Κ.Κ. ν. B.Κ., Αρ. Αίτησης: 393/25, 29/9/2026
print
Τίτλος:
Κ.Κ. ν. B.Κ., Αρ. Αίτησης: 393/25, 29/9/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 393/25i

 

Μεταξύ:

Κ.Κ.

Αιτητή

και

 

B.Κ.

Καθ’ ης η αίτηση

 

Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 09/07/2025  

 

Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τον Αιτητή: κ. Παναγιώτης Πιερίδης για Πιερίδης & Πιερίδης

 

Για την Καθ’ ης η αίτηση: κ. Σάββας Κυριακίδης για Σάββας Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:

 

Ο Αιτητής καταχώρισε στις 08/07/2025 εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την ακύρωση του υπ’ αριθμό 365/2021 διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 10/11/2021 και την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ανατίθεται σε αυτόν η φύλαξη της ανήλικης Α.Κ. και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ο εκάστοτε τόπος διαμονής του. Περαιτέρω αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η έξοδος της ανήλικης από την Κύπρο καθώς και τον καθορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας της Καθ’ ης η αίτηση με την ανήλικη.

 

Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρισε στις 09/07/2025 την υπό κρίση αίτηση χωρίς ειδοποίηση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

 

«Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται και/ή να αναστέλλεται η ισχύς του προγενέστερου Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10/11/2021 που εκδόθηκε στην Αίτηση Γονικής Μέριμνας Αρ. 365/2021, που αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με την ανήλικο θυγατέρα των διαδίκων, έτσι ώστε η επικοινωνία του Καθ'ου η αίτηση να εφαρμόζεται ως ακολούθως:

 

(1) Την πρώτη εβδομάδα:

(α) Τη Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από τις 15:00 έως την 19:30.

 

(2) Την δεύτερη εβδομάδα:

(α) Τη Δευτέρα και Τετάρτη από τις 15:00 έως την 19:30.

(β) Την Παρασκευή από τις 15:00 έως την την Κυριακή η ώρα 19:00, με διανυκτερεύσεις.

Η πιο πάνω ρύθμιση θα επαναλαμβάνεται κάθε δύο εβδομάδες.

 

(3) Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, οι διάδικοι θα έχουν την ανήλικη μαζί τους εκ περιτροπής κατ' έτος τις ακόλουθες περιόδους:

(α) Από τις 23 Δεκεμβρίου από η ώρα 15:00 έως τις 27 Δεκεμβρίου και ώρα 17:00.

(β) Από τις 30 Δεκεμβρίου από η ώρα 15:00 έως τις 3 Ιανουαρίου και ώρα 17:00.

Η ρύθμιση αυτή θα εφαρμόζεται εκ περιτροπής.

 

(4) Κατά τις εορτές του Πάσχα, οι διάδικοι θα έχουν την ανήλικη μαζί τους εκ περιτροπής κατ' έτος τις ακόλουθες περιόδους:

(α) Από τη Μεγάλη Δευτέρα από η ώρα 10:00 έως την Κυριακή του Πάσχα η ώρα 10:00.

(β) Από την Κυριακή του Πάσχα η ώρα 10:00 έως το Σάββατο της Διακαινησίμου.

 

Η ρύθμιση αυτή θα εφαρμόζεται εκ περιτροπής.

 

Β. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να τοποθετηθεί το όνομα της ανήλικης Α.Κ. στον κατάλογο προσώπων που απαγορεύεται έξοδός τους από την Κυπριακή Δημοκρατία και να απαγορεύεται η έξοδός της από την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου ή χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των διαδίκων.»

 

Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και έδωσε οδηγίες για να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Μετά την επίδοση, η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 09/09/2025, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της κας Μελάνθης Χαραλαμπίδου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που την εκπροσωπεί, προβάλλοντας δέκα λόγους ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης, τα γεγονότα της υπόθεσης και το παράτυπο της υπό κρίση αίτησης.  

 

Ο Αιτητής δεν καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα ούτε υπέβαλε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα. Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε στις 22/10/2025 ενδιάμεση αίτηση για αντεξέταση του Αιτητή, η οποία απορρίφθηκε στις 20/04/2026 μετά από ακρόαση. Ακολούθησε συνέντευξη του Δικαστηρίου με την ανήλικη στις 30/04/2026.

 

Σημειώνεται ότι, με οδηγίες του Δικαστηρίου, ενεπλάκη στην υπόθεση το Γραφείο Ευημερίας και από τις 30/10/2025 μέχρι και τις 20/02/2026, πραγματοποιήθηκαν επικοινωνίες του Αιτητή με την ανήλικη, τόσο υπό την επίβλεψη λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας όσο και υπό την επίβλεψη της Καθ’ ης η αίτηση και καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για διευθέτηση ενός προγράμματος επικοινωνίας. Ωστόσο, οι προσπάθειες για συμβιβασμό της υπό κρίση αίτησης απέτυχαν και έτσι ορίστηκε για ακρόαση, η οποία διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων.

 

Από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, προκύπτει ως κοινή θέση ότι ο Αιτητής είναι Κύπριος, η Καθ’ ης η αίτηση Ινδή και ότι αμφότεροι έχουν τη μόνιμη διαμονή τους στην Κύπρο. Από τη σχέση τους απέκτησαν μία θυγατέρα την Α.Κ., η οποία γεννήθηκε τον Αύγουστο του 2019 και την οποία ο Αιτητής εκουσίως αναγνώρισε. Στις 10/11/2021 εκδόθηκε εκ συμφώνου τελικό διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπ’ αριθμό 365/2021 αίτηση γονικής μέριμνας, με το οποίο η φύλαξη και φροντίδα της ανήλικης ανατέθηκε στην Καθ’ ης η αίτηση και καθορίστηκε ως τόπος διαμονής της ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Καθ’ ης η αίτηση εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Με το ίδιο διάταγμα καθορίστηκε ότι οι υπόλοιπες πτυχές της γονικής μέριμνας θα ασκούνται από τους δύο διαδίκους από κοινού και ότι ο Αιτητής θα έχει δικαίωμα επικοινωνίας με την ανήλικη, το οποίο θα ασκείται κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης για τις ακριβείς ημέρες και ώρες.

 

Ο Αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι αρχικά οι διάδικοι συμμορφώνονταν με το διάταγμα ενώ κάποιους μήνες μετά την έκδοσή του, προσπάθησαν να επανασυνδεθούν χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ισχυρίζεται ότι από τον Απρίλιο ή Μάιο του 2025 οι συνθήκες άλλαξαν και δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου. Η Καθ’ ης η αίτηση δεν του επιτρέπει να έχει καμία επικοινωνία με την ανήλικη και παρουσιάζει επιθετική και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά τόσο έναντι του ιδίου όσο και έναντι της ανήλικης αφού σε αρκετές περιπτώσεις τον εξύβρισε και τον χτύπησε μπροστά στην ανήλικη. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση του ανέφερε ότι θα αυτοκτονήσει και θα σκοτώσει την ανήλικη ενώ αρκετές φορές τον απείλησε ότι θα αναχωρήσει μαζί της από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων. Για τα περιστατικά αυτά αναφέρει ότι προέβη σε καταθέσεις στην Αστυνομία και ενημέρωσε το Γραφείο Ευημερίας. Επίσης είναι η θέση του ότι η Καθ’ ης η αίτηση ασκεί ψυχολογική βία στην ανήλικη διότι πολλές φορές τόσο στην παρουσία του όσο και στην παρουσία τρίτων της λέει «εν έχεις παπά», «ο παπάς σου επέθανε» και «να μιλάς με όλους εκτός από τον παπά σου», με αποτέλεσμα να προκαλεί αναστάτωση και σύγχυση στην ανήλικη και να την αποξενώνει από τον ίδιο. Ισχυρίζεται ακόμη ότι η Καθ’ ης η αίτηση ενημέρωσε το σχολείο στο οποίο φοιτά η ανήλικη ότι η ίδια έχει την αποκλειστική γονική μέριμνα, με αποτέλεσμα ούτε το σχολείο να του επιτρέπει να βλέπει την ανήλικη ή να λαμβάνει οποιαδήποτε ενημέρωση.

 

Επιπλέον, αναφέρει ότι ως ενημερώθηκε από φιλικά τους πρόσωπα, η Καθ’ ης η αίτηση επιτρέπει σε τρίτους να παραλαμβάνουν την ανήλικη και να περνούν χρόνο μαζί της στην απουσία της Καθ’ ης η αίτηση. Ο Αιτητής αναφέρει ότι πέραν της ανήλικης έχει άλλα έξι παιδιά, τα οποία αγαπούν την ανήλικη και έχουν καλή σχέση μαζί της πλην όμως η Καθ’ ης η αίτηση δεν επιτρέπει ούτε στα αδέλφια της να έχουν επικοινωνία μαζί της. Ως προς τις συνθήκες διαβίωσής του αναφέρει ότι διαμένει με δύο από τα παιδιά του σε ιδιόκτητο σπίτι με τρία υπνοδωμάτια, αυλή και υπόγειο. Αντιθέτως είναι η θέση του ότι η Καθ’ ης η αίτηση διαμένει με την ανήλικη σε στούντιο στο πάνω μέρος της ταβέρνας που διατηρούσαν πριν χωρίσουν, το οποίο αποτελείται από υπνοδωμάτιο και ένα μικρό μπάνιο, δεν έχει κουζίνα και είναι ακατάλληλο για τη διαβίωση της ανήλικης. Τέλος, υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα ώστε να ρυθμιστεί η επικοινωνία του με την ανήλικη μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως αίτησης, διότι η Καθ’ ης η αίτηση αδικαιολόγητα αρνείται να συνεργαστεί.    

 

Η Καθ’ ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι διαμένει νόμιμα και μόνιμα στην Κύπρο για είκοσι και πλέον χρόνια. Ισχυρίζεται ότι ένα μήνα μετά τη γέννηση της ανήλικης, ο Αιτητής τις έδιωξε από το σπίτι του και αναγκάστηκε να εγκατασταθεί μαζί με το παιδί σε σπίτι που ενοικίασε. Αφού εργάστηκε ως μαγείρισσα σε διάφορα εστιατόρια, άνοιξε πριν από τέσσερα χρόνια το δικό της μαγειρείο. Αναφέρει ότι πέραν της έκδοσης του υπ’ αριθμό 365/2021 διατάγματος γονικής μέριμνας, εκδόθηκε την ίδια μέρα και το υπ’ αριθμό 241/2021 διάταγμα διατροφής με το οποίο ο Αιτητής διατάχθηκε να της καταβάλλει το ποσό των €160 μηνιαίως από 01/12/2021 ως συνεισφορά του στη διατροφή της ανήλικης αλλά ουδέποτε το έπραξε (Τεκμήριο 2). Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής κατ’ επιλογή του ουδέποτε είχε σταθερή και ουσιαστική επικοινωνία με την ανήλικη είτε πριν είτε μετά την έκδοση του διατάγματος και αρνείται ότι μετά την έκδοσή του προσπάθησαν να επανασυνδεθούν. Αυτό που έπραττε ο Αιτητής ήταν να εισέρχεται απρόσκλητος στο σπίτι της με πρόσχημα ότι ήθελε να έχει επικοινωνία με την ανήλικη και να την απειλεί ότι εάν δεν του επέτρεπε να εισέλθει θα προκαλούσε την απέλασή της από την Κύπρο. Σκοπός του Αιτητή δεν ήταν να επανασυνδεθεί μαζί της αλλά να καλύψει τις στεγαστικές και διατροφικές του ανάγκες αφού είναι άεργος. Η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται πως όταν του ζητούσε να αποχωρήσει προκαλούνταν έντονοι καβγάδες και ο Αιτητής χειροδικούσε σε βάρος της. Για αυτά τα περιστατικά προέβη σε καταγγελίες στην Αστυνομία και ως αναφέρει έχει καταχωριστεί εναντίον του η υπ’ αριθμό 1247/2025 ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήρια 3, 4, 5). Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Αιτητής και πάλι με πρόφαση να έχει επικοινωνία με την ανήλικη εισέρχεται στο μαγειρείο της, είτε το πρωί που η ανήλικη απουσιάζει είτε το βράδυ που κοιμάται, προκαλεί καυγάδες και τη χτυπά, περιστατικά τα οποία επίσης κατήγγειλε στην Αστυνομία (Τεκμήρια 6, 7). Η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι, ως πληροφορήθηκε πρόσφατα από την ανήλικη, ο Αιτητής κατά τη διάρκεια επικοινωνίας που του επέτρεψε πριν από πολύ καιρό να έχει με την ανήλικη εκτός του μαγειρείου της, είχε χειροδικήσει σε βάρος της επειδή δεν ήταν φρόνιμη. Η Καθ’ ης η αίτηση δεν συμφωνεί να έχει επικοινωνία ο Αιτητής με την ανήλικη εφόσον συμπεριφέρεται κατά τέτοιο τρόπο τόσο έναντι του παιδιού όσο και της ίδιας και είναι η θέση της ότι η όποια αποξένωση του Αιτητή από το παιδί είναι αποτέλεσμα της δικής του συμπεριφοράς.   

 

Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση αρνείται ως αστήρικτους τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι θα σκοτώσει την ανήλικη και θα αυτοκτονήσει καθώς και ότι πρόκειται να φύγει με την ανήλικη από την Κύπρο μέσω των κατεχομένων. Ως προς τις συνθήκες διαβίωσής της, η Καθ’ ης η αίτηση επισημαίνει ότι διαμένει σε στούντιο στο ανώγειο του μαγειρείου της, το οποίο διαθέτει όλες τις ανέσεις. Μετά από καταγγελία του Αιτητή περί ακαταλληλότητας του τόπου διαμονής της, λειτουργός του Τμήματος Ευημερίας επισκέφτηκε και έλεγξε τον χώρο και τον βρήκε κατάλληλο. Το γεγονός ότι ο χώρος στον οποίο διαμένει η Καθ’ ης η αίτηση με την ανήλικη είναι ουσιαστικά ενιαίος με το μαγειρείο, της παρέχει την ευχέρεια να έχει την ανήλικη υπό την άμεση φροντίδα και επίβλεψή της. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι απολύτως ακατάλληλη είναι η οικία στην οποία αναφέρεται ο Αιτητής, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα κατ’ έτος δεν έχει ούτε σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος. Επίσης, η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής είναι ακατάλληλος να έχει τη φύλαξη και φροντίδα της ανήλικης διότι δεν αποκάλυψε τις πηγές βιοπορισμού του, δεν έχει συνεισφέρει κανένα ποσό μέχρι σήμερα για τις ανάγκες της παρά την ύπαρξη του διατάγματος διατροφής και ως εκ τούτου η κυρίως αίτησή του δεν μπορεί να έχει επιτυχία. 

 

Σε σχέση με τα άλλα έξι παιδιά του Αιτητή, τα οποία απέκτησε από προηγούμενους γάμους ή σχέσεις του, η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι μεγάλωσαν στην απουσία του με τις μητέρες τους ή με την επίβλεψη του Τμήματος Ευημερίας, εξ ου και δεν είχαν καμία επαφή ούτε με την ίδια ούτε με την ανήλικη. Ισχυρίζεται επίσης ότι εξ όσων γνωρίζει μία εκ των θυγατέρων του τον κατήγγειλε για σεξουαλική παρενόχληση και ότι κανένα από τα παιδιά του δεν διαμένει μαζί του. Περαιτέρω, είναι η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι η επικοινωνία του Αιτητή με την ανήλικη δεν είναι προς το συμφέρον της αλλά θα την εκθέσει σε κίνδυνο όπως και η διαμονή της στην οικία του. Καταληκτικά, η Καθ’ ης η αίτηση εισηγείται ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την επικοινωνία του Αιτητή με την ανήλικη, η επικοινωνία αυτή πρέπει, για λόγους προστασίας της ανήλικης, να είναι χρονικά περιορισμένη, χωρίς διανυκτέρευση, σε δημόσιους χώρους όπως παιδικές χαρές ή πάρκα και απαραίτητα με τη μόνιμη παρουσία λειτουργού του Τμήματος Ευημερίας. Ως εκ τούτου, η Καθ’ ης η αίτηση ζητά την απόρριψη της αίτησης.  

 

Νομική πτυχή:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

 

(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση

(β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία και

(γ)  Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.

 

Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων.[1] Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:

 

«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.

 

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.

 

(…)

 

Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».

 

Στο πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[2]

 

Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990). 

 

Το άρθρο 20 του Ν. 216/90 ορίζει ότι:

 

«Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το Δικαστήριο μπορεί ύστερα από αίτηση του ενός ή και των δύο γονέων ή του Διευθυντή να προσαρμόσει την απόφαση του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας ή τροποποιώντας την».

 

Στο σύγγραμμα της Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, «Οικογενειακό Δίκαιο», Ένατη Έκδοση, 2024, σελ. 826 επ., αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Οι νέες συνθήκες στις οποίες πρέπει να προσαρμοστεί η απόφαση μπορεί να αφορούν είτε το παιδί (αν έχει λ.χ. μεγαλώσει) είτε τους γονείς (αν π.χ. εμφανιστούν κάποιο πρόβλημα υγείας ή κάποια μεταβολή στην προσωπική τους κατάσταση) είτε τον τρίτο που ασκεί τη γονική μέριμνα (και που μπορεί για κάποιον λόγο να πάψει να είναι κατάλληλος γι’ αυτό)».

 

Σύμφωνα με το άρθρο 5(1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6(2)(α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2000) 1 ΑΑΔ 1108, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Φωτεινής Ντούμα και Άλλου (2001) 1 ΑΑΔ 1911, Σοφοκλέους Σοφοκλής ν. Κυριακής Τσεσμέλογλου (2006) 1 ΑΑΔ 1153).

 

Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588 «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».

 

Στο σύγγραμμα της Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, «Οικογενειακό Δίκαιο», Ένατη Έκδοση, 2024, σελ. 743, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Ως συμφέρον του παιδιού εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό, και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον. Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για αόριστη νομική έννοια, με αξιολογικό περιεχόμενο, που εξειδικεύεται από τον δικαστή· (…)».

 

Επίσης, έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία ότι στις υποθέσεις γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα με στόχο την ευημερία και το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιωαννίδης κ.α. ν. Ιωαννίδη κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 1446).

 

Η προσωπική επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο του που δεν διαμένει μαζί του αποτελεί δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται νομοθετικά με το άρθρο 17 του Ν. 216/90, το οποίο ορίζει ότι:

 

«(1) Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.

 

(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.

 

(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».

 

Στο σύγγραμμα του Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη, «ΕΡΝΟΜΑΚ», Τόμος Ε’, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004, σελ. 981, αναφέρονται ως προς το σκοπό της επικοινωνίας τα ακόλουθα:

 

«Ο βασικός σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου, της προσωπικής σχέσης, η αποτροπή της μεταξύ τους αποξένωσης τους, η απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, η ικανοποίηση των αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, στοργής και ενδιαφέροντος μεταξύ τους και η δυνατότητα του γονέα άμεσης γνώσης της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της πνευματικής ανάπτυξης και γενικά της παρακολούθηση της όλης πορείας του τέκνου».

 

Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του.  Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.

 

Και αποφάσισε το αυτονόητο.  Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του.  Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του.  Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του.  Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό.[3]  Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει.  Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του».

 

Αναφορικά με το ζήτημα της απαγόρευσης εξόδου ανηλίκου από το έδαφος της Δημοκρατίας, στο σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη, «Διατάγματα (Injunctions)», Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ. 286, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει διηνεκή ή παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν την έξοδο ανηλίκου από την Δημοκρατία, χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου γονέα. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία ότι ενδεχομένως να επιχειρηθεί η μεταφορά του ανηλίκου στο εξωτερικό, μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο να συμπεριλάβει στο διάταγμα και διαταγή για τοποθέτηση του ανήλικου στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων για έξοδο από τη Δημοκρατία, γνωστό ως «stop list»».

 

Συνέντευξη με την ανήλικη:

 

Η συνέντευξη με την ανήλικη ηλικίας 6½ ετών έλαβε χώρα σύμφωνα με το άρθρο 6(3) του Ν. 216/90[3] και τη σχετική νομολογία επί του θέματος όσον αφορά τις ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. (ανωτέρω)).

 

Η βούληση του παιδιού, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται, νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω), Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338, Π. Ε. ν. K R U, Έφεση Αρ. 23/2018, 3/12/2019). Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να την αξιολογήσει και να αποφασίσει κατά πόσο θα της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα (βλ. Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη (2002) 1 ΑΑΔ 1446). Στο σύγγραμμα του Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη (ανωτέρω), εκφράζεται η άποψη ότι για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το έκτο έτος της ηλικίας του.[4]

 

Η ανήλικη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ήταν άνετη, πολύ ομιλητική και απαντούσε πρόθυμα στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε με ευχέρεια σε ό,τι αφορούσε την καθημερινότητά της, το σχολείο και τη διαμονή της με τη μητέρα της. Όταν όμως η συζήτηση στράφηκε στον πατέρα της, οι απαντήσεις της δεν απέπνεαν την ίδια φυσικότητα και αμεσότητα. Η ανήλικη ανέφερε ότι έχει αρκετό καιρό να δει τον πατέρα της και εξέφρασε άρνηση στο να τον βλέπει γενικότερα λόγω της συμπεριφοράς του και κάποιων περιστατικών βίας, τα οποία βεβιασμένα και χωρίς συνοχή προσπάθησε να περιγράψει στο Δικαστήριο. Η συνολική εικόνα που αποκόμισα είναι ότι η ανήλικη δεν διαθέτει την αναγκαία ωριμότητα ώστε να αντιληφθεί επαρκώς τις διαστάσεις του ζητήματος της επικοινωνίας με τον πατέρα της και περιορισμένη είναι η βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη γνώμη της, στο παρόν στάδιο.

 

Εξέταση της αίτησης:

 

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα ακόλουθα:

 

Κατ’ αρχάς, κρίνω σκόπιμο, προτού προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, να εξετάσω τον 4ο λόγο ένστασης της Καθ’ ης η αίτηση που αφορά την απουσία του άρθρου 16 του Ν. 216/90 από τη νομική βάση της αίτησης. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι «Η γονική μέριμνα του τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων ανήκει στη μητέρα. Σε περίπτωση αναγνώρισης αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας». Στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι κοινώς παραδεκτό ότι η ανήλικη αναγνωρίστηκε εκουσίως από τον Αιτητή με αποτέλεσμα να καταστεί φορέας της γονικής μέριμνας της ανήλικης. Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό ότι μετά τον χωρισμό των διαδίκων εκδόθηκε το υπ’ αριθμό 365/2021 διάταγμα γονικής μέριμνας, του οποίου ο Αιτητής με την εναρκτήρια αίτηση αιτείται την ακύρωση λόγω μεταβολής των συνθηκών από την έκδοσή του μέχρι σήμερα στη βάση του άρθρου 20 του Ν. 216/90. Η δε εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά διατάγματα προκύπτει από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Συνεπώς, η παράλειψη συμπερίληψης του άρθρου 16 του Ν. 216/90 στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης δεν της αποστερεί το απαιτούμενο νομοθετικό έρεισμα ούτε και την καθιστά απαράδεκτη, ως ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση εισηγήθηκε. Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.      

 

Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 από τις οποίες η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση εισηγείται ότι τουλάχιστον η δεύτερη και η τρίτη δεν πληρούνται.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 216/90, υπάρχει η δυνατότητα μεταρρύθμισης μίας δικαστικής απόφασης γονικής μέριμνας εάν από τότε που εκδόθηκε μεταβλήθηκαν οι συνθήκες. Ο Αιτητής, ως πατέρας της ανήλικης και φορέας της γονικής της μέριμνας, ζητά με την εναρκτήρια αίτηση που καταχώρισε την ακύρωση του υπ’ αριθμό 365/2021 διατάγματος γονικής μέριμνας και την ανάθεση σε αυτόν της φύλαξης της ανήλικης. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι από τα μέσα περίπου του έτους 2025, η Καθ’ ης η αίτηση δεν του επιτρέπει να έχει καμία επικοινωνία με την ανήλικη, παρουσιάζει προβληματική συμπεριφορά αφού μεταξύ άλλων απειλεί ότι θα αυτοκτονήσει και θα σκοτώσει την ανήλικη ή ότι θα φύγει από την Κύπρο μέσω των κατεχομένων και ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκείται η φροντίδα της ανήλικης από την Καθ’ ης η αίτηση είναι ακατάλληλες. Υπενθυμίζω ότι το εκ συμφώνου τελικό διάταγμα εκδόθηκε στις 10/11/2021 ενώ τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται ο Αιτητής έλαβαν χώρα περίπου τέσσερα χρόνια μετά. Η Καθ’ ης η αίτηση αμφισβητεί έντονα τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Δεν είναι, όμως, έργο του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο να αξιολογήσει σε βάθος τις εκατέρωθεν εκδοχές ή να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τα επίδικα γεγονότα. Στο βαθμό όμως που μπορούν να ιδωθούν οι ισχυρισμοί του Αιτητή στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, φαίνεται να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και να υφίσταται, στο απαιτούμενο για το παρόν στάδιο επίπεδο, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, έχοντας κατά νου ότι η «πιθανότητα» αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά σαφώς λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Συνακόλουθα, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και απομένει η εξέταση της τρίτης.

 

Η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα.[5] Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 ΑΑΔ 415 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«(…) Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα»».

 

Αξιολογώντας σφαιρικά, στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τα όσα αποκόμισα από τη συνέντευξη με την ανήλικη, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 τόσο ως προς το αίτημα του Αιτητή για τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος ως προς τη ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του όσο και ως προς το αίτημά του για απαγόρευση εξόδου της ανήλικης από την Κύπρο. Εξηγώ.  

Το πρώτο από τα αιτήματα της υπό εξέταση αίτησης αποσκοπεί στη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικοινωνίας του Αιτητή με την ανήλικη θυγατέρα του, με την οποία δεν έχει πλέον οποιαδήποτε επικοινωνία. Η φύση δηλαδή του συγκεκριμένου αιτήματος άπτεται της προστασίας και ρύθμισης νομοθετικά κατοχυρωμένου δικαιώματος, γεγονός που διαφοροποιεί την παρούσα από διαδικασίες των οποίων απώτερος σκοπός είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων. Με το υφιστάμενο διάταγμα γονικής μέριμνας δεν καθορίστηκε συγκεκριμένα ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή αλλά αφέθηκε στη μεταξύ των διαδίκων συνεννόηση για τις ακριβείς ημέρες και ώρες. Προκύπτει ως κοινά αποδεκτό από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων ότι τέτοια συνεννόηση δεν υφίσταται πλέον με τον έναν να αποδίδει στον άλλο τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό και με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην έχει επικοινωνία με την ανήλικη. Ως εκ τούτου, η προσωρινή τροποποίηση του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή με την ανήλικη κατά τρόπο που να μπορεί να ασκείται εύρυθμα και απρόσκοπτα δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης διότι ο χρόνος που παρεμβάλλεται είναι κρίσιμος και εάν δεν τροποποιηθεί η σχετική πρόνοια του εν λόγω διατάγματος, υπάρχει πιθανότητα αποξένωσης του πατέρα από το παιδί του.

 

Όσον αφορά το αίτημα για απαγόρευση εξόδου της ανήλικης από την Κύπρο, ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Καθ’ ης η αίτηση τον απείλησε αρκετές φορές ότι θα αναχωρήσει με την ανήλικη από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων. Δεν μου διαφεύγει ότι ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητείται ούτε ότι η Καθ’ ης η αίτηση διαμένει νόμιμα στην Κύπρο επί σειρά ετών και ασκεί εδώ επαγγελματική δραστηριότητα. Στο παρόν στάδιο, όμως, δεν καλούμαι να καταλήξω σε οριστικά ευρήματα επί των αντικρουόμενων εκδοχών, αλλά να εκτιμήσω τις συνέπειες που θα προκύψουν εάν ο προβαλλόμενος κίνδυνος υλοποιηθεί. Ενδεχόμενη απομάκρυνση της ανήλικης από την Κύπρο πριν την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης θα ματαίωνε την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του Αιτητή ως γονέα και θα καθιστούσε εξαιρετικά δυσχερή, αν όχι αδύνατη, την πλήρη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης επί των εκκρεμούντων ζητημάτων.

 

Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρεις εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της προσωρινής τροποποίησης του υφιστάμενου διατάγματος κατά τρόπο με τον οποίο να ρυθμίζεται συγκεκριμένα η επικοινωνία του Αιτητή με τη θυγατέρα του. Και τούτο, διότι όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Γ.Δ. κ.ά. ν. Α.Β. κ.ά. (ανωτέρω), το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα που δεν έχει τη φύλαξη του τέκνου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να διασφαλίζεται. Η συνέχιση της πλήρους έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ πατέρα και παιδιού ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω απομάκρυνσής τους και ενδεχόμενης αποξένωσης, γεγονός που δεν θα αποβεί προς όφελος της ανήλικης. Εξάλλου, δεν είναι μόνο τα συμφέροντα του Αιτητή που πλήττονται από την έλλειψη επικοινωνίας, αλλά και τα συμφέροντα της ανήλικης, της οποίας το δικαίωμα διατήρησης και ανάπτυξης σχέσης με τον πατέρα της πρέπει να διασφαλίζεται. Από την άλλη, δεν παραγνωρίζω τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση περί βίαιης και ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του Αιτητή, την πλήρη απουσία επικοινωνίας του Αιτητή με την ανήλικη αλλά και την άρνηση που εξέφρασε η ανήλικη στο να έχει επικοινωνία μαζί του. Ως εκ τούτου, το συμφέρον της ανήλικης επιβάλλει όπως η επικοινωνία λαμβάνει χώρα στο Γραφείο Ευημερίας στην παρουσία αρμόδιας λειτουργού, ώστε να συνδράμει στην αποκατάσταση της σχέσης τους και να διευκολύνει την ομαλή επαναφορά της επικοινωνίας της με τον πατέρα της. Σε ό,τι αφορά την απαγόρευση εξόδου της ανήλικης από την Κύπρο, κρίνω επίσης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, κλίνει υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος διότι υπό τις περιστάσεις η παραμονή της στη χώρα στην οποία γεννήθηκε, μεγάλωσε και ανέπτυξε δικούς της δεσμούς είναι αναγκαία και εξυπηρετεί το συμφέρον, την ευημερία και τη σταθερότητα στη ζωή της.

 

Κατάληξη:

 

Συνακόλουθα, εκδίδονται τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα:

 

1.    Διάταγμα με το οποίο τροποποιείται η παράγραφος 3 του υπ’ αριθμό 365/2021 διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10/11/2021, ώστε η επικοινωνία του Αιτητή με την ανήλικη Α.Κ. να ασκείται μία φορά κάθε δεκαπενθήμερο, ήτοι Τετάρτη από η ώρα 13:45 μέχρι η ώρα 14:45 στην παρουσία αρμόδιας λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας στον χώρο του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας στο Καϊμακλί, αρχής γενομένης από 07/10/2026.

 

Νοείται ότι σε περίπτωση που η Τετάρτη είναι δημόσια αργία και το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας είναι κλειστό, η απολεσθείσα επικοινωνία θα αναπληρώνεται κατά την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα, κατά τις ίδιες ώρες.

 

2.    Η Καθ’ ης η αίτηση διατάσσεται όπως μεταφέρει την ως άνω ανήλικη στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στο Καϊμακλί και όπως την παραδίδει στην αρμόδια λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας κατά την έναρξη της επικοινωνίας του Αιτητή με την ανήλικη και όπως την παραλαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας κατά τη λήξη της επικοινωνίας του Αιτητή.

 

3.    Ο Αιτητής διατάσσεται όπως κατά τη λήξη της επικοινωνίας του παραδίδει την ως άνω ανήλικη στην αρμόδια λειτουργό του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας στο Καϊμακλί.

 

4.    Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία της ανήλικης Α.Κ. (ημερ. γέννησης xxxxx) χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση αμφοτέρων των διαδίκων ή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.

 

5.    Διάταγμα με το οποίο τοποθετείται το όνομα της ανήλικης Α.Κ. (ημερ. γέννησης xxxxx) στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία (stop list).

 

Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει αντίγραφο του διατάγματος στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στο Καϊμακλί. 

 

Τα πιο πάνω διατάγματα ισχύουν μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Οι υπόλοιπες πρόνοιες του υπ’ αριθμό 365/2021 διατάγματος ημερομηνίας 10/11/2021 παραμένουν σε ισχύ ως έχουν.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα είναι εναντίον του Αιτητή. 

            

 

          (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ.

 

 

 Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v.  Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253,  Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε)  Α.Α.Δ. 255, M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium  Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.

[2] Βλ. Ν.Γ.Χ. v. T.L., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 32/2021, 23/6/2022, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.

[3] «(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».

[4] Βλ. σελ. 907.

[5] Βλ. M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο