ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Ενώπιον: Θ. Διάκου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 188/2025
Μεταξύ:
Π.Α.
Αιτήτρια
Και
Ι.Σ.
Καθ’ ου η Αίτηση
Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2026
Αίτηση ημερομηνίας 22/04/2025
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια։ κα. Αργυρού για Αργυρού και Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Καθ’ ου η Αίτηση։ κα. Ε. Γεωργίου για Μιχάλης Τσιτσέκκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Στις 31/03/2025 η Αιτήτρια καταχώρισε εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διαταγμάτων ανάθεσης σε αυτήν της γονικής μέριμνας και/ή της επιμέλειας, φύλαξης και φροντίδας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, Ε.Σ. και Α.Σ., καθώς και καθορισμού του τόπου διαμονής τους στην εκάστοτε κατοικία της. Επιπρόσθετα, αιτείται διάταγμα ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα.
Ακολούθως, η Αιτήτρια καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε, στις 26/05/2025, εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανατέθηκε σε αυτήν η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια, στις 11/07/2025, ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρισε στα πλαίσια της κυρίως αίτησης υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία αιτείται όπως όλες οι πτυχές της γονικής μέριμνας των ανηλίκων ασκούνται και από τους δύο διάδικους από κοινού και όπως ρυθμιστεί η επικοινωνία του με τα ανήλικα σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες. Επιπρόσθετα, αιτείται την έκδοση διατάγματος το οποίο να υποχρεώνει την Αιτήτρια όπως λαμβάνει τη συγκατάθεση του πριν από τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης αναφορικά με τα ανήλικα τέκνα τους, εξαιρουμένων περιπτώσεων κατά τις οποίες η συγκατάθεση του είναι αδύνατον να ληφθεί έγκαιρα και οι πράξεις αφορούν ζητήματα έκτακτης φύσης και/ή ανάγκης.
Επίσης, ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρισε στις 22/04/2025 την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση, χωρίς ειδοποίηση, αιτούμενος προσωρινό διάταγμα με το οποίο να ρυθμίζεται η επικοινωνία του με τα ανήλικα ως ακολούθως:
«i. Εκ περιτροπής την πρώτη εβδομάδα εφαρμογής του Προσωρινού Διατάγματος που δυνατόν να εκδοθεί, ο Αιτητής να παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων από το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο φοιτούν ή από την οικία της Αιτήτριας την Τετάρτη την 14:30 μ.μ. και να τα παραδίδει στην οικία της Αιτήτριας την 19:00 μ.μ. Το Σαββατοκύριακο της ίδιας εβδομάδας, ο Αιτητής να παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στις 14:30 μ.μ. της Παρασκευής από το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο φοιτούν ή από την οικία της Αιτήτριας και να τα παραδίδει στην οικία της Αιτήτριας την Κυριακή στις 19:00 μ.μ. με δικαίωμα διανυκτέρευσης.
ii. Την δεύτερη εβδομάδα από την εφαρμογή του Προσωρινού Διατάγματος που δυνατόν να εκδοθεί, ο Αιτητής να παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων από το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο φοιτούν ή από την οικία της Αιτήτριας την Τρίτη την 14:30 μ.μ. και να τα παραδίδει στην οικία της Αιτήτριας την 19:00 μ.μ της ίδιας ημέρας και την Πέμπτη να παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα την 14:30 μ.μ. και να τα παραδίδει στην οικία της Αιτήτριας την 19:00 μ.μ της ίδιας ημέρας.»
Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπό εξέταση αίτησης δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της στην άλλη πλευρά. Αφότου η αίτηση επιδόθηκε, η Αιτήτρια καταχώρισε ένσταση στις 16/07/2025 υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας.
Ακολούθως, το Δικαστήριο έδωσε περαιτέρω οδηγίες αναφορικά με την πορεία εκδίκασης της αίτησης, σύμφωνα με τις οποίες αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Καμία εκ των δύο πλευρών δεν προχώρησε σε αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων.
Σε αιτήσεις, όπως η παρούσα, που άπτονται ζητημάτων γονικής μέριμνας, η γνώμη του ανηλίκου πρέπει, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και νομολογία, να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από τη λήψη απόφασης, ανάλογα με την ωριμότητά του και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του[1]. Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα που το αφορούν δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη[2], εκφράζεται η άποψη ότι, για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το έκτο έτος της ηλικίας του.
Στην υπό εξέταση αίτηση, τα τέκνα των διαδίκων δεν κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε συνέντευξη, λόγω της μικρής ηλικίας τους, ήτοι σχεδόν τριών ετών η Ε.Σ. και ενάμιση ετών ο Α.Σ. κατά την ολοκλήρωση της γραπτής μαρτυρίας των διαδίκων. Επισημαίνεται δε ότι αμφότερες οι πλευρές δήλωσαν ότι τα ανήλικα δεν βρίσκονται σε ηλικία κατάλληλη ώστε να είναι δυνατή η λήψη και ουσιαστική αξιολόγηση της γνώμης τους.
Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι προέβησαν σε υποστήριξη των θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ։
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση, μέσω της οποίας παραθέτει τη δική του εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι διάδικοι διατηρούσαν σχέση από το 2019, τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 09/07/2022 και απέκτησαν δύο τέκνα, την Ε.Σ. και τον Α.Σ., που γεννήθηκαν στις 29/05/2023 και στις 25/07/2024, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους διέμεναν αρχικά στην πατρική του οικία και αργότερα σε ιδιόκτητη κατοικία του ιδίου, μέχρι τη μεταξύ τους διάσταση περί τον Μάρτιο του 2025.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας ήταν έντονη και ζηλότυπη, προκαλώντας συχνές εντάσεις και καυγάδες παρουσία των ανηλίκων. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια επενέβαινε στην επικοινωνία του με τη μεγαλύτερη θυγατέρα του, ηλικίας 12 ετών, την οποία απέκτησε από προηγούμενο γάμο, με αποτέλεσμα η ανήλικη να αρνείται να μεταβαίνει στην οικία του και μέχρι σήμερα ο ίδιος να έχει μόνο τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της.
Σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι από τη γέννησή τους επιδίωκε να έχει ουσιαστική συμμετοχή στην ανατροφή και την καθημερινή τους φροντίδα, χωρίς ωστόσο η Αιτήτρια να του το επιτρέπει, προβάλλοντας δικαιολογίες αναφορικά με την ηλικία τους, ώστε να περιορίζει ή να αποτρέπει την επικοινωνία του μαζί τους.
Περαιτέρω, κατά τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση, μετά την αποχώρηση της Αιτήτριας με τα ανήλικα από τη συζυγική οικία η επικοινωνία του με αυτά περιορίστηκε σημαντικά και πραγματοποιείται μόνο υπό τους όρους που η Αιτήτρια θέτει, συνήθως στην παρουσία της. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του προσκόμισε δέσμη μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων.
Επίσης, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι οι όποιες προσπάθειες μέσω των δικηγόρων τους για διευθέτηση και ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα ανήλικα, δεν είχαν αποτέλεσμα, προσκομίζοντας προς τούτο σχετικές επιστολές.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι είναι ικανός και κατάλληλος να φροντίζει τα ανήλικα και ότι διαθέτει κατάλληλη κατοικία, καθώς και τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη φιλοξενία τους, περιλαμβανομένης και διανυκτέρευσής.
Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι διατηρεί ισχυρό συναισθηματικό δεσμό μαζί τους και θεωρεί αναγκαία τη συχνή και σταθερή επικοινωνία μαζί τους για την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη και ευημερία. Ως εκ τούτου, αιτείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Η Αιτήτρια προβάλλει μέσω της ένστασης της δεκατέσσερεις λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης και τα γεγονότα της υπόθεσης.
Προς υποστήριξη της ένστασής της, ημερομηνίας 16/07/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε ένορκη δήλωση της μέσω της οποίας απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση ως ψευδείς και ανυπόστατους. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο τελευταίος ουδέποτε είχε ουσιαστική συμμετοχή στη καθημερινή φροντίδα και ανατροφή των ανηλίκων, λόγω της συνεχούς απουσίας του από την οικογενειακή κατοικία και της επιστροφής του αργά το βράδυ, εξαιτίας της εργασίας του. Όπως η ίδια ισχυρίζεται, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν συμμετείχε ενεργά στη καθημερινή τους φροντίδα και ουδέποτε αναλάμβανε υποχρεώσεις όπως το τάισμα, την αλλαγή πάνας ή την παρακολούθηση των ιατρικών τους αναγκών. Ειδική αναφορά γίνεται από την Αιτήτρια και στο όχημα του Καθ’ ου η Αίτηση το οποίο, όπως υποστηρίζει, ο τελευταίος δεν φρόντισε να εξοπλίσει με κατάλληλα παιδικά καθίσματα.
Η Αιτήτρια, αναφερόμενη στην αδιαφορία και αποστασιοποίηση του Καθ’ ου η Αίτηση, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, ακόμη και στη βάφτιση του δεύτερου τέκνου τους, που έλαβε χώρα λίγο μετά την διάσταση τους, ο τελευταίος επέλεξε να παρευρεθεί μόνο στην εκκλησία, παρά το γεγονός ότι νονός του ανήλικου ήταν ο αδελφός του και είχαν προσκληθεί και παρευρεθεί όλοι οι συγγενείς του.
Παράλληλα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους ο Καθ’ ου η Αίτηση επέδειξε βίαιη, ευέξαπτη και απρόβλεπτη συμπεριφορά, όχι μόνο εναντίον της αλλά και έναντι των τριών παιδιών του. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ότι πολλές φορές ο Καθ’ ου η Αίτηση ασκούσε σωματική βία εναντίον της ενώπιον των παιδιών, προκαλώντας τους φόβο και ανασφάλεια. Ειδική αναφορά γίνεται σε περιστατικό ημερομηνίας 22/09/2024, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οδήγησε σε καταγγελία του στην Αστυνομία. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της προσκόμισε σχετική βεβαίωση καταγγελίας.
Παρά τις όποιες προσπάθειες για επανασύνδεση, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι αυτή δεν κατέστη εφικτή ένεκα της συμπεριφοράς του Καθ’ ου η Αίτηση, με αποτέλεσμα η ίδια και τα ανήλικα τέκνα τους να αποχώρησαν από τη συζυγική κατοικία την 01/03/2025. Έκτοτε, όπως υποστηρίζει, ουδέποτε παρεμπόδισε την επικοινωνία του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα, πλην όμως αυτή πραγματοποιείται παρουσία της ίδιας ή τρίτου προσώπου, λόγω της ιδιαίτερα μικρής ηλικίας των ανηλίκων, αλλά και του φόβου της για πιθανές εντάσεις ή εκρήξεις θυμού εκ μέρους του Καθ’ ου η Αίτηση. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ζητά συχνά επικοινωνία σε ακατάλληλες ώρες ή χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της.
Σε σχέση με την ανήλικη θυγατέρα του Καθ’ ου η Αίτηση από προηγούμενο γάμο, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ίδια έχει αναπτύξει στενό δεσμό μαζί της, αναφέροντας ότι την αποκαλεί «μαμά» και επικοινωνούν σχεδόν καθημερινά, μέσω τηλεφώνου και βιντεοκλήσεων. Υποστηρίζει επίσης ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, ήταν η ίδια που αναλάμβανε τη μεταφορά της σε δραστηριότητες καθώς και τη συνεννόηση με τη μητέρα της, εφόσον ο Καθ’ ου η Αίτηση αδυνατούσε να διατηρήσει ομαλή επικοινωνία μαζί τους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αρκετές φορές λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής ώστε να διατηρείται κάποια επαφή μεταξύ της ανήλικης και του Καθ’ ου η Αίτηση. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της προσκόμισε σχετικές φωτογραφίες και μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της ίδιας και της ανήλικης, αλλά και της μητέρας της.
Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, ο Καθ’ ου η Αίτηση, απορρίπτει εκ νέου τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αβάσιμους και ισχυρίζεται ότι η τελευταία απέσυρε την καταγγελία της εναντίον του για άσκηση βίας. Περαιτέρω, επαναλαμβάνει ότι η επικοινωνία του με τα ανήλικα περιορίζεται συστηματικά και μονομερώς από την Αιτήτρια, ενώ όπως υποστηρίζει συμμορφώθηκε με κάθε απαίτηση της όσον αφορά τις συνθήκες φιλοξενίας και μεταφοράς των ανηλίκων. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του προσκόμισε δέσμη εγγράφων.
Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, η Αιτήτρια επαναλαμβάνει και ενισχύει τους ισχυρισμούς που προέβαλε με την αρχική της ένορκη δήλωση, απορρίπτοντας εκ νέου ως αναληθείς τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση, συμπεριλαμβανομένου και του ισχυρισμού περί δήθεν απόσυρσης της καταγγελίας που υποβλήθηκε εναντίον του.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η όποια επικοινωνία του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα πραγματοποιείται υπό συνθήκες που συχνά προκαλούν στα ανήλικα αναστάτωση, λόγω της συμπεριφοράς του προς την ίδια. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση εξακολουθεί να μην διαθέτει επαρκή πρακτική ετοιμότητα και κατάλληλο εξοπλισμό για τη φροντίδα και την ασφαλή μεταφορά των ανηλίκων, λαμβανομένης υπόψη της πολύ μικρής τους ηλικίας, ενώ επαναλαμβάνει ότι τα ανήλικα δυσκολεύονται να παραμένουν μακριά της για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παρά ταύτα, η Αιτήτρια δηλώνει ότι δεν επιδιώκει την αποκοπή της επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα, αλλά αποδέχεται τη ρύθμισή της υπό όρους που η ίδια θεωρεί ασφαλείς και συμβατούς με την ηλικία και τις ανάγκες τους. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας χωρίς διανυκτέρευση, περιορισμένης διάρκειας και σε καθορισμένες ημέρες και ώρες κάθε εβδομάδας.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:
Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις[3]:
(α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
(β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή και
(γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξ υπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις[4]. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως[5], σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.
Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα[6], ενώ δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση[7].
Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, ήτοι του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου Ν.216/90 στην προκειμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με το άρθρο 5(1)(α) του Ν.216/90 η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου νόμου:
«(1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.
(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.
(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.»
Κατά το άρθρο 7 του Ν.216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588:
«Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».
Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά. (2002) 1 ΑΑΔ 1446, λέχθηκε επίσης ότι:
«Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία. Βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδη, (2000) 1 ΑΑΔ 1108 από την οποία και η πιο κάτω επιγραμματική διατύπωση της αρχής: «Η ύψιστη αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει πάντα να έχει υπόψιν σε τέτοιες υποθέσεις είναι η ευημερία του ανηλίκου.»»
Στο σύγγραμμα της Έφης Κουνουγιέρη Μανωλεδάκη[8] αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Ως συμφέρον του παιδιού εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδος συμφέρον. Πρόκειται όπως είναι φανερό για αόριστη νομική έννοια, με αξιολογικό περιεχόμενο, που εξειδικεύεται από το Δικαστή, άρα η κρίση του τελευταίου, ως προς το αν ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων (η ύπαρξη των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο ουσίας) εξυπηρετείται in abstracto το συμφέρον του παιδιού υπόκειται στον έλεγχο του Α.Π. Το συμφέρον του ανηλίκου αποτελεί μια έννοια γενική και είναι καθήκον του εκάστοτε δικαστή να το εξειδικεύσει και να το προστατεύσει».
Όπως, επίσης αναφέρεται στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, του Α. Γεωργιάδη[9]:
«Η γονική μέριμνα είναι λειτουργικό δικαίωμα, διότι η άσκηση του δεν έχει σκοπό να ικανοποιήσει μόνο τα συμφέροντα του γονέα, αλλά πρωτίστως τα συμφέροντα του τέκνου.»
Σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν.216/90 :
«(1) Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».
Στο σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου, ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ, αναφέρονται σχετικά τα πιο κάτω:
«Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων.
Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες»[10].
Παραθέτω επίσης απόσπασμα, από την απόφαση Μαρία Μαυρονικόλα ν. Άντη Ξάνθου (2011) 1 Α.Α.Δ. 293, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω:
«Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι γονείς έχουν συλλογική ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά τους».
Παραπέμπω, επίσης, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστήριού στην Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.
Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό.[3] Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του.»
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ:
Προτού προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης, κρίνεται σκόπιμο όπως αναφερθώ στην μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, καθότι αμφότερες οι πλευρές συμπεριέλαβαν ισχυρισμούς, μέρος των οποίων δεν σχετίζεται επακριβώς με τα επίδικα θέματα και την αιτούμενη θεραπεία και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, οι εν λόγω ισχυρισμοί, θα πρέπει να αγνοηθούν και να μη ληφθούν υπόψιν.
Επιπρόσθετα, αναδείχθηκαν από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αρκετοί αντικρουόμενοι ισχυρισμοί, επί διάφορων γεγονότων και περιστατικών για τους οποίους το Δικαστήριο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση, ιδίως εκείνων που αφορούν την ουσία της εναρκτήριας αίτησης και οι οποίοι θα εξεταστούν ενδελεχώς κατά το διερευνητικό στάδιο της υπόθεσης, όπου έχοντας ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, το Δικαστήριο θα καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον των τέκνων των διαδίκων[11].
Μελέτησα με προσοχή την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων αλλά και τα όσα οι συνήγοροι τους ανέφεραν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και υπό το φως του προαναφερόμενου νομικού πλαισίου προχωρώ στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης.
Όσον αφορά την ένσταση της Αιτήτριας σχετικά με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, επαναλαμβάνεται ότι, το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης δεν εξέδωσε οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα, αλλά έδωσε οδηγίες για επίδοση της στην Αιτήτρια, όπως και έγινε. Συνεπώς, όλα τα ουσιώδη γεγονότα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν υφίσταται ζήτημα μη αποκάλυψης, καθώς η επίδοση της αίτησης αφαιρεί από αυτήν την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και την μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως[12].
Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 σχετικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
Στην υπό εξέταση αίτηση, ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι ο πατέρας των ανηλίκων, ήτοι ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας, ενώ από τις ένορκες δηλώσεις αμφοτέρων των διαδίκων προκύπτει ότι, μετά τη διάστασή τους τα ανήλικα διαμένουν με την Αιτήτρια, στην οποία έχει ανατεθεί προσωρινά η φύλαξη και φροντίδα τους δυνάμει σχετικού προσωρινού διατάγματος.
Περαιτέρω, συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι αμφότεροι αναγνωρίζουν το δικαίωμα επικοινωνίας των ανηλίκων με το γονέα που δεν διαμένει μαζί τους, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 17 του Ν.216/90. Τόσο από την ένσταση όσο και από τις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας που τη συνοδεύουν, προκύπτει πως η τελευταία ουσιαστικά δέχεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δικαιούται όπως έχει επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του. Εκεί όπου οι διάδικοι διαφωνούν και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι το περιεχόμενο και τον τρόπο άσκησης της επικοινωνίας αυτής. Κρίνω επομένως ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρούνται.
Η υπό εξέταση αίτηση αποσκοπεί στη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Η φύση δηλαδή της συγκεκριμένης αίτησης άπτεται της προστασίας και ρύθμισης νομοθετικά κατοχυρωμένου δικαιώματος, γεγονός που τη διαφοροποιεί από τις διαδικασίες που απώτερος σκοπός τους είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων[13].
Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσδιορισμός του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Αντίθετα, η καταστρατήγηση του δικαιώματος αυτού δύναται να πλήξει σοβαρά τα συμφέροντα των ανηλίκων και να οδηγήσει σε ενδεχόμενη αποξένωσή τους από τον πατέρα τους. Συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.
Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρείς εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ως γενική αρχή, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει να λάβει πρωτίστως υπόψη τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση Γ. Δ. κ.α. v. Α. Β. κ.α.[14] όπου επισημάνθηκε ουσιαστικά ότι μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων δύναται να αποκλείσει το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο τα παιδιά δεν διαμένουν. Η όποια απόφαση ληφθεί θα πρέπει να διασφαλίζει τον περιορισμό της περαιτέρω επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης και ιδανικά την αποκατάσταση της.
Επαναλαμβάνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι αμφότεροι αναγνωρίζουν το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα. Εξάλλου, η ίδια η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι ουδέποτε παρεμπόδισε την επικοινωνία του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα, αλλά ότι αυτή πραγματοποιείται παρουσία της ίδιας ή τρίτου προσώπου. Περαιτέρω, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της δηλώνει ότι αποδέχεται τη ρύθμισή της επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα, προτείνοντας μάλιστα συγκεκριμένο πρόγραμμα.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω δικαιολογημένη την έκδοση διατάγματος ρύθμισης της επικοινωνίας του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα, η οποία, υπό τις περιστάσεις, κρίνεται εύλογα αναγκαία για το συμφέρον και την ευημερία των ανηλίκων, ενώ παράλληλα διασφαλίζει σταθερότητα στη ζωή των διαδίκων μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης.
Σε σχέση με το αίτημα του Καθ’ ου η Αίτηση για έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει διανυκτερεύσεις με τα ανήλικα, κρίνω ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της εναρκτήριας αίτησης, όταν το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας, αλλά και την προνοούμενη από τον Κ.5(1) του ΔΚ. 1/72 έκθεση της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας.
Συνακόλουθα, έχοντας λάβει υπόψη τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου στη παρούσα διαδικασία και τις αρχές που διέπουν αιτήσεις της παρούσας φύσης, εκδίδω το ακόλουθο διάταγμα:
Προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ’ ου η Αίτηση με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, Ε.Σ. και Α.Σ., ως ακολούθως:
Κάθε πρώτη, τρίτη και ούτω καθεξής εβδομάδα εκάστου μηνός:
(α) Τετάρτη από η ώρα 16:00 μέχρι η ώρα 18:30.
(β) Σάββατο από η ώρα 09:00 μέχρι η ώρα 12:00.
Κάθε δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα εκάστου μηνός:
(α) Τρίτη από η ώρα 16:00 μέχρι η ώρα 18:30.
(β) Πέμπτη από η ώρα 16:00 μέχρι η ώρα 18:30.
Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως παραδίδει τα ανήλικα στον Καθ’ ου η Αίτηση στον τόπο διαμονής της και τα παραλαμβάνει από τον Καθ’ ου η Αίτηση στον τόπο διαμονής της.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση διατάσσεται όπως παραλαμβάνει τα ανήλικα από την Αιτήτρια στον τόπο διαμονής της και τα παραδίδει στην Αιτήτρια στον τόπο διαμονής της.
Το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα θα έχει ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης ή την έκδοση νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Νοείται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση θα φροντίσει να εφοδιάσει το αυτοκίνητο του με κατάλληλα για την ηλικία των ανηλίκων καθίσματα για την ασφαλή μεταφορά τους.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της αίτησης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήρια αίτησης, σε καμία περίπτωση όμως δεν θα είναι εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση.
(Υπ.)………………………..
Θ. Διάκου, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Άρθρο 6(3) του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου Ν.216/1990 και Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ.1/2022, 07/07/2022 και Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130
[2] Β. Βαθρακοκοίλη, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004, σελ. 907
[3] Βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 ΑΑΔ 557, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (1994) 1 ΑΑΔ 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253
[4] Βλ. υποσημείωση 3 (ανωτέρω), σελ. 569
[5] Βλ. υποσημείωση 3 (ανωτέρω)
[6] Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ’’Βασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 AAD 788, 795 και Films Rover Limited v. Cannon Film Sales Limited (1987) 1 W.L.R. 670
[8] Έφη Κουνουγιέρη Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, Τρίτη έκδοση, 2003, σελ. 268.
[9] Απόστολου Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τέταρτη Έκδοση, 2025, σελ. 618
[10] Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου, ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ, Τόμος VII, σελ. 228-229
[11] Δαμιανού ν. Δαμιανού (1989) 1Ε ΑΑΔ 29
[12] Βλ. Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 ΑΑΔ 43, Μαρκιτανής v. Μουτζούρη (2000) 1 ΑΑΔ 923, Αυγή Κασπάρη κ.ά. v. Βάσου Ανδρέου (2004) 1 ΑΑΔ 784
[14] Βλ. υποσημείωση 1 (ανωτέρω)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο