ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή Δ. Οικ. Δ.
Αρ. Αίτησης։ 267/2025
i-justice
Μεταξύ:
A.R.
Αιτητή
-και-
M.R.
Καθ' ης η αίτηση
----------------------
Ενδιάμεση αίτηση ημερoμηνίας 24/06/2025
Ημερομηνία: 27/02/2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή: κ. Σ. Παπαθεοδώρου για Σ. Παπαθεοδώρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Καθ' ης η αίτηση: κα Κ. Σταύρου για Άρσεν Θεοφανίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
(I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։
1. Από τον γάμο τους, οι διάδικοι απέκτησαν δύο δίδυμα τέκνα την S.R. και τον K.R. τα οποία σήμερα είναι 12 ετών. Από τον Φεβρουάριο όμως του 2025, επήλθε η διάσταση των διαδίκων και ο Αιτητής αποχώρησε από την οικογενειακή εστία, ενώ τα δύο ανήλικα τέκνα παρέμειναν στο σπίτι ουσιαστικά υπό την φύλαξη και φροντίδα της Καθ’ ης η Αίτηση μητέρας τους.
2. Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αιτείται μεταξύ άλλων από το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων για την ανάθεση σε αυτόν της φύλαξης και φροντίδας των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, αλλά και την ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα παιδιά του.
3. Στα πλαίσια της πιο πάνω Αίτησης, ο Αιτητής καταχώρησε κατά τον ίδιο χρόνο μονομερή αίτηση με την οποία αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για την ανάθεση στον ίδιο της φύλαξης και φροντίδας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων καθώς και διάταγμα με το οποίο να ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας με τα παιδιά του σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα και διέταξε την επίδοση της αίτησης, ούτως ώστε να ακούσει και την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση και να αποφασίσει οριστικά.
4. Η εκδίκαση της παρούσης αιτήσεως προωθήθηκε στην βάση των διατάξεων 23 και 25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Στα πλαίσια της Ακρόασης Διαδικαστικών Οδηγιών (Α.Δ.Ο.) και αφού οι διάδικοι είχαν καταχωρήσει χρονοδιαγράμματα της διαδικασίας, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την πορεία εκδίκασης της παρούσης. Στις 17/09/2025 η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην υπό εξέταση αίτηση. Στην βάση των σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 03/07/2025 και στις 06/10/2025, ενώ η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση στις 21/10/2025.
5. Οι προσπάθειες των μερών για εξώδικη διευθέτηση της παρούσης, αλλά και για την υιοθέτηση ενός δοκιμαστικού προγράμματος επικοινωνίας δεν είχαν επιτυχή κατάληξη και έτσι η παρούσα οδηγήθηκε σε εκδίκαση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση των διαδίκων, ενώ τελικώς δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις στις οποίες η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της και τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου.
(II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ։
6. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 24/06/2025, με την οποία γίνεται εκτενής αναφορά των ισχυρισμών του αλλά και των γεγονότων της υπόθεσης.
7. Αρχικά, ο Αιτητής αναφέρει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση τον εμποδίζει από το να βλέπει τα δύο παιδιά τους, πράγμα που καθιστά τα διατάγματα που ζητούνται με την παρούσα αίτηση εξαιρετικά επείγοντα και προς το συμφέρον των τέκνων του.
8. Ακολούθως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τον Φεβρουάριο του 2025, μετά από σοβαρό καβγά κατά τον οποίο η Καθ’ ης η Αίτηση ξέσπασε έντονα εναντίον του, μετακόμισε σε διαμέρισμα στη Λεμεσό για να προστατεύσει τα παιδιά τους από το να γίνουν μάρτυρες της σύγκρουσης τους και από τότε βρίσκονται σε διάσταση. Αν και αρχικά ήλπιζε σε συμφιλίωση, η ίδια παρέμεινε ανένδοτη και παρέμεινε στην οικογενειακή κατοικία με τα παιδιά τους. Υποστηρίζει ότι πλήρωσε αποκλειστικά για την αγορά του σπιτιού, αλλά το ενέγραψε στα ονόματα και των δύο διαδίκων εξ’ ημισείας, καθώς ήταν οικογένεια. Ισχυρίζεται ότι οι οικονομικές διαφωνίες συνέβαλαν σημαντικά στη διάλυση του γάμου τους.
9. Μέσα από την ένορκη δήλωση του, ο Αιτητής αναφέρει ότι από τότε που αποχώρησε από το σπίτι, η Καθ’ ης η Αίτηση του έχει στερήσει την πρόσβαση και επικοινωνία με τα παιδιά τους. Υποστηρίζει ότι είναι ένας υπεύθυνος επιχειρηματίας και πάντα έδινε προτεραιότητα στην οικογένεια του. Αρχικά, αναφέρει ότι προσπάθησε να επιλύσει το ζήτημα με διαπραγματεύσεις μέσω των δικηγόρων του, αποστέλλοντας σχετικές επιστολές στους δικηγόρους της Καθ’ ης. Εν τούτοις, η Καθ’ ης η Αίτηση δεν επιδεικνύει καλή πρόθεση για την επίλυση των θεμάτων τους, αφού απουσίαζε από την πρώτη προγραμματισμένη τους συνάντηση και ακύρωσε την δεύτερη, επικαλούμενη αλλαγή δικηγόρου ο οποίος χρειαζόταν χρόνο να «μελετήσει τον φάκελο».
10. Ισχυρίζεται ότι από την διάσταση των διαδίκων μέχρι και σήμερα, του επετράπη από την Καθ’ ης η Αίτηση να δει τα παιδιά μόνο δύο φορές, ήτοι μια φορά τον Μάιο, σύντομα στο σπίτι στην παρουσία της, κατά την οποία τον εξύβρισε μπροστά τους και μία φορά τον Ιούνιο, σε καφετέρια ξενοδοχείου υπό την στενή της επιτήρηση δημιουργώντας ένταση.
11. Ακολούθως, υποστηρίζει ότι αντιλήφθηκε πως χωρίς δικαστική διαταγή, η Καθ’ ης η Αίτηση θα συνεχίσει να ελέγχει και να παρεμποδίζει την πρόσβαση στα δύο του παιδιά, επιμένοντας πάντα πως η παρουσία της είναι αναγκαία όταν του επιτρέπει να τα βλέπει. Αναφέρει ότι η Καθ’ ης αποθαρρύνει τα παιδιά από το να έρχονται σε επαφή μαζί του, τους εμφυτεύει αρνητικές απόψεις για τον ίδιο και τα επηρεάζει συναισθηματικά, αφού πλέον ζουν μαζί της και με την μητέρα της, απομονωμένα από τον πατέρα τους. Θεωρεί ότι, είναι εμφανές από τις επιστολές των δικηγόρων της, πως στόχος της Καθ’ ης η Αίτηση είναι αφενός να τον πιέσει οικονομικά και αφετέρου να κρατήσει το σπίτι για τον εαυτό της.
12. Ο Αιτητής εκφράζει την θέση, πως αν δεν μπορεί να βλέπει τα παιδιά του τακτικά, προτίθεται να επιστρέψει στην οικογενειακή κατοικία για να αποκαταστήσει την καθημερινή επαφή μαζί τους. Ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν επιτρέπει καν στα παιδιά να απαντούν στα τηλεφωνήματά του, ενώ όταν ζούσαν όλοι μαζί διατηρούσε εξαιρετική σχέση μαζί τους. Θεωρεί προφανές ότι η συμπεριφορά της Καθ’ ης είναι επιβλαβής για την ψυχολογία τους.
13. Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης του, ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 18/06/2025 μετέβη στο σπίτι τους για να παραλάβει μερικά προσωπικά του αντικείμενα και η σύζυγος του δεν βρισκόταν στο σπίτι. Όταν τα παιδιά τον είδαν, τηλεφώνησαν στη μητέρα τους, η οποία τους είχε δώσει εντολή να μην ανοίξουν την πόρτα. Έτσι, εισήλθε από την πίσω πλευρά, μάζεψε τα πράγματα του και στη συνέχεια η Καθ’ ης η Αίτηση που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει, τον έδιωξε μπροστά στα παιδιά. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι κατά τα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης, διατηρούσε εξαιρετική σχέση με τα δύο τους παιδιά, ενώ έχει και πολύ καλή σχέση με την 30χρονη θυγατέρα του από προηγούμενο του γάμο, η οποία ζει στη Γερμανία.
14. Πιστεύει ότι είναι επειγόντως αναγκαία η έκδοση διαταγής επικοινωνίας για να διατηρηθεί η σχέση του με τα παιδιά του, λόγω των αρνητικών συναισθημάτων που τους μεταφέρει η μητέρα τους και τα οποία βρίσκονται σε συναισθηματική αναστάτωση.
15. Στις 03/07/2025 ο Αιτητής καταχώρησε την πρώτη του συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αρχικά, αναφέρει ότι στις 01/08/2025, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μεταξύ των διαδίκων κοινή δήλωση για την ρύθμιση της επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στις 05/08/2025 από τις 09.00 π.μ.-11.00 π.μ., στις 08/08/2025 από τις 12.00 μ.μ.-14.00 μ.μ., στις 12/08/2025 από τις 12.00 μ.μ.-14.00 μ.μ., στις 26/08/2025 από τις 09.00 π.μ.-11.00 π.μ. και στις 29/08/2025 από τις 12.00 μ.μ.-14.00 μ.μ.
16. Ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 05/08/2025, η επικοινωνία του με τα δύο ανήλικα τέκνα του πραγματοποιήθηκε κανονικά. Πριν την πρώτη συνάντηση στις 5 Αυγούστου, ζήτησε από την Καθ’ ης η Αίτηση να φέρει τα παιδιά στην παραλία κοντά στο ξενοδοχείο, γιατί ήθελε να κολυμπήσει και αυτά έφτασαν χωρίς μαγιό. Βγήκαν από το αυτοκίνητο και περπάτησαν προς την παραλία. Αναφέρει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση μετέβη σε ένα κοντινό καφέ για να περιμένει, αν και στη δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου είχε συμφωνηθεί ότι ο Αιτητής θα τους επέστρεφε στο σπίτι. Καθώς κάθονταν στο καφέ, τα παιδιά συνέχιζαν να παίζουν με το τηλέφωνο και κατάφερε να μιλήσει για λίγο μαζί τους. Αφού έφαγαν το παγωτό, πρότεινε να κάνουν μια βόλτα, αλλά έκανε πολύ ζέστη και τα παιδιά δεν ήθελαν. Τους ρώτησε τι θα ήθελαν να κάνουν στην επόμενη συνάντηση στις 08/08/2025. Εφόσον είχαν μόνο δύο ώρες, πρότεινε να πάνε για φαγητό και ο γιος του είπε ότι θα ήθελε κρέας, ενώ η θυγατέρα του ανέφερε ότι θα ήθελε να φάει στο σπίτι και τελικά τους επέστρεψε ο ίδιος στο σπίτι.
17. Ακολούθως, ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 07/08/2025, οι διάδικοι μετέβηκαν στο Δικαστήριο μαζί με τους δικηγόρους τους, όπου υπέγραψε συγκατάθεση για να ταξιδέψει η Καθ’ ης η Αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα στη Γερμανία από τις 15/08/2025 έως τις 23/08/2025. Κατά την δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου στις 01/08/2025 σχετικά με το πρόγραμμα επικοινωνίας, ο δικηγόρος του από δική του πρωτοβουλία, έδωσε να εννοηθεί στους δικηγόρους της Καθ’ ης ότι δεν θα υπέγραφε την προαναφερθείσα συγκατάθεση για το ταξίδι, εάν οι συναντήσεις για οποιονδήποτε λόγο αποδιδόμενο στην Καθ’ ης η Αίτηση δεν πραγματοποιούνταν. Μετά την πρώτη επικοινωνία, ο δικηγόρος του κατά λάθος, του είπε να υπογράψει την συγκατάθεση, πιστεύοντας ότι το προγραμματιζόμενο ταξίδι με τα παιδιά ήταν προγραμματισμένο μετά την πρώτη και πριν τη δεύτερη συνάντηση. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, υπήρχαν ακόμη δύο συναντήσεις πριν από το ταξίδι τους, και επομένως θα ήταν σκόπιμο να παρέχει την γραπτή του συγκατάθεση μετά την δεύτερη ή την τρίτη συνάντηση. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνάντησης στις 08/08/2025, η Καθ’ ης η Αίτηση είχε ήδη στα χέρια της την γραπτή του συγκατάθεση και έτσι επαληθεύτηκε ότι ο δικηγόρος του είχε υποψιαστεί.
18. Έτσι, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι στις 08/08/2025 η Καθ’ ης η Αίτηση έφερε τα παιδιά στο καθορισμένο σημείο για την επικοινωνία και όταν αυτός πλησίασε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, τα παιδιά δεν ήθελαν να βγουν. Όταν τους ρώτησε γιατί, απάντησαν μόνο ότι δεν θέλουν, ενώ ταυτόχρονα έπαιζαν, ο υιός του με έναν κύβο και η κόρη του στέλνοντας μηνύματα στο κινητό της, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσαν προσεκτικά την αντίδραση της μητέρας τους. Η Καθ’ ης η Αίτηση ανέφερε ενώπιον των παιδιών ότι είχε συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου και ότι τα είχε φέρει, ενώ το ίδιο συνέβη και κατά την τρίτη συνάντηση στις 12/08/2025.
19. Ο Αιτητής πιστεύει ότι αυτό ασκεί άμεση πίεση στον ψυχισμό των παιδιών και προσπάθησε να τους μιλήσει. Τους ανέφερε ότι θα ήθελε να είναι μαζί τους στα γενέθλιά τους στις 2 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο ο ανήλικος υιός του τον ρώτησε: «Κι αν δεν θέλουμε;» Δεν πιστεύει ότι μια τέτοια ερώτηση ήταν πραγματικά δική του, χωρίς να έχει ασκηθεί κάποια επιρροή ή κατεύθυνση από την Καθ’ ης η Αίτηση. Ζήτησε από την Καθ’ ης να βγει από το αυτοκίνητο ώστε να μπορέσει να μιλήσει μόνος του με τα παιδιά, έστω και μέσα στο αυτοκίνητο αν δεν ήθελαν να πάνε αλλού. Ωστόσο, εκείνη είπε ότι δεν ήθελε να βγει, έτσι δεν επέμενε, τους αποχαιρέτησε και επέστρεψαν στο σπίτι. Κάθε φορά που τους ρωτούσε κάτι, κοίταζαν την Καθ’ ης με ανησυχία και φόβο μήπως απαντήσουν κάτι λάθος. Όταν τους ρώτησε γιατί δεν ήθελαν να έχουν επαφή μαζί του, δεν απάντησαν τίποτα.
20. Ακολούθως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά την τέταρτη ημέρα επαφής με τα παιδιά του, δηλαδή το πρωί της 26/08/2025, η κατάσταση επαναλήφθηκε όπως την προηγούμενη φορά. Η Καθ’ ης η Αίτηση πάρκαρε το αυτοκίνητό της και του έστειλε μήνυμα ότι τα παιδιά ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Όταν πλησίασε, τα παιδιά πάλι δεν επιθυμούσαν να πάνε πουθενά. Ρώτησε την Καθ’ ης γιατί δεν τον είχε ενημερώσει ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να έρθουν να τον συναντήσουν. Άρχισε να λέει μπροστά στα παιδιά ότι την κατηγορούσε επειδή τα παιδιά δεν ήθελαν να έρθουν μαζί του, και ότι υποτίθεται ότι ήταν υποχρεωμένη να φέρει τα παιδιά λόγω δικαστικής απόφασης, αλλιώς θα είχε προβλήματα. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν να το συζητάνε αυτό μπροστά στα παιδιά, αλλά εκείνη συνέχισε. Της είπα ότι δεν υπάρχει ακόμη δικαστική απόφαση, και τότε η ανήλικη την κοίταξε με έκπληξη. Ακολούθως, ρώτησε τα παιδιά πού ήθελαν να πάνε και αυτά απάντησαν στο σπίτι. Στην συνέχεια τους ρώτησε αν δεν ήθελαν να τον δουν καθόλου και η θυγατέρα του δεν απάντησε, ενώ ο υιός του είπε ότι δεν ήθελε χωρίς να του εξηγήσει τον λόγο και αφού αποχαιρέτησε τα παιδιά, αυτοί αποχώρησαν.
21. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι στις 29/08/2025, συνέβη ξανά το ίδιο, αφού η Καθ’ ης η Αίτηση έφερε τα παιδιά στο καφέ που είχαν συμφωνήσει και αυτά πάλι δεν ήθελαν να έρθουν μαζί του και να εξέλθουν από το αυτοκίνητο. Τους ανέφερε ότι δεν ήθελε να τους προκαλέσει δυσφορία, αλλά αντίθετα, ήθελε να νιώσουν καλά και πως αν δεν ήθελαν να έρθουν, να το πουν στη μητέρα τους. Η ανήλικη θυγατέρα του απάντησε ότι του το είχαν ήδη πει τρεις φορές, ενώ την στιγμή εκείνη η Καθ’ ης του είπε ότι τα κατηγορούσε. Ανέφερε επίσης μπροστά στα παιδιά ότι το ζήτημα των συναντήσεων είχε φτάσει στο δικαστήριο και έπρεπε να λυθεί μέσω δικηγόρων, παρόλο που της είχε ζητήσει πολλές φορές να μην συζητά αυτά τα θέματα μπροστά στα παιδιά.
22. Ο Αιτητής εκφράζει την θέση, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον αποξενώσει από τα παιδιά του, αφού τα επηρεάζει κάνοντας τα πάντα στο σπίτι για να αποφύγουν τις συναντήσεις μαζί του, γεγονός που παρατηρεί από τις αντιδράσεις των παιδιών, ιδίως της ανήλικης θυγατέρας του. Δεν μπορούν να πουν ή να κάνουν τίποτα χωρίς να το συμφωνήσουν με τη μητέρα τους, η οποία στην παρούσα κατάσταση έχει πλήρη επιρροή πάνω τους, καθώς διαμένει συνέχεια μαζί τους.
23. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση βάζει εμπόδια σε κάθε προσπάθεια που αυτός κάνει για να ξανασυνδεθεί με τα ίδια του τα παιδιά. Στις 02/09/2025 μετέβη στο σπίτι τους για να τους ευχηθεί χρόνια πολλά και ζήτησε από την Καθ’ ης να του επιτρέψει να τους δείξει μια ταινία που έφτιαξε όταν ήταν μικροί και την είχε ειδικά ετοιμάσει για τα γενέθλιά τους, θέλοντας να τους θυμίσει και να τους κάνει να νιώσουν άνετα. Η Καθ’ ης η Αίτηση δεν του επέτρεψε να την δείξει, λέγοντας ότι ήταν πολύ απασχολημένη και η ταινία θα την ενοχλούσε.
24. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τα παιδιά του είναι μόλις 12 ετών και σε αυτή την ηλικία είναι φυσιολογικό να είναι πολύ ευάλωτα στην επιρροή της μητέρας τους. Προφανώς πιστεύει ότι η Καθ’ ης δεν αντιλαμβάνεται ότι με την συμπεριφορά της χειροτερεύει τα πράγματα όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά ακόμη περισσότερο για τα ίδια τα παιδιά, επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχική τους κατάσταση. Δεν ξέρει τι τους λέει για τον ίδιο κατά την απουσία του, ή αν τους λέει κάτι, αλλά είναι όμως απολύτως βέβαιος ότι αν επιθυμούσε τα παιδιά να έρθουν μαζί του, θα φρόντιζε να έρθουν όπως συνέβη στις 05/08/2025, από φόβο ότι δεν θα υπέγραφε για να ταξιδεύσουν στην Γερμανία.
25. Είναι η θέση του Αιτητή, πως οποιαδήποτε απόρριψη του αιτήματός του για την έκδοση προσωρινής διαταγής θα ληφθεί από την Καθ’ ης η Αίτηση ως νίκη και η ίδια θα μπορέσει να συνεχίσει χωρίς συνέπειες, να καταστρέφει τον δεσμό του με τα παιδιά του και κατ’ επέκταση την ψυχολογική τους ευημερία κάτι που θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να αποκατασταθεί στην συνέχεια. Εάν, μέσα σε λίγους μήνες η Καθ’ ης κατόρθωσε να κάνει τα παιδιά του να μην θέλουν να τον βλέπουν, διερωτάται τι θα μπορούσε να κάνει μετά από ένα ή ακόμη και δύο χρόνια, μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου.
26. Απαντώντας στους ισχυρισμούς οι οποίοι διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η Αίτηση, ο Αιτητής αρνείται κατηγορηματικά ότι υπήρξε αδιάφορος προς την οικογένεια του, αφού πάντοτε προσπαθούσε να κάνει τα πάντα για την ευημερία τους. Δηλώνει ότι ο ισχυρισμός της πως απουσίαζε συχνά για μεγάλα διαστήματα στο εξωτερικό είναι ψευδής, αφού τα τελευταία χρόνια ήταν σχεδόν πάντα στην οικία τους στην Κύπρο και ο μόνος τόπος που ταξίδευε, ήταν το εργοτάξιο που επέβλεπε καθημερινά. Αναφέρει επίσης, ότι περιστασιακά ταξίδευε εκτός Κύπρου για μικρά χρονικά διαστήματα λόγω εργασίας, ωστόσο τα τελευταία χρόνια αυτά τα ταξίδια ήταν σπάνια, καθώς ο όγκος εργασιών του είχε μειωθεί σημαντικά. Περαιτέρω, ταξίδευε στην Γερμανία μία ή δύο φορές τον χρόνο για να επισκεφθεί την μεγαλύτερη θυγατέρα του που ζει εκεί. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι όλες τις γιορτές τις περνούσαν μαζί ως οικογένεια, και πήγαιναν όλοι μαζί διακοπές κατά την περίοδο που τα παιδιά δεν είχαν σχολείο.
27. Ο Αιτητής αναφέρει ότι κατά καιρούς είχαν καυγάδες με την Καθ΄ ης η Αίτηση για διάφορους λόγους, αλλά πάντα της ζητούσε να σταματήσει ώστε τα παιδιά να μην τους βλέπουν, ωστόσο, η Καθ’ ης η Αίτηση το έκανε μπροστά στα παιδιά. Απορρίπτει επίσης ως αναληθή τον ισχυρισμό της Καθ’ ης ότι ξέσπασε στα παιδιά τους, αναφέροντας ότι ίσως περιστασιακά να ύψωσε τον τόνο της φωνής του, κυρίως προς τον υιό του λόγω της συμπεριφοράς του, όπως γίνεται σε κάθε οικογένεια, αλλά ποτέ δεν το έκανε στην θυγατέρα του. Απορρίπτει επίσης ως ψευδή τον ισχυρισμό ότι τα παιδιά τους ήταν συνεχώς αγχωμένα δίπλα του, υποστηρίζοντας ότι πάντοτε διατηρούσε άριστη επικοινωνία με αυτά.
28. Ακολούθως, ο Αιτητής απορρίπτει τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η Αίτηση ότι τα παιδιά του είναι απρόθυμα να έχουν επαφή μαζί του, υποστηρίζοντας πως αυτό δεν συνέβη αμέσως μετά τον χωρισμό, αλλά αρκετά ξαφνικά τον Μάρτιο, ενώ μέχρι τότε η σχέση του με τα παιδιά ήταν καλή, μιλούσαν στο τηλέφωνο και έστελναν μηνύματα. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση με τα ξεσπάσματά της του είχε απαγορεύσει να βρίσκεται στο σπίτι ή να βλέπει τα παιδιά, λειτουργώντας εκδικητικά.
29. Στις 06/10/2025 ο Αιτητής καταχώρησε νέα συμπληρωματική ένορκη δήλωση με σκοπό να απαντήσει στους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της Καθ’ ης η Αίτηση ημερομηνίας 17/09/2025. Θα επικεντρωθώ στα κυριότερα σημεία της τα οποία δεν αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών του.
30. Αρχικά, ο Αιτητής αναφέρεται στο περιστατικό με το γυναικείο εσώρουχο που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του, υποστηρίζοντας ότι η Καθ’ ης η Αίτηση το τοποθέτησε εκεί για να το ανακαλύψει δήθεν και ακολούθως να κάνει θέμα μέσα στο σπίτι ότι αυτός διατηρεί εξωσυζυγική σχέση δείχνοντας στα παιδιά το εσώρουχο, εξαπατώντας τα ανήλικα σε ένα θέμα που δεν τους αφορά καθόλου, με απώτερο σκοπό να μην τον θέλουν.
31. Περαιτέρω, εκφράζει την θέση ότι τα παιδιά τους ποτέ δεν διέτρεξαν κίνδυνο παλαιότερα μαζί του, ενώ τώρα η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι χωρίς την επαφή με τον πατέρα τους το περιβάλλον τους είναι γνώριμο και ασφαλές, παραβλέποντας το γεγονός ότι η αποξένωση από τον πατέρα τους μπορεί να έχει βαθύτατα αρνητικό αντίκτυπο στην ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη.
32. Ακολούθως, ο Αιτητής απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η Αίτηση για το πόσο απασχολημένα είναι τα παιδιά τους και για το ότι συμπεριφέρεται αυθαίρετα, υποστηρίζοντας ότι είναι η ίδια που ενεργεί αυθαίρετα, αφού προκάλεσε σκηνή μπροστά στα παιδιά και τον έδιωξε από το σπίτι, του απέκοψε αυθαίρετα την επικοινωνία με τα παιδιά του, τον εμποδίζει να ζει στο σπίτι του, άλλαξε τον κωδικό της κεντρικής πύλης και το σύστημα συναγερμού στο σπίτι χωρίς τη συγκατάθεσή του, αποκλείοντάς τον παράνομα από την πρόσβαση στην οικία, ενώ αυθαίρετα πέταξε όλα τα πράγματα του στον δρόμο.
(III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ։
33. Η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση της στις 17/09/2025 προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης։
1. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60.
2. Δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, για την έκδοση προσωρινού διατάγματος γονικής μέριμνας στην αίτηση που έχει τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο.
3. Ο Αιτών έχει προβεί σε ψευδείς και αναληθείς ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
4. Η υπό εκδίκαση αίτηση είναι αδικαιολόγητη.
5. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, στερείται τεκμηρίωσης και είναι κατασκευασμένη.
6. Ο Αιτών προσήλθε στο Δικαστήριο χωρίς καθαρά χέρια (without clean hands) αφού δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο την αλήθεια και/ή απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία.
7. Η αίτηση είναι παράτυπη και εκδικητική αφού τα κίνητρα και οι σκοποί του Αιτούντος είναι αλλότριοι.
8. Οι αιτούμενες θεραπείες αντίκεινται των έννομων συμφερόντων των ανήλικων τέκνων των διαδίκων .
9. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις του Αιτούντος ημερομηνίας 23/06/2025 και 03/07/2025 είναι ψεύτικοι, αβάσιμοι, ατεκμηρίωτοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
10. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και/η προς όφελος των ανηλίκων η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
11. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
34. Η ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της και από την οποία προβαίνω σε ειδική αναφορά επί των κυριότερων σημείων της.
35. Αρχικά, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών και κυρίως περί το έτος 2024 και έπειτα, άρχισαν να παρουσιάζονται σημαντικά προβλήματα στη σχέση των διαδίκων λόγω της συνολικής συμπεριφοράς του Αιτητή. Ειδικότερα, ο Αιτητής ήταν απόμακρος και αδιάφορος απέναντι στην ίδια αλλά και στα ανήλικα τέκνα τους, αφού απουσίαζε συνεχώς και ανενημέρωτα τόσο από την οικία που διέμεναν όσο και από την Κύπρο, για μεγάλα χρονικά διαστήματα και ήταν απών σε διάφορες περιόδους αλλά και στις οικογενειακές γιορτές.
36. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής κατά τις ελάχιστες ώρες συνύπαρξης του με την ίδια και τα ανήλικα τέκνα τους ήταν πάντα οξύθυμος, έντονος, με αδικαιολόγητα ξεσπάσματα θυμού κυρίως κατά των παιδιών τους, αλλά και προς την ίδια, με υποτιμητικές, προσβλητικές αναφορές προς στο πρόσωπο τους. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι τα ανήλικα τέκνα τους ήταν συνεχώς στενοχωρημένα, ανήσυχα, ένιωθαν ανασφάλεια όταν ήταν με τον πατέρα τους, αντιδρούσαν και παραπονιούνταν συνεχώς προς την ίδια για την συμπεριφορά του. Αναφέρει ότι επιδίωξε επανειλημμένα και με διάφορους τρόπους να καθησυχάσει τα παιδιά της, δικαιολογώντας τον πατέρα τους καθώς ευελπιστούσε ότι η στάση και συμπεριφορά του Αιτητή θα άλλαζε με τον καιρό.
37. Ακολούθως, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι δυστυχώς τόσο η ίδια όσο και τα ανήλικα τέκνα της διαπίστωσαν με πολύ άσχημο τρόπο ότι ο Αιτητής διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με άλλη γυναίκα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, γεγονός το οποίο έπληξε σημαντικά την συναισθηματική και οικογενειακή τους σχέση.
38. Ισχυρίζεται ότι συνεπεία των πιο πάνω και εξ΄ αιτίας της πλήρους υπαιτιότητας του Αιτητή, βρίσκονται σε διάσταση από τον Φεβρουάριο του 2025 και έκτοτε διαμένει με τα ανήλικα τέκνα τους στην οικία τους στην Λεμεσό, ενώ ο Αιτητής αποχώρησε από το σπίτι.
39. Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι τα ανήλικα τέκνα τους από την διάσταση της με τον Αιτητή, είναι καθ’ όλα απρόθυμα να έρθουν σε επαφή ή επικοινωνία με τον πατέρα τους, αναφέροντας ότι αυτός ανέκαθεν αλλά κυρίως τα τελευταία χρόνια ήταν πάντα απών από το ουσιαστικό μεγάλωμα των ανήλικων τέκνων, αφιερώνοντάς τους ελάχιστο χρόνο και χωρίς καμία επικοινωνιακή και συναισθηματική τριβή μαζί τους.
40. Απορρίπτει κατηγορηματικά τους αναληθείς ισχυρισμούς του Αιτητή, ότι εμπόδισε με οποιοδήποτε τρόπο την επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα τους, αναφέροντας ότι απεναντίας προσπαθεί καθημερινά να μιλήσει στα παιδιά τους, με απώτερο σκοπό αυτά να προσπαθήσουν να έχουν και να διατηρούν επαφή με τον πατέρα τους. Παρόλα αυτά ως μητέρα τους είναι σε θέση να γνωρίζει από όσα τα ίδια καθημερινά της εκφράζουν, ότι είναι εξαιρετικά πληγωμένα και απρόθυμα να συναντηθούν και να διατηρούν επικοινωνία με τον πατέρα τους.
41. Ισχυρίζεται ότι κατά το παρελθόν λόγω της συμπεριφοράς του Αιτητή, ο οποίος πρόσβαλλε συνεχώς τα ανήλικα τέκνα τους με τη συμπεριφορά του και με διάφορους χαρακτηρισμούς κυρίως προς τον ανήλικο υιό τους, προσπάθησε να συζητήσει μαζί του και να του εξηγήσει ότι η συμπεριφορά του είχε αρνητικό αντίκτυπο στα παιδιά τους. Έτσι αφού φάνηκε να αντιλαμβάνεται τα όσα του ανέφερε, συμφώνησαν από κοινού και αποτάθηκαν σε ειδικό ψυχολόγο για να γεφυρωθεί η σχέση των παιδιών με τον πατέρα τους, για την καλύτερη στήριξή των ανήλικων.
42. Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής αγνοεί πλήρως το γεγονός ότι τα ανήλικα τέκνα τους βίωσαν συμπεριφορές και έντονα περιστατικά τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τα ίδια να μην είναι πρόθυμα να διατηρούν επαφή και επικοινωνία με αυτόν, αλλά αυτός επιμένει να διαστρεβλώνει τα γεγονότα, ισχυριζόμενος ότι η ίδια στερεί την επικοινωνία του με τα παιδιά τους.
43. Η Καθ’ ης η Αίτηση δηλώνει ότι αντιλαμβάνεται πλήρως ότι η πατρική φιγούρα είναι σημαντική στη ζωή των παιδιών και για αυτό είναι πάντα θετική στην επικοινωνία του Αιτητή με τα παιδιά, όμως ταυτόχρονα δεν μπορεί να πιέσει ή να αναγκάσει τα ανήλικα τέκνα να διατηρούν χωρίς τη θέλησή τους και πόσο μάλλον σε αυτή την ηλικία, επικοινωνία με αυτόν.
44. Αναφέρει ότι γνωρίζοντας την ψυχολογική κατάσταση που βρίσκονται τα παιδιά τους τα τελευταία έτη, ήταν και παραμένει πάντα θετική, στην συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη τους από ειδικό, ως το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 01/08/2025 που εκδόθηκε από το Δικαστήριο, διευκρινίζοντας ότι η συγκεκριμένη ειδικός ψυχολόγος κοινής αποδοχής που συμφώνησαν, έχει παρακολουθήσει και στο παρελθόν τα ανήλικα και είναι σε θέση να γνωρίζει εις βάθος την ψυχολογική τους κατάσταση, την προσωπικότητά τους και τα προβλήματα που καλούνται να διαχειριστούν δεδομένης της ηλικίας τους.
45. Η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι φροντίζει καθημερινά τα ανήλικα τέκνα τους και έχει δημιουργήσει ένα κλίμα σταθερότητας και ηρεμίας για αυτά. Το περιβάλλον στο οποίο διαμένει σήμερα με τα παιδιά της είναι καθόλα υγιές, ασφαλές και κατάλληλο για την ορθή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη τους. Από την ημέρα διάστασης της με τον Καθ’ ου η Αίτηση, έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για το μεγάλωμα, την φροντίδα, μέριμνα και φύλαξη των ανήλικων τέκνων τους, την διαπαιδαγώγηση, τις υποχρεώσεις και όλες τους τις δραστηριότητες.
46. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι ο Αιτητής ταξιδεύει συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό για επαγγελματικούς και άλλους λόγους, με αποτέλεσμα να μην έχει ούτως ή άλλως αρκετό χρόνο για να επικοινωνεί με τα ανήλικα τέκνα του στον ελεύθερο χρόνο τους. Στον υπόλοιπο χρόνο που βρίσκεται στην Κύπρο, απαιτεί από τα παιδιά να συναντώνται μαζί του σε χρόνο που τον βολεύει, αγνοώντας το πρόγραμμα των παιδιών, το σχολείο τους, τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες και άλλες ψυχαγωγικές δραστηριότητες, υποστηρίζοντας ότι συμπεριφέρεται αυθαίρετα και όπως θέλει, επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχολογία των ανήλικων.
47. Ακολούθως, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι κάθε φορά που ο Αιτητής προσπάθησε και εισήλθε απροειδοποίητα στην οικογενειακή κατοικία, προκάλεσε συνεχώς αναστάτωση, καβγάδες και αναταραχή στα ανήλικα τέκνα, επηρεάζοντας αρνητικά την ψυχολογία τους.
48. Υποστηρίζει ότι προσπάθησε τόσο μέσω των δικηγόρων της όσο και από μόνη της να προτείνει ένα προσωρινό πρόγραμμα στον Αιτητή, βασισμένο στην καθημερινότητα των ανηλίκων, με απώτερο σκοπό να ξεκινήσει να έχει επικοινωνία με αυτά και σταδιακά να γεφυρωθούν οι μεταξύ τους σχέσεις. Δυστυχώς όμως, όλες οι προσπάθειές της δεν είχαν αποτέλεσμα καθώς ο Αιτητής δεν συνεργάζεται και δεν αντιλαμβάνεται το πρόγραμμα και τις υποχρεώσεις των ανήλικων τέκνων τους, αλλά ούτε το γεγονός ότι η επικοινωνία και η σχέση του με τα παιδιά τους πρέπει να γίνει σταδιακά λόγω των όσων έχουν προηγηθεί.
49. Συνεπώς, η Καθ’ ης η Αίτηση δηλώνει πρόθυμη να συνεργαστεί με τον Αιτητή για όφελος των ανήλικων τέκνων τους και να ρυθμίσουν από κοινού ένα προσωρινό πρόγραμμα, με το οποίο σταδιακά θα έχει επικοινωνία και επαφή με αυτά, βασισμένο όμως στην υφιστάμενη ψυχολογική κατάσταση που βρίσκονται τα ανήλικα και φυσικά στο πρόγραμμα και τις υποχρεώσεις τους. Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι είναι αντίθετη στην διανυκτέρευση των ανηλίκων με τον Αιτητή σε αυτό το στάδιο, καθώς γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον των παιδιών, ενώ δεν μπορεί να τα εξαναγκάσει παρά την θέλησή τους.
50. Εισηγείται την ρύθμιση ενός προσωρινού προγράμματος επικοινωνίας των ανηλίκων με τον Αιτητή, για κάποιες ώρες την εβδομάδα, χωρίς διανυκτερεύσεις και αναλόγως των αντιδράσεων των τέκνων τους αλλά και τις υποδείξεις της ειδικού ψυχολόγου, αυτό να προσαρμοστεί ανάλογα στο μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, απορρίπτει κατηγορηματικά την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, με το οποίο να παραχωρείται στον Αιτητή η φροντίδα και φύλαξη των ανήλικων τέκνων τους.
51. Στις 21/10/2025, η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση από την οποία θα επικεντρωθώ στα πιο ουσιαστικά σημεία της. Αρχικά, η Καθ’ ης απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Αιτητή σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα κατά τις πέντε προγραμματισμένες συναντήσεις με τα ανήλικα τέκνα τους. Δηλώνει ότι πριν την πραγματοποίηση των συναντήσεων που έγιναν, προσπάθησε να προετοιμάσει τα ανήλικα τέκνα τους κατάλληλα, εξηγώντας τους ότι ο πατέρας τους εξέφρασε την επιθυμία να περάσει χρόνο μαζί τους και ότι μετά από συνεννόηση που είχε με τον ίδιο θα ήταν καλό να περάσουν χρόνο μαζί σε τόπους και μέρη που θα ήθελαν τα ίδια.
52. Υποστηρίζει ότι τα ανήλικα τέκνα τους από την αρχή της εξέφρασαν την άρνηση και απροθυμία τους να συναντήσουν τον πατέρα τους. Εκφράζει την θέση, ότι τα ανήλικα τέκνα είναι δώδεκα ετών και πιστεύει πως η συμπεριφορά του Αιτητή ως πατέρας, η επιθετικότητά του και γενικά η όλη συμπεριφορά του απέναντι στα ανήλικα, συμπεριλαμβανομένων των φωνών και των εκρήξεών του, έχουν προκαλέσει την απροθυμία των παιδιών να τον βλέπουν.
53. Επιπρόσθετα, η Καθ’ ης ισχυρίζεται ότι χωρίς να επιθυμεί να τους πιέσει, κατόπιν πολλών συζητήσεών της με τα ανήλικα τέκνα, προσπάθησε να ενθαρρύνει την επικοινωνία τους με τον πατέρα τους και να τα κάνει να αντιληφθούν ότι πρέπει να υπάρχει καλή επικοινωνία και επαφή μεταξύ τους, καθώς είναι ο πατέρας τους. Μετά από πάρα πολλές προσπάθειές και συζητήσεις, έπεισε τα ανήλικα να προσπαθήσουν να χτίσουν μια φυσιολογική επικοινωνία και επαφή με τον πατέρα τους και έτσι διαφάνηκε να παρουσιάζονται δεκτικά στο να συναντηθούν με τον πατέρα τους.
54. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι τα ίδια τα ανήλικα τέκνα, της ζήτησαν να βρίσκεται στην περιοχή γύρω από το μέρος της συνάντησης ενώ όταν τελείωσε η συνάντηση, την κάλεσαν να ακολουθήσει το αυτοκίνητο του πατέρα τους. Μετά το τέλος της πρώτης συνάντησης, η Καθ’ ης η Αίτηση ρώτησε τα παιδιά πως πέρασαν και που θα ήθελαν να πάνε με τον πατέρα τους την επόμενη φορά και αυτά απέφυγαν να της απαντήσουν σχετικά με το πως πέρασαν, λέγοντας της ότι δεν επιθυμούν να επαναλάβουν οποιαδήποτε άλλη συνάντηση με τον πατέρα τους γιατί δεν περνούν ευχάριστα.
55. Η Καθ’ ης η Αίτηση, ισχυρίζεται ότι δυστυχώς κατά την επόμενη συνάντηση, τα παιδιά δεν ήθελαν να βγουν από το αυτοκίνητο, ήταν απρόθυμα να περάσουν χρόνο με τον Αιτητή και ήθελαν να επιστρέψουν στο σπίτι. Τότε αναφέρει ότι ο Αιτητής άρχισε να πιέζει επίμονα και επανειλημμένα τα ανήλικα τέκνα να κατεβούν από το αυτοκίνητο, κατηγορώντας τα μάλιστα ότι έχασε τον χρόνο του για να τα συναντήσει και αυτά αρνιούνται να περάσουν χρόνο μαζί του. Κατά τις επόμενες συναντήσεις τα παιδιά δεν επέδειξαν κανένα ενθουσιασμό και καμιά επιθυμία να περάσουν χρόνο με τον πατέρα τους.
56. Είναι η θέση της, πως η απουσία του Αιτητή από το μεγάλωμα των ανήλικων τέκνων τους, η συμπεριφορά του και η ανυπαρξία οποιουδήποτε συναισθηματικού δεσίματος του με τα παιδιά τους, αποτελούν τους κυριότερους λόγους για τους οποίους έχει επέλθει η συναισθηματική αποστασιοποίηση του από αυτά.
57. Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρει ότι αναγνωρίζει πλήρως ότι πρέπει να μεριμνήσουν από κοινού με τον Αιτητή με απώτερο σκοπό τα ανήλικα τέκνα τους να διατηρούν επαφή με τον πατέρα τους, όμως γνωρίζοντας την ψυχολογική τους κατάσταση αλλά και την απροθυμία τους να διατηρούν επικοινωνία και καθημερινή τριβή με τον Αιτητή, το δικαίωμα επικοινωνίας του πρέπει να γίνεται σταδιακά και προγραμματισμένα.
58. Υποστηρίζει ακόμα, ότι από τις 20/09/2025 μέχρι και σήμερα απέστειλε επανειλημμένα στον Αιτητή, διάφορες πιθανές ώρες και ημέρες για να περάσει χρόνο με τα παιδιά τους, αλλά και ότι έχει επιδείξει με συνέπεια την προθυμία της να διευκολύνει και να ενθαρρύνει την επικοινωνία μεταξύ τους. Υποστηρίζει ότι, κατά το πρόσφατο διάστημα έχει προτείνει περίπου δώδεκα διαφορετικές ημερομηνίες και ώρες για επικοινωνία, οι οποίες κοινοποιήθηκαν όλες γραπτώς στον Αιτητή, όμως παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της, έχουν πραγματοποιηθεί μόνο τρεις συναντήσεις, η καθεμία διάρκειας περίπου είκοσι λεπτών. Αναφέρει ότι από τις προτεινόμενες δώδεκα ημερομηνίες, ο Αιτητής συναντήθηκε με τα ανήλικα μόνο στις 01.10.2025, 06.10.2025 και 17.10.2025, αφού από τις 20.09.2025 έως τις 29.09.2025 βρισκόταν στην Γερμανία.
59. Πέραν τούτων, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δυστυχώς ο Αιτητής ουδέποτε συνεργάστηκε μαζί της και απεναντίας επιδιώκει ψευδώς να την εμφανίσει ως τον λόγο για την αποτυχημένη σχέση του με τα παιδιά. Μάλιστα αναφέρει ότι ο Αιτητής ουδέποτε έχει αποστείλει οποιαδήποτε εισήγηση για πρόγραμμα ή μέρες επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα. Δηλώνει πεπεισμένη, ότι το οποιοδήποτε δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα τους, πρέπει να ασκείται σταδιακά και χωρίς πίεση με απώτερο σκοπό να γεφυρωθεί η σχέση του με τα παιδιά, αλλά αυτός δεν αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί από τη μια μέρα στην άλλη αυτομάτως να πιέσει τα ανήλικα για να έχουν μια καθημερινή επαφή μαζί του και να αισθάνονται οικειότητα με αυτόν.
(IV) Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΑ ΑΝΗΛΙΚΑ ΤΕΚΝΑ։
60. Στο τέλος της διαδικασίας το Δικαστήριο διεξήγαγε συνέντευξη με τα δίδυμα ανήλικα τέκνα των διαδίκων ηλικίας 12 ετών και η οποία έλαβε χώρα στα πλαίσια της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022, όπου κρίθηκε αναγκαία η λήψη προσωπικής συνέντευξης με το παιδί ακόμα και στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης αίτησης. Αντίγραφο των πρακτικών της συνέντευξης δόθηκε στους συνηγόρους των διαδίκων, σε περίπτωση που επιθυμούσαν να τοποθετηθούν πριν το Δικαστήριο επιφυλάξει την απόφαση του, γεγονός που έπραξαν ετοιμάζοντας συμπληρωματικές αγορεύσεις.
61. Το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.216/90 προνοεί ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.
62. Στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα:
«H μαρτυρία των ανηλίκων αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς την επιμέλεια και φροντίδα του προσώπου τους αποτελεί πρωτογενές συστατικό στοιχείο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας όπου καταρρέει ο γάμος. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις πρόνοιες του άρθρου 6(3) του Ν. 216/90 που επιτάσσει την αναζήτηση της γνώμης των ανηλίκων, εφόσον έχουν την ωριμότητα να διαμορφώσουν γνώμη, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης 'σχετικά με τη γονική τους μέριμνα'. Η μαρτυρία των ανηλίκων σε διαδικασία για γονική μέριμνα δεν στρέφεται εξ’ αντικειμένου εναντίον οποιουδήποτε• είναι δηλωτική της γνώμης τους για το συμφέρον και την ευημερία τους. Το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται αποτελεί απόρροια της αυθυπαρξίας του ατόμου τους.
Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το άρθρο 6(3) του Νόμου 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Gillick, όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του».
63. Στην απόφαση Π.Ε. και K.R.U. (Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο), Έφεση αρ. 23/18, ημερ. 3.12.19, η τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Σταματίου τόνισε τα ακόλουθα:
«H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα.
Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».
64. Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (σελ. 560-561):
«β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα».
65. Το άρθρο 12(1) του περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου (Ν.5(ΙΙΙ)/2000) διαλαμβάνει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασής των απόψεων του, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά και δίδεται στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητας του.
66. Η καταλυτική σημασία του δικαιώματος ακρόασης των παιδιών διαφαίνεται και μέσα από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2201/2003 για την διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, όπου στο άρθρο 23(β) αναφέρεται ότι, απόφαση που αφορά την γονική μέριμνα δεν αναγνωρίζεται, αν έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο παιδί δυνατότητα ακρόασης κατά παράβαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών του κράτους αναγνώρισης.
67. Αρχικά, το Δικαστήριο διεξήγαγε συνέντευξη με τον ανήλικο υιό των διαδίκων K.R. ο οποίος μου φάνηκε αγχωμένος, αμήχανος και εμφανώς προβληματισμένος, αποφεύγοντας να διατηρεί οπτική επαφή. Μετά από σχετικές ερωτήσεις, μου περιέγραψε το πρόγραμμα δραστηριοτήτων του κυρίως τις καθημερινές δηλώνοντας ότι έχει και το Σάββατο κάποιες δραστηριότητες, αλλά όχι τις Κυριακές.
68. Όταν ρωτήθηκε αν περνούσαν όμορφα όταν ζούσαν όλοι μαζί με τους γονείς του, ο ανήλικος απάντησε ότι δεν γνωρίζει και νομίζει ότι δεν ήταν ωραία, διότι συνέχεια ο πατέρας του φώναζε και τους έβριζε. Ανέφερε ακόμα ότι την περίοδο των εορτών τις περνούσε μαζί και με τους δύο γονείς του. Δεν θυμόταν να αναφέρει κάποια όμορφη στιγμή που είχε με τον πατέρα του, ενώ όταν ρωτήθηκε για μία στιγμή που δεν πέρασε όμορφα μαζί του, ανέφερε όταν αυτός φωνάζει.
69. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος ανέφερε ότι έχει ένα μήνα να δει τον πατέρα του και πως δεν τον έχει πεθυμήσει. Σε σχέση με τις συναντήσεις που διεξήχθησαν με τον πατέρα του, ανέφερε ότι πέρασε μέτρια αφού περπάτησαν λίγο και έκατσαν κάπου. Όταν ρωτήθηκε αν μιλά στο τηλέφωνο με τον πατέρα του, αυτός ανέφερε ότι μπορεί μία φορά τον μήνα, ενώ στην συνέχεια είπε ότι δεν θέλει να του απαντά.
70. Δήλωσε όταν ρωτήθηκε σχετικά πως νοιώθει για τον πατέρα του, ότι δεν νοιώθει άνετα και πως δεν του αρέσει όταν φωνάζει και βρίζει και όταν πάντα θεωρεί ότι έχει δίκαιο. Όταν του αναφέρθηκε πως ο πατέρας του θέλει να τον βλέπει στην βάση ενός σταθερού προγράμματος, αυτός απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Όταν ρωτήθηκε αν η μητέρα του, του είπε κάτι για αυτό το ζήτημα, ο ανήλικος ανέφερε ότι αυτή του είπε ότι θέλει να συναντιούνται και αυτός της είπε ότι δεν θέλει και πολύ, γιατί απλά κάθονται ανούσια.
71. Όταν ο ανήλικος ρωτήθηκε πως θα ένοιωθε αν έβλεπε σταθερά τον πατέρα του για κάποιες ημέρες τις καθημερινές ή τα Σ/Κ ή και να διανυκτερεύει μαζί του, ο ανήλικος απάντησε ότι νοιώθει πιο ωραία με την μητέρα του διότι του δίνει πιο πολλή σημασία, σε αντίθεση με τον πατέρα του. Όταν ρωτήθηκε αν έχει κάποια προτίμηση για το ποιες μέρες και ώρες επιθυμεί να βλέπει τον πατέρα του, είπε ότι δεν θέλει και πάρα πολύ.
72. Διαφάνηκε γενικά μέσα από την συνέντευξη του ανήλικου υιού των διαδίκων, ότι αυτός ήταν λιγομίλητος, τελούσε υπό καθεστώς σύγχυσης, αμηχανίας και δεν επιθυμούσε να εκφράσει με ευκολία τις σκέψεις και προβληματισμούς του σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Αυτό όμως που συνάγεται με ιδιαίτερη ευκολία, είναι το γεγονός ότι δεν νοιώθει άνετα με τον πατέρα του, δεν περνά καλά με αυτόν και ότι στο παρελθόν του φερόταν κάποτε με άσχημο τρόπο. Φαίνεται ότι δεν διατηρούν και τις καλύτερες σχέσεις ή τουλάχιστον δεν έχουν ιδιαίτερα στενό συναισθηματικό δέσιμο, σε σύγκριση με αυτό που έχει με την μητέρα του.
73. Σε κάθε περίπτωση, ο ανήλικος δεν μου εξέφρασε οποιοδήποτε σημαντικό λόγο βαρύνουσας εξαιρετικής σημασίας, γιατί δεν επιθυμεί την επικοινωνία με τον Αιτητή και σε κάθε περίπτωση δεν έχω ικανοποιηθεί μετά βεβαιότητας ότι είναι σε θέση να εκφράσει ελεύθερα, γνήσια και ανεπηρέαστα τις πραγματικές του επιθυμίες ή ότι διαθέτει την αναγκαία εκείνη ωριμότητα, ώστε να δύνανται να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι δηλώσεις στις οποίες προέβη κατά την διάρκεια της συνέντευξης του.
74. Αμέσως μετά ακολούθησε η συνέντευξη με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων S.R. η οποία ήταν εμφανώς πιο εκφραστική, ομιλητική και αυθόρμητη σε σχέση με τον αδελφό της. Περιέγραψε και αυτή με λεπτομέρεια το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, για το πως νοιώθει που οι γονείς της δεν μένουν πλέον μαζί, απάντησε ότι όταν έρχεται ο πατέρας της δεν νοιώθει άνετα και δεν της αρέσει καθόλου, ενώ περνά πολύ άσχημα.
75. Όταν ρωτήθηκε, ανέφερε ότι η συμπεριφορά του πατέρα της δεν ήταν καλή αφού τους έβριζε χυδαία, έλειπε πάντα στο εξωτερικό και πολύ σπάνια ήταν μαζί τους, λέγοντας πως κατά την περίοδο των εορτών έλειπε κάπου. Όταν ρωτήθηκε για το πως περνούσε με τον Αιτητή και αν έκαναν πράγματα μαζί, η ανήλικη ανέφερε ότι προσωπικά δεν περνούσε και πολύ καλά μαζί του και επέμενε να ήταν και η μητέρα της εκεί, επειδή μαζί της νοιώθει πιο άνετα.
76. Όταν ρωτήθηκε να περιγράψει κάποια όμορφη στιγμή που έζησε με τον πατέρα της, ανέφερε όταν ταξίδευαν μαζί ήταν αρκετά καλά. Σε σχετική ερώτηση αν θυμάται κάποια στιγμή που δεν πέρασε καλά με τον Αιτητή, ανέφερε όταν έβριζε όλους με χυδαίες φράσεις, ιδίως την μητέρα της και την γιαγιά της. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε αν η μητέρα της την ενθαρρύνει να συναντηθεί με τον πατέρα της, η ανήλικη ανέφερε αρχικά ότι η Καθ’ ης της είπε να βρεθεί μαζί του, αλλά αυτή δεν νοιώθει άνετα και φεύγει, ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι η μητέρα της, της είπε ότι είναι προσωπική της επιλογή, ενώ δεν επιμένει αλλά σε κάθε περίπτωση η ίδια η ανήλικη δεν το επιθυμεί.
77. Όταν στην συνέχεια η ανήλικη ρωτήθηκε τον λόγο γιατί έχει τόσο καιρό να δει τον πατέρα της, αυτή απάντησε ότι όπως λέει και η μητέρα της όταν έχουν ελεύθερο χρόνο αυτός δεν έρχεται. Δήλωσε ακόμα όταν ρωτήθηκε γιατί δεν επιθυμεί να βλέπει τον πατέρα της, πως νοιώθει άβολα μαζί του και τον φοβάται, διότι συμπεριφέρεται πολύ απρεπώς και άσχημα στην μητέρα της και σε όλους. Δεν του απαντά στα μηνύματα που της στέλνει και δεν θέλει καν να του μιλά.
78. Σε σχέση με τις πρόσφατες συναντήσεις που έγιναν με τον πατέρα της, δήλωσε ότι ο πατέρας της επέμενε, αυτή δεν ήθελε αλλά δεν είχε επιλογή και πήγαινε με το ζόρι, αλλά και ότι σε κάποια περίπτωση δεν ήθελε να κατεβεί από το αυτοκίνητο γιατί δεν ήθελε καθόλου να είναι μαζί του. Επιπρόσθετα, μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να βλέπει ούτε για λίγες ώρες τον πατέρα της, ούτε τις καθημερινές, ούτε τα Σ/Κ. Δήλωσε ακόμα ότι πήγε μία φορά στον ψυχολόγο γιατί το ζήτησε ο πατέρας της. Καταληκτικά, ανέφερε ότι αν ήθελε να αλλάξει κάτι στον πατέρα της για να τον βλέπει σταθερά, αυτό θα ήταν να αλλάξει την συμπεριφορά του προς όλους τους.
79. Οφείλω να ομολογήσω ότι η ανήλικη ήταν σταθερή στις απόψεις της και κάθετα ενάντια στο να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πατέρα της για τον οποίο διατηρεί ιδιαίτερα αρνητικά συναισθήματα, σε αντίθεση με την μητέρα της με την οποία διατηρεί ιδιαίτερη στενή σχέση. Νοιώθει πίκρα και απογοήτευση σε σχέση με την συμπεριφορά του Αιτητή, ενώ ένοιωσε πίεση για να συναντήσει τον πατέρα της, ενώ δεν το επιθυμούσε. Εν τούτοις, διαφάνηκε από συγκεκριμένες αναφορές της, ότι επηρεάστηκε δυσμενώς από την στάση της μητέρας της παραπέμποντας στα λεγόμενα της.
80. Στην βάση των πιο πάνω, έχω αντιληφθεί ότι η ανήλικη διαθέτει σε ικανοποιητικό βαθμό την αναγκαία ή στοιχειώδη εκείνη ωριμότητα και βαθμό αντίληψης, ώστε να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα της παρούσης. Θεωρώ έστω σε προκαταρτικό βαθμό, ότι το παιδί εξέφρασε αυθόρμητα την γνώμη και τις απόψεις του, συνεπώς θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο οι θέσεις και επιθυμίες του, όπως αυτές διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη του.
81. Εξυπακούεται, ότι η γνώμη των ανήλικων τέκνων των διαδίκων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αλλά απλά μπορεί να συνεκτιμηθεί στον προσδιορισμό του γνήσιου συμφέροντος τους, έστω στα περιορισμένα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ακούσει τα ανήλικα τέκνα και να συνεκτιμήσει την γνώμη τους μαζί με άλλους παράγοντες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένο να την αποδεχτεί, αν κάτι τέτοιο ενδέχεται να μην εξυπηρετήσει στο έπακρον τα πραγματικά συμφέροντα τους και όχι αυτά που τα ίδια νομίζουν.
82. Σε σχέση με την ευχέρεια με την οποία ένας ανήλικος που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, μπορεί να επηρεαστεί από τους γονείς και τις συνεπακόλουθες υποχρεώσεις τους ώστε να αποφεύγεται ο σχηματισμός εχθρότητας του παιδιού προς τον άλλο γονέα, κατά τρόπο που να αντιβαίνει προς το συμφέρον του, παραπέμπω στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Αρείου Πάγου ΑΠ 1910/2005:
«Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξ άλλου της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων».
83. Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιακωβίδη ν. Ιακωβίδου (2000) 1 ΑΑΔ 1108, επισημάνθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«Η επιθυμία του ανήλικου θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν, αλλά σίγουρα δεν συνιστά και τον μόνο, ούτε και τον πρωταρχικό παράγοντα. Και τούτο, γιατί, όπως φαίνεται να έγινε και στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι σίγουρο ότι αυτή είναι η πραγματική επιθυμία του ανήλικου. Εξ’ άλλου είναι εύκολο ανήλικος, ιδιαίτερα σε τρυφερή ηλικία, να καθοδηγηθεί ή ακόμα να αφεθεί να νομίζει ότι έχει συγκεκριμένες επιθυμίες που ουσιαστικά δεν τον εκφράζουν».
(V) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։
84. Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και
(γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά., (1994) 1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791).
85. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas, (1984) 1 Α.Α.Δ. 263).
86. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος σε σχέση με την επικοινωνία σε συνάρτηση με τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν. 216/90) και τις τροποποιήσεις αυτού.
87. Σύμφωνα με το άρθρο 5 (1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Με βάση το άρθρο 5(1)(β) του Νόμου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.
88. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.
89. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. (2) εδ. (α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου, (Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 1911).
90. Σύμφωνα με την καθοδηγητική νομολογία, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας ανήλικων τέκνων, δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα, της οποίας ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Ως συμφέρον του τέκνου εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον. Γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (2006) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1153).
91. Στην καθοδηγητική απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588, 1593 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».
92. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά. (2002) 1 (Γ) ΑΑΔ Σελ. 1446, 1452 λέχθηκαν τα πιο κάτω:
«Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία».
93. Το θεμελιώδες δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο, εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 17 του Ν.216/90, το οποίο προνοεί ρητά τα ακόλουθα:
«17(1)։ Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».
94. Στο σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου «ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ», Τόμος VII, αναφέρονται τα πιο κάτω (σελ. 228-229):
«Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων.
Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες».
95. Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της επικοινωνίας, παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα ‘Οικογενειακό Δίκαιο-Τόμος ΙΙ’ Όγδοη έκδοση (2021) της Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, όπου στην σελ. 338 αναφέρονται τα ακόλουθα։
«Η διευκόλυνση και η προώθηση του δικαιώματος επικοινωνίας μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, όπως η εμφύσηση στο παιδί καλών αισθημάτων για τον άλλο γονέα και η καλή συνεργασία με αυτόν προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτής της διευκόλυνσης ο υπόχρεος οφείλει να διαπαιδαγωγήσει το παιδί, έτσι ώστε αυτό να αποδέχεται την επικοινωνία, όχι όμως βέβαια και κάμπτοντας την τυχόν αντίσταση του παιδιού με την βία. Εννοείται άλλωστε, ότι ο υπόχρεος οφείλει κατά μείζονα λόγο να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία, «κρύβοντας» λ.χ. το παιδί και γενικότερα παραβιάζοντας την συμφωνία ή την δικαστική απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία χωρίς να υπάρχουν για αυτό σοβαροί λόγοι που υπαγορεύονται από το συμφέρον του ανήλικου και που σχετίζονται με την σωματική ή ψυχική υγεία του. Μορφή παρεμπόδισης συνιστά επίσης ο επηρεασμός του παιδιού ώστε αυτό να αρνείται την επικοινωνία και η άρνηση να οφείλεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτόν τον επηρεασμό (κάτι που είναι πιθανότερο να συμβεί όταν το παιδί είναι μικρό σε ηλικία ή πνευματικά ανώριμο).
Εξάλλου, υποχρεώσεις έχει και ο δικαιούχος της επικοινωνίας ο οποίος τις ώρες που βλέπει το παιδί, οφείλει να μην διαταράζει την σχέση του με τον υπόχρεο της επικοινωνίας είτε προσπαθώντας να εμπνεύσει στο παιδί αντιπάθεια για τον υπόχρεο είτε επεμβαίνοντας στον τρόπο άσκησης της επιμέλειας, την οποία συνήθως θα έχει ο υπόχρεος».
(VI) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։
96. Αρχικά να επισημάνω, ότι και οι δύο πλευρές μερίμνησαν να συμπεριλάβουν στις ένορκες δηλώσεις τους, διάφορους ισχυρισμούς που μεγάλο μέρος αυτών δεν σχετίζεται επακριβώς με τα επίδικα θέματα και την αιτούμενη θεραπεία ή που αφορούν την μεταξύ τους σχέση και διαφορές, οι οποίες θα πρέπει με βάση την σχετική νομολογία να αγνοηθούν και να μην ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, αναδείχθηκαν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις, επί διάφορων γεγονότων και πραγματικών περιστατικών για τις οποίες φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση τους, ιδίως εκείνων που αφορούν την ουσία της εναρκτήριας αίτησης και οι οποίες θα εξεταστούν ενδελεχώς κατά το διερευνητικό στάδιο της υπόθεσης, όπου έχοντας ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, θα καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων (βλ. Δαμιανού ν. Δαμιανού (1989) 1 Α.Α.Δ. 29).
97. Περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο στην υπό κρίση αίτηση δεν προέβη μονομερώς στην έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος, διέταξε την επίδοση της αίτησης και άκουσε και τις δύο πλευρές. Επομένως, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι κανόνες για πλήρη αποκάλυψη (βλ. Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2011) 1 ΑΑΔ 816).
98. Έχω διαπιστώσει ότι η αιτούμενη θεραπεία που αφορά την ανάθεση της φύλαξης και φροντίδας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων στον Αιτητή, ουσιαστικά δεν έχει προωθηθεί μέσω της μαρτυρίας του όπως έχει διαφανεί μέσω των ενόρκων δηλώσεων του, συνεπώς συνάγεται ότι αυτός δεν θα επιμείνει στην προώθηση του εν λόγω αιτήματος του, κάτι που δηλώνεται και μέσα από τις αγορεύσεις των δικηγόρων του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξέταση του αιτήματος για την ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων.
99. Λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και προσεγγίζοντας την με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων, θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και η σχετική νομολογία.
100. Αρχικώς, στην υπό εξέταση αίτηση, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον ο Αιτητής είναι ο πατέρας των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και τα παιδιά δεν διαμένουν μαζί του, αλλά με την Καθ’ ης η Αίτηση υπό την φύλαξη και φροντίδα της στην οικογενειακή εστία.
101. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή υποστηρίζεται ουσιαστικά ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν επιτρέπει στα παιδιά να έχουν επικοινωνία μαζί του ή να απαντούν στα τηλεφωνήματά του, αφού πλέον ζουν μαζί της απομονωμένα από τον ίδιο, ενώ όταν ζούσαν όλοι μαζί διατηρούσε εξαιρετική σχέση μαζί τους. Θεωρεί ότι η συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση, επηρεάζει αρνητικά τα παιδιά εναντίον του και είναι επιβλαβής για την ψυχολογία τους. Είναι η θέση του, πως αν δεν εκδοθεί προσωρινό διάταγμα για να έχει επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του, αυτά θα αποξενωθούν πλήρως από αυτόν με την πάροδο του χρόνου.
102. Στον αντίποδα, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστήριξε μέσα από τις ένορκες δηλώσεις της, ότι ο Αιτητής αγνοεί πλήρως το γεγονός ότι τα ανήλικα τέκνα τους βίωσαν συμπεριφορές και περιστατικά λόγω της απρεπούς στάσης του προς τα ίδια, η οποία είχε ως απότοκο την απροθυμία τους να διατηρούν επαφή και επικοινωνία με αυτόν, ενώ ο ίδιος επιμένει ότι η ίδια στερεί την επικοινωνία του με τα παιδιά τους.
103. Αναγνωρίζει ότι τα ανήλικα θα πρέπει να διατηρούν επικοινωνία με τον Αιτητή και προτείνει την ρύθμιση ενός σταδιακού προσωρινού προγράμματος επικοινωνίας με τα ανήλικα, το οποίο όμως θα βασίζεται στην υφιστάμενη ψυχολογική κατάσταση τους, αλλά και στο πρόγραμμα και τις υποχρεώσεις τους. Ταυτόχρονα, δηλώνει αντίθετη στην διανυκτέρευση των ανηλίκων με τον Αιτητή σε αυτό το στάδιο, διότι θεωρεί ότι αυτό δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον των παιδιών αλλά και επειδή δεν το επιθυμούν τα ίδια. Ουσιαστικά, εισηγείται την ρύθμιση ενός προσωρινού προγράμματος επικοινωνίας των ανηλίκων με τον Αιτητή, για κάποιες ώρες την εβδομάδα, χωρίς διανυκτερεύσεις και αναλόγως των αντιδράσεων των τέκνων τους αλλά και τις υποδείξεις της ειδικού ψυχολόγου, αυτό να προσαρμοστεί αναλόγως στο μέλλον.
104. Όσον αφορά τα ίδια τα ανήλικα τέκνα, μέσα από την συνέντευξη τους ουσιαστικά διαφάνηκε σε προκαταρτικό βαθμό η απροθυμία τους να διατηρούν σταθερή ή οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Αιτητή, κυρίως λόγω της συμπεριφοράς του προς αυτά κατά το παρελθόν, όπως τα ίδια εξήγησαν. Λαμβάνω υπόψη τις θέσεις και ανησυχίες των δύο ανήλικων τέκνων όπως εκφράστηκαν μέσα από την συνέντευξη τους με το Δικαστήριο, όμως στα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης, δεν μπορώ να καταλήξω με βεβαιότητα πως αυτά εξέφρασαν τις πραγματικές επιθυμίες τους και κυρίως ότι η διακοπή της επικοινωνίας τους με τον Αιτητή θα εξυπηρετήσει το γνήσιο συμφέρον τους. Ούτε μπορώ στα πλαίσια της παρούσης να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα, χωρίς να τεθεί ενώπιον μου η διαφωτιστική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Σε κάθε περίπτωση, η άποψη των ανήλικων τέκνων δεν αποτελεί τον πρωταρχικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της παρούσης.
105. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799):
«Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides (1979) 1 CLR 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία».
106. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427):
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα».
107. Είναι η θέση του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση περίπτωση, ότι ο προσδιορισμός του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του, δεν μπορεί να αναμένει την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, ούτε δύναται να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, διότι η καταστρατήγηση και/ή η μη έγκαιρη άσκηση αυτού του δικαιώματος, ενδέχεται να πλήξει ανεπανόρθωτα το γνήσιο συμφέρον των παιδιών των διαδίκων και να οδηγήσει σε σταδιακή αποξένωση τους από τον Αιτητή, ιδιαίτερα στην ευαίσθητη εφηβική ηλικία στην οποία βρίσκονται. Συνεπώς, καταλήγω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.
108. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και αξιολογώντας σφαιρικά τα δεδομένα της παρούσης υπόθεσης, δεν θεωρώ και ούτε έχω πειστεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που ο Αιτητής θα πρέπει να αποστερηθεί του δικαιώματος για ουσιαστική επικοινωνία με τα δύο ανήλικα τέκνα του, παρά τις ενστάσεις τους. Και τούτο, διότι δεν έχουν καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνοι οι ειδικοί και εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν μία τέτοια απόκλιση από τις νομοθετικές και νομολογιακές επιταγές και οι οποίοι να αποκλείουν παντελώς την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας.
109. Να επισημάνω εξάλλου, ότι η διατήρηση της επικοινωνίας αποτελεί επιθυμία και της ίδιας της Καθ’ ης η Αίτηση, όπως δήλωσε μέσα από τις ένορκες δηλώσεις της, με την διαφωνία της στην έκταση της, στον τρόπο άσκησης της και στο ζήτημα των διανυκτερεύσεων. Ούτε βέβαια φρονώ, πως έχουν καταδειχθεί εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις που θα συνηγορούσαν στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας στην παρουσία της Καθ’ ης η Αίτηση ή της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας ή ακόμα ότι η παρουσία του Αιτητή αποτελεί κίνδυνο για την σωματική ή ψυχική ακεραιότητα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων.
110. Ομολογουμένως θεωρώ ότι η άρνηση των παιδιών για επικοινωνία με τον πατέρα τους και οι προβληματισμοί τους εμπνέουν κάποια ανησυχία, όμως δεν θεωρώ ότι είναι ικανά να εμποδίσουν σε μεγάλο βαθμό το δικαίωμα άσκησης επικοινωνίας του Αιτητή με αυτά ή ακόμα και την έκταση του. Η οποιαδήποτε προβληματική συμπεριφορά των παιδιών κατά την άσκηση της επικοινωνίας με τον πατέρα τους ή η μη εξοικείωση με αυτόν, δεν αποτελεί δικαιολογία ή ανυπέρβλητο κώλυμα και θα πρέπει να ξεπεραστεί σταδιακά με την βοήθεια και την ορθή καθοδήγηση ειδικού κλινικού παιδοψυχολόγου, της επίβλεψης της αρμόδιου λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, της θετικής συμβολής των ίδιων των γονέων τους, αλλά και στα πλαίσια μίας ρύθμισης του ίδιου του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω πως η πάροδος του χρόνου χωρίς σταθερή ή οποιαδήποτε επικοινωνία, ενδέχεται να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα και συμπεριφορές καθώς και ανυπέρβλητα εμπόδια.
111. Ισοζυγίζοντας τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης, κρίνω ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος αδικίας αν απορριφθεί το αίτημα του Αιτητή, παρά από το να εγκριθεί, συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Κρίνεται συναφώς δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα διάταγμα με σταδιακό και σταθερό πρόγραμμα επικοινωνίας, το οποίο θα αποβεί προς όφελος των δύο ανήλικων τέκνων, αλλά και των ίδιων των διαδίκων σε τελική ανάλυση.
112. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω χρήσιμο απόσπασμα από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α., Έφεση Αρ. 1/2022, 2/2022, ημερομηνίας 07/07/2022 όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα։
«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.
Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό. Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
113. Εν τούτοις, δεν θεωρώ ακόμα ότι θα πρέπει στο παρόν στάδιο να εξεταστεί και να εφαρμοστεί ένα πιθανό διευρυμένο πρόγραμμα επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, αφού αυτό δεν θα ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις της παρούσης και σε κάθε περίπτωση είναι κάτι το οποίο θα εξετάσει το Δικαστήριο όταν θα έχει ενώπιον του την ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά και την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Το ίδιο φρονώ και για την ειδικότερη ρύθμιση που επιδιώκει ο Αιτητής για την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων, των εορτών του Πάσχα και κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών, αφού η εν λόγω ρύθμιση θα μπορεί να εξεταστεί και να αποφασιστεί κατά το διερευνητικό στάδιο της κυρίως αίτησης, όπου θα υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες μαρτυρικό υλικό, ούτως ώστε να είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.
114. Σε σχέση με το αίτημα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του το οποίο να περιλαμβάνει δικαίωμα διανυκτέρευσης, φρονώ ότι σε αυτό το στάδιο και με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και πριν να ομαλοποιηθεί η σχέση τους με τον πατέρα τους και χωρίς ακόμα να έχω ενώπιον μου τα ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, δεν θα ήταν ορθό και εύλογο μέτρο υπό τις περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ο Αιτητής δεν φαίνεται να έχει καταδείξει μέσα από την μαρτυρία που έχει παραθέσει, οποιεσδήποτε επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με την καταλληλότητα του χώρου που διαμένει, αν υπάρχουν οι αναγκαίες υποδομές και αν υπάρχει ξεχωριστό διαθέσιμο δωμάτιο για τα τέκνα του ή αν διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό και έπιπλα για αυτά, για σκοπούς διαμονής και διανυκτέρευσης τους.
115. Καταληκτικά, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η επικοινωνία με τον άλλο γονέα δεν μπορεί να θεωρείται προαιρετική και ούτε πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοια στα παιδιά. Σίγουρα αυτά θα έχουν κάποιους ενδοιασμούς και αντιδράσεις ως προς τον χρόνο, τον τρόπο, το είδος και την ποιότητα της επικοινωνίας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ο γονέας που έχει την φύλαξη των ανήλικων τέκνων να δείχνει ότι εγκρίνει και ενθαρρύνει εμπράκτως την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας οποιουσδήποτε ενδοιασμούς, προκαταλήψεις αλλά και αποδοκιμασίες που πηγάζουν από τις προσωπικές τους διαφορές. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα επιτευχθεί μία ορθή, ισορροπημένη και ολοκληρωμένη ψυχοσωματική ανάπτυξη και ανατροφή των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα θα εξυπηρετηθεί το γνήσιο συμφέρον τους.
(VII) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։
116. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του S.R. και K.R. ως ακολούθως:
∙ Από την 01/03/2026 μέχρι και την 01/09/2026։
(α) Κάθε Τρίτη από η ώρα 17։00 μ.μ. μέχρι η ώρα 19։00 μ.μ. της ίδιας ημέρας.
(β) Κάθε πρώτη και τρίτη εβδομάδα εκάστου μηνός, το Σάββατο από τις 11։00 π.μ. μέχρι η ώρα 14։00 μ.μ. της ίδιας ημέρας.
(γ) Κάθε δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα εκάστου μηνός, την Κυριακή από η ώρα 11։00 π.μ. μέχρι η ώρα 14։00 μ.μ. της ίδιας ημέρας.
∙ Από την 01/09/2026 και εντεύθεν։
(α) Κάθε Τρίτη από η ώρα 16։00 μ.μ. μέχρι η ώρα 19։00 μ.μ. της ίδιας ημέρας.
(β) Κάθε πρώτη και τρίτη εβδομάδα εκάστου μηνός, το Σάββατο από τις 10։30 π.μ. μέχρι η ώρα 17։30 μ.μ. της ίδιας ημέρας.
(γ) Κάθε δεύτερη και τέταρτη εβδομάδα εκάστου μηνός, την Κυριακή από τις 10։30 π.μ. μέχρι η ώρα 17։30 μ.μ. της ίδιας ημέρας.
117. Ως τόπος παραλαβής και παράδοσης των ανήλικων τέκνων των διαδίκων για σκοπούς επικοινωνίας του Αιτητή με αυτά, θα θεωρείται ο εκάστοτε τόπος διαμονής των παιδιών μαζί με την Αιτήτρια στην πόλη και επαρχία της Λεμεσού.
118. Ο Αιτητής διατάσσεται να παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων κατά την έναρξη του δικαιώματος του και να τα επιστρέφει στην λήξη του στην Καθ’ ης η Αίτηση από και στον εκάστοτε τόπο διαμονής των ανήλικων στην Λεμεσό. Η Καθ’ ης η Αίτηση διατάσσεται όπως παραδίδει στον Αιτητή τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων κατά την έναρξη του δικαιώματος επικοινωνίας του και να τα παραλαμβάνει στην λήξη του από αυτόν στον εκάστοτε τόπο διαμονής τους στην Λεμεσό.
119. Συνακόλουθα, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
120. Η αιτούμενη θεραπεία υπό (Α) της ενδιάμεσης αίτησης απορρίπτεται λόγω μη προώθησης της.
121. Δίδονται συστάσεις προς τους διαδίκους, όπως τα ανήλικα τέκνα να συνεχίσουν ενεργά την παροχή συμβουλευτικής και/ή ψυχολογικής στήριξης από ανεξάρτητο εγκεκριμένο κλινικό παιδοψυχολόγο της κοινής επιλογής τους. Επιπρόσθετα, προτρέπονται και οι ίδιοι οι διάδικοι να λάβουν το συντομότερο δυνατό συμβουλευτική και/ή ψυχολογική στήριξη, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ασκήσουν ορθότερα τις πτυχές της γονικής μέριμνας και κυρίως να διευκολύνουν την ομαλή διεξαγωγή της καθορισθείσας επικοινωνίας, προς το γνήσιο συμφέρον των δύο ανήλικων τέκνων τους.
122. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει αντίγραφο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας Λεμεσού, προς ενημέρωση της αρμόδιας λειτουργού αλλά και για να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες.
123. Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω ότι λόγω της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, η Καθ’ ης η Αίτηση να διαταχθεί να καταβάλει στον Αιτητή τα 3/4 των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, οπόταν και αυτά θα είναι πληρωτέα.
(Υπ.) ............................................................
Χ. Πογιατζής, Δ. Οικ. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο