ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΧΡΗΣΗΣ ΣΤΕΓΗΣ
Ενώπιον: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Αρ. Αίτησης: 12/2025
Μεταξύ: L. P
Αιτήτριας
και
Σ. Χ
Καθ’ ου η αίτηση
------------------------------
Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: Μ.Νεοφύτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: Α.Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 04/08/2025
Ενδιάμεση Απόφαση
Η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αξιώνει όπως της παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση της οικίας που βρίσκεται στην οδό […] στη Λεμεσό, η οποία χρησιμοποιείται ως κύρια διαμονή των διαδίκων, καθώς επίσης και διάταγμα που να απαγορεύει στον Καθ’ ου η αίτηση να παρενοχλεί, χρησιμοποιεί ή με άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ελεύθερη χρήση της οικίας από την Αιτήτρια.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπο κρίση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να παραχωρείται στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση της πιο πάνω οικίας, διάταγμα που να διατάσσει τον Καθ’ ου η αίτηση να εγκαταλείψει την συζυγική οικία εντός 24 ωρών από την επίδοση του διατάγματος και προσωρινού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στον Καθ’ ου η αίτηση να παρενοχλεί, χρησιμοποιεί ή με άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ελεύθερη χρήση της οικίας από την Αιτήτρια.
Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και επιδόθηκε στην άλλη πλευρά κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου.
Την αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης προκύπτουν τα ακόλουθα :
Η Αιτήτρια είναι Ουκρανή και ο Καθ’ ου η αίτηση Κύπριος. Το 2014 η Αιτήτρια ξεκίνησε να εργάζεται στο φαρμακείο του Καθ’ ου η αίτηση, συνήψαν σχέση τον Μάρτιο του 2019 και περί την 01/11/2022 συνήψαν σύμφωνο Πολιτικής Συμβίωσης και διαμένουν στην οδό [ ], μαζί με το τέκνο της Αιτήτριας.
Από τον Νοέμβριο του 2021 μετακόμισαν η Αιτήτρια, ο υιός της και ο Καθ’ ου η αίτηση σε ένα διαμέρισμά που όπως ισχυρίζεται αγόρασαν από κοινού οι διάδικοι. Η ίδια ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ποσό των €40.000 απευθείας στον εργολάβο και ότι ο Καθ’ ου η αίτηση κατέβαλε το ποσό των €16.000.
Από το 2024 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στη σχέση των διαδίκων τα οποία με την πάροδο του χρόνου μεγάλωναν και γίνονταν πιο σοβαρά και ο ένας απομακρυνόταν από τον άλλο ένεκα της κατ’ ισχυρισμόν βίαιης συμπεριφοράς του Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια την κτυπούσε και η ίδια προέβαινε σε καταγγελίες εναντίον του στην αστυνομία.
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τον Απρίλιο του 2024 ο Καθ’ ου η αίτηση της ζήτησε να φύγει με τον γιο της και τον σκύλο της από το διαμέρισμα και ότι από τις 10/04/2024 μέχρι τις 29/07/2025 ο Καθ’ ου η αίτηση προκαλούσε συνεχώς αφόρητες συνθήκες διαβίωσης προς την ίδια. Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ουρούσε στο κρεβάτι της, έριχνε άμμο στο κρεβάτι και σκουπίδια στο πάτωμα, έμπαινε στο υπνοδωμάτιο της στη μέση της νύχτας, χτυπούσε τα πάντα στο σπίτι και έσπαζε αντικείμενα, δεν τους επέτρεπε να χρησιμοποιούν κλιματιστικό, πετούσε φαγητό από το ψυγείο, άδειαζε τα είδη υγιεινής και έκοβε προσωπικά της αντικείμενα.
Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι την 10/04/2024 την απείλησε, εξύβρισε και χρησιμοποίησε βία εναντίον της και η ίδια τον κατήγγειλε στην αστυνομία και ότι στις 29/07/2025 της επιτέθηκε στην έριξε στο κρεβάτι, μετά την κτύπησε και την έσερνε στο σπίτι. Ακολούθως η Αιτήτρια πήγε στο νοσοκομείο και έδωσε κατάθεση, ενώ επιστρέφοντας στο σπίτι βρήκε το αυτοκίνητο της γδαρμένο και τον σκύλο της κτυπημένο. Η Αιτήτρια προέβηκε σε καταγγελίες εναντίον του στο τμήμα Βίας στην Οικογένεια (τεκμήριο 2, βεβαιώσεις καταγγελίας ημερομηνίας 27/04/2024, 2/5/2025, 24/07/2025 και 30/07/2025).
Ισχυρίζεται ότι είναι τρομοκρατημένη από την συμπεριφορά του και φοβάται για την σωματική της ακεραιότητα και ψυχική υγεία.
Ισχυρίζεται ότι για την ίδια είναι δύσκολο να βρεί άλλη οικία καθότι ότι χρήματα κέρδιζε από την εργασία της τα έδινε για την συντήρηση της οικογενειακής στέγης, ότι δεν έχει άλλη στέγη να διαμένει και ότι το εν λόγω ακίνητο το προσάρμοσε για τις ανάγκες της ιδίας και του ενήλικου γιού της.
Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας δέκα οκτώ (18) λόγους ένστασης
Συνοψίζοντας τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, ο Καθ’ ου η αίτηση ενίσταται ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της αιτήτριας είναι αντινομική και δεν συνοδεύεται από δήλωση αλήθειας, ότι η νομική βάση είναι ελλιπής και η αίτηση νόμω και ουσία αβάσιμη, ότι δεν συντρέχουν λόγοι επιεικείας ούτε αποκαλύπτονται επαρκή γεγονότα για την έκδοση του διατάγματος, ότι δεν καταδεικνύεται δυσκολία της Αιτήτριας να μετακινηθεί, ότι δεν απέδειξε αποκλειστική υπαιτιότητα του Καθ΄ου η αίτηση για την διάσταση τους, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η έκδοση τους θα παραβλάψει τα συμφέροντα του Καθ’ ου η αίτηση, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της.
Την ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει η ένορκη του δήλωση, συνοψίζοντας το περιεχόμενο της οποίας προκύπτουν τα ακόλουθα :
Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι για την αγορά της συζυγικής οικίας του δάνεισε η Αιτήτρια το ποσό των €40.000 το οποίο της επέστρεψε, ότι κατέβαλε ο ίδιος €31.000 και ότι για το υπόλοιπο ποσό των €160.000 συνάφθηκε δάνειο με χρεωστικό υπόλοιπο σήμερα €140.000. Όσο αφορά τα έπιπλα και τον εξοπλισμό της οικίας ισχυρίζεται ότι αγοράστηκαν και πληρώθηκαν από τον ίδιο, όπως επίσης και όλα τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος.
Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ευθύνεται για την διάσταση τους καθότι αφενός μεν φλέρταρε με διάφορους πελάτες της επιχείρησης του και αφετέρου επειδή είχε την αξίωση από τον Αιτητή να παρέχει οικονομική βοήθεια στο γιό της, όπως ο ίδιος προσέφερε στις θυγατέρες του από τον άλλο γάμο του. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ήταν αχάριστη και προβάλλει περαιτέρω ισχυρισμούς αναφορικά με το πρόσωπο και την συμπεριφορά της και ότι συνεχώς ζητούσε τα χρήματα από τον Καθ’ ου η αίτηση και του ασκούσε ψυχολογική πίεση.
Ισχυρίζεται ότι καθ’ ολη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους η Αιτήτρια αποταμίευε τις μηνιαίες απολαβές της που ανήρχονταν σε €1500 και ότι ο Καθ΄ου η αίτηση κάλυπτε όλα τα έξοδα της οικίας και ισχυρίζεται ότι έδινε στην Αιτήτρια ανά τακτά χρονικά διαστήματα χρηματικά ποσά συνολικά περί το ποσό των €80.797, γι’ αυτό και ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο τον περιουσιακών διαφορών κατόρθωσε την παγοποίηση του ½ του λογαριασμού της, πλην όμως ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια είχε προβεί σε καταδολιευτικές πράξεις.
Από τον Μάρτιο του 2024 μέχρι τις αρχές Αυγούστου του 2025 ισχυρίζεται ότι ήταν η χειρότερη περίοδο της ζωής του. Ισχυρίζεται ότι το διαμέρισμα αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια τα οποία καταλήφθηκαν από την Αιτήτρια και τον εικοσιπεντάχρονο γιό της και ότι ο ίδιος από τον Μάρτιο του 2024 μέχρι τον Απρίλιο του 2025 αναπαυόταν στον καναπέ της συζυγικής οικίας. Λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει από τον Μάρτιο του 2025 κοιμάται στο κρεβάτι του ενώ η Αιτήτρια ερχόταν και κοιμόταν δίπλα του πολλές φορές και τον προκαλούσε ερωτικά, παρότι η ίδια διατηρεί δεσμό με τρίτο πρόσωπο.
Σε σχέση με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό βίας ημερομηνίας 27.04.2025 ισχυρίζεται ότι την εν λόγω ημέρα διαπληκτίστηκαν με την Αιτήτρια καθότι όπως προβάλλει δεν υπάκουσε τις εντολές της ιδίας και του γιού της και όπως ο ίδιος ισχυρίζεται η Αιτήτρια προέβηκε σε ψευδή καταγγελία εναντίον του για σωματική βλάβη και απειλή, ενώ το ίδιο βράδυ κοιμήθηκε στο ίδιο κρεβάτι μαζί του.
Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αιτήτρια απέσυρε την καταγγελία ημερομηνίας 27.04.2025 εναντίον του και ότι του ανέφερε ότι αν δεν την υπάκουε θα προέβαινε ξανά σε καταγγελία. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια από τον Απρίλιο του 2025 μέχρι τον Αύγουστο του 2025 προέβαινε σε συνεχείς καταγγελίες εναντίον του στο κλιμάκιο βίας, άνευ αντικρίσματος με καταχρηστικό σκοπό την προώθηση αυτής της διαδικασίας.
Αναφέρει επίσης ότι η Αιτήτρια διατηρεί ερωτικό δεσμό και ότι πολλά βράδια δεν ερχόταν σπίτι. Όπως επίσης αναφέρει ότι πριν την αποχώρηση της από τη συζυγική οικία στις 30.07.2025, διανυκτέρευε πολλές φορές εκτός της οικίας ενώ μετά την αποχώρηση της διαμένει σε άλλο τόπο, συνεπώς κατά την άποψη του δεν καταφαίνεται δυσκολία μετακίνησης της.
Στις 28.7.2025 αναφέρει ότι άλλαξε τις κλειδαριές της οικίας όταν αποχώρησε η Αιτήτρια, καθότι ως ισχυρίζεται δεχόταν απειλές για την ζωή του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 29.07.2025 κατόπιν παρότρυνσης του δικηγόρου άνοιξε στην Αιτήτρια προκειμένου να ετοιμαστεί να πάει στην εργασία της και αντ’ αυτού η Αιτήτρια δεν έφυγε από την οικία και προέβηκε σε ψευδή καταγγελία εναντίον του. Από τις 30.07.2025 η Αιτήτρια και ο γιός της αποχώρησαν από την συζυγική στέγη και διαμένουν σε άλλη οικία.
Η Αιτήτρια με συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφέρει ότι ο Αιτητής έχει στο όνομα του διάφορα ακίνητα και αρκετή περιουσία που μπορεί να διαμένει σε αντίθεση με την ίδια που όπως ισχυρίζεται θα πρέπει να πληρώνει ενοίκιο μεγαλύτερο από το μισθό που λαμβάνει.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει ένα διαμέρισμα το οποίο είναι επ’ονόματι της εταιρείας του, ακίνητη περιουσία στη Γερμασόγεια, διαμέρισμα στη Μέσα Γειτονιά και ακίνητη περιουσία στον άγιο Αθανάσιο.
Αναφέρει επίσης ότι στις 12/08/2025 προέβηκε σε καταγγελία (τεκμήριο 2) εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση για όλες τις ζημιές που τις είχε κάνει και επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 φωτογραφίες προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι ο Καθ’ ου η αίτηση προσπαθούσε να την επηρεάσει σχίζοντας τα ρούχα της και ουρώντας στο κρεβάτι της.
Ο Καθ’ ου η αίτηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση επαναλαμβάνει ότι η Αιτήτρια από τα τέλη Ιουλίου του 2025 μέχρι σήμερα διαμένει σε άλλη οικία.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι ο ίδιος διαθέτει ακίνητη περιουσία στην οποία μπορεί να διαμένει, ισχυρίζεται ότι το πρώτο ακίνητο ανήκει σε νομικό πρόσωπο ήτοι στην εταιρεία «XXX» και όχι στον ίδιο και ότι η χρήση του είναι γραφείο και αποθήκη και δεν είναι κατοικήσιμο. Το δεύτερο ακίνητο είναι οικόπεδο συνεπώς δεν μπορεί να διαμένει σε αυτό και το τρίτο ακίνητο είναι μεν δικό του αλλά ενοικιάζεται σε τρίτο πρόσωπο. Το τέταρτο ακίνητο μεταβιβάστηκε στην πρώην σύζυγο του στο πλαίσιο επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών.
Καμία από τις δύο πλευρές δεν αντεξετάστηκε και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις.
Νομική Πτυχή
Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60 καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, οι οποίες είναι οι ακόλουθες:
α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και
γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.
H Kυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων[1].
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως[2] σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.
Όπως λέχθηκε στην Mitsingas Ltd v. Timberland [3], «Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή…».
Στο τελικό στάδιο, θα πρέπει το Δικαστήριο να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση[4]. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της.[5]
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 , κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα.
Το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Συμβίωσης Νόμου του 2015 (184(Ι)/2025) προνοεί ότι «Εκτός όπου προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, Πολιτική Συμβίωση που έχει συναφθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εξαιρουμένου του περί Υιοθεσίας Νόμου, έχει, τηρουμένων των αναλογιών, τα αντίστοιχα αποτελέσματα και συνέπειες ως εάν να είχε τελεστεί γάμος δυνάμει των διατάξεων του περί Γάμου Νόμου και οποιαδήποτε αναφορά σε νομοθεσία της Δημοκρατίας σε «σύζυγο» θα ερμηνεύεται ως αναφορά και σε σύμβιο σε Πολιτική Συμβίωση». (*υπογράμμιση από το Δικαστήριο)
Το άρθρο 17(1) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990, (Ν.23/90), προνοεί τα εξής:
"Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στο Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακη στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις .".
Εξέταση αίτησης
Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, όσα μου ανέφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων με τις γραπτές αγορεύσεις τους και υπό το φως των πιο πάνω αρχών του νόμου και της νομολογίας, θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση.
Ως πρώτο σημείο θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση. Αυτό θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το άρθρο 17(1) του Ν.23/90. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος κατά τη δίκη δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η Αιτήτρια με το δικόγραφο της προβάλλει ότι επήλθε διάσταση στη σχέση των διαδίκων και ότι η συμβίωση των διαδίκων κατέστει αφόρητη, για λόγους που η ίδια αποδίδει στην πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση. Όπως δε προκύπτει εκκρεμεί διαδικασία λύσης του γάμου των διαδίκων. Συνακόλουθα είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 17(1) του Ν.23/90. Άλλωστε και η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση με την γραπτή του αγόρευση συμφωνεί ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
Θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται και η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Όπως επισημαίνεται στη Βουνού ν. Βουνού (1995) 1 Α.Α.Δ. 168 «ό,τι ο νομοθέτης επεδίωξε με τις διατάξεις του Άρθρου 17, ήταν ο περιορισμός στο βαθμό του εφικτού των δυσμενών επιπτώσεων για την οικογένεια από τη διακοπή της συμβίωσης..».
Τόσο από τη μαρτυρία της Αιτήτριας όσο και του Καθ΄ ου η αίτηση προκύπτει ότι οι σχέσεις των διαδίκων είναι τεταμένες και ότι η συνύπαρξη τους κάτω από την ίδια στέγη είναι προβληματική. Αμφότερες δε οι πλευρές αποδίδουν υπαιτιότητα και μεμπτή συμπεριφορά ο ένας στον άλλο. Αποτελεί δε κοινή θέση των διαδίκων ότι η συμβίωση τους είναι αφόρητη και ότι δεν μπορούν να διαμένουν μαζί.
Δεν είναι η ώρα να προβώ σε πλήρη ανάλυση της μαρτυρίας των διαδίκων και να κατανείμω ευθύνες ως προς την υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου ή το βαθμό υπαιτιότητας του καθενός, ούτε είναι η ώρα να καταλήξω σε τελικά ευρήματα. Οι συνέπειες ωστόσο των μεταξύ τους εντάσεων καθιστούν αναμφίβολα δύσκολη την συμβίωση τους κάτω από την ίδια στέγη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι όπως επισημαίνεται στη Βουνού ανωτέρω, οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισμένα συναισθήματα των διαδίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.[6]
Για να παραχωρηθεί βέβαια η αποκλειστική χρήση της στέγης στον έναν εκ των συζύγων, θα πρέπει να το επιβάλλουν λόγοι επιεικείας αλλά και οι ειδικές συνθήκες του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών,[7] εάν υπάρχουν ανήλικα τέκνα. Ειδικότερα όπως αναφέρεται στο νόμο[8] :
«..το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσο το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του…»
Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της συζυγικής οικίας όπως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων ως προς την συνεισφορά εκάστου διαδίκου σε αυτό, δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία, αφού αφενός μεν πρόκειται για ζητήματα που θα εξεταστούν στο πλαίσιο της εκκρεμούσας διαδικασίας επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών και αφετέρου η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο κύριος του ακινήτου.
Από την μαρτυρία του Καθ΄ου η αίτηση προκύπτει ότι η Αιτήτρια αποχώρησε απο την συζυγική οικία περί την 30/07/2025 και ότι και πριν από την αποχώρηση της πολλές φορές διανυκτέρευε εκτός της συζυγικής στέγης. Η Αιτήτρια δεν αντίκρουσε με οποιοδήποτε τρόπο τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Με την αποχώρηση δε της Αιτήτριας από τη συζυγική οικία κρίνω ότι έχουν εκλείψει οι όποιες δυσμενείς συνέπειες από την συμβίωση των διαδίκων.
Βέβαια το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ αφού θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο λόγοι επιείκειας και οι ειδικές συνθήκες της Αιτήτριας δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, σε συνάρτηση με την δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
Στην προκειμένη περίπτωση παρότι η Αιτήτρια προβάλλει τη θέση ότι προκειμένου να εξασφαλίσει η ίδια άλλη στέγη θα πρέπει να πληρώνει ενοίκιο μεγαλύτερο από το μισθό που λαμβάνει, δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τα εισοδήματα και τις οικονομικές της δυνάμεις αλλά ούτε και σε σχέση με το ποσό που πρέπει να καταβάλλει ως ενοίκιο, ώστε να μπορεί να καταδειχθεί κατά πόσο οι οικονομικές της δυνάμεις είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος λόγω ειδικών συνθηκών ή για λόγους επιεικείας και συνεπώς ότι έχει ορατές πιθανότητες για επιτυχία και ότι η μη έκδοση του προσωρινού διατάγματος θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Σημειώνω ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι τα χρήματα που κέρδιζε από την εργασία της τα διέθετε για την συντήρηση της οικογενειακής στέγης και αντ’ αυτού ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια τα αποταμίευε.
Η Αιτήτρια δεν προβάλλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ούτε σε σχέση με τα εισοδήματα του Καθ’ ου η αίτηση, προκειμένου να καταδείξει την ύπαρξη ειδικών συνθηκών ή λόγων επιεικείας προς όφελος της βασιζόμενους ενδεχομένως στον ισχυρισμό ότι τα εισοδήματα και οι οικονομικές δυνάμεις του Καθ’ ου η αίτηση είναι τέτοιες που επιτρέπουν στον ίδιο να ενοικιάσει άλλη οικία αλλά ούτε και προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός από την πλευρά της. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι ούτε ο Καθ’ ου η αίτηση αποκαλύπτει τα εισοδήματα του, πλην όμως η Αιτήτρια εξακολουθεί να έχει το βάρος απόδειξης της συνύπαρξης και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και συνακόλουθα της ύπαρξης τέτοιων λόγων επιεικείας ή άλλων ειδικών συνθηκών προς όφελος της που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Ούτε η προβαλλόμενη θέση της Αιτήτριας ότι μαζί με τους διαδίκους διέμενε και ο υιός της Αιτήτριας και ότι διαμόρφωσε την συζυγική οικία με βάση τις ανάγκες του ενήλικα υιού της, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας επιεικείας προς όφελος της Αιτήτριας για την έκδοση ενός τόσο δραστικού διατάγματος. Αφενός μεν ο υιός της Αιτήτριας είναι ενήλικας και συγκεκριμένα είναι ηλικίας 25 ετών, δηλαδή δεν πρόκειται για ανήλικο τέκνο. Αφετέρου δεν προκύπτει από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου να αντιμετωπίζει ο ενήλικας υιός της οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή άλλα προβλήματα που να τον καθιστούν ανίκανο για εργασία και εξεύρεση στέγης ή πρόσωπο εξαρτώμενο από την Αιτήτρια ή οποιεσδήποτε άλλες περιστάσεις που να καταδεικνύουν ότι διαμονή του ενήλικα υιού της Αιτήτριας και της Αιτήτριας στη συζυγική οικία είναι επιβεβλημένη, ώστε ενδεχομένως λόγοι επιεικείας να συνηγορούσαν υπέρ της έκδοσης του διατάγματος.
Η Αιτήτρια με την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση προβάλλει τη θέση ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διαθέτει και άλλη περιουσία εντός της οποίας μπορεί ο ίδιος να διαμένει. Ο Καθ’ ου η αίτηση αντίκρουσε την πιο πάνω της θέση. Σε σχέση δε με τα ακίνητα που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι διαθέτει και μπορεί να διαμένει σε αυτά ο Καθ’ ου η αίτηση, ο τελευταίος με συμπληρωματική ένορκη δήλωση προβάλλει τη θέση ότι το πρώτο ακίνητο ανήκει σε νομικό πρόσωπο στην εταιρεία «XXX» και όχι στον ίδιο προσωπικά και ότι σε κάθε περίπτωση η χρήση του είναι γραφείο και αποθήκη και συνεπώς ότι δεν είναι κατοικήσιμο και επίσης ότι δεν θα μπορούσε σε αυτό να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του που έχει από άλλο γάμο, με το οποίο όπως αναφέρει μετά την αποχώρηση της Αιτήτριας από τη συζυγική στέγη έχουν εξομαλυνθεί οι σχέσεις τους. Το δεύτερο ακίνητο ισχυρίζεται ότι είναι οικόπεδο (τεκμήριο Θ απαντητικής ε/δ Καθ’ ου αίτηση) συνεπώς δεν προσφέρεται για διαμονή και το τρίτο ακίνητο παραδέχεται μεν ότι είναι δικό του αλλά ενοικιάζεται σε τρίτο πρόσωπο με συμφωνία μίσθωσης (τεκμήριο Ι απαντητικής ε/δ Καθ’ ου αίτηση) που λήγει την 31.3.2027 και συνεπώς δεν μπορεί να διαμένει σε αυτό. Αναφορικά με το τέταρτο ακίνητο, ισχυρίζεται ότι ανήκει στην πρώην σύζυγο του και ότι μεταβιβάστηκε (τεκμήριο ΙΑ απαντητικής ε/δ Καθ’ ου αίτηση) στην πρώην σύζυγο του στο πλαίσιο επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών. Οι πιο πάνω θέσεις του δεν αντικρούστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από την Αιτήτρια και συνεπώς δεν έχω ικανοποιηθεί για την επάρκεια λύσεων εξεύρεσης άλλης προσωρινής στέγης από την πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση.
Σε σχέση με την μεμπτή συμπεριφορά που ο ένας διάδικος αποδίδει στον άλλο όπως επίσης και σε σχέση με τους ισχυρισμούς που εγείρονται αναφορικά με το βάσιμο ή μη των καταγγελιών στις οποίες προέβηκε η Αιτήτρια εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, όπως εξηγώ και πιο πάνω δεν είναι η ώρα να κατανείμω ευθύνες ως προς την υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου ή το βαθμό υπαιτιότητας του καθενός, ούτε είναι η ώρα να καταλήξω σε τελικά ευρήματα, όλοι δε οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παραμένουν ζωντανοί να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης.
Από τα όσα λοιπόν έχουν τεθεί ενώπιον μου και στο βαθμό που το δικαστήριο δύναται να εξετάσει αυτά για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχοντας το βάρος απόδειξης της συνύπαρξης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι πληρούνται η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή ότι η Αιτήτρια έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας και ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το τόσο δραστικό διάταγμα το οποίο επιζητεί. Επαναλαμβάνω ότι όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση, η Αιτήτρια αποχώρησε από την συζυγική οικία πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτηση και διαμένει σε άλλη οικία, ενώ και πριν την αποχώρηση της διανυκτέρευε πολλές φορές εκτός της συζυγική οικίας, συνεπώς η όποια δυσχέρεια από την συμβίωση των διαδίκων έχει εκλείψει[9]. Περαιτέρω, όπως εξηγώ πιο πάνω, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και στο βαθμό που δύναμαι να εξετάσω αυτά για τους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, δεν έχω ικανοποιηθεί για την ύπαρξη τέτοιων λόγων επιεικείας ή άλλων ειδικών συνθηκών προς όφελος της Αιτήτριας και ότι η Αιτήτρια έχει ορατές πιθανότητες για επιτυχία και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα[10]. Δεν έχω λοιπόν ικανοποιηθεί ότι πληρούνται η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.
Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
[Υπ.] ………………………….
Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 C.L.R. 557. National Bank of Greece v Motovia (1987) 1 A.A.Δ. 303, KOT v Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ" Βασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, κ.α
[2] Βλ. ανωτέρω
[3] Mitsingas Ltd v. Timberland (1997) 1 ΑΑΔ 1791
[4] Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263
[5] Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236, Ν.Γ.Χ. ν. Τ.L., Έφ. Αρ.32/2021, ημερ.23.6.2022.
[9] Σκοπός της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος αυτής της φύσης, είναι ο περιορισμός στο βαθμό του εφικτού των δυσμενών επιπτώσεων για την οικογένεια και τα μέλη της από τη διακοπή της συμβίωσης και όχι η τιμωρία οποιουδήποτε μέλους.
[10] Σχ. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland Co. (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1791
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο