ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ
Ενώπιον: Κ. Χατζηαθανασίου Σιάμτανη Π. Οικ. Δικ.
Aίτηση αρ. 1/25
Μεταξύ:
Χ. Σ. από τη Λεμεσό Αιτήτριας
ΚΑΙ
Θ.Τ. από τη Λεμεσό
Καθ’ ου η αίτηση
----------------------
Αίτηση ημ 14/1/2025.
Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κα Κ. Λούτσιου
Για Καθ' ου η Αίτηση: κος Χρ. Χατζηελευθερίου
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Αιτήτρια στις 7/1/2025 καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής οικίας των διαδίκων. Στις 14/1/2025 καταχώρησε και μονομερή αίτηση ζητώντας τα ακόλουθα διατάγματα.
Ζητώντας τα ακόλουθα διατάγματα:
Α) Διάταγμα και/ή Απόφαση με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος να εγκαταλείψει και να αφαιρέσει τα αντικείμενα και εξοπλισμό της εργασίας του από την πρώην κατοικία των διαδίκων η οποία βρίσκεται στη διεύθυνση ΧΧΧ Παρεκκλησιά, Λεμεσό μέχρι την πλήρη αποπεράτωση και εκδίκαση της παρούσας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Β) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται να παρενοχλεί, χρησιμοποιεί ή με άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ελεύθερη χρήση της αναφερόμενης κατοικίας από την Ενάγουσα μέχρι την πλήρη αποπεράτωση και εκδίκαση της παρούσα αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγή του Δικαστηρίου,
Γ. Διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να εισέρχεται στην πιο πάνω κατοικία και οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η οικία μέχρι την πλήρη αποπεράτωση και εκδίκαση της παρούσας Αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.
Την αίτηση της στηρίζει στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/90 άρθρα 11.12.26 και 17 (1), στο άρθρο 111 του Συντάγματος, στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1990 Καν 3,7,8 και 11 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Ως λόγο για την υποβολή της αίτησης χωρίς ειδοποίηση προς τον Καθ’ ου η Αίτηση η Αιτήτρια αναφέρει ότι «Έχει σταλεί επιστολή και ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνείται να αφαιρέσει τον εξοπλισμό της εργασίας του από το ακίνητο.»
Η Αιτήτρια στη μονομερή αίτηση που παρουσίασε στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πρόβαλε τα ακόλουθα γεγονότα και ισχυρισμούς:
Ότι με τον Καθ’ ου η Αίτηση παντρεύτηκαν το 2017 και ότι απέκτησαν ένα παιδί σήμερα 2.5 χρονών.
Ότι μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην ιδιόκτητη κατοικία της την οποία αργότερα πώλησε και με τα χρήματα που πήρε αγόρασε ένα οικόπεδο εντός του οποίου έκτισε την επίδικη κατοικία, δηλαδή την οικογενειακή στέγη.
Η σχέση τους κλονίστηκε στη συνέχεια εξαιτίας της έλλειψης επικοινωνίας και συνεννόησης που ξεκίνησε από τον Καθ’ ου η Αίτηση καθώς ο Καθ’ ου η Αίτηση μετά τη γέννηση του παιδιού τους άρχισε να παρουσιάζει τάσεις φυγής, απουσίαζε από το σπίτι πολλές ώρες, αδιαφορούσε και είχε συμπεριφορά προσβλητική απέναντι της. Επίσης συμπεριφερόταν απρεπώς μπροστά στο ανήλικο.
Εν τέλει, όπως αναφέρει η Αιτήτρια, μετά από συζήτηση μεταξύ τους και κοινή απόφαση και των δύο ο Καθ’ ου η Αίτηση αποχώρησε από την οικία γιατί εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν να ζουν κάτω από την ίδια στέγη.
Ο ανήλικος από τη διάσταση διαμένει μαζί της στην επίδικη κατοικία και ο Καθ’ ου η Αίτηση συνεισφέρει με €200 στη διατροφή του.
Όπως αναφέρει στη συνέχεια από την αποχώρηση του ο Καθ’ ο υ η Αίτηση από την κατοικία διέμενε στη λυόμενη κατοικία που βρίσκεται δίπλα στην επίδικη κατοικία και αργότερα μετακόμισε σε ενοικιαζόμενη κατοικία.
Ταυτόχρονα έλαβε άδεια επ’ ονόματι του για να κτίσει γεωργική αποθήκη. Αντ’ αυτού κατασκεύασε παράνομα και χωρίς την απαιτούμενη συγκατάθεση και άδεια από τις αρμόδιες αρχές εργοστάσιο, εργαστήρι για την εργασία του, το οποίο έγινε χωρίς τη θέληση της και το οποίο θέλει να αφαιρεθεί από τον οικόπεδο της, καθώς έχει η ίδια την ποινική ευθύνη για ότι ανεγείρεται και τοποθετείται εντός του οικοπέδου.
Επίσης ο Καθ’ ου η Αίτηση τοποθέτησε κάμερες κλειστής παρακολούθησης για να παρακολουθεί τον εξοπλισμό της εργασίας του. Αρχικά τις τοποθέτησε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού της για να παρακολουθεί ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Μετά από παράπονο της στην Αστυνομία άλλαξε την κατεύθυνση των καμερών.
Η ίδια προέβη σε καταγγελίες εναντίον του για τα πιο πάνω. Επισυνάπτει βεβαίωση της Αστυνομίας.
Στις 5/12/2024 ο δικηγόρος της απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους του Καθ’ ου η Αίτηση ζητώντας από τον Καθ’ ου η Αίτηση να παραλάβει τα αντικείμενα του από την οικία της Αιτήτριας εντός 5 ημερών από τη λήψη της.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνήθηκε να τα μαζέψει και ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση επέμβασης στην περιουσία του θα λάβουν νομικά μέτρα εναντίον του.
Όπως αναφέρει περαιτέρω από μέρα σε μέρα θα αρχίσουν ποινικές διώξεις εναντίον τις για τις παρανομίες του Καθ’ ου η Αίτηση που ανήγειρε επί της περιουσίας της.
Επιπλέον επειδή ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει τον εξοπλισμό του στο ακίνητο της μπαινοβγαίνει καθημερινά στην περιουσία της παραβιάζοντας την ιδιωτικότητα της.
Ζει συνεχώς μέσα στο φόβο και την ανησυχία ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση θα εισέρχεται στο σπίτι της ετσιθελικά όποτε ο ίδιος το θελήσει. Δεν μπορεί να απολαύσει ελεύθερα την ζωή της και την οικία της και νιώθει συνεχώς ότι κάποιος την παρακολουθεί. Τα πιο πάνω την έχουν επηρεάσει τόσο ψυχικά όσο και ψυχολογικά.
Όπως αναφέρει περαιτέρω ο Καθ’ ου η Αίτηση διατηρεί πλησίον ξενοδοχείου χώρο στον οποίο αποθήκευε τον εξοπλισμό του, έτσι έχει κατάλληλο χώρο για φύλαξη των αντικειμένων και του εξοπλισμού του.
Ζητά γι’ αυτό την έκδοση των πιο πάνω προσωρινών διαταγμάτων καθώς ως εισηγείται συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση τους. Θεωρεί δε ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στον Καθ’ ου η Αίτηση από την έκδοση των διαταγμάτων.
Το Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση έκρινε ορθό να ακούσει τη θέση και της άλλης πλευράς έτσι διέταξε την επίδοση της στον Καθ’ ου η Αίτηση, ο οποίος αντέδρασε με ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
Ως λόγους ένστασης ουσιαστικά προβάλλει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ότι η αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας, είναι καταχρηστική και δεν έχει δείξει λόγους η Αιτήτρια για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της. Επίσης προβάλλεται ότι η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει και δεν συγκεκριμενοποιεί τη νομική βάση και τις νομικές αρχές ως και τους κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται και ότι απουσιάζει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 το οποίο αποτελεί τη νομιμοποιητική βάση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Η ένσταση του στηρίζεται στα γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του.
Αναφέρει καταρχάς ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε τα πραγματικά γεγονότα και τα παρουσίασε όπως την βολεύουν, τα παραποίησε και τα παρουσίασε στην προσπάθεια της να δημιουργήσει τετελεσμένα εναντίον του.
Παραδέχεται στη συνέχεια το γάμο του με την Αιτήτρια και την απόκτηση του παιδιού τους.
Επίσης αναφέρει ότι στην ιδιόκτητη της κατοικία ο ίδιος πραγματοποίησε ανακαίνιση γι’ αυτό και πουλήθηκε σε ψηλότερη τιμή. Μετά δε την πώληση της αγόρασαν οικόπεδο εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη κατοικία την οποία έκτισαν με το ποσό της πώλησης την άλλης κατοικίας αλλά και χρήματα που πρόσφερε ο ίδιος από τα δικά του εισοδήματα.
Αφού απορρίπτει τα όσα του καταλογίζει η Αιτήτρια ως προς τη συμπεριφορά του αναφέρει ότι τα προβλήματα τους άρχισαν κατά το 2022 ένεκα της συμπεριφοράς της Αιτήτριας. Υποδεικνύοντας ότι οι κατηγορίες που του καταλογίζει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Είναι περαιτέρω η θέση του ότι περί τον Ιούνιο του 2024 η Αιτήτρια τον εκδίωξε από τη συζυγική τους κατοικία, μετά από ξέσπασμα θυμού και κακής συμπεριφοράς της Αιτήτριας απέναντι του γιατί της υπέδειξε ότι το παιδί τους δεν ήταν σωστό να ζει με τρεις μεγαλόσωμους σκύλους. Όπως ισχυρίζεται περαιτέρω η Αιτήτρια άρχισε να φωνάζει και να συμπεριφέρεται άσχημα κλειδώνοντας τον εκτός της συζυγικής κατοικίας, αλλάζοντας στη συνέχεια κλειδαριές και απαγορεύοντας του την είσοδο. Αργότερα τον κάλεσε να μεταβεί να παραλάβει τα αντικείμενα του στην παρουσία τρίτων.
Όσον αφορά το γιο τους από την ημέρα της διάστασης καταβάλλει γι’ αυτόν €250 μηνιαίως και τα έξοδα του όταν το παιδί βρίσκεται μαζί του. Αναφέρει ακόμα ότι ρυθμίστηκε ένα πρόγραμμα επικοινωνίας σε αίτηση γονικής μέριμνας που καταχώρησε.
Μετά την εκδίωξη του από το σπίτι ο ίδιος ενοικίασε οικία 2 υπνοδωματίων καταβάλλοντας ενοίκιο περί τα €1300 μηνιαίως για να εξυπηρετεί και τις ανάγκες του ανήλικου τέκνου τους.
Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι εκδόθηκε άδεια επ’ ονόματι της για γεωργική αποθήκη και υποστηρίζει ότι το επίδικο οικόπεδο εντός του οποίου ανεγέρθηκε η κατοικία τους αποτελεί διαφιλονικούμενη περιουσία η οποία αποκτήθηκε εντός του γάμου τους και η δημιουργία αποθηκευτικού χώρου πραγματοποιήθηκε κατόπιν σύμφωνης γνώμης και συνεννόησης του με την Αιτήτρια.
Όσον αφορά τις κάμερες υποστηρίζει ότι έχει αλλάξει την κατεύθυνση τους από τη στιγμή που του ζητήθηκε και ότι τις έχει εγκαταστήσει για να επιβλέπει την αποθήκη αφού διατηρεί μέσα τα αντικείμενα του και τα εργαλεία του που είναι απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματος του και ότι είναι για την ασφάλεια της αποθήκης.
Είναι δε η θέση του ότι δεν μπορεί ν’ αποθηκεύσει στο σπίτι που έχει ενοικιάσει τον εξοπλισμό και τα εργαλεία του καθώς τα εργαλεία είναι αιχμηρά και θα εξέθεταν σε κίνδυνο το ανήλικο τέκνο τους.
Όσον αφορά τη σωρεία καταγγελιών εναντίον του από την Αιτήτρια υποστηρίζει ότι αυτές έγιναν κακόβουλα με αποκλειστικό σκοπό να τον πλήξουν.
Τέλος υποστηρίζει ότι μεταβαίνει στην εν λόγω κατοικία μόνο όταν χρειάζεται να παραλάβει τον εξοπλισμό του και δεν προσβάλλει την ιδιωτικότητα της Αιτήτριας, παραμένει για λίγη ώρα και φεύγει από το ακίνητο χωρίς να ενοχλήσει.
Είναι η θέση του ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για την Αιτήτρια, ενώ αντίθετα θα προκληθεί ζημιά στον ίδιο καθότι δεν θα μπορεί να εισέρχεται στην κατοικία του με σκοπό να παραλάβει όλα τα εργαλεία του και αντικείμενα τα οποία βρίσκονται στον αποθηκευτικό χώρο και τα οποία είναι απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματος του και εν γένει του βιοπορισμού του αλλά και του ανήλικου τέκνου τους.
Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους.
Νομική Πτυχή
Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
β. ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και
γ. ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία [βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015.]
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις.
Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.
Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.
Τέλος όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152].
Σε αυτό το στάδιο ακόμη, το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984 1 C.L.R. 263], Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DD (1999), 1 (A) 227, στη σελ. 236.] Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39.
Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αναλύθηκε σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν’ ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν αυτά ευρίσκοντο εντός του πεδίου γνώσης του Αιτητή. [Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού (1992) 1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd (1996) 1 (A) A.A.Δ. 597, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. v. Τimberland Co. (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού v. Σεβαστού, (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980].
Στις περιπτώσεις ακόμα μονομερών αιτήσεων πρέπει να καταδεικνύεται το επείγον του αιτήματος.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διατάχθηκε επίδοση της μονομερούς αίτησης.
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
Με οδηγό τις παραπάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, συνεκτιμώντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων με προσοχή και μόνο για σκοπούς διαπίστωσης της πλήρωσης των τριών προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, χωρίς να καταλήξω σε τελικά ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων.
Προέχει η εξέταση της ένστασης του Καθ’ ου η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει και δεν συγκεκριμενοποιεί τη νομική βάση, τις νομικές αρχές ως και τους κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση της και ότι απουσιάζει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 το οποίο αποτελεί τη νομιμοποιητική βάση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Είναι γεγονός, ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που περικλείει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση αίτηση και ταυτόχρονα παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να της επιληφθεί. Αποτελεί δηλαδή δικαιοδοτική διάταξη. Στην υπό κρίση υπόθεση όμως δεν βλέπω πως έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από την εν λόγω παράλειψη. Επίσης δεν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα ν’ ακουστεί.
Περαιτέρω με την επίδοση μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου της μονομερούς αίτησης εκπροσωπήθηκε από δικηγόρους. Με το χειρισμό δε της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση αντιλήφθηκε πολύ καλά τη φύση και το σκοπό της αίτησης την οποία αντιμετώπισε με πλήρη επάρκεια. Επιπλέον τόσο στην ένσταση του, όσο και με την αγόρευση του δικηγόρου του αναλύει πλήρως τις προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
Θεωρώ συνεπώς ότι η παραπάνω παράλειψη της Αιτήτριας δεν θα ήταν ορθό να έχει ως επίπτωση την απόρριψη της αίτησης, παρότι είναι γεγονός, ότι η Αιτήτρια ουδέν μέτρο έχει λάβει για άρση της παρατυπίας, χωρίς να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης του Καθ’ ου η Αίτηση.
Συνεπώς προχωρώ στην εξέταση της ουσίας του αιτήματος της.
Παραθέτω τη σχετική διάταξη.
Το άρθρο 17 (1) του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90), το οποίο αποτελεί και το δικαιοδοτικό βάθρο του αιτήματος για παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης της στέγης, το οποίο και έχει περιλάβει στη νομική της βάση, προνοεί τα ακόλουθα:
"Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από του συζύγους, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις."
Από την πιο πάνω διάταξη, προκύπτει ότι η παραχώρηση της συζυγικής στέγης γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός, το συμφέρον των τέκνων αν υπάρχουν και τις αρχές της επιείκειας. Ο νομοθέτης φαίνεται ακόμα να μην έχει θέσει όρια προσδιορισμού των ειδικών συνθηκών, οι οποίες κρίνονται από το Δικαστήριο με βάση τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
Η ψυχική και σωματική υγεία των συζύγων, αλλά και η οικονομική τους κατάσταση, η δυσχέρεια ανεύρεσης στέγης, μπορεί να αποτελέσουν επίσης ειδικές συνθήκες.
Προκύπτει ακόμα από την εν λόγω διάταξη, ότι δεν έχει σημασία για την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής στέγης ποιος είναι ο κύριος του σπιτιού. Σημασία έχει ότι αποτελεί τη συζυγική στέγη των διαδίκων. Ούτε ασφαλώς ενδιαφέρουν σε αυτή τη διαδικασία, αλλά ούτε και επηρεάζονται οποιαδήποτε περιουσιακά δικαιώματα και αξιώσεις επί του συγκεκριμένου ακινήτου οποιουδήποτε διαδίκου, επομένως οι αναφορές αμφότερων των διαδίκων για τη συνεισφορά τους στην απόκτηση του ακινήτου όπου βρίσκεται η οικογενειακή στέγη ουδεμία σημασία έχουν για την παραχώρηση της συζυγικής στέγης.
Από το μαρτυρικό υλικό που έχω ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι διάδικοι ευρίσκονται σε διάσταση από τον Ιούνιο του 2024 γεγονός που επιβεβαιώνει ο Καθ’ ου η Αίτηση και ότι ο τελευταίος έχει ήδη μετακινηθεί και έχει ενοικιάσει άλλο διαμέρισμα για να διαμένει.
Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, λοιπόν είναι αδιαμφισβήτητη.
Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα και από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει διακοπή της συμβίωσης, είναι πρόδηλο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης.
Επιπλέον εκείνο που αναδύεται έντονα από την ενώπιον μου μαρτυρία είναι η ύπαρξη σοβαρών εντάσεων στη σχέση των διαδίκων που οδήγησαν μάλιστα τον Καθ’ ου η Αίτηση να μετακινηθεί από τη συζυγική κατοικία. Οι προστριβές αυτές επιβεβαιώνουν από μόνες τους ότι η σχέση τους έχει διαταραχθεί.
Σημασία έχει επίσης ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση εργάζεται, έχει εισοδηματική ικανότητα και ήδη μετακινηθεί από τη συζυγική κατοικία.
Περαιτέρω από το μαρτυρικό υλικό που έχω ενώπιον μου προκύπτει ότι παρά την αποχώρηση του Καθ’ ου η Αίτηση εξακολουθούν να υπάρχουν εντάσεις από τις επισκέψεις του Καθ’ ου η Αίτηση εντός του ακινήτου που βρίσκεται η συζυγική στέγη. Μάλιστα ο Καθ’ ου η Αίτηση παραδέχεται ότι έχει αρχικά τοποθετήσει κάμερες οι οποίες ήταν στραμμένες προς τη συζυγική στέγη, τις οποίες σήμερα κατόπιν παραπόνου της Αιτήτριας έχει στρέψει αλλού.
Παρά δε την αποχώρηση του από τη συζυγική κατοικία εντούτοις μεταβαίνει στο ακίνητο στο οποίο έχει τα εργαλεία του. Η Αιτήτρια ζει με το φόβο για την ίδια και το παιδί ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση μπορεί να εισέρχεται όποτε ο ίδιος το θελήσει στο σπίτι.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει ότι μεταβαίνει στο ακίνητο χωρίς να ενοχλεί και μόνο για σκοπούς των εργαλείων του που διατηρεί στην αποθήκη εντός του ακινήτου που βρίσκεται η συζυγική κατοικία.
Δεν είναι ώρα για αξιολόγηση της αξιοπιστίας των διαδίκων ούτε για να καταλήξει το Δικαστήριο σε τελικά ευρήματα.
Εκείνο που προκύπτει από την εκατέρωθεν μαρτυρία είναι ότι η συνύπαρξη των δύο συζύγων, στον ίδιο χώρο είναι αδύνατη και δημιουργεί εντάσεις.
Με βάση τα πιο πάνω υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Αλλά και η Τρίτη προϋπόθεση συντρέχει καθώς η ψυχική ηρεμία της Αιτήτριας και το παιδιού δεν μπορεί ν’ αποκατασταθεί με οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε μεταγενέστερο στάδιο. Η παρούσα υπόθεση αφορά τις οικογενειακές σχέσεις των συζύγων. Οι δυσμενείς συνέπειες από τις επανειλημμένες εντάσεις των διαδίκων στη ψυχολογική κατάσταση της Αιτήτριας και ηρεμία του παιδιού των διαδίκων δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, ούτε μπορούν να αποκατασταθούν σε μεταγενέστερο στάδιο με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Και όπως επισημαίνεται στην Κατσουρίδης v. Κατσουρίδης (1997) 1 (Α) Α.Α.Δ. 415 «δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς όπως στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων.»
Κρίνω τέλος ότι δίκαιο και ορθό όπως εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο να παραχωρείται η αποκλειστική χρήση της συζυγικής στέγης δηλαδή της κύριας κατοικίας στην οποία διαμένει η Αιτήτρια και το παιδί των διαδίκων στην Αιτήτρια και όπως απαγορευτεί η είσοδος του Καθ’ ου η Αίτηση στην κύρια κατοικία.
Το κατεπείγον της αίτησης είναι αυταπόδειχτο από τις επανειλημμένες εντάσεις των διαδίκων οι οποίες επιβεβαιώνονται από αμφότερους τους διάδικους.
Όσον αφορά το αίτημα της Αιτήτριας να διαταχθεί ο Καθ’ ου η Αίτηση να αφαιρέσει τα εργαλεία του από τη γεωργική αποθήκη χώρο που ως παρουσιάζεται φυλάσσει τα επαγγελματικά εργαλεία εντός του ακινήτου όπου βρίσκεται η συζυγική κατοικία τέτοιο αίτημα εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ούτε ασφαλώς το παρόν Δικαστήριο μπορεί ν’ αποφασίσει επί ενδεχόμενης ανέγερσης οποιουδήποτε παράνομου υποστατικού εντός του επίδικου ακινήτου. Οι οποιεσδήποτε παρανομίες εντός του επίδικου ακινήτου δεν αφορούν το παρόν Δικαστήριο, αλλά λήψη μέτρων από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει άλλων νομοθεσιών.
Τέλος όσον αφορά την παραπάνω κατασκευή η οποία ανεγέρθηκε εντός του οικοπέδου της Αιτήτριας και αν αυτή αποτελεί επαγγελματική στέγη ή μέρος της συζυγικής κατοικίας, η αποθήκης δεν μπορεί το Δικαστήριο με το μαρτυρικό υλικό που έχει ενώπιον του να καταλήξει σε τελικά ευρήματα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, χωρίς το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη τη μαρτυρία των διαδίκων.
Συνακόλουθα κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων.
Α) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της συζυγικής στέγης, που αποτελείται από την κύρια κατοικία των διαδίκων στην οποία διέμεναν μέχρι τον Ιούνιο του 2024 και βρίσκεται στη διεύθυνση ΧΧΧ στην Παρεκκλησιά στη Λεμεσό.
Με δεδομένο ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει ήδη εγκαταλείψει τη συζυγική κατοικία δεν εκδίδεται οποιοδήποτε διάταγμα.
Β) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να εισέρχεται στην συζυγική η οποία αποτελείται από την κύρια κατοικία στην οποία διέμεναν οι διάδικοι μέχρι τον Ιούνιο του 2024, η οποία βρίσκεται στη διεύθυνση ΧΧΧ στη Παρεκκλησιά στη Λεμεσό.
Τα προσωρινά διατάγματα καθίστανται απόλυτα και θα ισχύουν μέχρι εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης θεωρώ ορθό όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα.
(Υπ.) ....................
Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη Π.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο