Σ.Κ.Κ. ν. Χ.Κ., Αρ. Αίτησης: 299/2024, 5/5/2026
print
Τίτλος:
Σ.Κ.Κ. ν. Χ.Κ., Αρ. Αίτησης: 299/2024, 5/5/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΖΥΓΙΩΝ

Ενώπιον: Θ. Διάκου, Δ.

                                                                                                            Αρ. Αίτησης: 299/2024

Μεταξύ:

Σ.Κ.Κ.

                                                                                    Αιτήτριας

και

Χ.Κ.

                                                                                                Καθ’ ου η Αίτηση

Ημερομηνία: 05 Μαΐου 2026

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κα Τασούλα Τζίρτη

Για τον Καθ’ ου η Αίτηση: κα. Ειρένα Σ. Δρυμιώτου για Στέλιος Δ. Δρυμιώτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι διάδικοι είναι Κύπριοι, χριστιανοί ορθόδοξοι και τέλεσαν μεταξύ τους θρησκευτικό γάμο στις 19/11/1967.

 

Mε την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια επιδιώκει τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, επικαλούμενη ισχυρό κλονισμό των μεταξύ τους σχέσεων, ο οποίος επήλθε συνεπεία συνεχούς διάστασης διάρκειας πέραν των δύο ετών.

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρισε υπεράσπιση, με την οποία αντιτάχθηκε στην αίτηση, ισχυριζόμενος ότι ο γάμος τους δεν έχει κλονιστεί.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη με την ανταλλαγή έγγραφης μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων. Η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρισε πέραν της έγγραφης μαρτυρίας της ίδιας, έγγραφη μαρτυρία της Ν.Κ., θυγατέρας των διαδίκων, ενώ η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση περιορίστηκε στη δική του έγγραφη μαρτυρία. Ουδείς εκ των μαρτύρων αντεξετάστηκε. Ακολούθως, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.

 

Προτού προχωρήσω να παραθέσω συνοπτικά τη σχετική με τα επίδικα θέματα μαρτυρία, κρίνω σκόπιμο να εκθέσω τα παραδεκτά και, εν πάση περιπτώσει, μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

·      Οι διάδικοι είναι Κύπριοι, χριστιανοί ορθόδοξοι και τέλεσαν μεταξύ τους θρησκευτικό γάμο στις 19/11/1967, στον Ιερό Ναό Παναγίας Έγκωμης Αμμοχώστου[1].

·      Από τον γάμο τους απέκτησαν τέσσερα τέκνα, εκ των οποίων το ένα απεβίωσε, ενώ τα υπόλοιπα είναι ενήλικα.

·      Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι διάδικοι διέμεναν στην Επαρχία Πάφου μέχρι το 1989, οπότε η Αιτήτρια με τα τέκνα των διαδίκων μετεγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία. Ο Καθ’ ου η Αίτηση, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, συνέχισε να διαμένει, κατά διαστήματα, εκτός Λευκωσίας.

·      Στις 03/04/2024 η Αιτήτρια απέστειλε προς τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου σχετική γνωστοποίηση[2] περί της πρόθεσης της για λύση του μεταξύ τους γάμου και εκδόθηκε πνευματική λύση του γάμου τους.

 

Τα πιο πάνω καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ:

 

Η Αιτήτρια, δια της έγγραφης μαρτυρίας της, ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων επήλθε σταδιακή αποξένωση και διακοπή της μεταξύ τους επικοινωνίας, γεγονός που οδήγησε στην οριστική διάσταση κατά το έτος 1992. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι, έκτοτε ουδέποτε συνευρέθηκαν ως ζευγάρι, η διάσταση υπήρξε συνεχής και αδιάλειπτη, ενώ η όποια είσοδος του Καθ’ ου η Αίτηση στη συζυγική οικία δεν συνιστούσε επαναφορά ομαλής συμβίωσης, καθότι οι διάδικοι κοιμόντουσαν σε διαφορετικά υπνοδωμάτια και απείχαν από κοίτης και τραπέζης, ενώ τα όποια προσωπικά αντικείμενα του Καθ’ ου η Αίτηση βρίσκονται στην συζυγική οικία είναι παλιά και δεν τα χρησιμοποιεί.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διατηρούσε επιχειρηματική δραστηριότητα, καμπαρέ, στην Πάφο και στη Λεμεσό, με αποτέλεσμα να τους επισκέπτεται σπάνια μετά το 1989 που μετακόμισαν στη Λευκωσία. Επιπροσθέτως, ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση απέκτησε στις 20/09/1992 υιό με άλλη γυναίκα, με την οποία διέμενε στη Λεμεσό μέχρι τον θάνατο της, όταν και ο τελευταίος μετακόμισε μόνιμα πλέον με τον υιό του στη Λάρνακα, στη διεύθυνση όπου του επιδόθηκε η παρούσα αίτηση.

 

Όσον αφορά την έκθεση υπεράσπισης του Καθ’ ου η Αίτηση, η Αιτήτρια εγείρει προδικαστική ένσταση,  υποστηρίζοντας ότι είναι παράτυπη και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Άνευ βλάβης της προδικαστικής της ένστασης, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση περί ομαλής συμβίωσης, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και προβάλλονται με μοναδικό σκοπό την απόρριψη της αίτησης της και τη διατήρηση εκ μέρους του ωφελημάτων, όπως δικαίωμα επί της προσφυγικής κατοικίας και της σύνταξης χηρείας, σε περίπτωση που αυτή αποβιώσει πρώτη.

 

Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, κατατέθηκε έγγραφη μαρτυρία της θυγατέρας των διαδίκων, Ν.Κ., η οποία επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, ότι οι γονείς της τελούν σε διάσταση από το 1992 και ότι έκτοτε ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν διέμενε στη συζυγική οικία. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διαμένει στη Λάρνακα μετά του υιού του, τον οποίο απέκτησε με άλλη γυναίκα την 20/09/1992, ενώ κατά διαστήματα επισκεπτόταν τη συζυγική οικία, χωρίς, ωστόσο να έχει οποιαδήποτε ένωση ή ερωτική επανασύνδεση με την Αιτήτρια.

 

Αντιθέτως, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι, μετά τη μετεγκατάσταση της Αιτήτριας και των τέκνων του στη Λευκωσία, ο ίδιος παρέμεινε στην Πάφο για επαγγελματικούς σκοπούς, διατηρώντας, ωστόσο, τακτική επαφή μαζί τους, καθότι τους επισκεπτόταν κατά τα Σαββατοκύριακα, τις εορτές και τις αργίες και είχε προσωπικά του αντικείμενα στη συζυγική οικία. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι περί το 2004 μετεγκαταστάθηκε στη Λευκωσία, όπου διέμενε μαζί τους στη συζυγική οικία, που κατά τους ισχυρισμούς του αποτέλεσε έκτοτε το μόνιμο τόπο διαμονής του, προσκομίζοντας προς υποστήριξη των ισχυρισμών του δέσμη εγγράφων, στα οποία αναγράφεται ως διεύθυνσή του η εν λόγω διεύθυνση (βλ. Τεκμήρια 1 μέχρι και 10 επί της γραπτής του μαρτυρίας).

Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι μετά τη συνταξιοδότηση του, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη συζυγική οικία, με εξαίρεση ορισμένες περιόδους κατά τις οποίες νοσηλεύθηκε ή διέμεινε προσωρινά στη Λάρνακα, στα αδέλφια του, για σκοπούς ιατρικής παρακολούθησης, κατά τις οποίες, όπως αναφέρει, η Αιτήτρια τον επισκεπτόταν.

 

Ως προς τις σχέσεις του με την Αιτήτρια και τα τέκνα του, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ήταν πάντοτε άριστες και υποδειγματικές και ότι βρισκόταν πάντα στο πλευρό τους, προσφέροντας τους πέραν της αγάπης, οικονομική άνεση. Ειδικότερα, ως προς τη σχέση του με την Αιτήτρια, αναφέρει ότι, πλην συνήθων διαφωνιών, ήταν αρμονική και οι συνθήκες διαβίωσης «αρκούντως ικανοποιητικές δια την συμβίωση, εκπαίδευση και αποκατάσταση των τέκνων» τους.

 

Καταληκτικά, ο Καθ’ ου η Αίτηση απορρίπτει τη μαρτυρία της θυγατέρας του, υποστηρίζοντας ότι από το 2000 διαμένει μόνη της και ως εκ τούτου στερείται ιδίας γνώσης ως προς τα όσα αναφέρει.

 

ΝΟΜΙΚΗ  ΠΤΥΧΗ:

 

Η Αιτήτρια στηρίζει το αίτημα της για λύση του γάμου των διαδίκων στον ισχυρό κλονισμό των μεταξύ τους σχέσεων, ο οποίος επήλθε συνεπεία συνεχούς διάστασης για περίοδο πέραν των δύο ετών.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 27(1)(β) του Περί Γάμου Νόμου του 2003, Ν.104(Ι)/2003, ως έχει τροποποιηθεί:

 

«27.-(1) Γάμος δύναται να λυθεί με δικαστική απόφαση από Δικαστήριο, κατόπιν καταχώρισης αγωγής διαζυγίου για τους ακόλουθους λόγους: (…)

 

(β) όταν οι μεταξύ των συζύγων σχέσεις έχουν αμάχητα κλονισθεί λόγω του ότι βρίσκονται σε διάσταση επί δύο (2) τουλάχιστον χρόνια:

 

Νοείται ότι, η συμπλήρωση του προβλεπόμενου χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές οι οποίες έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους και οι οποίες στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν τους τρεις (3) μήνες·»

 

Από τη σαφή διατύπωση της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η συνεχής διάσταση των συζύγων για χρονικό διάστημα τουλάχιστο δύο ετών,  τεκμαίρεται αμάχητα ότι ο γάμος έχει υποστεί κλονισμό.

 

Συναφώς, η προγενέστερη νομολογία, η οποία διατηρεί την ερμηνευτική της αξία, έχει καθιερώσει ότι, σε περίπτωση πλήρωσης του χρονικού κριτηρίου που θέτει ο νόμος, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εξέταση του ποιος εκ των συζύγων ευθύνεται για την επέλευση του κλονισμού[3].

 

Στο σύγγραμμα της Ε. Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο[4], αναφέρεται ότι:

 

«η διετία αρχίζει την επόμενη της ημέρας κατά την οποία εξαφανίζεται η βούληση για έγγαμη συμβίωση. Συνακόλουθα, αν μεν είχε προηγηθεί η απλή διακοπή της συνοίκησης, χρειάζεται η μετατροπή της σε διακοπή της συμβίωσης, και ειδικά στην περίπτωση αυτή απαιτείται πραγματικά σύμπτωση των ελλείψεων τόσο του εξωτερικού, όσο και του εσωτερικού στοιχείου. Η σύμπτωση αυτή θα υπάρξει εξάλλου και αν ο ένας ή οι δύο σύζυγοι αποφασίσουν να διακόψουν τη συνοίκηση ευθύς ως συνειδητοποιήσουν την έλλειψη της διάθεσης για γάμο. Αν όμως η διάθεση αυτή χαθεί και παρόλα αυτά η συνοίκηση για άλλους λόγους συνεχίζεται, τότε για την έναρξη της διετίας αρκεί η εξαφάνιση του βουλητικού στοιχείου. Δεν απαιτείται, επομένως, πάντα σύμπτωση των ελλείψεων των δύο στοιχείων, ούτε όμως και αρκεί η έλλειψη οποιουδήποτε από αυτά· κρίσιμο στοιχείο είναι το βουλητικό και του βουλητικού στοιχείου η εξαφάνιση έχει ως συνέπεια την έναρξη της διετίας.»

 

Η πιο πάνω θέση καταδεικνύει ότι για την έναρξη της διετούς περιόδου διάστασης καθοριστικής σημασίας είναι η απώλεια της βούλησης για έγγαμη συμβίωση, ανεξαρτήτως του κατά πόσον συνεχίζεται τυπικά η συνοίκηση.

 

Στην υπόθεση Π. Πηχίδη ν. Ελ. Πηχίδη[5], το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ερμηνεύοντας τη λέξη «συμβίωση» στο πλαίσιο του άρθρου 17 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90) υπογράμμισε ότι:

 

«Η λέξη «συμβίωση» στο επίμαχο άρθρο του Νόμου έχει την έννοια της γενικά αποδεκτής ομαλής συλλειτουργίας του έγγαμου ζευγαριού σε όλες τις εκφάνσεις της σχέσης. Η έγγαμη σχέση δεν προϋποθέτει απαραίτητα, και σε όλη τη διάρκεια της, συγκατοίκηση του ζευγαριού. Για πολλούς λόγους το έγγαμο ζεύγος μπορεί να μην συγκατοικεί, όπου πχ όταν το απαιτεί η εργασία τους, σπουδές στο εξωτερικό κ.λ.π. Συγκατοίκηση σημαίνει διαμονή στον ίδιο χώρο δύο ή περισσοτέρων ατόμων, και είναι άσχετη ενίοτε με την έννοια της συμβίωσης έγγαμου ζευγαριού. Συμβαίνει έγγαμο ζεύγος να συγκατοικεί, αλλά να μην συμβιώνει σύμφωνα με την ερμηνεία που αποδίδουμε στη λέξη, και που κατά τη γνώμη μας είναι αυτή που θέλει ο Νόμος στο επίμαχο άρθρο».

 

Στο σύγγραμμα Σ. Λιασίδη, Πανδέκτης Οικογενειακού Δικαίου[6], γίνεται αναφορά στην απόφαση Εφετείου της Ελλάδας, όπου το Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα:

 

«Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η φυσική και ψυχική απομάκρυνση μεταξύ των συζύγων, με την πρόθεση τουλάχιστον του ενός εξ αυτών να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Ειδικότερα, διάσταση των συζύγων υφίσταται, κατά κανόνα, όταν διασπάται η συμβίωση μεταξύ τους τόσο κατά εξωτερικά της γνωρίσματα (συγκατοίκηση και λοιπές εκδηλώσεις της κοινής ζωής, που εμφανίζουν αυτούς ως συζύγους έναντι των τρίτων), όσο και κατά το ψυχικό στοιχείο, δηλαδή τη θέληση να διατηρηθεί ο γάμος. Ακόμη, η συμπλήρωση του ως άνω χρόνου δεν εμποδίζουν οι μικρές διακοπές της διαστάσεως, που γίνονται προς επίτευξη της αποκαταστάσεως των σχέσεων των συζύγων, παρά το ότι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβιώσεως. Κατά μείζονα λόγο δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ άλλων λόγων (π.χ. κοινωνικών ή χάριν των τέκνων και για τη με αυτά επικοινωνία) που δεν ανατρέπουν τη σταθερή πρόθεση διαστάσεως του συζυγικού δεσμού. Εξάλλου, η διάσταση συνοδεύεται συνήθως, και από τη διακοπή του να κατοικούν ή να διαμένουν οι σύζυγοι στην ίδια οικία. Ωστόσο, είναι νοητή αυτή (διάσταση), έστω και αν συνεχίζουν εκείνοι να κατοικούν ή να διαμένουν στην ίδια οικία, κυρίως σε διαφορετικούς χώρους της (συνοίκηση υπό ευρεία έννοια), οπότε φαινομενικώς μεν προκύπτει έγγαμη συμβίωση, στην ουσία όμως έχει διακοπεί η συμβίωση αυτή (βλ. ΟλΑΠ 20/1990 ΝοΒ 1990 1341, ΑΠ 1057/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 661/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1377/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1256/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ευστρατίου εις ΣΕΑΚ Α’ Γεωργιάδη τ. ΙΙ άρθρ. 1439 αρ. 15 επ. σελ. 695 επ.)».

 

Επίσης, στο σύγγραμμα Α. Σ. Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο[7], αναφέρεται ότι:

 

«Ορθώς γίνεται δεκτό ότι για τη διαπίστωση της διάστασης αρκεί και μόνο το ψυχικό στοιχείο, ακόμα και αν υφίσταται συγκατοίκηση (σε διαφορετικούς βέβαια χώρους της ίδιας στέγης). Ωστόσο, το ψυχικό στοιχείο, επειδή είναι υποκειμενικό, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά (π.χ. ο σύζυγος μεταφέρει τα πράγματά του σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας, αποφεύγει τις κοινές δημόσιες εμφανίσεις). Η διάσταση είναι αόριστη νομική έννοια. Επομένως, η υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών στην έννοια της (διετούς) διάστασης ελέγχεται αναιρετικά.»

 

Κατά συνέπεια, η διάσταση συνίσταται τόσο σε εξωτερικά στοιχεία, όπως διακοπή κοινής ζωής, όσο και στο ψυχικό στοιχείο, ήτοι την πρόθεση διακοπής της έγγαμης σχέσης, τα οποία δύνανται να συντρέχουν ακόμη και σε περιπτώσεις τυπικής συγκατοίκησης.

 

Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία, η επέλευση της διάστασης συνιστά αντικειμενικό γεγονός, που κρίνεται κυρίως από το Δικαστήριο στη βάση της σχετικής μαρτυρίας[8].

 

Τέλος, κατά τη ρητή πρόνοια του νόμου, η συμπλήρωση του χρόνου της διετίας δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές οι οποίες έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους και οι οποίες στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν τους τρεις μήνες.

 

Οι εν λόγω διακοπές αξιολογούνται υπό το πρίσμα του κατά πόσον συνιστούν ουσιαστική επαναφορά της έγγαμης συμβίωσης ή απλώς περιστασιακή επαφή, μη ικανή να ανατρέψει την ήδη παγιωμένη κατάσταση διάστασης.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ:

 

Μελέτησα με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, καθώς και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων.

 

Προτού προχωρήσω σε εξέταση της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω την προδικαστική ένσταση της Αιτήτριας, σύμφωνα με την οποία η έκθεση υπεράσπισης του Καθ’ ου η Αίτηση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως παράτυπη λόγω μη συμμόρφωσης με το έντυπο 21 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

Η υπό κρίση υπόθεση όντως εμπίπτει στις πρόνοιες των Νέων Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 1.3 των εν λόγω Κανονισμών, το Δικαστήριο οφείλει, κατά την άσκηση των εξουσιών του, να προάγει τον πρωταρχικό σκοπό, ήτοι τον δίκαιο, ταχύ και αναλογικό ως προς το κόστος χειρισμό των υποθέσεων[9].

 

Περαιτέρω, το Μέρος 3.8 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία θεραπείας διαδικαστικών παρατυπιών. Στην υπόθεση Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd ν. Δήμου Πάφου[10], επισημάνθηκε ότι διαδικαστικά σφάλματα δεν οδηγούν αυτομάτως σε απόρριψη δικονομικού διαβήματος, εφόσον δεν επηρεάζονται ουσιωδώς τα δικαιώματα των διαδίκων.

 

Εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός ή αδικία στην πλευρά της Αιτήτριας, η οποία σε κάθε περίπτωση, προώθησε και ανέλυσε δεόντως τις θέσεις της μέσα από την απάντηση της στην υπεράσπιση.

 

Ως εκ τούτου, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται και η έκθεση υπεράσπισης του Καθ’ ου η Αίτηση λαμβάνεται υπόψη.

 

Υπό το φως του ανωτέρω νομικού πλαισίου και των καθοδηγητικών αρχών της σχετικής νομολογίας, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης.

 

Η Αιτήτρια, διά της μαρτυρίας της, υποστήριξε ότι από το 1989 επήλθε σταδιακή αποξένωση μεταξύ των διαδίκων, η οποία κατέληξε σε οριστική διάσταση το 1992. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι η όποια μεταγενέστερη παρουσία του Καθ’ ου η Αίτηση στη συζυγική οικία ήταν περιστασιακή και δεν συνιστούσε επαναφορά της έγγαμης συμβίωσης, καθότι οι διάδικοι απείχαν από κοίτης και τραπέζης, κοιμόντουσαν σε χωριστά υπνοδωμάτια και δεν είχαν ουσιαστικές επαφές σαν ζευγάρι.

 

Η μαρτυρία της Αιτήτριας υπήρξε σταθερή και σαφής, απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διαμένει μόνιμα στη Λάρνακα, τον οποίο ο τελευταίος αρνήθηκε, διαπιστώνεται τελικά να επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον Καθ’ ου η Αίτηση τόσο στο Σημείωμα Εμφάνισης όσο και στο Έντυπο Διορισμού Δικηγόρου που υπέγραψε, όπου δηλώνει ως διεύθυνση του την οδό Καλύμνου και Εκάλης, στη Λάρνακα.

 

Αναφορικά με τη μαρτυρία της θυγατέρας των διαδίκων, αξιολογείται μεν θετικά, πλην όμως περιορίζεται σε επανάληψη και επιβεβαίωση των γεγονότων που ανέφερε η Αιτήτρια και δεν θεωρώ ότι πρόσφερε κάτι το επιπρόσθετο στην υπόθεση ή ενίσχυσε ουσιωδώς τις θέσεις της μητέρας της.

 

Όσον αφορά τον Καθ’ ου η Αίτηση, περιορίστηκε σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί καλών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και γενικότερα της οικογένειάς τους, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά που να στοιχειοθετούν ενεργή έγγαμη συμβίωση. Παράλληλα, απέφυγε να ασχοληθεί και να αντικρούσει με οποιοδήποτε τρόπο ουσιώδη γεγονότα και ισχυρισμούς της Αιτήτριας, όπως η χωριστή διαμονή τους εντός της οικίας, το γεγονός ότι δεν είχαν ουσιαστικές επαφές ως ζευγάρι, την εξωσυζυγική σχέση και την απόκτηση εξώγαμου τέκνου.

 

Συνεπώς, η μαρτυρία του Καθ’ ου η Αίτηση στερείται συγκεκριμενοποίησης και δεν επαρκεί για να ανατρέψει το αποδεικτικό βάρος που έχει ικανοποιήσει η Αιτήτρια. Παρά τους γενικούς ισχυρισμούς του περί καλών σχέσεων, τη λήψη επιστολών στην συζυγική οικία και την ύπαρξη προσωπικών του αντικειμένων εκεί, ουδεμία ουσιώδης αναφορά γίνεται από τον Καθ’ ου η Αίτηση σε στοιχεία που να συνιστούν ουσιαστική έγγαμη συμβίωση.

 

Κατ' ακολουθίαν, η συνολική εικόνα που προκύπτει από τη μαρτυρία των διαδίκων δεν παραπέμπει σε ενεργή και λειτουργική έγγαμη σχέση, αλλά σε κατάσταση απλής συγκατοίκησης ανά διαστήματα, στερούμενης των ουσιωδών στοιχείων της έγγαμης συμβίωσης.

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι οι διάδικοι ενίοτε συγκατοικούσαν, χωρίς όμως να συμβιώνουν. Η όποια συγκατοίκηση λοιπόν αξιολογείται ως τυπική ή πρακτικής φύσεως και δεν συνιστά αποκατάσταση της συζυγικής τους σχέσης ούτε διακόπτει τη διάσταση.

 

Συνακόλουθα, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί, επί τη βάσει του ισοζυγίου πιθανοτήτων, ότι οι διάδικοι τελούν σε συνεχή και αδιάλειπτη διάσταση για χρονικό διάστημα πέραν των δύο ετών. Το εύρημα αυτό εδράζεται τόσο στην απουσία κοινής έγγαμης ζωής όσο και στην παγιωμένη βούληση μη συνέχισης της.

 

Τυχόν περιστασιακές επαφές ή συγκατοικήσεις των διαδίκων δεν συνιστούν διακοπή της διάστασης, καθότι δεν υπερβαίνουν το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό όριο ούτε συνοδεύονται από πρόθεση επανασύστασης της έγγαμης σχέσης και επανασύνδεσης των διαδίκων.

 

Κατ’ ακολουθίαν, εκδίδεται απόφαση με την οποία λύεται ο γάμος των διαδίκων λόγω του κλονισμού των σχέσεων τους, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, εφόσον βρίσκονται σε διάσταση επί δύο τουλάχιστον χρόνια, δυνάμει του άρθρου 27(1)(β) του περί Γάμου Νόμου του 2003.

 

 

Ως προς τα έξοδα της αίτησης, μη έχοντας λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει αυτά να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος του Καθ’ ου η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

 

(Υπ.)………………………..

                Θ. Διάκου, Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Τεκμήριο 1 επί της γραπτής μαρτυρίας της Αιτήτριας.

[2] Γνωστοποίηση ημερ. 03/04/2024 επισυνάπτεται επί της αιτήσεως της Αιτήτριας.

[3] Ν. Ζένιου v. Π. Ζένιου (Αρ. 2) (2002) 1 ΑΑΔ 1175

[4] Ε. Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Ένατη Έκδοση, σελ. 362

[5] Π. Πηχίδη ν. Ελ. Πηχίδη (1997) 1 ΑΑΔ 1612

[6] Σ. Αθ. Λιασίδη, Πανδέκτης Οικογενειακού Δικαίου, Τόμος Β’, Λευκωσία 2024, σελ. 1495.  

[7] Α. Σ. Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τέταρτη Έκδοση, σελ. 340

[8] Μυλωνάς ν. Μαυρονικόλα (2005) 1 ΑΑΔ 1267

[9] Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά., Πολιτική Έφεση 54/2024, ημερ.18/10/2024 και Robert Mucinic v. Sky Cac Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση E1/2019.

[10] Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Εφ. αρ. Ε5/2018, ημερ. 16/01/2024


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο