Μ.Κ. ν. Α.Κ., Αρ. Αίτησης: 368/2023, 30/4/2026
print
Τίτλος:
Μ.Κ. ν. Α.Κ., Αρ. Αίτησης: 368/2023, 30/4/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Ενώπιον: Θ. Διάκου, Δ.

 

                                                                                                            Αρ. Αίτησης: 368/2023

Μεταξύ:

 

Μ.Κ.

Αιτήτρια

 

Και

 

Α.Κ.

Καθ’ ου η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια։  κος. Παυλίδης για κ.κ. Δημήτριος Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για τον Καθ’ ου η Αίτηση։ κα. Κωνσταντίνου για κ.κ. Αλέξανδρος Γ. Ιωαννίδης & Συνεργάτες

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η Αιτήτρια γεννήθηκε στις 13/10/2002 και είναι το ενήλικο τέκνο του Καθ’ ου η Αίτηση. Κατά την ακαδημαϊκή χρονιά 2020-2021 ξεκίνησε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

Με την υπό κρίση αίτηση, την οποία η Αιτήτρια καταχώρισε στις 08/12/2023, αιτείται τα ακόλουθα διατάγματα:

 

«Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ’ ου η Αίτηση να καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €600 τον μήνα, ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση της ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο και εύλογο.

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο Καθ’ ου η Αίτηση διατάσσεται όπως καταβάλλει το ποσό των €100 τον μήνα για φροντιστήρια για απόκτηση IELTS στα Αγγλικά.

 

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για άμεση καταβολή των €500 για την συμπλήρωση της αίτησης κράτησης θέσης για το Μεταπτυχιακό της Αιτήτριας, το οποίο αντιστοιχεί στο ½ των εξόδων.

Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως με την έναρξη του Μεταπτυχιακού όπως καταβάλλει στην Αιτήτρια €650 μηνιαίως για τη συντήρηση και διατροφή της στο εξωτερικό, μέχρι την ολοκλήρωση του Μεταπτυχιακού.

 

Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου για αγορά Ηλεκτρονικού Υπολογιστή για τις σπουδές της Αιτήτριας το ½ της αξίαςα του.

 

Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για τα 3 μαθήματα του ACCA τα οποία είναι απαραίτητα για την απόκτηση του τίτλου και προσφέρονται μόνο σε ιδιωτικό Πανεπιστήμιο και κοστίζουν €4,500.

 

Ζ. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον 19% ΦΠΑ.»

 

Η ακρόαση διεξήχθη με την ανταλλαγή της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων, οι οποίοι περιορίστηκαν στις δικές τους έγγραφες μαρτυρίες, ενώ καμία πλευρά δεν προχώρησε σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ακολούθως, οι δικηγόροι των δύο πλευρών παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.

 

Προτού προχωρήσω να παραθέσω συνοπτικά τη σχετική με τα επίδικα θέματα μαρτυρία, κρίνω σκόπιμο να εκθέσω τα παραδεκτά και, εν πάση περιπτώσει, μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

·         Οι διάδικοι είναι ελληνοκύπριοι και διαμένουν εντός της Επαρχίας Λευκωσίας.

·         Η Αιτήτρια είναι ενήλικο τέκνο του Καθ’ ου η Αίτηση, που γεννήθηκε στις 13/10/2002, από τον γάμο των γονέων της.

·         Ο γάμος των γονέων της λύθηκε τον Δεκέμβριο του 2013.

·         Οι γονείς της απέκτησαν άλλα δύο τέκνα από το γάμο τους, που γεννήθηκαν στις 10/01/2001 και στις 13/05/2006.

·         Πριν την ενηλικίωση της Αιτήτριας, βρισκόταν σε ισχύ διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σύμφωνα με το οποίο ο Καθ’ ου η Αίτηση διατάσσετο όπως, από 01/11/2016, καταβάλλει μηνιαίως στη μητέρα της Αιτήτριας το ποσό των €732, ως συνεισφορά του στη διατροφή και συντήρηση των τριών ανηλίκων, τότε, τέκνων τους.

·         Κατά την καταχώριση της παρούσας ο Καθ’ ου η Αίτηση κατέβαλλε ακόμη, σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα το ποσό των €324 μηνιαίως για τον ανήλικο Χ.

·         Η μητέρα της Αιτήτριας λαμβάνει εκ της εργασίας της, ως δημόσιος υπάλληλος, το ποσό των €1.510 μηνιαίως.

·         Ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι ξυλουργός και λαμβάνει εκ της εργασίας του κατ’ ελάχιστο το ποσό των €1.425 μηνιαίως.

 

Τα πιο πάνω καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ:

Η Αιτήτρια δηλώνει στην έγγραφη μαρτυρία της, ότι ως φοιτήτρια έχει αυξημένες ανάγκες τις οποίες αδυνατεί να καλύψει μόνη της. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι στο Πανεπιστήμιο Κύπρου παρακολουθεί δύο προγράμματα σπουδών, ήτοι Λογιστική και Χρηματοοικονομικά καθώς επίσης Μαθηματικά και Στατιστική, γεγονός που καθιστά αδύνατο το ενδεχόμενο να εργαστεί, λόγω του αυξημένου φόρτου και των ωρών διδασκαλίας. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσκόμισε βεβαίωση σπουδών και δελτίο αναλυτικής βαθμολογίας.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι μετά το πέρας των προπτυχιακών της σπουδών που θα ολοκληρώνονταν το ακαδημαϊκό έτος 2024-2025, θα μετέβαινε στην Αγγλία τον Σεπτέμβριο για συνέχιση των σπουδών της σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Προς απόδειξη του ισχυρισμού της προσκόμισε απόδειξη προκαταβολής που πλήρωσε στο Πανεπιστήμιο Warwick και έγκριση σπουδαστικού δανείου ημερ. 18/09/2025.

 

Αναφορικά με τη συνεισφορά του Καθ’ ου η Αίτηση στη διατροφή της ίδιας και των αδελφών της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι αυτή έπαυσε με την ενηλικίωσή τους. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι πέραν κάποιων μικροποσών που ο Καθ’ ου η Αίτηση της έδωσε σε δύο περιπτώσεις, ουδόλως συνεισφέρει στα έξοδά της, παρά τις όποιες μεταξύ τους συζητήσεις. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η μοναδική οικονομική στήριξη που λαμβάνει προέρχεται από τη μητέρα της, με την οποία διαμένει. Ωστόσο, η μητέρα της αδυνατεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες της ίδιας και των άλλων δύο τέκνων της, οι οποίοι είναι επίσης φοιτητές.

 

Η Αιτήτρια καθόρισε τις μηνιαίες ανάγκες της στο συνολικό ποσό των €1.525, αναλυόμενες ως ακολούθως: €300 διατροφή, €350 βενζίνη - συντήρηση αυτοκινήτου, €90 δάνειο αυτοκινήτου, €100 ρεύμα, τηλέφωνο, νερό, διαδίκτυο και θέρμανση, €50 ένδυση - υπόδηση, €300 θεραπείες προσώπου για θέμα μόλυνσης, ακμής και αγορά θεραπευτικών προϊόντων, €100 ψυχαγωγία, €50 γυμναστήριο, €185 ιδιαίτερα μαθήματα (αγγλικά - IELTS). Η Αιτήτρια προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσκόμισε αποτελέσματα εξέτασης IELTS και έγκριση σπουδαστικού δανείου ημερ. 24/10/2023.

 

Σε σχέση με τα εισοδήματα του Καθ’ ου η Αίτηση, ισχυρίζεται ότι αυτά είναι υψηλότερα απ’ όσα δηλώνει, δεν έχει οικονομικές υποχρεώσεις καθότι διαμένει σε σπίτι των γονέων του και δεν καταβάλλει ενοίκιο. Συνεπώς, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση μπορεί να συνεισφέρει στα έξοδα διατροφής της.

 

Σημειώνεται ότι τα έγγραφα τα οποία η Αιτήτρια προσκόμισε προς υποστήριξη των ισχυρισμών της καταχωρίστηκαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, μετά την καταχώριση της έγγραφης της μαρτυρίας, κατόπιν αποδοχής της άλλης πλευράς.

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση, στην έγγραφη μαρτυρία του, δηλώνει ότι εργάζεται ως πελεκάνος/ξυλουργός και τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα του ανέρχονται στο ποσό των €1.395,14. Περαιτέρω, δηλώνει ότι εργάζεται υπερωρίες, πλην όμως οι υπερωριακές απολαβές του δεν είναι σταθερές.

 

Όσον αφορά τις προσωπικές του ανάγκες, ισχυρίζεται ότι ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1.540 μηνιαίως, αναλυόμενες ως ακολούθως: €400 διατροφή, €300 καύσιμα και ασφάλεια αυτοκινήτου, €500 μηνιαία δόση επιδιόρθωσης αυτοκινήτου, €200 ρεύμα, €90 τηλέφωνο, €50 νερό, €50 ένδυση-υπόδηση.

 

Παρά την ακρίβεια της ζωής και την ανάγκη για κάλυψη των πιο πάνω αναγκών του, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι συνεισφέρει οικονομικά, ανά τακτά διαστήματα, στα έξοδα των τριών ενήλικων τέκνων του. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι, πριν από την ενηλικίωση τους, κατέβαλλε ανελλιπώς τη μηνιαία διατροφή, σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα.

 

Όσον αφορά τα έξοδα της Αιτήτριας, υποστηρίζει ότι αυτά παρουσιάζονται διογκωμένα και αδικαιολόγητα, ενώ, σε σχέση με την εγγραφή της σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο εξωτερικό, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ενημερώθηκε και ουδέποτε συζήτησε μαζί του τη δυνατότητα οικονομικής στήριξης της. Επιπρόσθετα, επισημαίνει ότι η Αιτήτρια δεν παρέχει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με το εν λόγω μεταπτυχιακό πρόγραμμα, ούτε διευκρινίζει κατά πόσον υφίσταται δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης της κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών της σπουδών.

 

ΝΟΜΙΚΗ  ΠΤΥΧΗ:

Σύμφωνα με το Άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90): 

 

«Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.»

 

Στη συνέχεια, το Άρθρο 33(2) του ίδιου νόμου προνοεί ότι:

 

«Με απόφαση και σχετική ρύθμιση από το Δικαστήριο, η υποχρέωση των γονέων δυνάμει του εδαφίου (1) είναι δυνατό να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν τούτο, όπως σε περίπτωση ανικανότητας ή αναπηρίας του τέκνου ή υπηρεσίας θητείας του στην Εθνική Φρουρά ή φοίτησης του σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή επαγγελματική σχολή.»

 

Επομένως, η υποχρέωση των γονέων για διατροφή των τέκνων τους δύναται, υπό προϋποθέσεις, να συνεχίσει και μετά την ενηλικίωση τους, στις περιπτώσεις όπου ειδικές περιστάσεις το επιβάλλουν[1]. Οι περιστάσεις αυτές δεν μπορούν να προκαθοριστούν, αλλά εξετάζονται κατά περίπτωση, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων δεδομένων κάθε υπόθεσης.

 

Το άρθρο 33(2) του Ν.216/90 παραθέτει ενδεικτικά ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η φοίτηση του τέκνου σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, η οποία δύναται, υπό το φως και των λοιπών συναφών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, να δικαιολογήσει την επιβολή υποχρέωσης διατροφής από τον γονέα προς το ενήλικο τέκνο του[2].

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει πως δικαιολογείται η συνέχιση της υποχρέωσης των γονέων για διατροφή και μετά την ενηλικίωση του τέκνου, ρυθμίζει τη διατροφή με τον ίδιο τρόπο, όπως και στην περίπτωση του ανήλικου τέκνου. Τότε, αναπόδραστα, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 37 του Ν.216/90, σε σχέση με το μέτρο και το περιεχόμενο της διατροφής, που προνοούν ότι:

 

«(1) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

 

(2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του.»

 

Συνεπώς, η πορεία για την επιδίκαση ενός συγκεκριμένου ποσού είναι συνάρτηση δεδομένων που αφορούν στον δικαιούχο της διατροφής και δεδομένων που αφορούν στους φορείς της υποχρέωσης, δηλαδή τους γονείς. Τα δεδομένα που αφορούν στον δικαιούχο είναι το περιεχόμενο της διατροφής και η έκταση της. Το περιεχόμενο προσδιορίζεται από τα αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα και την εν γένει εκπαίδευση του, σύμφωνα με το άρθρο 37(2). Η έκταση της διατροφής προσδιορίζεται από τις ανάγκες του κάθε δικαιούχου, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του.

 

Τα δεδομένα που αφορούν στους φορείς της υποχρέωσης διατροφής είναι οι οικονομικές τους δυνατότητες, σύμφωνα με το άρθρο 37(1). Η δυνατότητα και η έκταση της διατροφής σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυνατότητες του φορέα της υποχρέωσης, συνιστούν το μέτρο της διατροφής.

 

Ο δικαιούχος δύναται να έχει διατροφική αξίωση, εφόσον αδυνατεί να αυτοδιατραφεί από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες και τις ανάγκες της εκπαίδευσής του[3]. Για αυτά έχει το βάρος απόδειξης ο δικαιούχος.

Ο δε υπόχρεος οφείλει να αποδείξει την ανυπαρξία ή το περιορισμένο της υποχρέωσης του, λόγω παντελούς έλλειψης ή περιορισμένης δυνατότητας εισοδημάτων, στην περίπτωση που αυτή είναι η θέση που προβάλλει, για τον απλούστατο λόγο ότι οι οικονομικές του δυνατότητες βρίσκονται στη σφαίρα της δικής του γνώσης[4].

 

Όπως συνάγεται από την υπόθεση Κ. Κυπριανίδης v. Ε. Κυπριανίδη (2010) 1 ΑΑΔ 382, το Δικαστήριο θα πρέπει να προσδιορίσει τις βασικές ανάγκες του ενήλικα και να καθορίσει τα αντιστοίχως απαιτούμενα χρήματα για την κάλυψη τους. Όπως υποδείχθηκε, περαιτέρω, στην υπόθεση Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη (1998) 1 ΑΑΔ 1386, τα επιμέρους κονδύλια που συνθέτουν τη διατροφή «δεν αναμένεται ν΄ αποδεικτούν με αυστηρότητα». Υπόβαθρο αυτής της θέσης υπήρξε η αρχή ότι «τα έξοδα διατροφής δεν είναι σταθερά και υφίστανται διακυμάνσεις ανάλογα με το είδος τους»[5]. 

 

Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Α. Γεωργιάδη «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ»[6], ως προς το τι συνιστούν ανάγκες του δικαιούχου αναφέρεται ότι:

 

«Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του (πλήρης διατροφή: ΑΚ 1493 εδ. β’). Στο περιεχόμενο της διατροφής περιλαμβάνονται ειδικότερα βιοτικές ανάγκες του δικαιούχου, που είτε υφίστανται πραγματικά κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής είτε μπορούν με βεβαιότητα να προβλεφθούν μελλοντικά. Η διατροφή λοιπόν περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη: τροφή, στέγη, ένδυση, θέρμανση, φωτισμό, λοιπά λειτουργικά έξοδα της οικίας διαμονής, ψυχαγωγία, μόρφωση (π.χ. αγορά βιβλίων), διαπαιδαγώγηση, νοσηλεία και δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (στον βαθμό που αυτές δεν καλύπτονται από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα), παραθερισμό, συγκοινωνία και επικοινωνία. Ιδίως περιλαμβάνονται δαπάνες για την επαγγελματική εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής.»

Η κοινή λογική και η πείρα της ζωής βοηθούν στην εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, εφόσον «είναι παράγοντες που διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς εντοπισμό των πραγματικών αναγκών συγκεκριμένων ατόμων.»[7]

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ:

Η Αιτήτρια, κατά την καταχώριση της αίτησης, φοιτούσε στο τέταρτο έτος σπουδών σε προπτυχιακό επίπεδο με πρόθεση για συνέχιση των σπουδών της σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο εξωτερικό.

 

Σύμφωνα με τη βεβαίωση φοίτησης την οποία προσκόμισε, ο μέγιστος επιτρεπτός χρόνος για την ολοκλήρωση του προπτυχιακού προγράμματος σπουδών στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικών είναι δώδεκα εξάμηνα, ήτοι έξι έτη.

 

Η Αιτήτρια υποστηρίζει στην έγγραφη μαρτυρία της, ότι η φοίτηση της σε προπτυχιακό επίπεδο θα ολοκληρωνόταν το καλοκαίρι του 2025, ήτοι εντός πέντε ετών, ισχυρισμός ο οποίος κρίνεται εύλογος, λαμβανομένης υπόψη της παράλληλης φοίτησής της σε δύο κλάδους σπουδών, καθώς και της σχετικής βεβαίωσης που προσκόμισε.

 

Επίσης, η παράλληλη φοίτηση της Αιτήτριας σε δύο κλάδους σπουδών καταδεικνύει τον περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο της για απασχόληση σε εργασία, η οποία να της παρέχει τη δυνατότητα αυτοδιατροφής.

 

Όσον αφορά τις ανάγκες της, η Αιτήτρια τις προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των €1.525 μηνιαίως, χωρίς, ωστόσο, να προσκομίζει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση αυτών. Παρατηρείται δε ότι παρέχονται διευκρινήσεις και λεπτομέρειες στις αγορεύσεις του συνηγόρου της Αιτήτριας σε σχέση με τα έξοδα της. Ωστόσο, ως είναι πάγια νομολογημένο, οι αγορεύσεις των δικηγόρων δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων και, ως εκ τούτου, οι εν λόγω διευκρινήσεις και λεπτομέρειες δεν δύναται να ληφθούν υπόψη [8].

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση μέσω της δικής του γραπτής μαρτυρίας, αναγνωρίζει την ανάγκη συνεισφοράς του στα έξοδα της Αιτήτριας, αφού ως ισχυρίζεται συνεισφέρει, ανά τακτά διαστήματα, στα έξοδα και των τριών ενήλικων τέκνων του. Ωστόσο, θεωρεί υπέρογκες, υπερβολικές και αδικαιολόγητες τις δαπάνες που ισχυρίζεται ότι έχει η Αιτήτρια, χωρίς όμως να τοποθετείται για κάθε κονδύλι ξεχωριστά.

 

Έξοδα Αιτήτριας:

 

1.    Διατροφή - Σίτιση:

Για τη διατροφή - σίτιση της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απαιτείται το ποσό των €300 μηνιαίως. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την κοινή πείρα και την πείρα της ζωής, κρίνω δίκαιο και εύλογο το ποσό των €200 μηνιαίως για σκοπούς κάλυψης της ανάγκης αυτής.

 

2.    Βενζίνη και συντήρηση αυτοκινήτου:

Αναφορικά με το κονδύλι για βενζίνη και συντήρηση αυτοκινήτου, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι αυτό ανέρχεται στο ποσό των €350 μηνιαίως. Το ποσό αυτό κρίνεται υπερβολικό, λαμβανομένου υπόψη ότι το πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτά η Αιτήτρια βρίσκεται εντός της επαρχίας όπου διαμένει. Συνεπώς, κρίνω ως εύλογο και δίκαιο το ποσό των €100 μηνιαίως για το εν λόγω κονδύλι.

 

3.    Δάνειο αυτοκινήτου:

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απαιτείται μηνιαίως η καταβολή του ποσού των €90 για την κάλυψη δόσης δανείου για αγορά αυτοκινήτου, χωρίς, ωστόσο, να παρέχει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις ή να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη, το ύψος ή την κάλυψη της εν λόγω υποχρέωσης.  Συνεπώς, το σχετικό κονδύλι παραμένει ατεκμηρίωτο και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για σκοπούς καθορισμού της διατροφής της Αιτήτριας.

 

4.    Ρεύμα, Νερό, Τηλέφωνο, Υπηρεσίες Διαδικτύου και Θέρμανση:

Σε σχέση με τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας της μητέρας της, στην οποία διαμένει, η Αιτήτρια προσδιορίζει την αναλογία της στο ποσό των €100 μηνιαίως, χωρίς να παρέχει σχετικές διευκρινίσεις ή αποδεικτικά στοιχεία.

 

Ειδικότερα, ως προς τη δαπάνη θέρμανσης, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε απόδειξη ως προς την ύπαρξη ή το απαιτούμενο για τη λειτουργία της κόστος. Αναφορικά με τα λοιπά λειτουργικά έξοδα της κατοικίας, παρόλο που δεν προσκομίζονται αποδείξεις, κρίνω ότι συνιστούν αναγκαίες δαπάνες και εντάσσονται στο «σκληρό πυρήνα» των εξόδων διατροφής και συντήρησης του τέκνου και δεν πρόκειται περί προβολής ενός αχρείαστου κονδυλίου.

 

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τα ανωτέρω, την κοινή πείρα και την πείρα της ζωής, κρίνω ως εύλογο, δίκαιο και επαρκές το ποσό των €60 μηνιαίως για την κάλυψη των εν λόγω δαπανών.

 

5.    Ένδυση – Υπόδηση:

Ως προκύπτει από τον πίνακα δαπανών της Αιτήτριας, για το εν λόγω κονδύλι απαιτείται το ποσό των €50 μηνιαίως, το οποίο κρίνεται εύλογο και δικαιολογημένο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της Αιτήτριας, την κοινή πείρα και την πείρα της ζωής και, ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτό.

 

6.    Θεραπείες προσώπου:

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απαιτείται μηνιαίως το ποσό των €300 για θεραπείες προσώπου λόγω προβλημάτων μόλυνσης και ακμής, καθώς επίσης και για την αγορά θεραπευτικών προϊόντων. Ωστόσο, δεν προσκομίστηκε ιατρική τεκμηρίωση ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει την ύπαρξη πάθησης ή την αναγκαιότητα συστηματικής θεραπευτικής αγωγής, ούτε στοιχεία που να δικαιολογούν τη μηνιαία επαναλαμβανόμενη δαπάνη, πέραν γενικών ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

 

Δεδομένων των ελλείψεων που παρουσιάζει η τεκμηρίωση του αναφερόμενου εξόδου, το εν λόγω κονδύλι δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για σκοπούς καθορισμού της διατροφής.

 

7.    Ψυχαγωγία, Γυμναστήριο:

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απαιτείται το ποσό των €100 μηνιαίως για ψυχαγωγία και €50 για γυμναστήριο, χωρίς να προσκομίζει οποιαδήποτε σχετική απόδειξη.

Σημειώνεται δε ότι, όπως η Αιτήτρια υποστηρίζει, λόγω της παράλληλης φοίτησης της σε δύο προπτυχιακά προγράμματα, ο ελεύθερος χρόνος της είναι πολύ περιορισμένος, με αποτέλεσμα να μην δύναται να εργαστεί. Ωστόσο, η ψυχαγωγία είναι ουσιώδης παράμετρος της ανθρώπινης διαβίωσης και, συνεπώς, κρίνω ότι το ποσό των €80 μηνιαίως είναι δικαιολογημένο για την κάλυψη της ανάγκης αυτής.

 

Αναφορικά με το κόστος γυμναστηρίου, λαμβανομένου υπόψη ότι η φυσική άσκηση δύναται να επιτευχθεί και χωρίς την ανάγκη συνδρομής σε γυμναστήριο, καθώς και ότι δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ιδιαίτερη ανάγκη ή ιατρική σύσταση, η οποία να καθιστά τη δαπάνη αυτή αναγκαία και όχι προαιρετική, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού για το εν λόγω κονδύλι.

             

8.    Αγγλικά – IELTS:

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι για ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών (IELTS) απαιτείται το ποσό των €185 μηνιαίως, πλην όμως προσκόμισε μόνο το έντυπο αποτελεσμάτων της σχετικής εξέτασης, το οποίο, από μόνο του, δεν τεκμηριώνει την αναγκαιότητα της εν λόγω δαπάνης ούτε το ύψος της.

 

Συγκεκριμένα, δεν παρέχονται διευκρινίσεις ως προς την αναγκαιότητα εξασφάλισης του εν λόγω πιστοποιητικού, ούτε οποιεσδήποτε αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν ότι η Αιτήτρια πράγματι παρακολούθησε σχετικά μαθήματα προετοιμασίας για συμμετοχή της στις εν λόγω εξετάσεις.

 

Ως εκ τούτου, το σχετικό κονδύλι παραμένει ατεκμηρίωτο και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για σκοπούς καθορισμού της διατροφής.

 

Συνακόλουθα, καταλήγω ότι τα συνολικά μηνιαία έξοδα της Αιτήτριας σε προπτυχιακό επίπεδο καθορίζονται στο ποσό των €490 μηνιαίως.

 

Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια αιτείται την άπαξ καταβολή του ½ ποσού για την αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή, προσκομίζοντας σχετική απόδειξη ημερ. 09/12/2023, στην οποία αναγράφεται ως πληρωτέο το ποσό των €2.142,02.

Αναφορικά με το συγκεκριμένο έξοδο, ο Καθ’ ου η Αίτηση, αναφέρει ότι του προκαλεί εντύπωση «η αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή επώνυμης μάρκας αξίας €2,142, ενώ στην αγορά υπάρχουν πολύ πιο οικονομικές επιλογές εφόσον δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα, όπως και πάλι ισχυρίζεται η Αιτήτρια».

 

Δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν διευκρίνισε την αναγκαιότητα αγοράς του συγκεκριμένου υπολογιστή και λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία είναι φυσικό το ενήλικο τέκνο, όταν είναι δυνατόν, να προβαίνει σε ανάλογες ενέργειες για περιορισμό των εξόδων του, κρίνω ότι η Αιτήτρια μπορούσε και θα έπρεπε να στραφεί σε μια πιο οικονομική επιλογή ηλεκτρονικού υπολογιστή.

 

Τούτων λαμβανομένων υπόψη, καθώς και της κοινής πείρας και της πείρας της ζωής, κρίνω εύλογο και δίκαιο όπως το ποσό για αγορά ηλεκτρονικού υπολογιστή καθοριστεί στα €1.000, ποσό το οποίο ανταποκρίνεται στις συνήθεις τιμές φοιτητικών ηλεκτρονικών υπολογιστών.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια αιτείται τη συνεισφορά του Καθ’ ου η Αίτηση στα έξοδα φοίτησης της σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο εξωτερικό, υποστηρίζοντας ότι θα ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο του 2025.

 

Στο σημείο αυτό κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Απόστολου Γεωργιάδη[9], που αναφέρει ότι:

 

«Στο περιεχόμενο της διατροφής περιλαμβάνονται ειδικότερα βιοτικές ανάγκες του δικαιούχου, που είτε υφίστανται πραγματικά κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής είτε μπορούν με βεβαιότητα να προβλεφθούν μελλοντικά.»

 

Σημειώνεται δε ότι η μόνη σχετική αναφορά της Αιτήτριας περιορίζεται στη δήλωσή της ότι «τον Σεπτέμβριο θα μεταβώ στην Αγγλία για μεταπτυχιακό». Περαιτέρω, δεν παρέχεται οποιαδήποτε διευκρίνιση ως προς το πρόγραμμα σπουδών, τη φύση ή τις απαιτήσεις του, ή κατά πόσο αυτό καθιστά αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την παράλληλη εργοδότηση της.

Συνεπώς, τα αιτούμενα από την Αιτήτρια ποσά που αφορούν το μεταπτυχιακό πρόγραμμα το οποίο επιθυμεί να παρακολουθήσει συνιστούν δαπάνες μελλοντικού χαρακτήρα, οι οποίες, εν προκειμένω, δεν δύνανται να προσδιοριστούν με την απαιτούμενη βεβαιότητα, καθότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε επαρκή μαρτυρία προς τεκμηρίωση τους.

 

Ουδεμία, επίσης, αναφορά γίνεται ως προς τη χρονική διάρκεια του προγράμματος, το συνολικό κόστος φοίτησης, ούτε ως προς τα έξοδα διαμονής και διατροφής της κατά τη διάρκεια των εν λόγω σπουδών.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν παρείχε οποιαδήποτε ουσιαστική αιτιολόγηση ως προς την αναγκαιότητα απόκτησης μεταπτυχιακού τίτλου, λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη κατέχει δύο πτυχία, τα οποία, σύμφωνα με την κοινή πείρα και την πείρα της ζωής, της παρέχουν τη δυνατότητα ένταξης στην αγορά εργασίας.

 

Ανάλογη έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης παρατηρείται και ως προς το αίτημα της Αιτήτριας για συνεισφορά του Καθ’ ου η Αίτηση στην κάλυψη εξόδων που, κατά τους ισχυρισμούς της, αφορούν τρία μαθήματα ACCA, συνολικού κόστους €4.500. Στη γραπτή της μαρτυρία δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά ως προς την αναγκαιότητα παρακολούθησης των εν λόγω μαθημάτων, ούτε προσκομίζονται στοιχεία που να καταδεικνύουν τη συνάφειά τους με την ακαδημαϊκή ή επαγγελματική της πορεία.

 

Περαιτέρω, απουσιάζουν οποιεσδήποτε διευκρινίσεις ή αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τη διάρκεια και το συνολικό κόστος των μαθημάτων, ώστε να είναι εφικτή η αξιολόγηση του εύλογου ή μη της αιτούμενης δαπάνης. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν δύναται να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι πρόκειται για αναγκαία και εύλογα εκπαιδευτικά έξοδα.

 

Ως προς την πρόθεση της Αιτήτριας να μεταβεί στο εξωτερικό για μεταπτυχιακές σπουδές, ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει ότι ουδέποτε έτυχε σχετικής ενημέρωσης από την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια πέραν της αναφοράς της στα δικόγραφα ότι ενημέρωσε τον Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος αρνήθηκε κατηγορηματικά, πουθενά στη μαρτυρία της δεν κάνει λόγο για οποιαδήποτε σχετική συζήτηση με τον Καθ’ ου η Αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, είτε ο Καθ’ ου η Αίτηση ενημερώθηκε και διαφώνησε, είτε δεν έτυχε ενημέρωσης, προκύπτει ότι η Αιτήτρια προχώρησε στους σχεδιασμούς της μονομερώς, χωρίς να λάβει υπόψη της την θέση του, ενώ ταυτόχρονα αξιώνει τη συνεισφορά του στην κάλυψη των σχετικών εξόδων.

 

Επί του ζητήματος τούτου, καθοδηγητική είναι η νομολογία. Στην υπόθεση Μ. Χρίστου ν. Κ. Χρίστου[10], το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αποδοκίμασε την ενέργεια της ενήλικης θυγατέρας, να καταχωρίσει αίτηση διατροφής εναντίον του πατέρα της, ενώ βρισκόταν στο δεύτερο έτος των σπουδών της, αφού έκανε τους σχεδιασμούς της, χωρίς να συμβουλευτεί καθόλου τον πατέρα της, με τον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε επαφή για αρκετό καιρό.

  

Περαιτέρω, στην υπόθεση Βουνού ν. Βουνού[11], επισημάνθηκε ότι:

 

«Είναι δικαίωμα ενός ενηλίκου να κάμνει τις επιλογές που θέλει και να καθορίζει την πορεία του στη ζωή, όσο και αν οποιοσδήποτε άλλος νομίζει πως κάμνει λάθος ή πως είναι παράλογος. Αρχίζουν όμως να συνυπολογίζονται τα στοιχεία κάτω από το φακό της λογικής όταν ο ενήλικος θέλει να πληρωθεί από άλλον, έστω από τον πατέρα του, ο λογαριασμός. Ιδιαίτερα όταν οι οικονομικές δυνατότητες του πατέρα, ενόψει και των άλλων υποχρεώσεών του, είναι περιορισμένες.»

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι το αίτημα της Αιτήτριας για συνεισφορά του Καθ’ ου η Αίτηση στα έξοδα του μεταπτυχιακού προγράμματος, στις συναφείς δαπάνες, καθώς και στα έξοδα παρακολούθησης μαθημάτων ACCA, δεν έχει αποδειχθεί με την απαιτούμενη επάρκεια.

 

Εισοδήματα Γονέων:

 

Εισοδήματα Μητέρας Αιτήτριας:

Αποτελεί κοινά παραδεκτό γεγονός και εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μητέρα της Αιτήτριας λαμβάνει εκ της εργασίας της, ως δημόσιος υπάλληλος, το ποσό των €1.510 μηνιαίως.

Από πλευράς Καθ’ ου η Αίτηση, τέθηκε μόνο μέσω των δικογράφων ο ισχυρισμός ότι αυτή λαμβάνει και μονογονεϊκό επίδομα. Η Αιτήτρια απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, αναφέροντας ότι η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε και ως εκ τούτου δεν είναι δικαιούχος. Εν πάση περιπτώσει, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προέβη σε περαιτέρω προώθηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ούτε καταχώρισε ειδοποίηση τριτοδιαδίκου εναντίον της μητέρας της Αιτήτριας, ώστε το ζήτημα να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση.

 

Εισοδήματα Καθ’ ου η Αίτηση:

Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός, μέσω των δικογράφων των διαδίκων, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση εργάζεται ως ξυλουργός και λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα που ανέρχεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των €1.425.

 

Σημειώνεται δε, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση, δια της γραπτής του μαρτυρίας υποστηρίζει ότι το καθαρό μηνιαίο εισόδημά του ανέρχεται στο ποσό των €1.395,14, προσθέτοντας ότι εργάζεται και υπερωριακά σε μηνιαία βάση, χωρίς όμως σταθερό αριθμό ωρών και κατ’ επέκταση, χωρίς σταθερό ύψος πρόσθετων απολαβών. Εντούτοις ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίστηκε προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του αναφορικά με τα εισοδήματα του.

 

Σε σχέση με τα προσωπικά του έξοδα, ο Καθ’ ου η Αίτηση τα προσδιορίζει περίπου στο ποσό των €1.540 μηνιαίως, στα οποία περιλαμβάνεται και δανειακή υποχρέωση ποσού €12.090 για επιδιόρθωση του οχήματός του. Πέραν εγγράφων που αφορούν το εν λόγω δάνειο, ουδεμία άλλη αποδεικτική μαρτυρία προσκομίστηκε προς τεκμηρίωση των επικαλούμενων εξόδων. Έξοδα τα οποία, θεωρώ, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα του Καθ’ ου η Αίτηση, την κοινή πείρα και την πείρα της ζωής, ότι παρουσιάζονται εμφανώς αυξημένα.

 

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι, κατά τον καθορισμό της συνεισφοράς του υπόχρεου γονέα σημασία έχει η οικονομική του ικανότητα και όχι ό,τι επέλεξε να διαμορφώσει, ώστε να διατηρείται σε κατάσταση αδυναμίας που να μην του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του (βλ. Re H. Ηλία (1997) 1 ΑΑΔ 1372).

 

Συνεκτιμώντας το δηλωθέν εισόδημα του Καθ’ ου η Αίτηση περί του ποσού των €1.400 μηνιαίως, καθώς και τη δική του παραδοχή περί τακτικής υπερωριακής απασχόλησης, έστω και μη σταθερού ύψους, καταλήγω σε εύρημα ότι το πραγματικό του μηνιαίο εισόδημα δεν περιορίζεται στο εν λόγω ποσό.

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω καθώς και τη φύση της εργασίας του, κρίνεται εύλογο να συνυπολογιστεί ένα πρόσθετο ποσό της τάξεως των €150 μηνιαίως ως εκτίμηση των πρόσθετων απολαβών του.

 

Συνακόλουθα, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια επί τη βάσει των ενώπιον μου δεδομένων, καταλήγω ότι το συνολικό μηνιαίο εισόδημα του Καθ’ ου η Αίτηση ανέρχεται στο ποσό των €1.550, το οποίο συνιστά εύλογη αποτίμηση της πραγματικής του οικονομικής δυνατότητας.

 

Περαιτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι, κατά το χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης, ο Καθ’ ου η Αίτηση κατέβαλλε, δυνάμει σχετικού διατάγματος διατροφής, το ποσό των €324 μηνιαίως για τον ανήλικο Χ. μέχρι την ενηλικίωσή του, ήτοι μέχρι τον Μάιο του 2024. Σε κάθε περίπτωση το παραδεκτό αυτό γεγονός δεν επηρεάζει το μέτρο της συνεισφοράς του Καθ’ ου η Αίτηση στη διατροφή της Αιτήτριας διότι ανάλογη επιβάρυνση είχε και η μητέρα της. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1418, όπου επισημάνθηκε ότι:

 

«Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90), η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μίας οικογένειας ανήκει και στους δύο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός.» 

 

Συνακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, κρίνω ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι σε θέση να καταβάλλει εύλογη συνεισφορά προς κάλυψη των εξόδων φοίτησης της Αιτήτριας σε προπτυχιακό επίπεδο.

 

Αντιθέτως, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω, το αίτημα της Αιτήτριας για συνεισφορά του Καθ’ ου η Αίτηση στα μαθήματα ACCA, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα και τα συναφή έξοδα, δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται.

Σημειώνεται ότι η αίτηση καταχωρίστηκε στις 08/12/2023. Επομένως, η έκδοση του διατάγματος ανατρέχει στον χρόνο καταχώρισης της. Για το ζήτημα της αναδρομικής ισχύς του διατάγματος παραπέμπω στην απόφαση Παπαντωνίου ν. Παπαντωνίου (2011) 1 ΑΑΔ 1875, όπου αναφέρθηκε ότι «Η διατύπωση του Άρθρου 36 του Νόμου αρ. 216/90, στον ενεστώτα χρόνο, δεν αποκλείει την αναδρομικότητα της παρεχόμενης διατροφής, διαφορετικά θα καθίστατο άνευ σημασίας η ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, με την οποία καθορίζονταν οι τότε ενεστώσες ανάγκες του δικαιούχου.»'

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω τοποθετήσεις και κρίσεις, και ειδικότερα τις εύλογες μηνιαίες ανάγκες της Αιτήτριας κατά τη διάρκεια της προπτυχιακής της φοίτησης, οι οποίες προσδιορίστηκαν στο ποσό των €490 μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από την καταχώριση της αίτησης μέχρι και τον Ιούλιο του 2025, καθώς και τις οικονομικές δυνατότητες εκάστου γονέα, κρίνεται εύλογο και δίκαιο όπως ο Καθ’ ου η Αίτηση συνεισφέρει στη διατροφή της Αιτήτριας το ποσό των €248 μηνιαίως για το εν λόγω χρονικό διάστημα.

 

Περαιτέρω, κρίνεται εύλογο όπως ο Καθ’ ου η Αίτηση καταβάλει εφάπαξ το ποσό των €507 για την κάλυψη της δαπάνης αγοράς ηλεκτρονικού υπολογιστή, ως αναγκαίου εξοπλισμού για τις σπουδές της Αιτήτριας.

 

Συνακόλουθα, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:

 

1.    Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ ου η Αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό των €4.960, που αφορά συσσωρευμένες διατροφές ύψους €248 μηνιαίως, από 08/12/2023 μέχρι και 08/07/2025 συμπεριλαμβανομένης.

 

2.    Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ ου η Αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό των €507, που αφορά την κάλυψη του ½ του συνολικού ποσού αγοράς ηλεκτρονικού υπολογιστή.

 

Τα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ανωτέρω, τα οποία έχουν συσσωρευθεί, ο Καθ’ ου η Αίτηση διατάσσεται να τα καταβάλλει, δια μηνιαίων δόσεων €500 εκάστης, από 01/05/2026 και την αντίστοιχη ημέρα εκάστου επόμενου μηνός μέχρι εξοφλήσεως.

Σε σχέση με τα έξοδα, θεωρώ ότι η πιο δίκαιη διαταγή είναι να επιδικαστούν υπέρ της Αιτήτριας πλην όμως κατά 1/3, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξή μου ότι το ποσό που διατάχθηκε ο Καθ’ ου η Αίτηση να καταβάλλει είναι κατά πολύ περιορισμένο σε σχέση με αυτό που απαιτούσε η Αιτήτρια. Συνακόλουθα, τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται κατά το 1/3 υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση.

 

 

(Υπ.)………………………..

             Θ. Διάκου, Δ.

Πιστόν Αντίγραφο 

 

 

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. Α. Τιτσινίδης ν. Α. Τιτσινίδη (1994) 1 ΑΑΔ 385, Βουνού ν. Βουνού (1998) 1 ΑΑΔ 490, Κυπριανίδης ν. Κυπριανίδη (2010) 1 ΑΑΔ 382

[2] Βουνού ν. Βουνού (βλ. υποσημείωση 1 ανωτέρω) και Χρίστου ν. Χρίστου (2000) 1 ΑΑΔ 1891.

[3] ΑΠ 1060/93 ΕλλΔνη 35, σελ. 1292, ΕφΠειρ 267/98 ΕλλΔνη 39 σελ. 896, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, υπ’ άρθρο 1486, αριθ. 94 επ. και ΜονΠρΘεσ 16713/2010, Αρμ 2011, σελ. 1504

[4] βλ. απόφαση Δημητρίου v. Περδίου (2005) 1 (Β) ΑΑΔ 1418

[5] Χρίστου v. Χρίστου, βλ. υποσημείωση 2 ανωτέρω.

[6] Απόστολος Σ. Γεωργιάδη «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ», Τέταρτη Έκδοση, σελ. 780.

[7] Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 ΑΑΔ 625, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2010) 1 ΑΑΔ 951.

[8] Μισιρλής ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (1995) 3 ΑΑΔ 379 και Κοινότης Λυσού κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 ΑΑΔ 537.

[9] Βλ. Υποσημείωση 6 ανωτέρω.

[10] Βλ. υποσημείωση 2 ανωτέρω.

[11] Βλ. υποσημείωση 1 ανωτέρω.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο