ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ενώπιον: Θ. Διάκου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 192/2025
Μεταξύ:
Π.Π.
Αιτητής
Και
Θ.Π.
Καθ’ ου η Αίτηση
Μονομερής Αίτηση ημερ. 17/07/2025
Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή։ κα. Τασούλα Τζίρτη
Για τον Καθ' ου η Αίτηση։ κα. Παπανδρέου για Παπανδρέου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στις 29/05/2025 ο Αιτητής καταχώρισε εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Καθ’ ου η Αίτηση όπως του καταβάλλει, ως συνεισφορά στη διατροφή του, το ποσόν των €500.- από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μέχρι και την αποφοίτηση του από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, ήτοι μέχρι τον Ιούνιο του 2028.
Ακολούθως, στις 17/07/2025, ο Αιτητής καταχώρισε ενδιάμεση δια κλήσεως αίτηση (εφεξής «η αίτηση»), με την οποία αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να διατάσσει τον Καθ’ ου η Αίτηση όπως του καταβάλλει το ποσόν των €400.- μηνιαίως ως συνεισφορά στην διατροφή του ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο, από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση αντέδρασε με την καταχώριση ένστασης, υποστηριζόμενη από ένορκη του δήλωση. Εν συνεχεία, μόνο η πλευρά του Αιτητή προέβη στην καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ καμία εκ των δύο πλευρών δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι προέβησαν σε υποστήριξη των θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και οι οποίες λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν.
Προτού προχωρήσω σε συνοπτική παράθεση των θέσεων εκάστης πλευράς, σημειώνω ότι, ως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενώπιον μου ενόρκων δηλώσεων, είναι κοινώς παραδεκτό ότι ο Αιτητής είναι τέκνο του Καθ’ ου η Αίτηση, που γεννήθηκε στις 20/05/2005, κατά τη διάρκεια του γάμου του Καθ’ ου η Αίτηση με την Α.Κ. Ο γάμος των γονέων του Αιτητή λύθηκε το 2023. Ο Αιτητής συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας του στις 20/05/2023 και ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας στον κλάδο σπουδών Sports Science. Κατά την καταχώριση της αίτησης διένυε το δεύτερο έτος των σπουδών του.
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ:
Αποτελεί θέση του Αιτητή ότι, τόσο πριν όσο και μετά την ενηλικίωση του, ο Καθ’ ου η Αίτηση ουδέν ποσόν κατέβαλε ως συνεισφορά στη διατροφή του. Περί τον Ιανουάριο του 2025, επιχείρησε να συζητήσει μαζί του το ζήτημα οικονομικής στήριξης, πλην όμως ο Καθ’ ου η Αίτηση ήταν αρνητικός.
Ο Αιτητής αναφέρει ότι διαμένει με την μητέρα και τον ενήλικο, επίσης φοιτητή, αδερφό του σε προσφυγική κατοικία. Η μητέρα του εργάζεται ως ωρομίσθια κυβερνητική υπάλληλος, με μηνιαίο εισόδημα €1,100.- και αδυνατεί να καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες των δύο φοιτητών υιών της.
Για τους πιο πάνω λόγους, τόσο ο Αιτητής όσο και ο αδερφός του εργάζονται, χωρίς ωστόσο τα περιορισμένα εισοδήματά τους να επαρκούν για την πλήρη κάλυψη των αναγκών τους. Ειδικότερα, ο Αιτητής αναφέρει ότι από τον Φεβρουάριο του 2025 εργάζεται σε εστιατόριο, με μηνιαίο εισόδημα €300.- περίπου (3 φορές εβδομαδιαίως, 5 ώρες ημερησίως, με ωρομίσθιο €5,50). Λόγω των αυξημένων ακαδημαϊκών του υποχρεώσεων, καθώς και των προπονήσεών του στη χειροσφαίριση, συμμετοχή στην οποία του εξασφαλίζει μερική υποτροφία, η διαθεσιμότητά του για εργασία είναι περιορισμένη, ενώ κατά τις εξεταστικές περιόδους περιορίζεται ακόμη περισσότερο. Ως προς τα έξοδα του, ο Αιτητής τα παραθέτει ως ακολούθως:
1. Διατροφή €250
2. Ένδυση- Υπόδηση € 70
3. Μεταφορικά €200
4. Ρεύμα € 60
5. Νερό € 35
6. Ίντερνετ € 10
7. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη € 20
8. Ψυχαγωγία €120
9. Τηλέφωνο € 20
10. Βιβλία/Γραφική Ύλη € 30
11. Δίδακτρα + εγγραφή €321.16
ΣΥΝΟΛΟ: €1.136
Αναφορικά με τα δίδακτρα του, εξηγεί ότι αυτά ανέρχονται σε €5.854 ετησίως. Αφού αφαιρεθεί η φοιτητική χορηγία €2.000, απομένει προς καταβολή το ποσόν των €3.854.
Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του αναφορικά με τα έξοδα του, τα εισοδήματα του ιδίου αλλά και της μητέρας του, ο Αιτητής επισυνάπτει αριθμό τεκμηρίων.
Αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Καθ’ ου η Αίτηση, ισχυρίζεται ότι από το έτος 2012 λαμβάνει σύνταξη ύψους €1,750.- μηνιαίως και ότι από το 2023 δεν επιβαρύνεται με ουσιώδη έξοδα στέγασης, πέραν των εξόδων συντήρησης του.
Ως προς τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης, ο Αιτητής εξηγεί ότι ανέμενε την έγκριση νομικής αρωγής, για την κάλυψη των δικηγορικών του εξόδων.
Οι λόγοι ένστασης που ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει είναι οι ακόλουθοι:
«1. Ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν έχει την οικονομική δύναμη για να συντηρεί τον αιτητή και/ή αδυνατεί να εργαστεί (συνταξιούχος) και/ή δεν έχει εισοδήματα
2. Ο Αιτητής είναι ενήλικας έχει πλήρη ικανότητα να εργάζεται για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την διατροφή και εκπαίδευση του
3. Μη ύπαρξη του επείγοντος όπου να δικαιολογεί την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος
4. Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων
5. Μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης»
Μέσω της ένορκής του δήλωσης, ο Καθ’ ου η Αίτηση, απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης. Ισχυρίζεται ότι του άνοιξε επ’ ονόματι του τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο του κατέθεσε ποσόν €10,000.- Συνεπώς, είχε ως ισχυρίζεται τη δυνατότητα να κινήσει νωρίτερα τη διαδικασία.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, πριν την ενηλικίωση του Αιτητή, κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των €700.-, ενώ μετά την ενηλικίωσή του, του κατέθεσε ποσό €1.000.- σε τραπεζικό λογαριασμό, καθώς επίσης προέβη στην καταβολή επιμέρους ποσών για την κάλυψη λοιπών του εξόδων. Αναφέρει επίσης ότι, σε μεταξύ τους επικοινωνία, πρότεινε την καταβολή ποσού €900.- προς κάλυψη μέρους των διδάκτρων του Αιτητή, ο οποίος, κατ’ ισχυρισμό του, του ζήτησε το ποσόν των €200.- μηνιαίως ως πράττει και για τον αδερφό του, πλην όμως ο Καθ’ ου η Αίτηση επικαλούμενος οικονομική αδυναμία, δήλωσε ότι δύναται να του καταβάλλει μόνον €100 μηνιαίως.
Αναφορικά με τα έξοδα του Αιτητή, υποστηρίζει ότι αυτά παρουσιάζονται υπερβολικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, επισημαίνοντας ότι στην ίδια οικία διαμένουν ακόμη τέσσερα άτομα. Όσον αφορά το γεγονός ότι και τα δύο τέκνα του εργάζονται, δηλώνει χαρακτηριστικά ότι, πριν εκδιωχθεί από τη συζυγική οικία δεν χρειάστηκε να εργαστούν ούτε λεπτό.
Απορρίπτει, τον ισχυρισμό ότι λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ύψους €1,750.- και ισχυρίζεται ότι το πραγματικό ύψος αυτής ανέρχεται σε €1,480.- μηνιαίως, ποσό που μόλις επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών του αναγκών διαβίωσης. Αναφέρει ότι η οικία στην οποία διαμένει αποτελεί συνιδιοκτησία των τέκνων του και παραθέτει τα μηνιαία έξοδα του ως ακολούθως:
1. Διατροφή €300
2. Ένδυση- Υπόδηση € 70
3. Μεταφορικά €250
4. Πετρέλαιο για γεννήτρια (ρεύμα) €200
5. Λάδι γεννήτριας € 20
6. Γκάζι για το ψυγείο € 60
7. Γκάζι για τη κουζίνα € 20
8. Γυναίκα για καθαριότητα €150
9. Άδεια κυκλοφορίας και ασφάλεια € 40
10. Εγγραφές σε γιατρούς, ενέσεις κλπ εκτός ΓΕΣΥ €100
11. Τηλέφωνο, internet € 40
12. Κουρέας € 15
13. Φάρμακα εκτός ΓΕΣΥ € 50
14. Νερά € 20
15. Ταινίες για μέτρηση σακχάρου και βελόνες € 40
16. Σκόνες πλυντηρίου, υγρά κουζίνας, μπάνιου κλπ € 80
17. Διάφορα €100
ΣΥΝΟΛΟ: €1,515
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η μητέρα του Αιτητή, πέραν του μηνιαίου εισοδήματός της, λαμβάνει επιδόματα ύψους €284.- και ότι φιλοξενείται στην οικία του πατέρα της, «απολαμβάνοντας» και το ποσό των €700.- της σύνταξής του.
Καταληκτικά, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία και ζητά απόρριψη της αίτησης.
Ο Αιτητής απάντησε στους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση, καταχωρώντας συμπληρωματική ένορκη δήλωσή.
Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο επ’ ονόματι του τραπεζικός λογαριασμός ανοίχθηκε από τη μητέρα του, όπου και κατατέθηκαν Λ.Κ.5000.- από τα δώρα της βάφτισης του. Με την ενηλικίωσή του, έλαβε το εν λόγω ποσό, το οποίο μοιράστηκε με τον αδελφό του και χρησιμοποιήθηκε για μαθήματα οδήγησης, απόκτηση άδειας οδήγησης και κάλυψη μέρους του τιμήματος αγοράς αυτοκινήτου.
Ο Αιτητής, απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι διαμένει με ακόμη τέσσερα άτομα και εμμένει στην θέση του ότι διαμένει αποκλειστικά με τη μητέρα και τον αδερφό του. Απορρίπτει, επίσης, τον ισχυρισμό περί λήψης επιδομάτων από την μητέρα του, εφόσον αμφότερα τα τέκνα της είναι ενήλικα. Επαναλαμβάνει δε τη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση, καθώς και την αδυναμία του παππού του να συνεισφέρει στα έξοδα του, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση δεν έχει τέτοια υποχρέωση. Απορρίπτει, επίσης, τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση ότι ο τελευταίος έχει τα έξοδα τα οποία παρουσιάζει.
Παραδέχεται, ότι από τον Καθ’ ου η Αίτηση έλαβε ποσόν €700.-, το οποίο αφορούσε διατροφές προ της ενηλικίωσης του και επισυνάπτει σχετικές αποδείξεις ως τεκμήριο. Επίσης παραδέχεται ότι έλαβε από τον Καθ’ ου η Αίτηση, κάποια μικροποσά μετά την έναρξη της φοίτησης του, συνολικού ύψους €300.- Παραδέχεται, επίσης, το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικίας όπου διαμένει ο Καθ’ ου η Αίτηση, ότι δηλαδή αποτελεί συνιδιοκτησία του ιδίου και του αδερφού του. Πλην όμως αναφέρει ότι δεν δύνανται να την αξιοποιήσουν, καθότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διατηρεί επ’ αυτής δικαίωμα επικαρπίας εφ’ όρου ζωής.
Καταληκτικά, ο Αιτητής τονίζει ότι μη καταβολή των εξαμηνιαίων διδάκτρων στο ιδιωτικό πανεπιστήμιο όπου φοιτά συνεπάγεται αδυναμία εγγραφής του στο επόμενο εξάμηνο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։
Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), θα πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
(β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή και
(γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων[1]. Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξ υπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση, σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.
Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα[2], ενώ δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση[3].
Στο Σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη αναφέρεται ότι:
«Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ' αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία.»
Στην απόφαση Ευστρατίου Χρίστος ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, (2014) 1 ΑΑΔ 212, αναφέρθηκε ότι:
«το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας».
Οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που άπτονται της δικαστικής προσέγγισης ενδιάμεσων αιτήσεων, συνάδουν με το πνεύμα των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, δυνάμει των οποίων εξετάζεται η παρούσα αίτηση. Οι νέοι Κανονισμοί δεν μεταβάλλουν το πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 32 του Ν.14/60, ούτε διαφοροποιούν την εξουσία του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία εξακολουθεί να ασκείται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις[4].
Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα, οι οποίες εν προκειμένω είναι τα άρθρα 33(2) και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90).
Η υποχρέωση των γονέων για διατροφή του τέκνου τους δεν παύει με την ενηλικίωση του, αλλά δύναται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να συνεχίσεί και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του. Το άρθρο 33(2) του Ν.216/90 ρητά προβλέπει ότι:
«Με απόφαση και σχετική ρύθμιση από το Δικαστήριο, η υποχρέωση των γονέων δυνάμει του εδαφίου (1) είναι δυνατό να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, όπως σε περίπτωση ανικανότητας ή αναπηρίας του τέκνου ή υπηρεσίας θητείας του στην Εθνική Φρουρά ή φοίτησης του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή».
Ως αναφέρεται στην απόφαση Τσιτσινίδη ν. Τσιτσινίδη (1994) 1 ΑΑΔ 385:
«Η έκδοση δικαστικής απόφασης βάσει του άρθρου 33(2) αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση της υποχρέωσης γονέα για διατροφή τέκνου μετά την ενηλικίωσή του(…) Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα στο οποίο αγόμεθα, θέλουμε να επισημάνουμε ότι θέματα που ανάγονται στην παιδεία των τέκνων, δεν πρέπει να συναρτώνται μόνο με τις νομικές υποχρεώσεις. Αυτό όμως επαφίεται στους ίδιους τους γονείς. Η υποχρέωση γονέα για τη διατροφή τέκνου μετά την ενηλικίωσή του, μπορεί να συνεχίσει μόνο μετά από απόφαση δικαστηρίου που εκδίδεται βάσει του άρθρου 33(2) του Ν. 216/90».
Στην απόφαση Βουνού ν. Βουνού (1998) 1 ΑΑΔ 400, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 33(2) του Ν.216/90։
«παρέχει τη δυνατότητα στο τέκνο, μετά την ενηλικίωσή του, να δικαιούται σε διατροφή, κατά ενάσκηση διακριτικής εξουσίας, λόγω της ανικανότητας ή της αναπηρίας του. Η τελική κατάληξη του συγκεκριμένου αιτήματος θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα συνυπολογισμού, τηρουμένου του νόμου, κάθε παράγοντος που θα προβάλλεται ως σχετικός (…) Ο ενήλικος έχει δικαίωμα να κάμνει τις επιλογές που θέλει και να καθορίζει την πορεία του στη ζωή. Όμως όταν ο ενήλικος θέλει να αναλάβει τα έξοδα άλλος, έστω ο πατέρας του, αρχίζουν να συνυπολογίζονται τα στοιχεία κάτω από το φακό της λογικής. Ιδιαίτερα όταν οι οικονομικές δυνατότητες του πατέρα είναι περιορισμένες, εν όψει των άλλων του υποχρεώσεων…»
Περαιτέρω, το άρθρο 37 του περί Ν.216/90 προνοεί ότι:
«(α) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.
(β) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του».
Το Δικαστήριο με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, αφού ασχοληθεί με το εύλογο των κονδυλίων και με βάση την κοινή λογική και την πείρα της ζωής καθορίζει τα αναγκαία έξοδα για τη συντήρηση του τέκνου. Το μέτρο καθορισμού της διατροφής δεν είναι δυνατό να αποτιμάται με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη των εξόδων με αυστηρότητα. (Βλ. Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη κ.ά. (1998) 1 ΑΑΔ 1386, Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 ΑΑΔ 625, Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 ΑΑΔ 951, Παπαντωνίου ν. Παπαντωνίου (2011) 1 ΑΑΔ 1875, Κορελλίδης ν. Κορελλίδη (2012) 1 ΑΑΔ 1975).
Στην καθοδηγητική απόφαση Χρυσάνθου ν. Χρυσάνθου (2011) 1 ΑΑΔ 1890, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο απέρριψε έφεση του εφεσείοντος, ο οποίος στράφηκε εναντίον ενδιάμεσου διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €200.- μηνιαίως ως διατροφή προς το ενήλικο τέκνο του, που υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά. Ο εφεσείων υποστήριξε ουσιαστικά ότι δεν αιτιολογείτο η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ωστόσο κρίθηκε ότι εφόσον ο ίδιος ο νόμος ρητώς περιλαμβάνει τη θητεία στην Εθνική Φρουρά μεταξύ των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες η υποχρέωση διατροφής δύναται να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση, δημιουργείται τεκμήριο ύπαρξης ειδικών περιστάσεων, χωρίς να απαιτείται, για τους σκοπούς του άρθρου 32, περαιτέρω εξειδίκευση ή απόδειξη αυτών.
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ:
Κατ’ αρχάς, κρίνω σκόπιμο, προτού προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, να επισημάνω ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίσθηκε εξ υπαρχής ως αίτηση δια κλήσεως. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης από πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση, περί μη απόδειξης του κατεπείγοντος και περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, δεν βρίσκουν έρεισμα στην παρούσα[5]. Ο Καθ’ ου η Αίτηση είχε κάθε δυνατότητα να παραθέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου προτού αυτό αποφασίσει για την έκδοση ή μη του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, υπό το φως του προαναφερόμενου νομικού πλαισίου και έχοντας υπόψιν το καθήκον του Δικαστηρίου, σε αιτήσεις όπως η παρούσα, να αποφεύγει να επιλέγει εκδοχές ή να αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς ή να εξετάζει, τελικώς, την αξιοπιστία των μαρτύρων, καθώς επίσης και το ότι, τέτοιες αιτήσεις, εξετάζονται στη βάση της λογικότητας και ποιοτικής επάρκειας των ισχυρισμών που προβάλλει ο Αιτητής, με γνώμονα, πάντα και την όποια τυχόν αποδυνάμωσή τους από τα όσα, σε αντιδιαστολή, προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση[6].
Σύμφωνα με το άρθρο 33(2) του Ν. 216/90, η υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν το τέκνο τους δύναται να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του, όπου ειδικές περιστάσεις το επιβάλλουν, όπως η φοίτηση του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει τη σημασία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση του νέου ατόμου, ιδίως όταν υφίσταται πραγματική πρόθεση και ικανότητα προς σπουδή και ο γονέας διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να συνδράμει[7].
Εν προκειμένω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής, ο οποίος είναι τέκνο του Καθ' ου η Αίτηση, συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας του και φοιτά σε Πανεπιστήμιο.
Ως ο Αιτητής, ισχυρίζεται, παρά την περιορισμένη μερική απασχόλησή του δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για την αυτοσυντήρηση του, ενώ η μητέρα του, λόγω του χαμηλού εισοδήματος της, αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες του. Το ύψος των εν λόγω αναγκών, αμφισβητείται από τον Καθ’ ου η Αίτηση. Πλην όμως, ο τελευταίος δηλώνει ότι κατά καιρούς καταβάλλει χρηματικά ποσά στον Αιτητή για την κάλυψη των αναγκών του, καθώς και ότι αναλαμβάνει επιμέρους δαπάνες. Περαιτέρω, ως ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει πρότεινε στον Αιτητή την κάλυψη μέρους των διδάκτρων του.
Συνακόλουθα, κρίνω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως αίτηση.
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία».
Στο πλαίσιο οικογενειακών διαφορών, και δη υποθέσεων διατροφής, η ανάγκη άμεσης κάλυψης βασικών βιοτικών και εκπαιδευτικών αναγκών καθίσταται κατεξοχήν επιτακτική. Στην υπό εξέταση υπόθεση, πέραν της κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών, καθίσταται επιτακτική και η κάλυψη των εξαμηνιαίων διδάκτρων του ιδιωτικού πανεπιστημίου όπου φοιτά ο Αιτητής, καθότι μη κάλυψη τους συνεπάγεται αδυναμία εγγραφής του στο επόμενο εξάμηνο, με προφανείς και άμεσες επιπτώσεις στην ακαδημαϊκή του πορεία.
Με δεδομένο λοιπόν ότι, η διατροφή και συντήρηση είναι συνεχής και οι σπουδές και η μόρφωση πρέπει να συνεχιστούν απρόσκοπτα και δεν μπορούν να αντικατασταθούν με κανένα τρόπο μεταγενέστερα[8], κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση.
Η συνδρομή των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν συνεπάγεται αυτομάτως την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Θα πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω, κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επαναλαμβάνεται ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, ούτε θα προχωρήσει σε τελικά ευρήματα ή συμπεράσματα. Είναι όμως επιτρεπτό το Δικαστήριο να προβεί σε μια επιφανειακή αξιολόγηση του τι έχει τεθεί ενώπιον του για να κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος[9].
Στην παρούσα υπόθεση, υφίστανται αντικρουόμενοι ισχυρισμοί ως προς το ύψος των εισοδημάτων του Καθ’ ου η Αίτηση καθώς και των εξόδων εκάστου διαδίκου. Αναφορικά με τα εισοδήματα του Καθ’ ου η Αίτηση, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι αυτά ανέρχονται στο ποσόν των €1.750.-, προερχόμενα από σύνταξη που λαμβάνει. Αντιθέτως, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι το μηνιαίο εισόδημά του ανέρχεται σε €1.480.-, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του ισχυρισμού του.
Κατά τη σχετική νομολογία[10], ο Αιτητής δεν έχει υποχρέωση αποκάλυψης των εισοδημάτων ή της οικονομικής δυνατότητας του Καθ' ου η αίτηση. Το καθήκον αληθινής αποκάλυψης των εισοδημάτων του, βαραίνει τον ίδιο τον Καθ' ου η Αίτηση. Το παρόν στάδιο δεν είναι όμως το στάδιο όπου θα εξαχθούν τελικά ευρήματα όσον αφορά τα ακριβή εισοδήματα του. Τούτο θα γίνει όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων και θα είναι σε θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους στο τελικό στάδιο. Για τους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας, αρκεί ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διαθέτει σταθερό μηνιαίο εισόδημα το οποίο ανέρχεται κατ’ ελάχιστον σε €1.480.-
Όσον αφορά στους αντικρουόμενους ισχυρισμούς ως προς το εισόδημα της μητέρας του Αιτητή και συγκεκριμένα κατά πόσο λαμβάνει επιδόματα για τα τέκνα των διαδίκων, αυτό θα εξεταστεί επίσης κατά την εκδίκαση της ουσίας της αίτησης.
Διαπιστώνεται, περαιτέρω, ότι οι θέσεις των διαδίκων ως προς το ύψος των εξόδων του Αιτητή είναι αντικρουόμενες. Στην υπόθεση Α.Γ. ν. Σ-Α.Τ., Εφ. Αρ. 36/2018, 07/05/2020, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη έννοια της διατροφής και το άρθρο 37(2) του Ν. 216/90:
«Η λέξη "διατροφή" δεν αποδίδει την πλατιά έννοια που ο σοφός νομοθέτης φρόντισε επιγραμματικά να αποδώσει. Η διατροφή, σύμφωνα με την έννοια που δίδει ο νόμος, δεν καλύπτει μόνο τη δαπάνη για την τροφή. Περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη όπως τροφή, στέγη, ντύσιμο, φωτισμό, θέρμανση, ψυχαγωγία, νοσηλείες και φάρμακα, συγκοινωνία, επικοινωνία, έξοδα για γενική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση. Ο νομοθέτης με την διατύπωση του Νόμου καθόρισε τόσο το πλάτος της διατροφής όσο και το επίπεδο της πάντοτε μέσα στα μέτρα του δυνατού (βλ. Κουμάντου Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 2ος Τόμος σελ. 44 κ.ε)».
Ο Καθ’ ου η Αίτηση γενικά και αόριστα αναφέρει ότι θεωρεί τις ανάγκες που παρουσιάζονται από τον Αιτητή υπερβολικές και διογκωμένες, χωρίς όμως να αναφέρει ποιο ποσό θεωρεί ο ίδιος ως εύλογο για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών.
Ο Αιτητής προσδιορίζει τα μηνιαία έξοδα διατροφής του στο ποσόν των €1,136.- προσκομίζοντας σχετικά αποδεικτικά. Προβαίνοντας σε μία προκαταρτική επισκόπηση των μηνιαίων του εξόδων, θεωρώ ότι ορισμένα εξ αυτών παρουσιάζονται κάπως αυξημένα. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι ο Αιτητής δεν καταβάλλει ενοίκιο.
Αξιολογώντας σφαιρικά τα πιο πάνω και τις θέσεις που τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων, καταλήγω στην διαπίστωση ότι οι θέσεις του Αιτητή, αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με το ζήτημα της ικανότητας του για αυτοδιατροφή και αυτοσυντήρηση, καθίστανται πιο πειστικές και λογικές σε σχέση με τις αντιρρήσεις και τα επιχειρήματα του Καθ' ου η Αίτηση. Δεν διαφεύγει μάλιστα της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι παρά την ενηλικίωση του Αιτητή, συνεισέφερε οικονομικώς στα έξοδα του, ως έπραττε και πριν την ενηλικίωση του, προτείνοντας μάλιστα σε αυτόν και την κάλυψη μέρους των διδάκτρων του, ενώ δεν προβάλλει ισχυρισμό περί μείωσης των εισοδημάτων του· αντιθέτως, σημειώνει ότι το δηλωθέν εισόδημα του αντανακλά τις τελευταίες αυξήσεις της σύνταξής του.
Παρατηρείται, επίσης ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση παρουσιάζει τα μηνιαία του έξοδα ως υπερβαίνοντα των εισοδημάτων του, ενώ ταυτόχρονα αναφέρει ότι καταβάλλει και επιμέρους χρηματικά ποσά στα δύο ενήλικα τέκνα του. Σημειώνω δε, χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα, ότι θεωρώ ορισμένα εκ των δηλωθέντων εξόδων του Καθ’ ου η Αίτηση, εκ πρώτης όψεως, αυξημένα και μη επαρκώς αιτιολογημένα. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι ούτε ο Καθ’ ου η Αίτηση καταβάλλει ενοίκιο.
Οι αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων ως προς τα επιμέρους ποσά που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών τους λαμβάνονται υπόψη και σταθμίζονται από το Δικαστήριο στο μέτρο που απαιτείται για τους σκοπούς έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Παράλληλα, λαμβάνονται υπόψη και λοιποί ουσιώδεις παράγοντες, όπως η ηλικία και η προσωπική κατάσταση του ενήλικου τέκνου, καθώς και η οικονομική κατάσταση και οι υποχρεώσεις τόσο του Καθ’ ου η Αίτηση όσο και της μητέρας του Αιτητή.
Υπό το φως των ανωτέρω, κατόπιν στάθμισης του συνόλου των στοιχείων και ισχυρισμών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερους τους διαδίκους και ενόψει της αβεβαιότητας που επικρατεί εν προκειμένω ως προς τη διασφάλιση της ευημερίας του Αιτητή, καθίσταται επιτακτική η προσωρινή ρύθμιση της διατροφής του.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ։
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση διατάσσεται να καταβάλλει στον Αιτητή από την 17/07/2025 και κάθε αντίστοιχη ημέρα εκάστου επομένου μηνός, με 5 ημέρες χάρη, το ποσό των €250 μηνιαίως ως συνεισφορά του στα έξοδα διατροφής και συντήρησης του.
Το διάταγμα θα ισχύει μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας.
(Υπ.)………………………..
Θ. Διάκου, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 ΑΑΔ 557, Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 ΑΑΔ 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α. v. Timberland (1997) 1 ΑΑΔ 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Εφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019
[2] Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ’’Βασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152
[3] Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 263
[4] Βλ. Μ.23, Κ.6(1)(α) «Αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο αυτής στον καθ’ ου η αίτηση (…) όταν υπάρχει κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» και Κεφ.6, άρθρο 9(1) «Κάθε Διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί με αίτηση ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, όπως αυτό προβλέπεται στις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023».
[5] Βλ. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΔΕΣΠΩ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, ECLI:CY:AD:2015: A816, Πολιτική Έφεση Αρ. 354/13, 4/12/2015 και Μιχαήλ Γαβριέλλα Βαλεντίνα (Αρ. 3), (2012) 1 ΑΑΔ 1943
[6] Βλ. Δίγκλης κ.α ν. Total Fit Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. E135/2015 και Πόλα Ιορδάνου ν. PS Seamless Gutters Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 4/2022, 08/11/2022
[7] Χ.Σ. ν. Β.Σ. Έφεση αρ. 9/2019, ημερομηνίας 8/9/2020
[8] Γ.Γ. v. Ι.Γ., Έφεση Αρ.29/2017, 12/04/2019
[9] Λόρδος v Σιακόλας, Πολ. Εφ. Αρ. Ε143/15, 23/3/17, ECLI:CY:AD:2017:A102
[10] Βλ. Γ.Γ. v. Ι.Γ. (ανωτέρω)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο