A. K ν. K. K, Αρ. Αίτησης: 220/2025, 12/1/2026
print
Τίτλος:
A. K ν. K. K, Αρ. Αίτησης: 220/2025, 12/1/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΠΡΩΗΝ ΣΥΖΥΓΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.

Αρ. Αίτησης:  220/2025

Μεταξύ:

A. K

Αιτήτριας

                                                                  και

K. K

Καθ’ ου η αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 29/08/2025

 

Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κα Δημητρίου για  Michalaki, Pitsilidou & Co LLC

Για τον Καθ’ ου η αίτηση: κα Τζάνετ Ζήνωνος για J. Zenonos & Associates LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Καθ’ ου η αίτηση να της καταβάλλει το ποσό των  €11.055 μηνιαίως ως συνεισφορά στην διατροφή  και συντήρηση της και διάταγμα που να τον διατάσσει να της καταβάλλει δέκατη τρίτη διατροφή.

 

Στο πλαίσιο της ως άνω υπόθεσης καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μονομερώς με την οποία αξιώνει προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ’ ου η αίτηση να της καταβάλλει το ποσό των €11.055 μηνιαίως ως συνεισφορά του στη διατροφή και συντήρηση της μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και επιδόθηκε στην άλλη πλευρά με οδηγίες του Δικαστηρίου, η οποία εμφανίστηκε και καταχώρησε ένσταση.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση με την ένσταση του προβάλλει είκοσι τρείς (23) λόγους ένστασης. Συνοψίζοντας τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης ενίσταται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Ν.232/91 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι ανεπίτρεπτα επικαλείται τις ισχυριζόμενες ανάγκες του ανηλίκου στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας καθότι εκκρεμεί έφεση στην απόφαση της αίτησης διατροφής με αρ. 96/21 που είναι πανομοιότυπη ως προς το αντικείμενο της με την παρούσα, ότι η Αιτήτρια κωλύεται λόγω δεδικασμένου να προωθεί την παρούσα επειδή τα επίδικα θεματα αποφασίστηκαν στην αίτηση διατροφής με αρ. 96/21 και ότι κωλύεται να προωθεί την παρούσα για λόγο που αφορά το επίδικο θέμα, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη, ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο δικαστήριο και απέκρυψε γεγονότα, ότι στηρίζεται σε παράτυπη και ελαττωματική ένορκη δήλωση, ότι παρουσιάζει μαρτυρία κατά παράβαση του νόμου περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ότι είναι νεαρής ηλικίας, υγιής, έξυπνη με προσόντα και εμπειρία είτε στο θέμα πωλήσεων είτε μουσικής και μπορεί να αναζητήσει δραστηριότητες για να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την διατροφή της, ότι μπορεί να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά σε πλήρη βάση, ότι μπορούσε να εξεύρει εργασία, ότι παρουσιάζει τα έξοδα της παραφουσκωμένα, ότι ευθύνεται εξίσου για την λύση του γάμου τους και ότι συζεί με άλλον άνδρα και ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει τεράστια ζημιά στον Καθ’ ου η αίτηση και θα επηρεάσει το επίπεδο διαβίωσης του.

  

Αμφότερες, η αίτηση και η ένσταση υποστηρίζονται από τις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις των μερών, το περιεχόμενο των οποίων κρίνω άσκοπο να παραθέσω αυτούσιο, τις οποίες έχω μελετήσει και λάβει υπόψη μου δεόντως.

 

            Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της πολυσέλιδης ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας προκύπτουν τα ακόλουθα :

 

            Οι διάδικοι γνωρίστηκαν περί τον Σεπτέμβριο του 2013. Περί τον Απρίλιο του 2014, κατόπιν επιμονής του Καθ’ ου η αίτηση, η Αιτήτρια διέκοψε την εργασία της στο εξωτερικό και ήρθε στην Κύπρο όπου στις 21/08/2014 τέλεσαν πολιτικό γάμο και ακολούθως θρησκευτικό.

 

            Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο, ο οποίος γεννήθηκε την 01/02/2019.

 

            Η Αιτήτρια εργαζόταν ως μουσικός όταν γνώρισε τον Καθ’ ου η αίτηση και όπως ισχυρίζεται με την επιμονή του σταμάτησε την εργασία της και αφοσιώθηκε στην ανατροφή του γιού τους.

 

            Ο Καθ’ ου η αίτηση είναι οικονομικός σύμβουλος. Όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, ο Καθ’ ου η αίτηση διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και το εξωτερικό με ποσό πέρα των €3.000.000. Προβάλλει τη θέση ότι το μηνιαίο εισόδημα του Καθ’ ου η αίτηση υπερβαίνει τις €15.000, ενώ όπως ισχυρίζεται έχει συμμετοχή και σε άλλες εταιρείες που θα μπορούσαν να του αποφέρουν εώς και €5.000 το μήνα.

 

            Αναφέρεται στα προβλήματα που προέκυψαν κατά την διάρκεια του γάμου τους, σύμφωνα με την δική της εκδοχή και αναφέρεται περαιτέρω στο πλούσιο βιοτικό επίπεδο που απολάμβανε η οικογένεια κατά την διάρκεια του γάμου τους.

 

            Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει κατατεθειμένα στο κτηματολόγιο τέσσερα συμβόλαια πώλησης τεσσάρων διαφορετικών διαμερισμάτων στο κτίριο [  ], στη Λεμεσό. Ο Καθ’ ου η αίτηση διαμένει στο ένα ενώ τα άλλα τρία κατά την άποψη της μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετο εισόδημα από ενοίκια. Επιπλέον ο Καθ’ ου η αίτηση κατά την διάρκεια του γάμου τους και μετά το χωρισμό τους αγόρασε τέσσερα πολυτελή οχήματα, μεγάλης αξίας. Όπως ισχυρίζεται, ο Καθ’ ου συνεχίζει να ζει μια πολυτελή ζωή.

 

Στις 10/5/21, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο αίτησης με αρ. 96/21 που είχε καταχωρήσει η Αιτήτρια για διατροφή συζύγου και τέκνου, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα, με το οποίο διατάχθηκε ο καθ' ου η αίτηση να καταβάλλει προσωρινά το ποσό των €9.000 ήτοι το ποσό των €5.000 για τον ανήλικο υιό των διαδίκων και το ποσό των €4.000 για την αιτήτρια. Στις 17/5/22, το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα, κατόπιν εκδίκασης, οριστικοποιήθηκε με τον περιορισμό του όμως στο ποσό των €7.000 μηνιαίως ήτοι €4.000 για τον ανήλικο και €3.000 για την Αιτήτρια από την 1/6/22 και μέχρι τελικής εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.  Στις 30/01/2025 κατόπιν ακρόασης εκδόθηκε τελική απόφαση στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης διατροφής συζύγου και τέκνου, ως ακολούθως :

 

“1.Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση από 1/6/22 και κάθε αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μήνα να καταβάλλει το ποσό των €3.141 που αφορά στο σύνολο των μηνιαίων εξόδων για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου των διαδίκων D.K

Ποσά τα οποία έχουν καταβληθεί πέραν του ποσού των €3.141, από την 1/6/22, στη βάση του προσωρινού διατάγματος διατροφής, να αφαιρούνται από την μηνιαία διατροφή του ανηλίκου, ως ανωτέρω, με μηνιαίες δόσεις των €150, με έναρξη την 1/2/25 και ακολούθως την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι να καλυφθεί η υπερπληρωμή.

2. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση από 1/6/22 και κάθε αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μήνα να καταβάλλει το ποσό των €2.241, για τη διατροφή της αιτήτριας, εν διαστάσει συζύγου του.”

Ποσά τα οποία έχουν καταβληθεί πέραν του ποσού των €2.241, από την 1/6/22, στη βάση του προσωρινού διατάγματος διατροφής, να αφαιρούνται από την μηνιαία διατροφή της αιτήτριας, ως ανωτέρω, με μηνιαίες δόσεις των €250, με έναρξη την 1/2/25 και ακολούθως την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι να καλυφθεί η υπερπληρωμή

 

Περαιτέρω, όπως ισχυρίζεται, το Δικαστήριο στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας έκρινε ότι η εισοδηματική της ικανότητα δεν μπορούσε να ξεπερνά τα €800 ενώ του Καθ’ ου η αίτηση ήταν τουλάχιστον €15.000.

 

            Στις 30/06/2025 το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε απόφαση λύσης του γάμου των διαδίκων για λόγους, όπως αναφέρει, που αποδίδονται στο πρόσωπο και των δύο. Μετά την έκδοση της απόφασης λύσης του γάμου των διαδίκων ο Καθ’ ου η αίτηση έπαψε να της καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό, ενώ όπως αναφέρει η ίδια υποχρεούται να του επιστρέψει το ποσό των διατροφών που έλαβε ως η απόφαση του Δικαστηρίου στην πιο πάνω αίτηση διατροφής συζύγου και τέκνου.

 

            Προβάλλει περαιτέρω ισχυρισμούς που άπτονται της κατ’ ισχυρισμόν αύξησης των εξόδων διατροφής και συντήρησης του ανήλικου τέκνου των διαδίκων καθώς επίσης και ισχυρισμούς που άπτονται της ορθότητας της απόφασης που εκδόθηκε στην πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση διατροφής τέκνου και συζύγου, προβάλλοντας περαιτέρω ισχυρισμούς περί απόκρυψης από μέρους του Καθ’ ου η αίτηση της περιουσίας και  εισοδήματος.

 

            Ισχυρίζεται ότι είναι ανειδίκευτη και ότι από το 2014  που ζει στην Κύπρο δεν έχει εργαστεί, ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η εύρεση εργασίας για την ίδια και ότι αφιερώνει όλο της τον χρόνο στην φροντίδα του παιδιού τους, ότι αφιερώνει πολλές ώρες για την μεταφορά του παιδιού τους προς και από το νηπιαγωγείο, αλλά και για τις οικιακές δουλειές και απογευματινές δραστηριότητες του παιδιού τους. Όπως αναφέρει δεν έχει φίλους ή συγγενείς στην Κύπρο για να στηριχθεί. Ενώ όπως αναφέρει, ο Καθ’ ου η αίτηση της πρόσφερε ως οδηγό ταξί για τις μετακινήσεις του υιού τους ένα παλιό του φίλο, όμως η ίδια είναι αντίθετη στο να στέλνει οπουδήποτε το παιδί της μόνο του με ένα οδηγό ταξί.

 

            Είναι η θέση της ότι δεν μπορεί να συντηρηθεί με το ανύπαρκτο εισόδημα της και ότι εκτός από την αδυναμία της να εξεύρει εργασία, η χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος δικαιολογείται και για λόγους επιεικίας επειδή όπως ισχυρίζεται ήταν ο οικονομικά ασθενέστερος σύζυγος και επειδή κατά την θέση της δεν φέρει σημαντική ευθύνη για την λύση του γάμου τους και επειδή έχει την επιμέλεια και φροντίδα του παιδιού τους. Ισχυρίζεται ότι πώλησε πολύτιμα αντικείμενα της όπως τσάντες και ρούχα και ότι τίποτα από αυτά τα αντικείμενα δεν έχει απομείνει.

 

Υπολογίζει τα έξοδα της στο ποσό των €11.055 μηνιαίως, ως αναλύονται στην ένορκη της δήλωση, ποσό το οποίο θεωρεί ότι πρέπει να της καταβάλλει ο Καθ’ ου η αίτηση προκειμένου να διατηρηθεί το status quo, διαφορετικά οι συνθήκες τόσο της ίδιας όσο και τους παιδιού τους θα επιδεινωθούν.

           

            Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η αίτηση προκύπτουν τα ακόλουθα :

 

            Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια κωλύεται λόγω δεδικασμένου να προωθεί την παρούσα αίτηση καθότι τα επίδικα γεγονότα έχουν αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο στο πλαίσιο της αίτησης διατροφής με αρ. 96/21 όπου το ζήτημα των μηνιαίων απολαβών του Καθ’ ου η αίτηση όσο και η δυνατότητα της για εργασία αποφασίστηκαν τελεσίδικα.

 

            Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην Κύπρο ως σοπράνο και έλαβε μέρος σε τουλάχιστον δύο κονσέρτα και ότι σήμερα εργάζεται στον τομέα πωλήσεων. Ισχυρίζεται επίσης ότι η Αιτήτρια μπορεί να εξεύρει εργασία σαν τραγουδίστρια αλλά και να διατηρήσει την απασχόληση της ως πωλήτρια μέσω διαδικτύου.

 

            Παρουσιάσει την δική του εκδοχή για τα προβλήματα στο γάμο των διαδίκων, αποδίδοντας από την πλευρά του υπαιτιότητα στην Αιτήτρια.

 

            Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια διαθέτει περιουσία αξίας €682.000 στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων αυτοκίνητο πολυτελείας αξίας €125.000, τσάντες αξίας €171.000, κοσμήματα αξίας €186.600, είδη πολυτελείας ύψους €120.000 και χρήματα ύψους €79.000, τα οποία όπως εισηγείται είχε υποχρέωση η Αιτήτρια να ρευστοποιήσει και χρησιμοποιήσει  πριν καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση.

 

            Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια εργάζεται και έχει ικανότητα εργασίας, δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που να την καθιστά ανίκανη για εργασία και ότι είναι Ευρωπαία πολίτης και δεν έχει κανένα περιορισμό. Ισχυρίζεται επίσης ότι η μητέρα της είναι συχνά μαζί της στην Κύπρο έτσι μπορεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην εργασία της. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι ο υιός τους είναι σε ολοήμερο σχολείο έτσι μπορεί η Αιτήτρια να εργάζεται σε πλήρη βάση.

 

            Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ότι λάμβανε μισθό ύψους €100.000 και ότι είχε στους λογαριασμούς του €3.000.000. Αναφέρεται στο εισόδημα του περί το 2022 και το έτος 2024 και ισχυρίζεται ότι το μηνιαίο εισόδημα του ανέρχεται σε €11.371,5 και αρνείται ότι λαμβάνει μερίσματα ή εισόδημα από άλλες εταιρείες.

 

            Αναφορικά με τα ακίνητα. Ισχυρίζεται ότι τα απέκτησε μετά την διάσταση τους με δάνειο και αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας αναφορικά με τα αυτοκίνητα που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι του ανήκουν.

 

Υποστηρίζει ότι τα έξοδα του ανέρχονται στο ποσό των €11.099 μηνιαίως, στα οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων έξοδα διατροφής παιδιού (νεογέννητου) €2.000 και αμφισβητεί τα έξοδα της Αιτήτριας, το ύψος αυτών όπως και την αναγκαιότητα τους.

 

Δεν καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ούτε αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις.

 

Νομική Πτυχή

 

Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60  καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, οι οποίες είναι οι ακόλουθες:

α)         Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

β)         Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην  
  αγωγή, και

γ)        Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.

Κυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων[1]

Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις.

Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.  Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

Η τρίτη προϋπόθεση, σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.

Όπως λέχθηκε στην Mitsingas Ltd vTimberland[2], «Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή.».

Στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[3].

Οι πιο πάνω προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 , κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι το άρθρο 5 του Ν.1991 (232/91), που προνοεί τα ακόλουθα :

«Εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα ή την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο:

(α) Αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες παραγράφους βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν του επιτρέπει να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει απ’ αυτό τη διατροφή του

(β) αν έχει την επιμέλεια ή φύλαξη ανήλικου τέκνου ή ενήλικου τέκνου ή άλλου εξαρτώμενου απ’ αυτόν προσώπου, το οποίο λόγω σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας αδυνατεί να φροντίζει τον εαυτό του και γι’ αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος

(γ) αν δε βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή αν χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση0 και στις δύο όμως περιπτώσεις για διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου

(δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.»

Στο  Σύγγραμμα Οικογενειακό Δ. της Μανωλεδάκη, τομ.1, έκδοση Δ, σελ.460 παρατηρείται ο συνδυασμός της απορίας του αιτητή και της ευπορίας του καθ’ ου η αίτηση ως βασική προϋποθέση της διατροφής μεταξύ συζύγων (και όχι βεβαίως για τα παιδιά τους), δείχνει πασίδηλα πως η διατροφή μεταξύ πρώην συζύγων λειτουργεί ως εξαίρεση του κανόνα ότι ο κάθε πρώην σύζυγος οφείλει να διατρέφει μόνος του τον εαυτό του.

 

             Στο  Σύγγραμμα Οικογενειακό Δ. του Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Τρίτη Έκδοση, σελ.385 εξηγείται ότι η εν λόγω αξίωση θεμελιώνεται σε κοινωνικούς λόγους και δικαιολογείται από λόγους επιεικίας ενόψει και της κοινωνίας βίου που συνέδεε κάποτε τους συζύγους, ώστε ο πρώην σύζυγος να μην μένει αβοήθητος, εφόσον αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.

 

Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος.  Όλα τα ζητήματα που εγείρονται παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[4]

 

 

Εξέταση της αίτησης

 

Θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση υπό το φως του νόμου και των αρχών της σχετικής νομολογίας και έχοντας μελετήσει με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και όσα μου ανέφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων με τις γραπτές αγορεύσεις τους, σημειώνοντας ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο εισαγωγής μαρτυρίας.

 

Αρχικά θα εξετάσω τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, ότι η Αιτήτρια κωλύεται λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) και για λόγο που αφορά σε επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) από του να προωθεί την παρούσα αίτηση και ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, σε σχέση με τους οποίους υπάρχει πλούσια νομολογία [5].

 

            Ο Καθ’ ου η αίτηση βασίζει τους πιο πάνω λόγους ένστασης στο ότι όπως εισηγείται, τα γεγονότα που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση διατροφής και στην ένορκη της δήλωση είναι πανομοιότυπα με αυτά που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αίτησης διατροφής με αρ. 96/21 και ότι δεν προέκυψαν νέα γεγονότα μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής.

 

Χωρίς να υπεισέρχομαι στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων ως προς το κατά πόσο προέκυψαν νέα γεγονότα μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής στην αίτηση διατροφής 96/21 και ποια είναι αυτά, αφού πρόκειται για αντικρουόμενους ισχυρισμούς που δεν θα εξεταστούν στο στάδιο αυτό, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι η αίτηση διατροφής με αρ. 96/21 αφορούσε αίτηση διατροφής τέκνου και εν διαστάσει συζύγου. Η παρούσα διαδικασία αφορά διατροφή πρώην συζύγου. Με την λύση λοιπόν του γάμου των διαδίκων, που αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ο νόμος[6] παρέχει το δικαίωμα στο πρώην σύζυγο που δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα ή την περιουσία του, να ζητήσει διατροφή από τον άλλο σύζυγο. Συνεπώς πρόκειται για νέο αγώγιμο δικαίωμα και συνεπώς διαφορετική αιτία αγωγής που πηγάζει από το νόμο και γεννιέται, υπό προϋποθέσεις, μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων. Δεν υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων, αφού στην αίτηση διατροφής με αρ. 96/21 οι διάδικοι είχαν την ιδιότητα των συζύγων, ενώ στην υπό κρίση διαδικασία έχουν την ιδιότητα των πρώην συζύγων.

 

Περαιτέρω, οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων όπως και τα έξοδα που απαιτούνται για την διατροφή και συντήρηση του δικαιούχου, είναι παράγοντες που μεταβάλλονται[7]. Συνεπώς ακόμη και εάν το ζήτημα των εξόδων διατροφής της Αιτήτριας όπως και των οικονομικών δυνάμεων αμφότερων των διαδίκων είχαν εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης διατροφής με αρ. 96/21, σε σχέση με την οποία σημειώνω καταχωρίστηκε έφεση, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι δεν μπορούν οι παράγοντες αυτοί να μεταβληθούν. Όλα αυτά όμως όπως και το κατά πόσον έχουν προκύψει νέα δεδομένα, θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, όπου θα έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας, θα εξετάσει σε βάθος τη μαρτυρία και θα καταλήξει σε τελικά ευρήματα. Συνακόλουθα οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης περί δεδικασμένου δεν μπορούν να έχουν οποιοδήποτε έρεισμα, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω,  στο στάδιο αυτό όπου το δικαστήριο δεν θα εξετάσει τη μαρτυρία σε βάθος ούτε θα καταλήξει σε τελικά ευρήματα.

 

            Αφ’ ης στιγμής η Αιτήτρια προβάλλει αδυναμία να εξασφαλίσει διατροφή από τα εισοδήματα ή την περιουσία της, είχε το δικαίωμα να προχωρήσει στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, χωρίς να διαπιστώνω οποιαδήποτε κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε βέβαια η καταχώρηση έφεσης κατά της απόφασης στην αίτηση διατροφής με αρ. 96/21 δεν καθιστά με οποιοδήποτε τρόπο την παρούσα διαδικασία, που αφορά διατροφή πρώην συζύγου, ως καταχρηστική, αφού στην παρούσα διαδικασία εξετάζεται άλλο δικαίωμα που πηγάζει επίσης απευθείας από το νόμο και εξετάζεται υπό το φως άλλων προϋποθέσεων. Συνακόλουθα ούτε οι εν λόγω προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να έχουν οποιοδήποτε έρεισμα και απορρίπτονται.  Όσο δε αφορά τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστούν.

 

            Όσο αφορά τον προβαλλόμενο λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια στο Δικαστήριο» και ότι παρέβηκε το καθήκον ειλικρινής αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι η αίτηση παρότι καταχωρίστηκε μονομερώς, διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί και συνεπώς απώλεσε την μονομερή της υπόσταση και κατέστη σε δια κλήσεως. Δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία στον Καθ’ ου η αίτηση να ακουστεί και να θέσει την δική του εκδοχή προτού το Δικαστήριο αποφασίσει. Όσο δε αφορά τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αυτοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόκρυψη. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα.

            Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων[8].

Υπό κρίση αίτηση αφορά αίτηση διατροφής συζύγου μετά τη λύση του γάμου, συνεπώς η εξέταση της αίτησης από το Δικαστήριο, θα περιοριστεί σ΄ αυτό και μόνο το πρίσμα και συνακόλουθα οι οποιοιδήποτε άσχετοι ισχυρισμοί δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο.

Όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις, οι διάδικοι ήταν σύζυγοι. Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί που γεννήθηκε την 1/2/2019. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε στις 30/06/2025. Περαιτέρω η Αιτήτρια προβάλλει τη θέση ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει την διατροφή της από τα εισοδήματα ή την περιουσία της. Η αξίωση διατροφής μεταξύ πρώην συζύγων πηγάζει απευθείας από το νόμο[9] και προϋποθέτει λύση του γάμου. Προκύπτει λοιπόν ότι στην υπο κρίση περίπτωση πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/1960, καθότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.

Θα προχωρήσω ακολούθως και θα εξετάσω εάν πληρούνται η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

 

Όπως εξηγώ και πιο πάνω αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 21/08/2014 και ότι από τον γάμο τους απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο, ο οποίος γεννήθηκε την 01/02/2019.

 

Όπως περαιτέρω προκύπτει από την μαρτυρία ενώπιον  μου,  στις 10/5/21, στο πλαίσιο αίτησης με αρ. 96/21 που είχε καταχωρήσει η Αιτήτρια για διατροφή συζύγου και τέκνου, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα, με το οποίο διατάχθηκε ο καθ' ου η αίτηση να καταβάλλει προσωρινά ως διατροφή το ποσό των €9.000 ήτοι το ποσό των €5.000 για τον ανήλικο υιό των διαδίκων και το ποσό των €4.000 ως διατροφή για την αιτήτρια.

 

Στις 17/5/22, το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα, κατόπιν εκδίκασης, οριστικοποιήθηκε με τον περιορισμό αυτού στο συνολικό ποσό των €7.000 μηνιαίως, ήτοι €4.000 για τον ανήλικο και €3.000 για την αιτήτρια από την 1/6/22 και μέχρι τελικής εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. 

 

 Στις 30/01/2025 εκδόθηκε τελική απόφαση στο πλαίσιο της πιο πανω αίτησης διατροφής συζύγου και τέκνου με αρ. 96/21 με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλλει στην Αιτήτρια από 1/6/22 το ποσό των €3.141 ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και το ποσό των €2.241 ως διατροφή της αιτήτριας, εν διαστάσει τότε συζύγου του. Σε σχέση με ποσά τα οποία καταβλήθηκαν πέραν του ποσού των €3.141, σε σχέση με τον ανήλικο, αποφασίστηκε όπως αυτά αφαιρούνται από την μηνιαία διατροφή του ανηλίκου, με μηνιαίες δόσεις των €150, με έναρξη την 1/2/25 μέχρι να καλυφθεί η υπερπληρωμή. Ομοίως σε σχέση με ποσά τα οποία καταβλήθηκαν από την 1/6/2022 πέραν του ποσού των €2.241, σε σχέση με την Αιτήτρια, αποφασίστηκε όπως αφαιρούνται από την μηνιαία διατροφή της αιτήτριας, με μηνιαίες δόσεις των €250, με έναρξη την 1/2/25 μέχρι να καλυφθεί η υπερπληρωμή.

 

Η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση προβάλλει το πλούσιο βιοτικό επίπεδο που όπως ισχυρίζεται απολάμβανε η οικογένεια και ισχυρίζεται ότι η ίδια είναι ανειδίκευτη και ότι από το 2014  που ζει στην Κύπρο δεν έχει εργαστεί, ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η εύρεση εργασίας για την ίδια και ότι αφιερώνει όλο της τον χρόνο στην φροντίδα του παιδιού τους και ότι δεν μπορεί να συντηρηθεί με το ανύπαρκτο εισόδημα της και υπολογίζει  τα έξοδα της να ανέρχονται στο ποσό των €11.055 μηνιαίως. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει μηνιαίο εισόδημα πέρα των €15.000 και περιουσία και ότι από την λύση του γάμου τους δεν της καταβάλει διατροφή.

 

Ο Καθ΄ου η αίτηση  αμφισβητώντας τους σχετικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προβάλλει τη θέση ότι  το μηνιαίο εισόδημα του ανέρχεται σε €11.371,5. Περαιτέρω αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σε σχέση με τις οικονομικές της δυνάμεις και την ικανότητα της για εξεύρεση εργασίας και προβάλλει τη θέση ότι δεν γνωρίζει το μηνιαίο εισόδημα της Αιτήτριας εφόσον η ίδια το αποκρύβει και ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο της αίτησης διατροφής με αρ. 96/2021 αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου η Αιτήτρια εργάζεται και έχει εισοδηματική ικανότητα. Αμφισβητεί επίσης τα ισχυριζόμενα από την ίδια έξοδα διατροφής της όπως και την αναγκαιότητα και το ύψος αυτών.  Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αιτήτρια είναι νεαρής ηλικίας και ότι ως Ευρωπαία πολίτης δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό σε εργασία στην Κύπρο, δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που να την καθιστά ανίκανη για εργασία και ότι το παιδί τους φοιτά σε ολοήμερο σχολείο και ότι πλέον έχει και την βοήθεια της μητέρας της, έτσι μπορεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο για εργασία.

 

Ισχυρίζεται επίσης ότι η Αιτήτρια διαθέτει περιουσία αξίας €682.000 ως ο πιο κάτω πίνακας, τα οποία όπως προβάλλει είχε υποχρέωση να ρευστοποιήσει και χρησιμοποιήσει πριν καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση.

 

Περιγραφή

Ημερομηνία απόκτησης

Εκτιμημένη αξία

Αυτοκίνητο Porche Cayenne

?

125.000,00

Tσάντες

2019 – 2020

171.000,00

Κοσμήματα

2014- 2020

186.600,00

Είδη πολυτελείας

2014- 2020

120.000,00

Χρήματα

2020

79.500,00

 

 

            Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» του καθηγητή Α.Γεωργιάδη, Τρίτη έκδοση σελ. 386 – 389, αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με τις προϋποθέσεις για αξίωση διατροφής ενός πρώην συζύγου, οι οποίες βασίζονται στο άρθρο 1442 του Αστικού Κώδικα, το οποίο σημειώνω είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 5 του δικού μας Νόμου 232/1991[10].

 

« 1. Απορία Δικαιούχου

Για να γεννηθεί η αξίωση διατροφής (και αν έχει γεννηθεί, να διατηρηθεί) πρέπει ο δικαιούχος της διατροφής να είναι άπορος (..)

(α) Έννοια απορίας : Άπορος είναι ο πρώην σύζυγος, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα του ή από την περιουσία του (ΑΚ1442 εδ.α) στο επίπεδο που επιβάλλεται από τις συνθήκες ζωής του. Η απορία δεν προϋποθέτει εσχάτη ενδεία, αλλά απλώς έλλειψη των μέσων προς διαφάλιση της «ανάλογης» διατροφής, όπως αυτή προσδιορίζεται με βάση τις ΑΚ1493 σε συνδ. Με ΑΚ 1443 εδ. α.

            Πιο συγκεκριμένα, σε αντίθεση με ότι ισχύει στη διατροφή κατά τη διάσταση των συζύγων (ΑΚ 1391-1392), στη διατροφή μετά το διαζύγιο ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να μην μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του με τις δυνάμεις του, δηλαδή από τα εισοδήματα της εργασίας του (πχ μισθός, σύνταξη, επιδόματα, αποζημίωση απολύσεως κοκ) ή της περιουσίας του (…) Αν εξασφαλίζεται η διατροφή από τα εισοδήματα ή την  περιουσία του δικαιούχου (..) δεν γεννάται αξίωση διατροφής. Μάλιστα εφόσον δεν θεμελιώνεται η κατάσταση απορίας, παρέλκει η περαιτέρω έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας μιας από τις πρόσθετες προυποθέσεις των ΑΚ 1442 αρ.1-4.

(..)

(β) εξάντληση οικονομικών μεσών : Η ανυπαρξία εισοδημάτων ή περιουσίας στο πρόσωπο του δικαιούχου πρώην συζύγου δεν παρέχει από μόνη της το δικαίωμα να του επιδικασθεί διατροφή, γιατί αυτός (πρώην σύζυγος) έχει καταρχάς υποχρέωση να εξασφαλίσει εργασία για να κερδίζει τα μέσα επιβίωσης του. Μόνο όταν αυτός δεν μπορεί να εργαστεί λόγω συνδρομής μίας εκ των περιπτώσεων 1-3 της ΑΚ 1442 δικαιούται να ζητήσει διατροφή.

Επιπλέον, προϋπόθεση της απορίας του δικαιούχου είναι η εξάντληση όλων των οικονομικών δυνατοτήτων που του παρέχουν τα εισοδήματα και η περιουσία του. Αυτό σημαίνει ότι ο δικαιούχος οφείλει λ.χ πριν ζητήσει διατροφή, να αναλώσει ακόμα και το κεφάλαιο της περιουσίας του ή να ρευστοποιήσει (τουλάχιστον μέρος) της περιουσίας του[11], ακόμη και της απρόσοδης εφόσον τούτο είναι εφικτό[12]  (..) »

 

(*υπογράμμιση και έμφαση από το Δικαστήριο)

           

Πέρα λοιπόν από την ευπορία του υπόχρεου, για να γεννηθεί η αξίωση διατροφής του πρώην συζύγου θα πρέπει να καταδεικνύεται και η απορία του δικαιούχου.

 

 Όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο του Α. Γεωργιάδη ανωτέρω, προϋπόθεση της απορίας του δικαιούχου είναι η εξάντληση όλων των οικονομικών δυνατοτήτων που του παρέχουν τα εισοδήματα και η περιουσία του, γεγονός που συνεπάγεται την υποχρέωση του δικαιούχου πριν ζητήσει διατροφή να ρευστοποιήσει την περιουσία του ακόμη και την απρόσοδη, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Για τη συνδρομή λοιπόν του στοιχείου της ευπορίας και απορίας, λαμβάνονται υπόψη όλες οι οικονομικές δυνατότητες που παρέχουν στους πρώην συζύγους τα εισοδήματα και η περιουσία τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η δυνατότητα εκποίησης της απρόσοδης περιουσίας[13]. Ειδικότερα ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του να αυτοδιατραφεί από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία, όχι όμως σε επίπεδο ανάλογο με εκείνο που επέβαλλαν οι συνθήκες της έγγαμης συμβιώσεως, και συνεπώς δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή (απορία του δικαιούχου) όταν αυτός έχει απρόσοδη ακίνητη ή κινητή περιουσία, από τη ρευστοποίηση της οποίας μπορεί να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του[14].

 

Η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι λόγω αναγκών κατέφυγε στην πώληση πολύτιμων προσωπικών αντικειμένων όπως επώνυμες τσάντες και ρούχα για να επιβιώσει. Ωστόσο ο Καθ’ ου η αίτηση με την ένορκη του δήλωση εξηγεί ότι η Αιτήτρια εκτός από επώνυμες τσάντες, τις οποίες όπως περαιτέρω εξηγεί αποτελούν μοναδικά κομμάτια που μπορούν να πωληθούν σε τριπλάσια αξία, διαθέτει επίσης κοσμήματα αξίας €186.600, είδη πολυτελείας αξίας €120.000, αυτοκίνητο μάρκας Porche Cayenne αξίας €125.000 και χρήματα σε λογαριασμό €79.000, τα οποία μπορούσε να ρευστοποιήσει η Αιτήτρια πριν αξιώσει διατροφή, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αντικρούστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από την Αιτήτρια και συνεπώς παρέμειναν αναντίλεκτοι. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν αντίκρουσε τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση ότι, εκτός από επώνυμες τσάντες και ρούχα που η ίδια προβάλλει ότι πώλησε, διαθέτει την επιπλέον περιουσία που ισχυρίζεται ο Καθ’ ου η αίτηση ότι αυτή διαθέτει ή την αξία αυτής, αλλά ούτε ότι αυτή η περιουσία ή μέρος αυτής μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να μπορεί να καταδειχθεί η ύπαρξη του στοιχείου της απορίας αλλά και της ανεπανόρθωτης ζημιάς εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα[15]. Ούτε προκύπτει  να αφορά περιουσία που με το θεσμό της αρχής της επιείκειας να μην δύναται να αξιωθεί η εκποίηση της  ή να επιβάλλεται η διατήρησή της από λόγους πρόνοιας[16]. Η ύπαρξη δε του στοιχείου της απορίας είναι άμεσα συνυφασμένη με την συνδρομή της δεύτερης και τρίτης προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή της ορατότητας επιτυχίας και της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι οι γραπτές αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο εισαγωγής μαρτυρίας, συνεπώς η όποια τυχόν αντίκρουση αυτών των ισχυρισμών από την πλευρά της Αιτήτριας θα έπρεπε να γίνει με τον ενδεδειγμένο τρόπο και όχι δια μέσω των γραπτών αγορεύσεων.

 

Χωρίς λοιπόν να υπεισέρχομαι στην ουσία της διαφοράς και εξετάζοντας τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου στο βαθμό που μπορούν να εξεταστούν για σκοπούς έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος, η παράλειψη της Αιτήτριας να αντικρούσει με οποιοδήποτε τρόπο τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση, που όπως εξηγώ άπτονται της προϋπόθεσης της ύπαρξης του στοιχείου της απορίας της Αιτήτριας, σφραγίζει την τύχη της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης και συνακόλουθα παρέλκει η ανάγκη εξέτασης των υπόλοιπων λόγων ένστασης, αφού όπως εξηγώ και πιο πάνω, από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση προκύπτει ότι η Αιτήτρια διαθέτει περιουσία την οποία θα μπορούσε να ρευστοποιήσει, ή τουλάχιστο μέρος αυτής, πριν αξιώσει διατροφή και αυτό έχει ως επακόλουθο να μην καταδεικνύεται ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας αλλά ούτε και ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα.

 

            Συνακόλουθα για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η Αιτήτρια απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρείται η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και συνακόλουθα η αίτηση της δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.

 

Ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας και υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                                (Υπ.)  ………………………….

                                         Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1]  Σχετικές οι Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557, National Bank of Greece v. Motovia (1987) 1 Α.Α.Δ. 303,  KOT  v. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1Γ Α.Α.Δ 2015  Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α (2011) 1 Α.Α.Δ. 1783 Αερογραμμές.

[2] Mitsingas Ltd vTimberland (1997) 1 ΑΑΔ 1791,

[3] Βλ. Odysseos (ανωτέρω) 

[4] Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατία της Σλοβενίας νBeograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236

[5] Βλ. ALPHA PANARETI PUBLIC LTD v.  A. ΑΡΑΠΗ κ.α. Πολ. Έφ. Αρ. Ε125/2019 ημερ.15.11.2024, βλ. Χριστοφίδης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011) 1Γ Α.Α.Δ. 2166 , Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 Α.Α.Δ. 1125)

[6] Άρθρο 5 Ν.232/1991

[7] Σύμφωνα με τη νομολογία, τα έξοδα διατροφής δεν είναι σταθερά και υφίστανται διακυμάνσεις ανάλογα με το είδος τους (βλ. Χρίστου ν. Χρίστου (2000) 1 Γ Α.Α.Δ. 1891) Μαρκουλίδη ν. Μαρκουλίδη κ.α.,΄Εφεση Αρ. 93, ημερ. 16.7.1998)

[8] βλ. Jonitexo Ltd vAdidas (1984) 1 C.L.R.  263

[9] Άρθρο 5 Ν.232/1991

[10] Το άρθρο 5 του δικού μας νόμου, Ν.1991 (232/91) είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 1442 του Αστικού Κώδικα.

[11] Πρβλ.ΜΕφΛαρ 436/2015, ΕφΠειρ 821/2010 Ισοκράτης.

[12] Πρβλ. ΑΠ 319/1999 ΕλλΔνη 1999, 1717 ‘ ΜΕφΛαρ 272/2021 Ισοκρατης (..)

[13]  Βλ. Απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου 1084/2014, ημερομηνίας 7/4/2014.

[14] Βλ. απόφαση του Αρείου Πάγου 88/2006 ημερομηνίας 7.12.2006 με την οποία αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αρ. 6204/2004.

[15] Όπως υποδεικνύεται στην. Σάββα ν Σάββα ‘Εφεση αρ, 10/2018, ημερ. 17/10/2019  «..ως από το εν λόγω άρθρο προκύπτει πως ο αιτών δυνάμει αυτού, πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι ο ίδιος αδυνατεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα ή την περιουσία του.  Μόνο «εφόσον δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα ή την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή». (*υπογράμμιση από το Δικαστήριο)

[16] Βλέπε απόφαση του Αρείου Πάγου 88/2006 ημερομηνίας 7.12.2006, ανωτέρω


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο