ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ενώπιον: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Αρ. Αίτησης: 183/2024
Μεταξύ:
Α. Π.
Αιτητής
και
J. L. S.
Καθ’ ης η αίτηση
------------------------------
Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κ. Δημήτρης Μιχαήλ για Δημήτρης Μιχαήλ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
Για την Καθ’ ης η αίτηση : κ. Γεώργιος Μαυρογιάννης για Ανδρέας Σάββα & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
Ενδιάμεση Απόφαση
(στην αίτηση για αντεξέταση ημερ. 23/09/2025)
Ο Αιτητής καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αξιώνει την τροποποίηση του διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 26/05/2022, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης διατροφής με αρ. 37/2022, ώστε το ποσό που καταβάλλει ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο του να μειωθεί από το ποσό των €1.500 μηνιαίως στο ποσό των €550 μηνιαίως.
Στο πλαίσιο της ως άνω υπόθεσης, ο Αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση στο εξής η «αρχική ενδιάμεση αίτηση» με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς του πιο πάνω διατάγματος διατροφής και διαζευκτικά όπως το πιο πάνω διάταγμα τροποποιηθεί στο ποσό των €550 μηνιαίως και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως μη ισχύσει η αυτόματη αύξηση. Η αίτηση επιδόθηκε με οδηγίες του Δικαστηρίου.
Η Καθ’ ης η αίτηση, αντέδρασε στην αρχική ενδιάμεση αίτηση καταχωρώντας ένσταση η οποία υποστηρίζεται υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση.
Ακολούθως, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου η πλευρά του Αιτητή καταχώρησε στις 8/4/2025 συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στις 08/05/2025 καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και από την πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση.
Ο Αιτητής καταχώρισε την υπο κρίση αίτηση στο εξής η «αίτηση» με την οποία αξιώνει:
«Διάταγμα το οποίο να διατάσσει την παρουσία της κα J. L. S, από τη Λεμεσό, Καθ’ ης η αίτηση στην αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, γι’ αντεξέταση, σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης ημερομηνίας 16/01/2025, που συνοδεύει την ένσταση της με ίδια ημερομηνία και σε ότι αφορά το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 08/05/2025, κατά την ακρόαση της αίτησης και/ή σε οποιαδήποτε άλλην ημερομηνία που θα αναβληθεί για ακρόαση η αίτηση».
Η Καθ’ ης η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση με την οποία προβάλλει έξι λόγους ένστασης. Συνοψίζοντας τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, η Καθ’ ης η αίτηση ενίσταται ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και παράτυπη, ότι δεν εξειδικεύονται στο σώμα της αίτησης οι συγκεκριμένοι παράγραφοι που επιθυμεί ο Αιτητής να αντεξετάσει την Καθ’ ης η αίτηση και ότι δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της Καθ ης η αίτηση και δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
Αμφότερες, η αίτηση και η ένσταση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις.
Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση του Αιτητή προκύπτουν τα ακόλουθα :
Η πλευρά του Αιτητή υποστηρίζει ότι επιθυμεί να αντεξετάσει την Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με τους ισχυρισμούς της οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια.
Ειδικότερα, ο Αιτητής επιθυμεί να αντεξετάσει την Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με την παράγραφο 9.3 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 16/01/2025 και την παράγραφο 6(5) της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση γύρω από τα εισοδήματα και τις απολαβές της σε σχέση με την φροντίδα/διαμονή ζώων στο σπίτι της.
Επίσης ζητά να αντεξετάσει την Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με τις παραγράφους 9.4 και 12 της ένορκης της δήλωσης ημερομηνίας 16/01/2025, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση περί αύξησης των εξόδων του ανήλικου τέκνου των διαδίκων.
Ζητά επίσης να την αντεξετάσει σε σχέση με την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 16/01/2025 και την παράγραφος 7 της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης αναφορικά με τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση περί των εισοδημάτων/απολαβών και την εργασιακή κατάσταση και το μορφωτικό επίπεδο του Αιτητή και σε σχέση με την παράγραφο 4 της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης αναφορικά με τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση περί της εισοδηματικής της ικανότητας.
Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκής δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση, προκύπτουν τα ακόλουθα :
Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι στο σώμα της αίτησης δεν εξειδικεύονται τα σημεία που επιθυμεί να αντεξετάσει ο Αιτητής και συνακόλουθα θα πρέπει να απορριφθεί. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι δεν καταδεικνύει ο Αιτητής οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Όπως περαιτέρω προβάλλει, οι παράγραφοι επι των οποίων επιθυμεί ο Αιτητής να αντεξετάσει την Καθ’ ης η αίτηση, ως αναφέρονται στην ένορκη του δήλωση, αφορούν ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση τους οποίους έχει ήδη απαντήσει ο Αιτητής μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης και συνακόλουθα δεν μπορούν να τύχουν αντεξέτασης καθώς επίσης και ότι πρόκειται για αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων που θα αποφασιστούν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.
Νομική Πτυχή
Ο κανονισμός 23.13 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σε σχέση με την εκδίκαση κάθε ενδιάμεσης αίτησης, προνοεί τα ακόλουθα:
«(1) Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση.
(2) Το δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιοδήποτε κανονισμό ή νόμο».
(*υπογράμμιση και έμφαση του Δικαστηρίου)
Ο Κανονισμός 32.6 προνοεί τα ακόλουθα:
«(1) Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία.
(2) Αν το δικαστήριο δώσει άδεια, δυνάμει της παραγράφου (1) αλλά το εν λόγω πρόσωπο δεν παραστεί όπως απαιτεί το διάταγμα, η μαρτυρία του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια».
Όπως λέχθηκε στην Hunt v. Annolight Ltd and others [2022] 2 All ER 649, η αντεξέταση στα πλαίσια διαδικασίας άλλης από τη δίκη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος και εφόσον υπάρχει καλός λόγος να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης.
Το κριτήριο του «καλού λόγου» συναντάται και στην Δ.48 θ.4(2) των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε σχέση με την ερμηνεία του οποίου υπάρχει πλούσια και διαφωτιστική Νομολογία. Στη Rana[1], υποδείχθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για άδεια αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα δίδεται πολύ σπάνια όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι αίτηση για αντεξέταση ομνύοντα πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Στην Κούππα ν. Τσαδιώτης[2], που και αυτή αφορούσε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, λέχθηκε ότι σε τέτοιες διαδικασίες σπάνια δίδεται σχετική άδεια για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα αφού το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων και κρίση αξιοπιστίας μαρτύρων. Μόνο η αμφισβήτηση γεγονότων ή ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα του οποίου ζητείται αντεξέταση ή η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, δεν συνιστά, σύμφωνα με την νομολογία, «καλό λόγο».
Στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου [3] εξετάστηκε η έννοια της εν λόγω φράσης, αναφορικά με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως η σχετική Δ.48 θ.4(2) των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα :
«Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.»
Έχω εξετάσει με προσοχή όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και όσα μου ανέφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων με τις γραπτές αγορεύσεις τους.
Παρότι ο Αιτητής δεν διευκρινίζει στην αίτηση του σε σχέση με ποιες παραγράφους των ενόρκων δηλώσεων επιθυμεί να αντεξετάσει την Καθ’ ης η αίτηση, εντούτοις μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του καθορίζονται οι ισχυρισμοί και οι παράγραφοι των ενόρκων δηλώσεων (αρχική και συμπληρωματική) της Καθ’ ης η αίτηση, σε σχέση με τις οποίες επιθυμεί να την αντεξετάσει, τις οποίες θα προχωρήσω και θα εξετάσω προκειμένου να διαπιστώσω κατά πόσο καταδεικνύεται «καλός λόγος» ώστε να επιτραπεί η αντεξέταση της Καθ’ ης η αίτηση.
Από μια απλή ανάγνωση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, σε σχέση με τα όσα επιθυμεί να αντεξετάσει ο Αιτητής την Καθ’ ης η αίτηση, διαπιστώνεται ότι τα όσα επιθυμεί να την αντεξετάσει αφενός μεν αφορούν ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση τους οποίους ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να αντικρούσει με την καταχώρηση από μέρους του συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αφετέρου πρόκειται για αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων που άπτονται της ουσίας της διαφοράς, πλην όμως το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αρχικής ενδιάμεσης αίτησης δεν θα εξετάσει την ουσία της διαφοράς, ούτε απαιτείται λεπτομερής αξιολόγησή της μαρτυρίας αλλά ούτε και θα καταλήξει σε τελική κρίση[4].
Από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του Αιτητή, δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε «καλός λόγος» που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος του αλλά ούτε και αποκαλύπτεται η ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας, επαναλαμβάνοντας ότι το δικαστήριο κατά την εξέταση της αρχικής ενδιάμεσης αίτησης δεν θα εξετάσει την ουσία της διαφοράς ούτε θα καταλήξει σε ευρήματα.
Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω και έχοντας μελετήσει με προσοχή όσα τέθηκαν ενώπιον μου και όσα μου ανέφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων με τις γραπτές αγορεύσεις τους, κρίνω ότι η αιτούμενη αντεξέταση της Καθ’ ης η αίτηση δεν θα προσφέρει οτιδήποτε στη διαδικασία, αλλά αντίθετα θα εκτρέψει την διαδικασία από την ορθή της διάσταση, μετατρέποντας ανεπίτρεπτα την εκδίκαση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε δίκη επί της ουσίας, οδηγώντας αναπόφευκτα και στην άσκοπη ανάλωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.
Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται.
Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει αυτά να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
[Υπ.] ………………………….
Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[2] Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α. (2014) 1(Β) ΑΑΔ 1665
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο