ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Αρ. Αίτησης: 146/2023
Μεταξύ:
Α.Ε
Αιτητής
και
Δ.Α
Καθ’ ης η αίτηση
Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή : κος Δημήτρης Θωμά για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για την Καθ’ ης η αίτηση : κα Ευαγγελία Λαζαρίδου
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι διάδικοι απέκτησαν από σχέση που διατηρούσαν την ανήλικη Π, η οποία γεννήθηκε στις ΧΧ/ΧΧ/2014. Στις 15/09/2020 εκδόθηκε διάταγμα στην αίτηση διατροφής με αρ. 144/2017 με το οποίο ο Αιτητής διατάχθηκε να καταβάλλει στην Καθ’ ης η αίτηση το ποσό των €300 μηνιαίως ως συνεισφορά του για την διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου τους.
Με την υπό κρίση αίτηση, ο Αιτητής αιτείται την τροποποίηση του διατάγματος διατροφής και τη μείωση του ποσού της διατροφής στο ποσό των €50 μηνιαίως.
Η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία ζητά όπως το διάταγμα διατροφής ημερομηνίας 15/09/2020 στην αίτηση διατροφής με αρ. 144/2017 συνεχίσει να ισχύει.
Η ακρόαση της Αίτησης και Ανταπαίτησης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, διεξήχθη με την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων. Οι διάδικοι περιορίστηκαν στην κατάθεση των ενόρκων δηλώσεων τους και δεν αντεξετάστηκαν. Ακολούθως οι δικηγόροι και των δυο πλευρών κατέθεσαν τις γραπτές αγορεύσεις τους.
Ο Αιτητής προβάλλει ως λόγο της αιτούμενης τροποποίησης το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος διατροφής έχουν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς οι συνθήκες και τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίχθηκε, γεγονός που κατά την άποψη του καθιστά αναγκαία την τροποποίηση του. Ισχυρίζεται ότι η συνέχιση καταβολής του ποσού που διατάχθηκε καθίσταται υπέρμετρα δυσχερής και ανέφικτη για τον Αιτητή.
Ο Αιτητής μέσα από τo δικόγραφo του, στηρίζει το δικαιολογημένο του αιτήματος του στον ισχυρισμό ότι από το 2021 δεν εργάζεται και δεν λαμβάνει οποιοδήποτε εισόδημα καθότι όπως ισχυρίζεται αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα που τον καθιστούν ανίκανο να εργαστεί, τα οποία αποδίδει στην καταστροφή της οικίας και του μαγαζιού του λόγω πυρκαγιάς το 2019 καθώς επίσης και στο θάνατο της 26χρονης θυγατέρας του μετά από αυτοκινητιστικό δυστύχημα τον Μάρτιο του 2023. Ισχυρίζεται ότι το 2021 τερματίστηκε η απασχόληση του και ότι έκτοτε δεν εργάζεται και ότι αντιμετωπίζει και διάφορα άλλα προβλήματα υγείας που επενεργούν αρνητικά ως προς την εξεύρεση εργασίας. Προβάλλει περαιτέρω τη θέση ότι είναι αναγκασμένος να καταβάλλει διάφορα ποσά για διάφορα είδη ενταλμάτων και για αστικά χρέη με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να δανείζεται χρήματα από οικεία πρόσωπα του τα οποία οφείλει να τους επιστρέψει. Στηρίζει επίσης το δικαιολογημένο του αιτήματος του στην κατ’ ισχυρισμό αύξηση των εισοδημάτων της Καθ’ ης η αίτηση καθότι όπως ισχυρίζεται η Καθ’ ης η αίτηση εργάζεται και έχουν αυξηθεί τα εισοδήματα της και ότι η Καθ’ ης η αίτηση λαμβάνει επιδόματα και συνεπώς, κατά την άποψη του, τα ποσά αυτά είναι ικανοποιητικά για την κάλυψη των αναγκών της ανήλικης. Περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι η ανήλικη έχει μεγαλώσει και αυτό κατά την άποψη του συνεπάγεται μείωση των εξόδων της.
Στην αντίπερα όχθη η Καθ’ ης η αίτηση μέσα από το δικόγραφο της αμφισβητεί τους ισχυρισμούς στους οποίους ο Αιτητής βασίζει το αίτημα του. Περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι η ανήλικη αντιμετωπίζει πολλαπλά προβλήματα υγείας και φοιτά σε ειδική μονάδα σε ειδικό τμήμα δημόσιου σχολείου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν καλύπτονται από το ΓΕΣΥ όλες οι επισκέψεις της ανήλικης σε διατροφολόγο, λογοπαθολόγο, λογοθεραπευτή, σε ιδιωτικό φροντιστήριο για μαθησιακή στήριξη και υποστήριξη και εργοθεραπεία. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ανήλικη χρειάζεται συνεχή επίβλεψη, φροντίδα και διατροφή και πέρα από τα ιατρικά έξοδα και φροντιστήρια έχει μεταφορικά έξοδα, και έξοδα ένδυσης και υπόδησης καθότι το βάρος της συνεχώς αυξομειώνεται.
Αρνείται τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αυτός δεν μπορεί να εργαστεί και ότι δεν έχει εισόδημα και αντ΄αυτού ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής προέβηκε στην αγορά νέου οχήματος και ότι συνεχίζει τη ζωή του κανονικά. Όσο αφορά την καταστροφή της οικίας και της επιχείρησης του, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής αποζημιώθηκε από ασφαλιστική εταιρεία. Ισχυρίζεται επίσης ότι από το 2021 ο Αιτητής θεωρείται άεργος και ότι ο λόγος που δεν εργάζεται είναι για να αποφεύγει τις ευθύνες του και προβάλλει τη θέση ότι εάν ο Αιτητής ήταν ανίκανος για εργασία θα μπορούσε να αποταθεί σε ιατροσυμβούλιο για να λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας. Αρνείται τους ισχυρισμούς του περί αύξησης των εισοδημάτων της. Ανταπαιτητικά ζητά τη συνέχιση του διατάγματος διατροφής, δεν αξιώνει όμως αύξηση αυτού.
Ο Αιτητής με το δικόγραφο της Απάντησης και της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση επαναλαμβάνει ότι από το 2021 λόγω της πυρκαγιάς που ξέσπασε στο μαγαζί του και των αντίξοων συνθηκών που ισχυρίζεται ότι βίωσε και του θανάτου της άλλης του θυγατέρας, αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και δεν μπορεί να εργαστεί, ότι έχει χρέη και οφειλές, ότι εκκρεμούν εντάλματα εναντίον του που αδυνατεί να καταβάλει, ότι ζει σε άθλιες συνθήκες λόγω άθλιας οικονομικής κατάστασης και ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται από το ιατροσυμβούλιο είναι συγκεκριμένες. Ισχυρίζεται ότι λαμβάνει βοήθεια από τον πατέρα του και μερικές φορές από τα ενήλικα παιδιά του. Περαιτέρω, αμφισβητεί τα έξοδα της ανήλικης.
Την 17/01/2024 εκδόθηκε εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα με το οποίο μειώθηκε το ποσό της διατροφής στο ποσό των €175 μηνιαίως από 1/2/2024.
Νομική Πτυχή
Το άρθρο 38 του νόμου Ν. 216/90 στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση ορίζει τα ακόλουθα:
«Αν αφότου εκδόθηκε η απόφαση που προσδιορίζει τη διατροφή μεταβλήθηκαν οι όροι της, το Δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει την απόφασή του, ή και να διατάξει τον τερματισμό της διατροφής».
Σε σχέση με την ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου υπάρχει πλούσια νομολογία[1]. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου[2], αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Ο όρος 'αφότου' στο πλαίσιο του άρθρου 38 του Ν. 216/90 δεν αφήνει αμφιβολία ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του διατάγματος και τείνουν να διαφοροποιήσουν το πραγματικό βάθρο στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται η τροποποίηση, μπορεί να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις για αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Διαφορετικά δεν παρέχεται δικαιοδοσία σε Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση ομοβάθμιου Δικαστηρίου».
Στην απόφαση Αντρέου ν. Τσίρου[3], αναφέρθηκαν τα εξής:
«Το άρθρο 38 ακολουθεί το άρθρο 33 του ιδίου Νόμου, το οποίο καθορίζει ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, καθώς επίσης και το άρθρο 37 που προνοεί ότι η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του και, ανάλογα με την περίπτωση, και έξοδα για την εκπαίδευση του.
Το άρθρο 38, το οποίο είναι προσδιοριστικό της δυνατότητας τροποποίησης υφιστάμενου διατάγματος διατροφής ερμηνεύθηκε σε αριθμό υποθέσεων όπως τις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 195, Αριστείδου ν. Χρυσάνθου (1994) 1 Α.Α.Δ. 711, Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1 Α.Α.Δ. 1418 και άλλες. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προς αναθεώρηση του υφιστάμενου διατάγματος. Είναι η μεταβολή των όρων που καθιστά την αρχική απόφαση μεταρρυθμιστέα. Αυτό σημαίνει ότι οιοσδήποτε των διαδίκων που υπόκειται στο αρχικό διάταγμα διατροφής, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω, ή, ακόμη και να επιδιώξει εξ ολοκλήρου τερματισμό της διατροφής, (δέστε σχετικά και τα όσα αναφέρονται στα συγγράμματα του Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙα, σελ. 144-145, Γιώργου Κουμάντου: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, σελ. 123-125 και Βασίλη Βαθρακοκοίλη: Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, σελ. 515-518, που ερμηνεύουν το αντίστοιχο άρθρο 1494 του Αστικού Κώδικα). Ο αιτητής έχει βέβαια το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του υφιστάμενου διατάγματος διατροφή έχουν μεταβληθεί ούτως ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του».
Όπως περαιτέρω αναφέρεται στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» του Απόστολου Γεωργιάδη, Τρίτη έκδοση σελ 782 :
«Το δικαίωμα για μεταρρύθμιση της απόφασης : Κρίσιμα γεγονότα που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής διατροφής καλύπτονται από το δεδικασμένο που θα προκύψει από την απόφαση και δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση νέας αγωγής».
Είναι σαφές ότι το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει το επίδικο ενώπιον μου ζήτημα, ως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 38 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου αρ. 216/90, πρέπει να αφορά σε γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την έκδοση του διατάγματος. Για να μπορέσει να αποδειχθεί ότι έχουν μεταβληθεί οι όροι της διατροφής θα πρέπει να αποδειχθεί ποιοι ήταν οι όροι στη βάση των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα και ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί ούτως ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του[4].
Στην Σ.Κ. ν. Ε.Ζ[5] αναφέρθηκε ότι ο αιτητής είχε υποχρέωση να καταδείξει τις περιστάσεις εκείνες οι οποίες μεσολάβησαν από την έκδοση του διατάγματος και δικαιολογούσαν την τροποποίηση του, αναλόγως. Δεν ήταν, όμως, συγχρόνως, αναγκαίο να αποδειχθούν οι περιστάσεις που οδήγησαν, αρχικά, στην έκδοσή του, δεδομένου, μάλιστα, ότι αυτό είχε εκδοθεί εκ συμφώνου.
Έχοντας μελετήσει με προσοχή όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και όσα μου ανέφεραν οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις τους και καθοδηγούμενη από τη σχετική νομολογία, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο Αιτητής καταδεικνύει το δικαιολογημένο του αιτήματος του.
Σημειώνω ότι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί στην έγγραφη μαρτυρία των διαδίκων δεν έχουν δικογραφηθεί στις έγγραφες προτάσεις τους δεν θα ληφθούν υπόψη[6]. Επίσης οποιαδήποτε μαρτυρία επιχειρείται να εισαχθεί για πρώτη φορά δια μέσω των γραπτών αγορεύσεων δεν θα ληφθεί υπόψη, καθότι όπως έχει λεχθεί από τη νομολογία οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο εισαγωγής μαρτυρίας.
Αρχικά θα εξετάσω τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν μπορεί να εργαστεί λόγω ψυχολογικών προβλημάτων και άλλων προβλημάτων υγείας, προκειμένου να διαπιστωθεί αφενός μεν κατά πόσο είναι πράγματι ανίκανος να εργαστεί και αφετέρου κατά πόσο πρόκειται για μεταβολή που επήλθε μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής.
Ο Αιτητής με την έγγραφη μαρτυρία του και σε συμφωνία με το δικόγραφο του προβάλλει τη θέση ότι από το 2021 δεν εργάζεται και ότι δεν λαμβάνει κανένα εισόδημα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να εργαστεί λόγω ψυχολογικών προβλημάτων τα οποία αποδίδει στην καταστροφή του υποστατικού που εργαζόταν και της οικίας του λόγω πυρκαγιάς που ξέσπασε την 31/05/2019 αλλά και στο θάνατο της άλλης θυγατέρας του περί τον Μάρτιο του 2023 συνεπεία αυτοκινητιστικού δυστυχήματος.
Η Καθ’ ης η αίτηση με το δικόγραφο της δεν αμφισβητεί την καταστροφή του υποστατικού εργασίας και της οικίας του Αιτητή μετά από πυρκαγιά που ξέσπασε την 31/05/2019 ούτε τον θάνατο της θυγατέρας του τον Μάρτιο του 2023, ισχυρίζεται ωστόσο ότι ο Αιτητής θεωρείται άεργος από το 2021 αμφισβητώντας την ισχυριζόμενη ανικανότητα του για εργασία και προβάλλει τη θέση ότι ο Αιτητής δεν εργάζεται για να αποφεύγει τις ευθύνες του.
Με την έγγραφη μαρτυρία της προβάλλει τη θέση ότι ο Αιτητής εργάζεται και ότι διατηρεί επιχείρηση που σχετίζεται με τις ταπετσαρίες αυτοκινήτων και ότι ο λόγος που δεν καταβάλλει κοινωνικές ασφαλίσεις είναι για να αποφεύγει τις υποχρεώσεις του. Πέρα του ότι αυτός ο ισχυρισμός έρχεται σε αντίθεση με την θέση που προωθεί με το δικόγραφο της, ότι δηλαδή ο Αιτητής θεωρείται άεργος από το 2021 και ότι δεν εργάζεται για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του, σε κάθε περίπτωση τέτοιος ισχυρισμός ότι δηλαδή εργάζεται και ειδικότερα ότι διατηρεί επιχείρηση δεν δικογραφείται στις έγγραφες προτάσεις της Καθ’ ης η αίτηση και συνακόλουθα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
Ενόψει λοιπόν του ότι η Καθ’ ης η αίτηση με το δικόγραφο της Υπεράσπισης της δεν αμφισβητεί ότι ο Αιτητής δεν εργάζεται από το 2021, αποδέχομαι και συνακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου ότι μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής και ειδικότερα από το 2021 ο Αιτητής έπαψε να εργάζεται, επαναλαμβάνοντας ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων[7].
Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, το ζήτημα δεν σταματά εδώ υπό την έννοια ότι το γεγονός και μόνο ότι ο Αιτητής έπαψε να εργάζεται από το 2021 δεν είναι από μόνο του ικανοποιητικό για να δικαιολογήσει το αίτημα του, εκτός και εάν καταδειχθεί ότι επήλθαν τέτοιοι λόγοι που να κατέστησαν τον Αιτητή ανίκανο για εργασία. Όπως έχει λεχθεί από τη νομολογία, η οικονομική ικανότητα του γονέα καθορίζεται με βάση το τι εύλογα θα μπορούσε να επιτύχει με τις δυνατότητες του εφόσον είχε την αναγκαία βούληση και όχι το τι επέλεξε να διαμορφώσει ώστε να διατηρείται σε κατάσταση αδυναμίας[8].
Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται αδυναμία για εργασία από το 2021 την οποία αποδίδει σε κατ’ ισχυρισμόν ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία όπως ισχυρίζεται οφείλονται στην καταστροφή λόγω πυρκαγιάς του υποστατικού εργασίας του και της οικίας του την 31/05/2019 αλλά και στο θάνατο της άλλης θυγατέρας του περί τον Μάρτιο του 2023 και προς επίρρωση των ισχυρισμών του ότι είναι ανίκανος να εργαστεί συνεπεία κατ’ ισχυρισμών ψυχολογικών προβλημάτων, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο ιατρικής έκθεσης ημερομηνίας 4/09/2023 από τον Δρ. Κυριάκο Βερεσιέ, Νευρολόγο – Ψυχίατρο.
Η Καθ’ ης η αίτηση, όπως αναφέρω και ανωτέρω, με το δικόγραφο[9] της δεν αμφισβήτησε ούτε την καταστροφή λόγω πυρκαγιάς της οικίας και του υποστατικού του Αιτητή περί την 31/05/2019 αλλά ούτε και τον θάνατο της άλλης θυγατέρας του περί τον Μάρτιο του 2023 τα οποία αποδέχομαι και αποτελούν ευρήματα πλέον του Δικαστηρίου.
Όσο αφορά την καταστροφή λόγω πυρκαγιάς της οικίας και του υποστατικού εργασίας του Αιτητή περί την 31/05/2019 και την κατ’ επέκταση και κατ’ ισχυρισμό πρόκληση ψυχολογικών προβλημάτων στον Αιτητή συνεπεία των ανωτέρω, δεν πρόκειται για μεταβολή που επήλθε μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής το οποίο εκδόθηκε στις 15/09/2020 ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη ως παράγοντας μεταβολής.
Άλλωστε και στην ιατρική έκθεση (τεκμήριο 4 της έγγραφης μαρτυρίας του Αιτητή) που παρουσίασε ο Αιτητής, αναφέρεται ότι ο Αιτητής βρίσκεται σε βαριά κατάθλιψη από το 2019, πλην όμως το διάταγμα διατροφής εκδόθηκε την 15/09/2020, συνεπώς δεν πρόκειται για μεταβολή συνθηκών η οποία επήλθε μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη ως παράγοντας μεταβολής, σημειώνοντας ότι όπως αναφέρεται στην M F v. Σ. Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 33/2020, 19/7/2022 με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Willins v. Willins (1969) 2 All E.R 463, το αρχικό διάταγμα συνιστά την αφετηρία (starting point) και το Δικαστήριο δύναται να ενεργήσει στη βάση ότι τούτο καλώς εκδόθηκε στο χρόνο που εκδόθηκε, ιδιαίτερα εάν δεν εφεσιβλήθηκε.
Περαιτέρω, παρότι ο Αιτητής επικαλείται βαριά κατάθλιψη από το 2019, ως παρουσιάζει και με το τεκμήριο 4, εντούτοις προβάλλει ανικανότητα για εργασία από το 2021, καταρρίπτοντας έτσι ο ίδιος τον ισχυρισμό του ότι τα ψυχολογικά προβλήματα που ισχυρίζεται ότι του προκλήθηκαν συνεπεία της πυρκαγιάς του 2019 και η βαριά κατάθλιψη από την οποία προβάλλει ότι πάσχει από το 2019 τον κατέστησαν ανίκανο για εργασία. Αφού μπορούσε να εργάζεται μέχρι το 2021, τί άλλαξε το 2021 ώστε να μην μπορεί πλέον να εργαστεί; Ο Αιτητής δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία που να απαντά στο πιο πάνω εύλογο ερώτημα και να εξηγεί τι άλλαξε το 2021 και τον κατέστησε ανίκανο για εργασία ως ο ίδιος ισχυρίζεται.
Η παράλειψη του Αιτητή να εξηγήσει και να προσφέρει μαρτυρία και δη ικανοποιητική μαρτυρία αναφορικά με το τι είναι αυτό που άλλαξε το 2021 και τον κατέστησε κατ’ ισχυρισμό ανίκανο για εργασία, δεδομένου ότι όπως ο ίδιος προβάλλει αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και βαριά κατάθλιψη από το 2019 όμως εργαζόταν μέχρι το 2021, καθιστούν τον ισχυρισμό του περί ανικανότητας για εργασία από το 2021 και έπειτα συνεπεία των κατ’ ισχυρισμό ψυχολογικών προβλημάτων, γενικό, αόριστο, ατεκμηρίωτο, μετέωρο και συνακόλουθα έκθετο σε απόρριψη.
Όσο αφορά το τραγικό γεγονός του θανάτου της άλλης θυγατέρας του Αιτητή περί τον Μάρτιο του 2023, πρόκειται για γεγονός που επήλθε το 2023 συνεπώς δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να καταστήσει ανίκανο τον Αιτητή για εργασία από το 2021 ως ο ίδιος προβάλλει.
Σημειώνω ότι από την ιατρική έκθεση (τεκμήριο 4 της έγγραφης μαρτυρίας του Αιτητή), η οποία φέρει ημερομηνία 4/9/2023, η αναφερόμενη ανικανότητα του Αιτητή για εργασία δεν αποδίδεται στο τραγικό γεγονός του θανάτου της θυγατέρας του που επήλθε τον Μάρτιο του 2023, παρόλο που γίνεται αναφορά στο γεγονός ως βίωμα του Αιτητή, ούτε προκύπτει να έχει καταστεί ανίκανος για εργασία λόγω ψυχολογικών προβλημάτων συνεπεία του θανάτου της θυγατέρας του. Αντίθετα στο ιατρικό πιστοποιητικό αποδίδεται στον Αιτητή βαριά κατάθλιψη από το 2019 η οποία όμως αφενός μεν δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα μεταβολής για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω και αφετέρου έχει καταρριφθεί από τον ίδιο τον Αιτητή ότι τον κατέστησε ανίκανο για εργασία, αφού όπως εξηγώ πιο πάνω ο ίδιος δικογραφεί και προβάλλει τη θέση ότι έπαψε να εργάζεται το 2021, χωρίς να εξηγεί τι άλλαξε το 2021 και σταμάτησε να εργάζεται. Ούτε έχει καταδείξει την ύπαρξη οποιονδήποτε τυχόν άλλων προβλημάτων υγείας που ενδεχομένως να τον κατέστησαν ανίκανο για εργασία. Συνακόλουθα ο ισχυρισμός του Αιτητή περί ύπαρξης άλλων προβλημάτων υγείας παρέμεινε και αυτός στη σφαίρα της γενικότητας και ατεκμηρίωτος και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει ούτε αυτός ο ισχυρισμός αποδεκτός.
Η Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει περαιτέρω τη θέση ότι εάν ο Αιτητής είναι ανίκανος για εργασία, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, μπορούσε να αποταθεί στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες ώστε να λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας.
Ο Αιτητής, προβάλλοντας ισχυρισμό για ανικανότητα για εργασία από το 2021, δεν εξηγεί κατά πόσο αποτάθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες για την λήψη ενδεχομένως κάποιους επιδόματος ή σύνταξης ανικανότητας και κατά πόσο έχει εγκριθεί τέτοιο αίτημα του, προκειμένου ενδεχομένως να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του περί ανικανότητας για εργασία από το 2021. Μέσα από την έγγραφη μαρτυρία του προβάλλει τη θέση ότι υπέβαλε αίτηση για λήψη ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 7 απόδειξη παραλαβής της αίτησης του για λήψη ΕΕΕ ημερομηνίας 26/02/2024, χωρίς ωστόσο να εξηγεί την έκβαση αυτής του της αίτησης. Κρίνω δε ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή στην έγγραφη μαρτυρία του ότι δεν λαμβάνει οποιοδήποτε εισόδημα εξυπακούει ότι αν μη τι άλλο μέχρι σήμερα δεν έχει εγκριθεί οποιοδήποτε αίτημα του για λήψη επιδόματος λόγω της ισχυριζόμενης ανικανότητας του για εργασία. Σημειώνω ότι το ΕΕΕ, ως επίδομα προνοίας, δεν παραχωρείται στις περιπτώσεις εκούσιας ανεργίας.
Ο ισχυρισμός λοιπόν του Αιτητή περί ανικανότητας για εργασία από το 2021 συνεπεία ψυχολογικών προβλημάτων και βαριάς κατάθλιψης που όπως προβάλλει βιώνει από το 2019 και λόγω άλλων προβλημάτων υγείας, δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα μεταβολής συνθηκών αλλά ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτός για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω και συνακόλουθα απορρίπτεται.
Ο Αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι λόγω της καταστροφής του υποστατικού και της οικίας του από την πυρκαγιά διαμένει έκτοτε σε υποστατικό του πατέρα του σε κτηνοτροφική περιοχή λόγω αδυναμίας του να επιδιορθώσει την οικία του.
Η Καθ’ ης η αίτηση με την έγγραφη μαρτυρία της ισχυρίζεται ότι για την καταστροφή της οικίας του Αιτητή δημιουργήθηκε ειδικό ταμείο και δόθηκαν τα χρήματα στη πρώην σύζυγο του. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της παραθέτει ως τεκμήριο Α σχετικό δημοσίευμα. Τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στο δικόγραφο της και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη[10]. Ότι προβάλλει η Καθ’ ης η αίτηση στο δικόγραφο της είναι η συγκεκριμένη θέση ότι ο Αιτητής αποζημιώθηκε από ασφαλιστική εταιρεία, θέση όμως την οποία δεν προωθεί μέσα από την γραπτή της μαρτυρία.
Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνω ότι, το υπό κρίση διάταγμα διατροφής εκδόθηκε στις 15/09/2020 δηλαδή περίπου δέκα έξι μήνες μετά την καταστροφή του υποστατικού εργασίας και της οικίας του Αιτητή λόγω της πυρκαγιάς, συνακόλουθα δεν πρόκειται για μεταβολή που επήλθε μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής ώστε να ληφθεί υπόψη ως σχετικός παράγοντας μεταβολής. Επαναλαμβάνω ότι γεγονότα που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν κατά την έκδοση του διατάγματος διατροφής καλύπτονται από το δεδικασμένο και δεν μπορούν να προβληθούν εκ νέου.
Όσο αφορά τις οφειλές του Αιτητή για εντάλματα και αστικά χρέη, οι από μέρους του Αιτητή ενέργειες ή παραλείψεις που είχαν ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενταλμάτων και αστικών χρεών δεν αποδεικνύουν από μόνες τους και άνευ άλλου παράγοντα μεταβολής που να δικαιολογεί την μείωση του ποσού της διατροφής, δικαιούχος του οποίου είναι το ανήλικο τέκνο του το οποίο μάλιστα, όπως δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Αιτητή, αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα υγείας. Η κατ’ ισχυρισμό δε υποχρέωση του Αιτητή να εξοφλήσει ποσά που ως ισχυρίζεται του δάνεισαν οικεία πρόσωπα του, δεν προηγείται της υποχρέωσης του για συνεισφορά στη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του και σαφώς δεν αποτελεί παράγοντα μεταβολής ικανό να δικαιολογήσει το αίτημα του για μείωση του διατάγματος διατροφής.
Ο Αιτητής προβάλλει περαιτέρω με την έγγραφη μαρτυρία του τον ισχυρισμό ότι μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής έχουν αυξηθεί τα εισοδήματα της Καθ’ ης η αίτηση περί τα €1800[11] καθότι, ως ισχυρίζεται, η Καθ’ ης η αίτηση εργάζεται και λαμβάνει ταυτόχρονα εισοδήματα από τα επιδόματα που λαμβάνει για την θυγατέρα τους. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση λαμβάνει επίδομα τέκνου, μονογονιού και επίδομα λόγω των προβλημάτων υγείας της ανήλικης και επιπρόσθετο βοήθημα από το γραφείο ευημερίας.
Στην αντίπερα όχθη η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής αρνείται να συνυπογράψει για την έκδοση ταυτότητας της ανήλικης προκειμένου να μπορέσει να αιτηθεί για την λήψη επιδομάτων και βοηθημάτων.
Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν λαμβάνει επίδομα μονογονιού καθότι οι διάδικοι έχουν από κοινού την κηδεμονία της ανήλικης και ότι αιτήθηκε την λήψη επιδόματος μονογονιού αλλά η αίτηση της απορρίφθηκε καθότι ο Αιτητής αρνείται να υπογράψει ένορκη δήλωση στην οποία να δηλώνει ότι το ανήλικο δεν διαμένει μαζί του. Ισχυρίζεται ότι εδώ και δέκα χρόνια προσπαθεί να πείσει τον Αιτητή να υπογράψει την ένορκη δήλωση προκειμένου να μπορεί να λάβει το επίδομα μονογονιού και ο ίδιος αρνείται. Ο Αιτητής δεν αντίκρουσε με οποιοδήποτε τρόπο τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι και συνεπώς τους οποίους αποδέχομαι ως ορθούς και αληθείς. Αποτελεί λοιπόν εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν λαμβάνει επίδομα μονογονιού. Από την αναντίλεκτη δε μαρτυρία της Καθ’ ης η αίτηση, προκύπτει ότι η μη λήψη του επιδόματος μονογονιού οφείλεται στην έλλειψη συνεργασίας από μέρους του Αιτητή. Ακόμη βέβαια και να απέρριπτα τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση και να αποδεχόμουν την θέση του Αιτητή, ότι δηλαδή η Καθ’ ης η αίτηση είναι λήπτρια ή δικαιούχος του επιδόματος μονογονιού και πάλι αυτό δεν θα ήταν ικανοποιητικό για να στηρίξει το αίτημα του Αιτητή, καθότι δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η Καθ’ ης η αίτηση κατέστει λήπτρια ή δικαιούχος του επιδόματος μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής, ώστε να μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως παράγοντας μεταβολής.
Αναφορικά με το επίδομα τέκνου, ομοίως δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν το λάμβανε ή ότι δεν ήταν δικαιούχος και στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος διατροφής, ώστε ενδεχομένως να μπορούσε να θεωρηθεί ως παράγοντας μεταβολής.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή για καταβολή στην Καθ’ ης η αίτηση επιδόματος λόγω των προβλημάτων υγείας της ανήλικης και επιπρόσθετου βοηθήματος από το γραφείο ευημερίας, η Καθ’ ης η αίτηση δεν αντίκρουσε ρητά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι λαμβάνει τέτοιο επίδομα. Ωστόσο το ζήτημα δεν σταματά εδώ. Αφενός μεν δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια δεν λάμβανε ή ότι η ανήλικη δεν ήταν δικαιούχος τέτοιου επιδόματος λόγω των προβλημάτων υγείας της ανήλικης και στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος διατροφής, ώστε να θεωρηθεί ως παράγοντας μεταβολής. Αντ’ αυτού μέσα από την γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή διευκρινίζει ότι η ανήλικη λάμβανε από πολύ μικρή ηλικία επίδομα για ότι αφορούσε στα προβλήματα υγείας της. Αφετέρου, ακόμη και να δεχόμουν την λήψη του επιδόματος και βοηθήματος λόγω των προβλημάτων υγείας της ανήλικης ως παράγοντα μεταβολής, ο Αιτητής δεν δικογραφεί αλλά ούτε και έχει προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε ως προς το συνολικό ύψος των εξόδων της ανήλικης ώστε να μπορεί να αφαιρεθεί[12] από αυτά το σχετικό επίδομα που καταβάλλεται λόγω των προβλημάτων υγείας της, προκειμένου να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ως προς το υπόλοιπο των εξόδων της ανήλικης για να μπορεί ακολούθως να υπολογιστεί κατά πόσο θα πρέπει ενδεχομένως να μειωθεί η συνεισφορά του Αιτητή, αλλά ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το ύψος του εν λόγω επιδόματος και βοηθήματος, ώστε να μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε υπολογισμός.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η Καθ’ ης η αίτηση εργάζεται, θέση την οποία δεν αμφισβητεί με τρόπο ρητό η Καθ’ ης η αίτηση, ο Αιτητής δεν προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν εργαζόταν στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος διατροφής ή οποιοδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με το ποσό που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι λάμβανε η Καθ’ ης η αίτηση από την εργασία της στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος διατροφής εάν αυτή εργαζόταν και πως αυτό έχει μεταβληθεί μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα μεταβολής. Αντίθετα με την μαρτυρία του προβάλλει με τρόπο γενικό τη θέση ότι τα εισοδήματα της έχουν αυξηθεί στα €1800 συνολικώς, υπολογίζοντας στο ποσό αυτό τόσο τα εισοδήματα από την εργασία της Καθ’ ης η αίτηση όσο και από τα επιδόματα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι λαμβάνει η Καθ’ ης η αίτηση. Σημειώνω ότι στο δικόγραφο του ισχυρίζεται ότι τα συνολικά εισοδήματα της Καθ’ ης η αίτηση, στα οποία ο ίδιος συνυπολογίζει και τα επιδόματα, έχουν αυξηθεί στα €1500 χωρίς να εξηγεί γιατί διαφοροποιεί τη θέση του στην έγγραφη μαρτυρία του.
Όσο αφορά τους ισχυρισμούς του γύρω από την λήψη των επιδομάτων, οι θέσεις του παρέμειναν έκθετες σε απόρριψη για όλους τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω. Όσο αφορά τους ισχυρισμούς του για τα εισοδήματα της Καθ’ ης η αίτηση από την εργασία της, όπως εξηγώ και ανωτέρω παρότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν αμφισβήτησε με τρόπο ρητό ότι εργάζεται, εντούτοις πέρα του ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από τον Αιτητή ότι Καθ’ ης η αίτηση ξεκίνησε να εργάζεται μετά τη έκδοση του διατάγματος διατροφής, επιπλέον δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός αλλά ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το ποσό που λάμβανε η Καθ’ ης η αίτηση από την εργασία της στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος διατροφής (εάν εργαζόταν) αλλά ούτε και σε σχέση με το ποσό που λαμβάνει (στο χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης και σήμερα) από την εργασία της ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα μεταβολής. Συνακόλουθα και αυτή η θέση του Αιτητή παρέμεινε γενική, αόριστη, μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη.
Δεν παραγνωρίζω ότι όπως εξηγείται στην Δημητρίου Δημήτρης ν. Έμιλυς Περδίου (2005) 1 ΑΑΔ 1418, αμφότεροι οι γονείς έχουν υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων. Αφ’ ης στιγμής όμως ο Αιτητής αξιώνει την μείωση του διατάγματος διατροφής φέρει το βάρος απόδειξης της μεταβολής των όρων που οδήγησαν στην έκδοση του. Εν προκειμένω ο Αιτητής δεν προβάλλει οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση, πέρα των γενικών και αόριστων ισχυρισμών, σε σχέση με τα εισοδήματα της Καθ’ ης η αίτηση στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος διατροφής, ώστε να μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα μεταβολής.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η θυγατέρα του σήμερα βρίσκεται στην ηλικία των δέκα ετών γεγονός, γεγονός που κατά την άποψη του συνεπάγεται μείωση των εξόδων διαβίωσης της, πέρα του ότι όπως εξηγώ και πιο πάνω δεν παρέθεσε οποιοδήποτε μαρτυρία για τα έξοδα της ανήλικης στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος και σήμερα, σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας, αοριστίας και ατεκμηρίωτος και συνεπώς απορρίπτεται. Σημειώνω ότι ο Αιτητής δεν αμφισβητεί τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η θυγατέρα του, ούτε τις αυξημένες ανάγκες για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων της.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η έκδοση του εκ συμφώνου προσωρινού διατάγματος μείωσης του διατάγματος διατροφής καταδεικνύει, κατά την άποψη του, ότι αναγνώρισε το Δικαστήριο την οικονομική του αδυναμία, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, είτε αυτό εκδοθεί εκ συμφώνου είτε κατόπιν ακρόασης, αποτελεί μια προσωρινή θεραπεία μέχρι την εκδίκαση της κυρίως διαδικασίας χωρίς σε καμία περίπτωση να καταδεικνύει ούτε ότι ο Αιτητής είναι το επιτυχόν μέρος της κύριας διαδικασίας αλλά ούτε ότι η Καθ΄ης η αίτηση ότι είναι το αποτυχόν μέρος της διαδικασίας και κυρίως δεν συνεπάγεται ότι έχουν εξαχθεί οποιαδήποτε τελικά ευρήματα, αφού στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς αλλά ούτε και καταλήγει σε τελικά ευρήματα. Συνεπώς ούτε αυτή η θέση του Αιτητή δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα.
Για όλους λοιπόν τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι από την έκδοση του διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί οι όροι της έτσι ώστε να δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση και ως εκ τούτου η αίτηση του απορρίπτεται και συνακόλουθα και το προσωρινό διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί ακυρώνεται.
Όσο αφορά την ανταπαίτηση της Καθ’ ης η αίτηση, ουσιαστικά η Καθ’ ης η αίτηση με την ανταπαίτηση της αξιώνει ότι αξιώνει και με την υπεράσπιση της, δηλαδή την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την συνέχιση του διατάγματος διατροφής, συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους η ανταπαίτηση επιτυγχάνει.
Όσο αφορά τα έξοδα της αίτησης ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή και υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσο αφορά τα έξοδα της ανταπαίτησης, ενόψει του ότι αφενός μεν, όπως εξηγώ και πιο πάνω, η Καθ΄ης η αίτηση με την ανταπαίτηση ουσιαστικά αξιώνει ότι αξιώνει και με την υπεράσπιση, δηλαδή την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και όχι οτιδήποτε άλλο και αφετέρου με την συνεκδίκαση της αίτησης και ανταπαίτησης δεν δημιουργήθηκαν οποιαδήποτε επιπρόσθετα έξοδα, κρίνω ορθό όπως σε σχέση με την ανταπαίτηση κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της.
[Υπ.]………………………….
Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητή
[1] Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 195, Αριστείδου v. Χρυσάνθου (1994) 1 ΑΑΔ 711, Ζένιου v. Ζένιου (1998) 1 ΑΑΔ 796, Δημητρίου v. Περδίου (2005) 1 (Β) ΑΑΔ 1418
[2] Βλ. ανωτέρω
[3] Αντρέου ν. Τσίρου,΄Εφεση Αρ. 16/2013, ημερ. 21/12/16
[4] Βλ. Μέγας ν. Kvasnikova, Αρ. Έφ. 26/2019, ημερ.10.7.2020 και Πετρή ν. Γρηγοριάδου Αρ. Έφ. 28/2019, ημερ.4.6.2021, ECLI:CY:DOD:2021:13, ECLI:CY:DOD:2021:13)
[6] βλ. Γ. Παπαγεωργίου ν. Λ. Κλάππα (1991) 1 ΑΑΔ, 24, Γ. Παφίτη κ.ά. ν. Π. Κουκουρή κ.ά. (1992) 1 ΑΑΔ, 1154, Ε. Βραχίμη ν. Π. Κουλουμπρή (1992) 1 ΑΑΔ 836, Μ. Παπακόκκινου κ.ά. ν. Μ. Θεοδοσίου (1991) 1 ΑΑΔ 379, Ερμογένης Χριστοδούλου ν. Γ. Περικλέους (1998) 1 ΑΑΔ 1122).
[9] Θέσεις τις οποίες επιχείρησε η Καθ’ ης η αίτηση να προωθήσει μέσα από την έγγραφη μαρτυρία της οι οποίες είναι αντίθετες με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, δεν λαμβάνονται υπόψη.
[10] Βλ. (6) ανωτέρω.
[11] Στο δικόγραφο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι έχουν αυξηθεί περί τα €1500, όπου θα αναφερθώ κατωτέρω.
[12] Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ ν. Δημητρίου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ.136/2013, ECLI:CY:AD:2021:A52, ημερ.28.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:A52, Μάρκου ν. Μάρκου, Έφεση 22/2019, ημερ. 24/06/2021 ECLI:CY:DOD:2021:16.
Στο άρθρο 6 του Ν. 167(Ι)/2002) προνοείται ότι «εξαιρούνται από τον υπολογισμό του οικογενειακού εισοδήματος, τα εισοδήματα των τέκνων μαθητών/φοιτητών πλήρους φοίτησης από εργασία ή απασχόληση, το επίδομα τέκνου, η φοιτητική χορηγία, οι παροχές της φοιτητικής μέριμνας και οι υποτροφίες, καθώς και τα επιδόματα και οι χορηγίες σε αναξιοπαθούντα άτομα με αναπηρίες ή χρόνιες παθήσεις.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο