ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 225/25i
Μεταξύ:
Κ.Κ.
Αιτήτριας
και
Χ.Κ.
Καθ’ ου η αίτηση
Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 25/09/2025
Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια – Καθ’ ης η αίτηση: κα. Ραφαέλλα Β. Μαλεκκίδου
Για τον Καθ’ ου η αίτηση – Αιτητή: κ. Στέφανος Παπαθεοδώρου για Σ. Παπαθεοδώρου & Σία ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:
Η Αιτήτρια καταχώρισε στις 23/04/2025 εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να της ανατίθεται η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων της Α.Κ. και Κ.Κ. και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής τους ο εκάστοτε τόπος διαμονής της.
Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 28/04/2025 και ακολούθως στις 30/04/2025 υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία αιτείται να ανατεθεί σε εκείνον η φύλαξη και φροντίδα των ανηλίκων και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής τους ο εκάστοτε τόπος διαμονής του εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας της Αιτήτριας με τα ανήλικα.
Ακολούθως, ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε στις 25/09/2025 την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση δια κλήσεως, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Α.Κ. η οποία γεννήθηκε στις 6/7/2013 και Κ.Κ. ο οποίος γεννήθηκε στις 21/2/2020 με τον Καθ’ ου η Αίτηση μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης ή άλλη περαιτέρω διαταγή του Δικαστηρίου ως εξής:
Την πρώτη εβδομάδα ισχύς του διατάγματος
Δευτέρα και Τετάρτη από η ώρα 14:00 μμ όπου θα παραλαμβάνει τα ανήλικα από το σχολείο μέχρι τις 19:00 μμ όπου θα παραδίδει τα ανήλικα τέκνα στην οικία της Αιτήτριας.
Κυριακή από η ώρα 10:00 πμ όπου θα παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα από την οικία της Αιτήτριας μέχρι τις 19:00 μμ, όπου θα παραδίδει τα ανήλικα στην οικία της Αιτήτριας.
Την δεύτερη εβδομάδα ισχύς του διατάγματος
Τρίτη και Πέμπτη από η ώρα 14:00 μμ όπου θα παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα από τον σχολείο μέχρι η ώρα 19:00 μμ όπου θα παραδίδει τα ανήλικα στην οικία της Αιτήτριας.
Σάββατο από η ώρα 10:00 πμ όπου θα παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα από την οικία της Αιτήτριας μέχρι η ώρα 19:00 μμ όπου θα τα παραδίδει στην οικία της Αιτήτριας.
Και ούτω καθ’ εξής»
Η Αιτήτρια καταχώρισε ένσταση στις 18/11/2025, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας, προβάλλοντας 12 λόγους ένστασης οι οποίοι περιστρέφονται τόσο γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης όσο και γύρω από τα γεγονότα της υπόθεσης.
Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ο μεν Καθ’ ου η αίτηση στις 25/11/2025, η δε Αιτήτρια στις 05/12/2025.
Ακολούθησε συνέντευξη του Δικαστηρίου με τα ανήλικα στις 15/12/2025. Κατ’ εκείνη τη δικάσιμο, με το πέρας της συνέντευξης, εκδόθηκε εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα με το οποίο διευθετήθηκε η επικοινωνία του Καθ’ ου η αίτηση με τον ανήλικο Κ.Κ. ενώ για την ανήλικη Α.Κ. η αίτηση παρέμεινε για οδηγίες ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο συμβιβασμού αλλά και παρακολούθησης της ανήλικης από παιδοψυχολόγο. Παρά το γεγονός ότι οι διάδικοι συμφώνησαν σε επόμενη δικάσιμο στην παραπομπή της ανήλικης σε παιδοψυχολόγο και εκδόθηκε προς τούτο σχετικό διάταγμα, οι προσπάθειες για συμβιβασμό της υπό κρίση αίτησης απέτυχαν και έτσι ορίστηκε για ακρόαση.
Η ακρόαση διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
Από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, προκύπτει ως κοινή θέση ότι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 02/07/2011 στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Παλαιομέτοχο και διέμεναν στο Μάμμαρι στη Λευκωσία. Από το γάμο τους απέκτησαν 2 τέκνα την Α.Κ. η οποία γεννήθηκε στις 06/07/2013 και τον Κ.Κ. ο οποίος γεννήθηκε στις 21/02/2020. Στις 16/05/2025 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπ’ αριθμό 2/2025 αίτηση, με το οποίο παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της συζυγικής κατοικίας.
Ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι η Αιτήτρια από τότε που επήλθε η ρήξη στις σχέσεις τους μετέφερε τα παιδιά από το ένα μέρος στο άλλο και επέστρεφε αργά το βράδυ στο σπίτι τους για να κοιμηθούν. Στις 28/04/2025 όταν επέστρεψε από τη δουλειά διαπίστωσε ότι έλειπαν τα παιδιά και ενημερώθηκε από την ανήλικη ότι θα μείνουν στο πατρικό σπίτι της Αιτήτριας. Ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι μετά την έκδοση του διατάγματος αποκλειστικής χρήσης στέγης, η Αιτήτρια δεν επιτρέπει στα παιδιά τους να έχουν επαφή μαζί του παρά το γεγονός ότι εκείνος ήταν που είχε την καλύτερη σχέση μαζί τους. Τους τελευταίους 5 μήνες αποφεύγει να επισκέπτεται τα παιδιά γιατί φοβάται ότι η Αιτήτρια θα ξεσπάσει και δεν θέλει να τα αναστατώσει και να διαταράξει την ηρεμία τους. Αναφέρει επίσης ότι τα παιδιά αποφεύγουν να του απαντούν στο τηλέφωνο ή στις βιντεοκλήσεις διότι φοβούνται τη συμπεριφορά της Αιτήτριας. Ο Καθ’ ου η αίτηση θεωρεί ότι τα παιδιά βρίσκονται σε τέτοια ηλικία που η παρουσία του πατέρα τους είναι απαραίτητη και αναγκαία γι’ αυτό αιτείται την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας.
Η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση απειλούσε να κάψει το σπίτι τους ενόσω θα ήταν και ο ίδιος μέσα γεγονός που τρόμαξε την ίδια και τα ανήλικα και δεν επιθυμούσαν να διαμένουν μαζί του. Για αυτό το λόγο περνούσαν την ημέρα τους στο σπίτι της μητέρας και της αδελφής της και πήγαιναν στο σπίτι τους αργά το βράδυ για να κοιμηθούν. Λόγω της συμπεριφοράς του Καθ’ ου η αίτηση και του τρόμου που προκάλεσε στα ανήλικα, διέμειναν ακολούθως για λίγες ημέρες στο σπίτι των γονέων της. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι ευθύνεται ο Καθ’ ου η αίτηση που τα ανήλικα δεν θέλουν να έχουν επαφή μαζί του εξ αιτίας της συμπεριφοράς και των πράξεων του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ανήλικη Α.Κ. δεν επιθυμεί για κανένα λόγο να συνατήσει τον Καθ’ ου η αίτηση ούτε και να έχει τηλεφωνική επικοινωνία μαζί διότι η συμπεριφορά του «της έχει δημιουργήσει σοβαρό ψυχολογικό τραύμα και χρίζει άμεσης ψυχολογικής αντιμετώπισης». Η οποιαδήποτε επικοινωνία της ανήλικης με τον Καθ’ ου η αίτηση γίνεται κατόπιν δικής της παρότρυνσης αλλά καταλήγει πάντα να την αναστατώνει. Η Αιτήτρια πιστεύει ότι είναι σημαντική η θέση του πατέρα αλλά λόγω των γεγονότων που συνέβησαν, τυχόν επικοινωνία πρέπει να γίνεται με επίβλεψη από το Γραφείο Ευημερίας ή άλλο κατάλληλο πρόσωπο. Μάλιστα πολλές φορές προσπάθησε να βρεθεί τρόπος να συναντήσει τα τέκνα τους για αρχή με επίβλεψη αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση από μέρους του. Καταλήγοντας αναφέρει ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι προς το συμφέρον των ανηλίκων.
Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο Καθ’ ου η αίτηση υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην αρχική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Περαιτέρω, αρνείται το συμβάν που του καταλογίζει η Αιτήτρια και εξηγεί ότι μετέφερε μέσα στο σπίτι βενζίνη για να εφοδιάσει τη μοτοσυκλέτα του, πράγμα το οποίο έκανε σχεδόν κάθε δύο εβδομάδες και αναφέρει ότι καμία ποινική υπόθεση δεν εκκρεμεί εναντίον του.
Η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση υιοθετεί και επαναλαμβάνει το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε στην αρχική της ένορκη δήλωση, εμμένοντας στις θέσεις που ήδη έχει εκθέσει. Απορρίπτει την εξήγηση που δίδει ο Καθ’ ου η αίτηση για το περιστατικό με τη βενζίνη προσκομίζοντας σχετικό τεκμήριο.
Νομική πτυχή:
Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
(β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία και
(γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.
Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων.[1] Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:
«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.
Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.
(…)
Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».
Σημειώνω ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που αφορούν τον τρόπο δικαστικής προσέγγισης ενδιάμεσων αιτήσεων, συνάδουν με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δυνάμει των οποίων εγείρεται και εξετάζεται η παρούσα αίτηση.
Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων αυτών και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.[2] Στο πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει.[3] Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[4]
Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990).
Κατά τη ρύθμιση ζητημάτων που άπτονται της γονικής μέριμνας, ως η παρούσα, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.[5] Η εν λόγω αρχή αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού σε σωρεία αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου.[6]
Η προσωπική επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του που δεν διαμένει μαζί του, αποτελεί δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται νομοθετικά με το άρθρο 17 του Ν. 216/90, το οποίο ορίζει ότι:
«(1) Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».
Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη[7] αναφέρονται ως προς το σκοπό της επικοινωνίας τα ακόλουθα:
«Ο βασικός σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου, της προσωπικής σχέσης, η αποτροπή της μεταξύ τους αποξένωσης τους, η απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, η ικανοποίηση των αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, στοργής και ενδιαφέροντος μεταξύ τους και η δυνατότητα του γονέα άμεσης γνώσης της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της πνευματικής ανάπτυξης και γενικά της παρακολούθηση της όλης πορείας του τέκνου».
Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.
Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό.[3] Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του».
Συνέντευξη με την ανήλικη Α.Κ.:
Η συνέντευξη με την ανήλικη Α.Κ. ηλικίας 12 ετών, έλαβε χώρα σύμφωνα με το άρθρο 6(3) του Ν. 216/90[8] και τη σχετική νομολογία επί του θέματος όσον αφορά τις ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. (ανωτέρω)).
Η βούληση του παιδιού, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω), Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338, Π. Ε. ν. K R U, Έφεση Αρ. 23/2018, 3/12/2019). Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη, εκφράζεται η άποψη ότι για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το έκτο έτος της ηλικίας του.[9]
Η ανήλικη Α.Κ. καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης ήταν εμφανώς προβληματισμένη και στεναχωρημένη. Ένεκα της φύσης της υπόθεσης, μόλις η συζήτηση στράφηκε στον πατέρα της δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Εξέφρασε άρνηση να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πατέρα της αμφισβητώντας ότι ενδιαφέρεται για εκείνη. Ωστόσο σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου για το κατά πόσο θα ήθελε να βελτιωθεί η σχέση τους και με ποιο τρόπο θα ήθελε να της δείξει ο πατέρας της ότι ενδιαφέρεται για εκείνη, η απάντησή της ήταν «δεν ξέρω».
Εξέταση της αίτησης:
Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων καθώς επίσης και την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, όπως αυτή έχει συγκεκριμενοποιηθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών. Σημειώνεται ότι οι θέσεις που δεν προωθήθηκαν στις αγορεύσεις των μερών θεωρούνται ως εγκαταλειφθείσες και δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω το Δικαστήριο.
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
Η επικοινωνία του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο είναι αδιαμφησβήτητα θέμα ιδιαίτερα σοβαρό, γι’ αυτό και η ρύθμισή του εναποτέθηκε από το Νομοθέτη στο Δικαστήριο. Από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, προκύπτει ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως τα ανήλικα διαμένουν με την Αιτήτρια. Περαιτέρω, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι αμφότεροι αναγνωρίζουν το δικαίωμα επικοινωνίας που κατοχυρώνει το άρθρο 17 του Ν. 216/90. Προκύπτει επίσης ότι η Αιτήτρια δέχεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δικαιούται σε επικοινωνία με την ανήλικη, πλην όμως υποστηρίζει ότι, υπό τις παρούσες περιστάσεις, θα πρέπει να είναι επιβλεπόμενη. Εκεί όπου οι διάδικοι διαφωνούν και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι το περιεχόμενο και ο τρόπος άσκησης της επικοινωνίας αυτής. Επομένως, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) 1 ΑΑΔ 1791, όπου επισημάνθηκε ότι «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία», πόσο μάλλον σε υποθέσεις οικογενειακών διαφορών.
Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 ΑΑΔ 415:
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα».
Η υπό εξέταση αίτηση αποσκοπεί στη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με την ανήλικη θυγατέρα του, με την οποία δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η φύση δηλαδή της συγκεκριμένης υπόθεσης άπτεται της προστασίας και ρύθμισης νομοθετικά κατοχυρωμένου δικαιώματος, γεγονός που τη διαφοροποιεί από διαδικασίες των οποίων απώτερος σκοπός είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο καθορισμός του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με την ανήλικη δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης διότι ο χρόνος που παρεμβάλλεται είναι κρίσιμος και εάν δεν εκδοθεί διάταγμα επικοινωνίας, υπάρχει πιθανότητα αποξένωσης του πατέρα από το παιδί του. Συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.
Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρεις εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας.
Αξιολογώντας σφαιρικά, στο προκαταρτικό αυτό στάδιο, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τα όσα αποκόμισα από τη συνέντευξη με την ανήλικη Α.Κ., κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης ενός διατάγματος με το οποίο να ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ’ ου η αίτηση με τη θυγατέρα του. Και τούτο, διότι δεν έχουν καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνοι οι ειδικοί και εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν μία τέτοια απόκλιση από τις νομοθετικές και νομολογιακές επιταγές (βλ. Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. (ανωτέρω)). Η συνέχιση της πλήρους έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ πατέρα και παιδιού ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω απομάκρυνσής τους και ενδεχόμενης αποξένωσης, γεγονός που δεν θα αποβεί προς όφελος της ανήλικης. Εξάλλου, δεν είναι μόνο τα συμφέροντα του Καθ’ ου η αίτηση που πλήττονται από την έλλειψη επικοινωνίας, αλλά και τα συμφέροντα της ανήλικης, της οποίας το δικαίωμα διατήρησης και ανάπτυξης σχέσης με τον πατέρα της πρέπει να διασφαλίζεται.
Ενόψει ωστόσο της πλήρους απουσίας επικοινωνίας της ανήλικης με τον πατέρα της για μεγάλο χρονικό διάστημα και της άρνησης που εξέφρασε να επικοινωνεί μαζί του, κρίνω ότι η επαναφορά της επικοινωνίας πρέπει να γίνει σταδιακά. Ως εκ τούτου, είναι προς το συμφέρον της ανήλικης όπως, σε πρώτο στάδιο, η επικοινωνία λαμβάνει χώρα στο Γραφείο Ευημερίας στην παρουσία αρμόδιας λειτουργού, ώστε να συνδράμει στην αποκατάσταση της σχέσης τους. Ακολούθως, κρίνω ότι η επικοινωνία πρέπει να συνεχίζεται ανά δεκαπενθήμερο, σε μία εκ των ημερών που ο Καθ’ ου η αίτηση ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον αδελφό της. Η ρύθμιση αυτή, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις, εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της ανήλικης και διευκολύνει την ομαλή επαναφορά της επικοινωνίας της με τον πατέρα της.
Υπενθυμίζω και επισημαίνω ότι κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης, θα είναι έτοιμη και η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ως προνοείται σύμφωνα με τον Κ.5(1) του Δ.Κ. 1/72 η οποία θα δώσει φως επί όλων των θεμάτων που αφορούν το συμφέρον των ανηλίκων.
Κατάληξη:
Συνακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ’ ου η αίτηση με την ανήλικη Α.Κ., ως ακολούθως:
1. Κάθε Τρίτη από η ώρα 12:00 μέχρι η ώρα 13:00 στην παρουσία αρμόδιου λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας στο χώρο του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας στο Καϊμακλί.
2. Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως μεταφέρει την ως άνω ανήλικη στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στο Καϊμακλί και όπως την παραδίδει στην αρμόδια λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας κατά την έναρξη του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με την ανήλικη και όπως την παραλαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση.
3. Ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται όπως κατά τη λήξη της επικοινωνίας του παραδίδει την ως άνω ανήλικη στην αρμόδια λειτουργό του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας στο Καϊμακλί.
Το πιο πάνω διάταγμα (παρ. 1 – 3) θα ισχύει από την 07/07/2026 μέχρι και την 25/08/2026.
Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει αντίγραφο του διατάγματος στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στο Καϊμακλί.
4. Ανά δεκαπενθήμερο, Κυριακή από η ώρα 11:00 μέχρι η ώρα 17:00.
5. Ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται όπως παραλαμβάνει την ανήλικη κατά την ώρα έναρξης του δικαιώματος επικοινωνίας από την Αιτήτρια στον τόπο διαμονής της και όπως την παραδίδει κατά την ώρα λήξης του δικαιώματος επικοινωνίας στην Αιτήτρια στον τόπο διαμονής της.
6. Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως παραδίδει την ανήλικη στον Καθ’ ου η αίτηση κατά την ώρα έναρξης του δικαιώματος επικοινωνίας και όπως την παραλαμβάνει από τον Καθ’ ου η αίτηση κατά την ώρα λήξης του δικαιώματος επικοινωνίας στον τόπο διαμονής της.
Το πιο πάνω διάταγμα (παρ. 4 – 6) θα ισχύει από την πρώτη Κυριακή του μηνός Σεπτεμβρίου 2026 κατά την οποία ο Καθ’ ου η αίτηση ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με τον ανήλικο Κ.Κ. δυνάμει του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 15/12/2025 και μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Όσον αφορά τα έξοδα, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.
[2] Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119.
[3] Βλ. Ν.Γ.Χ. v. T.L., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 32/2021, 23/6/2022.
[4] Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.
[6] Βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Ιακωβίδου ν. Ιακωβίδη (1996) 1 ΑΑΔ 1057, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Φωτεινής Ντούμα και Άλλου (2001) 1 ΑΑΔ 1911, Σοφοκλέους Σοφοκλής ν. Κυριακής Τσεσμέλογλου (2006) 1 ΑΑΔ 1153.
[7] Βλ. σελ. 981, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Ε’, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004.
[8] «(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».
[9] Βλ. σελ. 907, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Ε’, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο