλων ένδικων μέσων είναι η κλασσική μορφή κατάχρησης διαδικασίας, πρώτον διότι προκαλείται αδικία στον εναγόμενο και δεύτερον διότι είναι αντίθετη προς την αρχή της τελεσιδικίας».

Μέσα στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου είναι και η διακριτική του εξουσία να αποτρέπει την κατάχρηση των διαδικασιών (Όξυνος κ.ά. v. Ρόλη Λου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1066).

Στην υπό εξέταση περίπτωση υπάρχει παραδοχή από τον ίδιο τον Αιτητή ότι με την παρούσα διαδικασία επιδιώκεται ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο που επιδιώκεται μέσω των ποινικών υποθέσεων που καταχωρίστηκαν κατόπιν των καταγγελιών του στην Αστυνομία.  Όπως ήδη αναφέρθηκε, η έγερση ή η προώθηση περισσότερων της μιας δικαστικών διαδικασιών, προς το σκοπό επίτευξης στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.  

Η Καθ’ ης η αίτηση αντιμετωπίζει δύο παράλληλες διαδικασίες οι οποίες έχουν τον ίδιο σκοπό, την τιμωρία της για ανυπακοή σε διάταγμα δικαστηρίου. Ο επίδικος χρόνος που αφορά τις δύο διαδικασίες είναι ο ίδιος, ως έχει ανωτέρω εξηγηθεί.

 Η διατήρηση των εν λόγω παράλληλων ένδικων μέσων έχει ως αποτέλεσμα την αξιολόγηση της μαρτυρίας και των ίδιων πραγματικών περιστατικών από δύο διαφορετικά Δικαστήρια, τα οποία καλούνται να εξετάσουν τα ίδια γεγονότα και να καταλήξουν, με βάση το ίδιο αποδεικτικό μέτρο, σε κρίση ως προς την ύπαρξη ή μη ηθελημένης ανυπακοής.  

Επαναλαμβάνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί ο Αιτητής, ήτοι να προβαίνει σε καταγγελία στην Αστυνομία για κάθε περιστατικό που θεωρεί ότι αποτελεί ανυπακοή της Καθ’ ης η αίτηση στο επίδικο διάταγμα και ακολούθως να καταχωρεί και να προωθεί παράλληλα για τα ίδια γεγονότα αίτηση αστικής καταφρόνησης, δύο διαδικασιών με τιμωρητικό σκοπό,  καταδεικνύει πρόθεση συστηματικής ταλαιπωρίας της Καθ’ ης η αίτηση. Η τακτική του ξεφεύγει από από τα όρια της επιδίωξης Δικαστικής προστασίας και μάλλον προσλαμβάνει χαρακτηριστικά εκδικητικής συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα η Καθ’ ης η αίτηση να υπερασπίζεται παράλληλα και ταυτόχρονα δύο διαδικασίες με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, επωμιζόμενη και την ανάλογη οικονομική επιβάρυνση.

Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD, (1996) 1 A.A.Δ. 911, αναφέρθηκε ότι:

«Η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να απορρίπτει αγωγές οι οποίες αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας έχει αναγνωριστεί στην Αγγλία από τα πολύ παλιά χρόνια.

Στην Lawrance v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210,219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω:

"It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases."

Μετάφραση στα ελληνικά:

"Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία να απορρίψει μια αγωγή η οποία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Είναι μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις."

(Βλ. και Hardy v. Elphick [1973] 1 All E.R. 914, 918.)

Η υπόθεση Wright v. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια -ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι:

"The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action."

Μετάφραση στα ελληνικά:

"Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή."

Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [ 1961] 1 All E.R. 26. Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33:

"If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court.

.................................

Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious."

Μετάφραση στα ελληνικά:

"Εάν υπάρχουν δυο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια εάν με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιάς, και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο.

.................................

Ο συνήγορος των εναγομένων λέγει ότι ένας δεν πρέπει να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερο από ένα δικαστήριο. Κατά την κρίση μου η αρχή είναι μάλλον πιο πλατειά. Είναι ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει στην πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό."

Στην ίδια απόφαση, αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει ένα Δικαστήριο όταν  διαπιστώνεται κατάχρηση διαδικασίας:

«Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα.

Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας».

Στη βάση όλων των ανωτέρω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται λόγω κατάχρησης της διαδικασίας.

Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

(Υπ.) ..........................

                                                                                                   Σ. Νεοφύτου, Δ

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο